//
archives

Ρίζωμα

This tag is associated with 118 posts

Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο

«Τι είναι το αγόρι τώρα που έχασε την μπάλα του. Τι πρέπει να κάνει; Την είδα να κυλά, γκελάροντας χαρωπά, κάτω στο δρόμο, κι έπειτα, χαρωπά ν’ αναπηδά. Να’ τη, μες στο νερό τώρα. Μάταιο να πεις υπάρχουν κι άλλες μπάλες. Μια θλίψη απόλυτη, φοβούμενη, ακινητοποιεί το αγόρι. Έτσι όπως στέκεται άκαμπτο, τρεμάμενο, κοιτώντας κάτω. Όλα τα χρόνια της νεότητάς του μες το λιμάνι, όπου έπεσε η μπάλα του. Μια δεκάρα, μι’ άλλη μπάλα, δεν έχουν σημασία τώρα. Αισθάνεται πρώτη φορά ευθύνη. Μέσα σε ένα κόσμο ιδιοκτησιών, άνθρωποι θα παίρνουν μπάλες. Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο»

Τα λόγια που μόλις διαβάσατε ανήκουν στον Αμερικάνο ποιητή Τζον Μπέρρυμαν και είναι λόγια απ’ το ποίημα του «Το ποίημα της μπάλας». Γραμμένο τη δεκαετία του ’50, μιλά -για τι άλλο- για την απώλεια μιας μπάλας από κάποιον πιτσιρίκο. Δε νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να έχει παίξει ποδόσφαιρο σε κάποιο δρόμο και να μην έχει χάσει έστω μια μπάλα. Εγώ, απ’ όσο θυμάμαι, είχα χάσει πολλές. Βέβαια δεν είμαι εγώ το κυρίως θέμα, σε αυτό εδώ το κείμενο, αλλά μια χαμένη μπάλα. Όχι δική μου. Ίσως η πιο διάσημη, χαμένη, μπάλα που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Πιο διάσημη -για να αστειευτώ κιόλας- ακόμα κι από ‘κείνη που είχε στείλει ο Σέρχιο Ράμος, λογικά, στη στρατόσφαιρα, μετά το χαμένο του πέναλτι, απέναντι στη Μπάγερν Μονάχου, το 2012. H ιστορία που θα διαβάσετε αφορά την μπάλα του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966. Ενός τελικού που είχε βρει την Αγγλία Πρωταθλήτρια κόσμου, τον πιτσιρίκο Τζεφ Χερστ, ήρωα εκείνης της αναμέτρησης και τον Γερμανό Χέλμουτ Χάλερ, βασικό υπαίτιο για την ιστορία που διαβάζετε. Ας τα πάρουμε όμως απ’ την αρχή.

Το τελευταίο σφύριγμα του Ελβετού διαιτητή, Γκότφριντ Ντινστ, είχε βρει νικητές τους Άγγλους, με 4-2, απέναντι στους Γερμανούς, μετά από μια μυθική παράταση που είχε κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το πιο αμφιλεγόμενο γκολ που έχει μπει ποτέ σε τελικό. Ο Χερστ είχε σκοράρει χατ-τρικ και, σύμφωνα με την αγγλική παράδοση, έπρεπε να κάνει δική του και την μπάλα της αναμέτρησης. Οι Γερμανοί, σε μια πρωτόγνωρη κίνηση μακριά από κάθε σεβασμό προς τον αντίπαλο και το άθλημα, αποφάσισαν να αρπάξουν την μπάλα και να επιστρέψουν μαζί της στη δική τους χώρα. Ο τυχερός που έκλεψε την μπάλα ήταν ο μεσοεπιθετικός της Μπολόνια, Χέλμουτ Χάλερ, σκόρερ μάλιστα τoυ πρώτου γκολ της αναμέτρησης.

Όπως ο ίδιος έχει παραδεχτεί, η μπάλα του τελικού έφτασε στη Γερμανία το 1973, και όχι το 1966, μιας και τότε αποφάσισε να αφήσει την Ιταλία, για να αγωνιστεί στη χώρα του, μετά το πέρασμά του από Μπολόνια και Γιουβέντους, και η μπάλα δεν τον ενδιέφερε σχεδόν καθόλου ως «σημαντικό τρόπαιο» για να την έχει αφήσει νωρίτερα σε κάποιο ποδοσφαιρικό μουσείο της χώρας του. Ήταν μάλιστα τέτοια η δική του απάθεια για την ιστορική μπάλα, που την είχε χαρίσει στον γιο του. Ο μικρός, με τη σειρά του, έπαιζε ποδόσφαιρο με την μπάλα του τελικού, με τους φίλους του, στον κήπο του σπιτιού του. Όταν τη βαρέθηκε, την πέταξε, ευτυχώς για όλους, σε μια παλιά αποθήκη, δίπλα στο σπίτι τους, στο Άουσμπουργκ. Η Αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία δεν είχε ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα μέχρι και το 1996. Και δεν θα το έκανε ούτε τότε αν το Ευρωπαϊκό Κύπελλο εθνικών ομάδων δεν διεξαγόταν στην Αγγλία. Τότε ήταν που ξεκίνησε και η μεγάλη μάχη γραφικότητας για να βρεθεί η μπάλα του τελικού και να επιστρέψει στο σπίτι της.

Τα βρετανικά τηλεοπτικά κανάλια και οι πιο γνωστές εφημερίδες της χώρας άρχισαν πόλεμο στον Χάλερ μιας και υπήρχαν φωτογραφίες μετά τη λήξη του Τελικού που τον έδειχναν να κρατά την μπάλα. «Είσαι ένας ανέντιμος κλέφτης, φέρε πίσω την μπάλα μας» άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί για να σταματήσει αυτή η αδικία 30 ολόκληρων ετών, με τον ίδιο απλά να δηλώνει πως πήρε την μπάλα επειδή δεν το έκανε κάποιος άλλος και πως αν την ήθελαν, θα την έδινε, αν φυσικά έπαιρνε χρήματα γι’ αυτό, μιας και η μπάλα ήταν πλέον δική του και όχι δική τους. Οι Άγγλοι σε μια πρωτόγνωρη κίνηση, ακόμα και γι’ αυτούς, θα στείλουν στη Γερμανία ομάδα ερευνητών για να ψάξουν, και να σιγουρέψουν, πως η μπάλα του Χάλερ ήταν όντως η αυθεντική. Όταν αυτό θα αποδειχτεί, ο πρόεδρος της Virgin, Ρίτσαρντ Μπράνσον, θα δώσει 70.000 λίρες στον Χάλερ και σε συνεργασία με την Mirror η μπάλα θα προγραμματιστεί να επιστρέψει, μετά Βαΐων και Κλάδων, στην Αγγλία, στις 26 Απριλίου για να εκτεθεί στο Λονδίνο καθ’ όλη τη διάρκεια του Γιούρο.

Η Mirror κυκλοφόρησε την επόμενη μέρα, έχοντας στο εξώφυλλό της, τους Χάλερ, Χερστ και Μπράνσον με την ιστορική μπάλα και με τον πικάντικο τίτλο «They think it’s all over, it is now». Μια φράση που θεωρείται θρυλική -και είναι- για τους Άγγλους, μιας και την είχε ξεστομίσει ο εκφωνητής του τελικού του 1966 Κένεθ Γουλστενχόλμ. Η Sun μάλιστα, στο εξώφυλλό της, είχε χλευάσει τους Γερμανούς, και φυσικά τον Χάλερ, για τις 70.000 λίρες και ζητούσε να δοθούν τα χρήματα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ο Χάλερ, την ώρα που επικρατούσε ο κακός χαμός με την επιστροφή της μπάλας, είχε βρεθεί να παραπατάει μεθυσμένος σε γνωστό Λονδρέζικο κλαμπ και κάπως έτσι η ιστορία έλαβε τέλος. Το 2012 άφησε την τελευταία του πνοή στο Άουσμπουργκ.

Οι Γερμανοί τελικά πήραν την εκδίκησή τους στον ημιτελικό της διοργάνωσης, αποκλείοντας τους Άγγλους και κατακτώντας το τρόπαιο απέναντι στους Τσέχους, μέσα στο Γουέμπλεϊ. Η μπάλα του ’66, με το τέλος της διοργάνωσης, μπήκε σε περίοπτη θέση στο Μουσείο Ποδοσφαίρου στο Πρέστον με τη μπάλα του τελικού του ’96 να ταξιδεύει, νόμιμα αυτή τη φορά, για τη Γερμανία. Ελπίζω τουλάχιστον να μη βρίσκεται σε καμιά αποθήκη στο Βούπερταλ. Οι μπάλες -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- θα χάνονται πάντοτε (για τους Άγγλους) πιτσιρίκο.

Πηγή:

Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο

Advertisements

Διερευνώντας τις δομές του λαϊκού πολιτισμού – Σύστημα και αντισύστημα.

Επιμέλεια: Γιώργος Κουτσαντώνης

Ακολουθεί απόσπασμα από το εξαιρετικό, κατά τη γνώμη μας, βιβλίο, Ελληνικός Παραδοσιακός Πολιτισμός – Λαογραφία και Ιστορία – Συνέδριο στη μνήμη της Άλκης Κυριακίδου Νέστορος, εκδ. Παρατηρητής.

Αλέξης Πολίτης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

«Οι Έλληνες πιστεύουν πως αν ανεβούν στην κορυφή τον Ταΰγετου την 1η Ιουλίου, μπορούν να διακρίνουν την Κωνσταντινούπολη στον ορίζοντα. Βλέπουν παντού την Κωνσταντινούπολη». Με τα λόγια αυτά ειρωνευόταν, στα 1854, ο Εδμόνδος Αμπού τις υπέρμετρες βλέψεις της Μεγάλης Ιδέας[1] είμαστε στα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου, άλλωστε. Και βέβαια, όσο καθαρή κι αν είναι η ατμόσφαιρα, όσο γερακίσιο κι αν είναι το μάτι, η Κωνσταντινούπολη δεν φαίνεται από τον Μοριά: εδώ εκφράζονται εμφανώς περισσότερο ιδεολογικοί πόθοι παρά κάποια πραγματικότητα, κι έτσι το πεδίο της ειρωνείας αφήνεται διάπλατο.

Ωστόσο την πίστη ετούτη τη χρειάζομαι για διαφορετικό σκοπό, για την εσωτερική της δομή: οργανώνεται σε δύο σκέλη· από τη μια η πεποίθηση πως η Πόλη δεν είναι και τόσο μακριά από τη νότια άκρη της Ελλάδας, κι από την άλλη μια περιοριστική ρήτρα: «φαίνεται, μονάχα όμως μία μέρα τον χρόνου». Θα προσπαθήσω λοιπόν να δείξω ότι παρόμοιου τύπου περιοριστικές ρήτρες συνιστούν κοινόν τόπο στο σύνολο σχεδόν των πίστεων που συγκροτούν το οικοδόμημα του προφορικού πολιτισμού. Λόγου χάρη, μισόν αιώνα περίπου νωρίτερα καταγραφόταν μια άλλου είδους πίστη, σχετικά με την πανούκλα. Πλάι στην αναφορά για την καταστροφική της ισχύ προσκολλάται μία επιπλέον ιδιότητα: «τιμές μάλιστα λέγουν ότι είναι τυφλή και περιπατεί τοίχον-τοίχον και δια τούτο στρώνουσιν εις την μέσην της κάμαρας δια να μην τους πατήσει»[2]. Ίδια δομή και εδώ· την επίφοβη δύναμη της προσωποποιημένης πανούκλας την αναιρεί η τυφλότητά της.

Το φαινόμενο αυτό, που το ονομάζω «σύστημα και αντισύστημα», καταφαίνεται σαφέστατα στις παροιμίες, δηλαδή στο είδος όπου κωδικοποιείται η βιωματική εμπειρία των αγροτικών πολιτισμών. Ένα μεγάλο μέρος τους θα μπορούσαμε να το ταξινομήσουμε σε αντιθετικά ζεύγη, όπως, λόγου χάρη: Αγάλια αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι αλλά και, Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος, ή πάλι: η νύχτα κάνει ‘πίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη. —Βασιλικός κι αν μαραθεί, τη μυρουδιά την έχει, αλλά και, — Πέσανε τ’ άστρα και τα πατούν κι οι κότες. — Δεν μ’ ευφραίνουνε τα γρόσα, μόνον η yλυκειά σου γλώσσα, αλλά και, Όποιος έχει γρόσα, έχει γλώσσα Η παλιά κότα έχει το ζουμί, αλλά και, Ξανόστηνες κυρά μου σαν τ’ αγγούρι τον Αύγουστο. — Ο Θεός φτωχό, νά ‘ν’ άμοιρος, δεν κάνει, αλλά και, Του φτωχού το εύρημα ή καρφί ή πέταλο. – Λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά και θέλει, αλλά και, Το πολύ το κυριελέησον το βαρυέται κι ο παπάς.

Τέτοια ζευγάρια, πολλά μπορούμε να βρούμε· σταχυολόγησα ορισμένα, όλα από έναν μόνον τόπο, τη Σκιάθο[3]. Και προς τιμήν της Άλκης Κυριακίδου Νέστορος, που είχε επιμεληθεί την έκδοσή τους, και επειδή όταν ανιχνεύουμε τις δομές, είναι σκόπιμο να επιλέγεται ένας συγκεκριμένος τόπος, ώστε τα τεκμήρια που χρησιμοποιούμε να προέρχονται από οργανικό σύνολο· αλλιώς ελλοχεύει ο κίνδυνος να έχουμε συγκροτήσει εμείς το όλον του οποίου τη δομή αναζητούμε.

Το αναλυτικό μου παράδειγμα θα είναι πάλι από τη Σκιάθο, λοιπόν. Επέλεξα τις μαγικές πράξεις που οδηγούν στην αρρενογονία: καθώς η αγροτική κοινωνία, σε συνδυασμό με τον θεσμό της προίκας και τις γενικότερες πατριαρχικές αντιλήψεις, προβάλλει έντονα την προτίμηση για αρσενικά παιδιά, οι σχετικές πρακτικές είναι αρκετές. Ας αρχίσουμε από το λεγόμενο «παλικαροβότανο». Στη συλλογή τον Γεώργιου Α. Ρήγα, Σκιάθου λαϊκός πολιτισμός, καταγράφονται πέντε ειδών παλικαροβότανα. Το πρώτο είναι να καταπιεί η γυναίκα ωμούς όρχεις πετεινού σε μια «αντρίκεια ημέρα», ημέρα δηλαδή που τιμάται η μνήμη αρσενικού αγίου. Ένα άλλο είναι να καταπιεί πάλι η γυναίκα έναν αφαλό από αρσενικό ζώο (κατσίκι ή πρόβατο) που έχει μείνει ένα ολόκληρο βράδυ έξω στην ύπαιθρο να το δουν τ’ αστέρια· η πράξη αυτή πρέπει να γίνει «τ αϊ-Γιαννιού τ’ Λιτρουπιού», δηλαδή την ημέρα του Γενεθλίου του Προδρόμου. Πρέπει όμως η γυναίκα όταν το πίνει να κοιτάζει προς την ανατολή. Το τρίτο παλικαροβότανο είναι ένα βοτάνι «απού μοιάζει σαν ψιλούτσικο χορταράκι» – έτσι, αόριστα δίνεται η περιγραφή του. Άμα το βρουν, το ξεριζώνουν και το δίνουν στη γυναίκα να το φάει. Το τέταρτο είναι ο ομφάλιος λώρος ενός αγοριού γεννημένου από «παλικαρομάνα», από μητέρα δηλαδή που γεννάει στη σειρά αγόρια: αυτόν τον ομφάλιο λώρο ή τον κάνουν χαϊμαλί, ή τον ξεραίνουν, τον τρίβουν και τον δίνουν σαν καταπότι. Και το τελευταίο είναι μια παραλλαγή του προηγούμενου, ο ομφάλιος λώρος ζώου που επίσης γεννά στη σειρά αρσενικά[4].

Αυτά, ως προς τη μάνα. Κρίσιμη για την αρρενογονία ωστόσο είναι και η στιγμή των ιερών αρραβώνων στην αρχή της γαμήλιας τελετής. Στη διάρκειά της οι εχθροί της νύφης μπορεί να της «ρίξουν τα κορίτσια», όπως κι οι φίλοι «να της ρίξουνε τα παλικάρια». Για να αποφευχθεί το πρώτο πρέπει να κλείσουν τα παράθυρα, αν ο γάμος γίνεται σε σπίτι, ή να προφέρει τα λόγια του αρραβώνα μυστικά ο παπάς, ή ακόμα και να τελέσουν την ιερή τελετουργία λίγο νωρίτερα (ώστε να μην πετύχει ο εχθρός την κατάλληλη στιγμή). Αποτρεπτικά λειτουργεί επίσης το να κρατούν η νύφη κι ο γαμπρός ένα τετραβάγγελο, ένα κομμάτι δίχτυ κι ένα ψαλίδι, ή να φορούν από ένα ασημένιο τάλιρο στα παπούτσια τους, ή, τέλος, να έχει ο γαμπρός στην τσέπη του πολύ σουσάμι. Καλό είναι ακόμα να πουν από μέσα τους την κατάλληλη στιγμή: «Ξέρω πως μου ρίχνουνε τα κορίτσια». Και, φυσικά, για να επιτευχθεί το θετικό αποτέλεσμα, χρειάζεται, την ώρα που ο παπάς προφέρει το «αρραβωνιάζεται», κλπ., να πουν μυστικά οι φίλοι: «αρραβωνιάζω κι εγώ τα παλικάρια».

Κοντά σ’ αυτά, κι ενώ γίνονται στο σπίτι οι προετοιμασίες, οφείλουν, όταν στολίζουν το νυφικό κρεβάτι, να κυλίσουν ένα αρσενικό παιδί πάνω στο στρώμα πριν ακόμα στρώσουν τα σεντόνια, ενώ, πάλι, θα πρέπει τα ψωμιά του γάμου να μένουν «ακέντηστα», δίχως εγχάρακτα ξόμπλια δηλαδή, για να μην κάνουν κορίτσια οι μελλόνυμφοι. Κι από το ίδιο ζυμάρι πρέπει να κάνουν δυο κουλούρια που θα τα δώσουν σε αγόρια. Και αφού τελειώσει ο γάμος, μετά τα καλορίζικα, ο παπάς εύχεται στο ζευγάρι «όλο κεφαλάδες», αρσενικά παιδιά[5].

Είναι πολλές οι λεπτομέρειες, ενδέχεται μάλιστα να μην τις έχω εντοπίσει όλες -όπως ενδέχεται, φυσικά, να έχει παραλείψει κάποιες και ο Γ. Α. Ρήγας[6]. Επιχειρώντας όμως να συλλάβουμε προς τι όλο ετούτο το πολυποίκιλο αθροιστικό συνονθύλευμα, διαπιστώνουμε ότι η πανσπερμία ακριβώς είναι που εμπεριέχει την ουσία τον ζητήματος, επειδή, βέβαια, είναι πρακτικά αδύνατο το καινούριο ζευγάρι να τηρήσει με ακρίβεια όλους τους κανόνες αρρενογονίας. Δεν θα δοκιμάσει η γυναίκα όλα τα παλικαροβότανα, παρά ένα ή δύο, αλλά όποιο και να δοκιμάσει μπορεί να της διαφύγει κάποια από τις πολλές μικρές λεπτομέρειες. Έπειτα, πόσες ημέρες αρσενικών αγίων, λόγου χάρη, δεν είναι ταυτόχρονα και ημέρες μνήμης θηλυκών; Και ποιος καθορίζει πόσα αρσενικά παιδιά στη σειρά πρέπει να έχει γεννήσει μια γυναίκα για να ονομαστεί επάξια «παλικαρoμάνα»; (Αφήνω που, και πάλι, στην καλύτερη των περιπτώσεων προκύπτει ένα μόλις χαϊμαλί για ολόκληρη την κοινότητα). Ή, πάλι, πόσοι μπορούν να βεβαιώσουν ότι ετούτο κι όχι το άλλο βοτάνι είναι το γνήσιο παλικαροβότανο; Να προσέξουμε ότι ο ίδιος ο Γ. Α Ρήγας δεν φαίνεται να ήξερε να το αναγνωρίσει. Και να προσθέσουμε ότι όλα όσα αναφέρθηκαν δεν είναι παρά πρακτικές και έθιμα που συμπληρώνουν τις θρησκευτικές πίστεις· γιατί είναι ευνόητο πως κοντά στα άλλα υπάρχει πάντα κι η δυνατότητα ν’ ανάψεις ένα κερί ή να προσφύγεις σε όποια μαγική παρέμβαση του θείου κρίνεις καταλληλότερη.

Λοιπόν, οι δυσκολίες, οι ασάφειες και κυρίως η πολλαπλότητα των μαγικών μέσων συνιστούν ακριβώς το αντισύστημα στο συνολικό σύστημα «μέθοδοι προς αρρενογονίαν». Αν τελικά το ζευγάρι αποκτήσει αγόρι, το γεγονός δεν θα αποδοθεί στην εύνοια της τύχης παρά σε κάποιαν από τις μαγικές ενέργειες, αν πάλι όχι, τότε, ήταν το μαγικό των εχθρών που επέδρασε δραστικότερα, ή έτυχε μια λεπτομέρεια να μην προσεχτεί επαρκώς: ανάλογα με το αποτέλεσμα, Θεωρείται ότι λειτούργησε το σύστημα είτε το αντισύστημα, ώστε το συνολικό οικοδόμημα να μην τεθεί σε αμφισβήτηση. Οι ασφαλιστικές δικλείδες εντοπίζονται είτε στη διπλή οργάνωση των μαγικών – επιρροές των φίλων, επιρροές των εχθρών- είτε στην εσωτερική διπολική οργάνωση που προσφέρουν οι απαραίτητες «ρήτρες δυσκολιών»: η ειδική, ενίοτε και η μοναδική κατάλληλη μέρα του χρόνου, τα σύνθετα τεχνικά ζητήματα, ή ό,τι άλλο. Η θεά τύχη, ο μόνος καθοριστικός παράγοντας της αρρενογονίας -ή αν θέλετε ο συνδυασμός κάποιων επιλογών, όπου οι ανθρώπινες γνώσεις δεν διαθέτουν πρόσβαση – παραμερίστηκε ολότελα. Οι άνθρωποι μπορούν να νομίζουν ότι ξέρουν και μπορούν· ο φόβος του άγνωστου, ο φόβος του κενού παραμερίζεται. Αλλά και στο ιδεολογικό επίπεδο αν προβάλουμε το θέμα, ο προφορικός πολιτισμός πάλι διττά είναι οργανωμένος. Στη γενικευμένη, δηλαδή, και κατάφωρη βούληση για αρρενογονία αντιτίθεται αμυντικά η λαϊκή σοφία όταν δηλώνει «Της καλομάνας το παιδί το πρώτο είναι κορίτσι»[7].

Παίρνω τώρα μία πολύ τυπική φράση ενός παραμυθιού: «Εγώ ήμουν ένα βασιλόπουλο, και μια κακιά μάγισσα μ’ έκανε φίδι. Μ’ είπε όμως ότι, αν παντρευόμαν βασιλοπούλα, κι αυτή μάθαινε το μυστικό και τα τρία πρώτα βράδια δεν το φανέρωνε σε κανέναν, θα γινόμαν πάλι βασιλόπουλο σαν πρώτα. Αν όμως το φανερώσει, θα γίνω πουλάκι και θα φύγω, και θα βάλει σιδερένια παπούτσια να με βρει». Η βασιλοπούλα βάσταξε δυο μέρες να μην πει το μυστικό, την τρίτη δεν βάσταξε. Έτσι το φίδι έγινε πουλί και πέταξε, κι η βασιλοπούλα άρχισε να το ψάχνει: «Γυρνούσε μέρες και νύχτες, νύχτες και μέρες, καταπεινασμένη, καταδαμασμένη, χωρίς να έχει κλείσει μάτι». Τέλος, πέφτει να κοιμηθεί, ονειρεύεται το παλάτι της, «ξυπνάει, και βλέπει μπροστά της ένα πλαστό ψωμί. Σ’κώθηκε με λαχτάρα, πάει να το πάρει». Το ψωμί έφευγε κι αυτή το κυνηγούσε, «έφτασαν μπροστά σ’ ένα παλάτι. Αφήνει το ψωμί κι ανεβαίνει το πρώτο σκαλί να μπει μέσα. Αλλά γυρνάει η σκάλα και τη χτυπάει μια στο κεφάλι. Παραπονιέται η βασιλοπούλα, κι η σκάλα τη λέει ότι έπρεπε να ρωτήσει πρώτα, κι ύστερα να περάσει. Λέει τότε η βασιλοπούλα, «Σκάλα, καλή μ’ σκάλα, μ’ αφήνεις ν’ ανέβω;»». Και πάει λέγοντας[8].

Έτσι λοιπόν η κακιά μάγισσα μεταμορφώνει το βασιλόπουλο σε φίδι, μα του υποδεικνύει ταυτόχρονα και τον τρόπο να λυθούν τα μάγια. Το ίδιο κάνει κι η σκάλα με τη βασιλοπούλα – ας μην επιμένουμε στα προφανή. Λίγο να φέρουμε στον νου μας τα παραμύθια, θα θυμηθούμε ατελείωτες παρόμοιες καταστάσεις, όπου το κάθε εμπόδιο εμπεριέχει και το αντίδοτό του. Πρόκειται βέβαια για έναν απλοϊκό τρόπο να επιμηκύνεται κατά βούλησιν η αφήγηση· ωστόσο, ας προσέξουμε ότι όλα τα υπερφυσικά επιτεύγματα των παραμυθιακών ηρώων δεν οφείλονται στην εξαιρετική δύναμη ή στην ευφυία τους, παρά σε κάποιο εσωτερικό κλειδί, ένα κλειστό σύστημα που περικλείνει ταυτόχρονα ένα σύστημα δυσκολιών κι ένα αντισύστημα λύσεων.

Μπορούμε νομίζω κάπως να γενικεύσουμε, τώρα. Η διπολική οργάνωση των πίστεων που συγκροτούν τον νοητό κόσμο τον λαϊκού πολιτισμού παρατηρείται άλλωστε ακόμα και στις πιο γενικευτικές αντιλήψεις, όπως στην οργάνωση τον χρόνου. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να τον οργανώσουν και ως προς τις πιθανότητες του καλού ή του κακού. Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες· μου αρκεί ότι στο γενικευτικό επίπεδο η Τρίτη είναι η ημέρα τον κακού, της ατυχίας -υπάρχουν φυσικά κι ένα σωρό υποπεριπτώσεις, όπως ότι η Τετάρτη είναι κακή για τους γάμους κι η Πέμπτη επικίνδυνη για τα γυαλικά- αλλά καθώς το κακό έρχεται αναπάντεχα, δίχως να προσαρμόζεται στις προσδοκίες μας, ο λαϊκός πολιτισμός οργανώνει και το αντισύστημα, την «κακιά ώρα». Με έναν ανάλογα αντιθετικό τρόπο οργανώνεται και ο χρόνος των πράξεων. Την πρώτη μέρα της μεγάλης Σαρακοστής, όπου επιβάλλεται επίσης η σωματική εγκράτεια, έχουμε τα φαλλικά έθιμα της Καθαρής Δευτέρας, την πρώτη μέρα της σποράς, που εθιμικά πρέπει να είναι στις 14 του Σεπτέμβρη, ημέρα τον Σταυρού, επιτρέπεται στα ζώα να μπαίνουν στα χωράφια και να βοσκούν, μίαν άλλην αρχιχρονιά, την Πρωταπριλιά επιβάλλεται να λέμε ψέματα (για άγνωστούς σ’ εμένα λόγους), την Πρωτοχρονιά επιβάλλεται να προκαλούμε την τύχη παίζοντας χαρτιά, ενώ την πρώτη τον Μάη, του πιο σκληρού μήνα για τους μεροδουλευτάδες λόγω τον μεγέθους της ημέρας, δεν δουλεύουμε παρά πηγαίνουμε να κόψουμε τον «Μάη». Έτσι η πρώτη μέρα κάθε περιόδου αντιβαίνει τις πρακτικές που θα πρέπει να τηρούνται· μια ψυχολογικού τύπου ρήτρα ασφαλείας.

Προεκτείνοντας, κάπως τολμηρά ενδεχομένως, τις σκέψεις μας, θα μπορούσαμε να απλωθούμε και σε άλλου τύπου δραστηριότητες: σκέφτομαι τον χορό, όπου από τη μια έχουμε τις συγκρατημένες και ομοιόμορφες κινήσεις του συνόλου, όπου όλα πρέπει να προβάλουν την τάξη και το μέτρο, όπου το άτομο χάνεται στο σύνολο, κι από την άλλη τα υπέρμετρα πηδήματα και τα τσαλίμια του κορυφαίου, που για έναν ή δύο γύρους, ο καθένας με τη σειρά, έχει το δικαίωμα να αντιταχθεί στο σύνολο, να αναδείξει το πάθος εκεί που οι άλλοι αναδεικνύουν την ηρεμία – μια συμβολική και προσωρινή απελευθέρωση του ατομικού από το κοινωνικό.

Αυτό που πρέπει συνολικά να προσέξουμε είναι ότι οι αντιθέσεις, όπου κι αν τις παρατηρούμε, δεν τείνουν ποτέ προς τη σύνθεση· αυτοπεριορίζονται στο άθροισμα, διατηρούν δηλαδή πάντα την αυτοτέλειά τους. Οργανώνονται μεταξύ τους αλυσιδωτά, σαν κρίκοι, έτσι ώστε το σύνολο του λαϊκού πολιτισμού μπορούμε να το προσομοιάσουμε με κάτι σαν δίχτυ: μπορούμε να αναφερθούμε στο νήμα που εμποδίζει ή στη ηγκιά που επιτρέπει τη διέλευση. Στο διπολικό αυτό σχήμα ο ένας πόλος επιτρέπει την αναίρεση του άλλου, κι έτσι οι πραγματικότητες κι η εμπειρία τους βρίσκουν πάντοτε διέξοδο μέσα από τα αντιθετικά οργανωμένα συστήματα και οι ενυπάρχουσες αντιφάσεις απορροφώνται, αποκρύπτονται καλύτερα. Το τυχαίο εξορίζεται, οι απροσδιόριστες πιθανότητες εμφανίζονται σε κάποιο θεωρητικό επίπεδο υποταγμένες στις ανθρώπινες δυνάμεις.

Ετούτος ο τρόπος οργάνωσης της γνώσης καλύπτει μια βαθύτατα υπαρξιακή ανάγκη, τον φόβο του αγνώστου ή του κενού. Γιατί το τυχαίο δηλώνει άγνοια, αδυναμία παρέμβασης, ή, περισσότερο, αποδοχή δυνάμεων ισχυρότερων του ανθρώπου -και κάθε θεωρία της γνώσης αποτελεί μια προσπάθεια εκλογίκευσης των ανθρώπινων εμπειριών.

Και κάτι τελευταίο. Το στήριγμα τον οικοδομήματος «σύστημα και αντισύστημα», πρέπει να το αναζητήσουμε, νομίζω, στην προφορικότητα τον λαϊκού πολιτισμού. Η γραφή, το γραμμένο κείμενο, δεν επιτρέπει αντιφάσεις, επειδή κείται κάπου έξω από το ανθρώπινο μυαλό, έξω από τη μνήμη, η οποία μπορεί να είναι -το ξέρουμε πόσο- επιλεκτική. Με το γραμμένο κείμενο οι αντιφάσεις αναδεικνύονται ευκολότερα, και το ανθρώπινο μυαλό υποχρεώνεται να τις αντιμετωπίσει. Ο προφορικός πολιτισμός εμπεριέχει τη δυνατότητα της ελαστικότητας, καθώς παραμένει διαρκώς υποκειμενικός, καθώς φέρεται από μνήμη σε μνήμη. Γιατί ό,τι επιτρέπει τη λειτουργία των αντιφάσεων, το δίπορτο του συστήματος και του αντισυστήματος, είναι ακριβώς ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα στη μια ρήση και στην άλλη, στη μια και την άλλη πίστη: η συνύπαρξή τους δεν γίνεται ορατή, παρά όταν περάσουμε από το υποκείμενο στο αντικείμενο. Μην μπορώντας να εκφράσει με συνθετικό τρόπο την έννοια των πιθανοτήτων, ο προφορικός πολιτισμός αρκείται σε μια διπολική παράθεσή τους· το «ίσως», το «πιθανόν», το «ενδέχεται» δυναμιτίζουν την απλοϊκότητα της σκέψης.

Η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος επαναλάμβανε συχνά μια φράση τον αγαπημένου της Λεβί-Στρος «ο άνθρωπος σκεφτόταν πάντα εξίσου καλά». Μπορεί· οι άνθρωποι πιθανόν να σκέφτονταν πάντα εξίσου δημιουργικά, αλλά το αποτέλεσμα στάθηκε διαφορετικό, και πολύ. Αν το τελευταίο ετούτο δεν το υπολογίζουμε, χάνουμε τον σημαντικότερο παράγοντα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Εμείς, οι τυχεροί, που ευτυχήσαμε να τη γνωρίσουμε την Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, σίγουρα δεν θα την ξεχάσουμε· η παρουσία της μας σφράγισε για πάντα. Μας σφράγισε το κέφι της για τη ζωή το απροσμέτρητο, μας σφράγισε το ανάλαφρο χαμόγελο όσο και το αστραφτερό θυμωμένο της βλέμμα, η βούληση για κατανόηση του κόσμου που την περιτριγύριζε —να το ‘ξερε πως έπρεπε να βιάζεται; Και ναι, και όχι. Οι νεότεροι, οι άλλοι, όσοι δεν έτυχε να τη συναντήσουν γιατί μια φορά έφτανε, ποτέ όμως δεν περίσσευαν οι πολλές— μπορεί και να μη μας πιστεύουν· το υποκειμενικό δύσκολα μετατρέπεται σε αντικειμενικό. Ας μείνει όμως κοντά στα γραπτά της κι η μαρτυρία μας, όσο αχνά κι αν αποτυπώνει το πρόσωπό της.


[1] Εdmond About, La Grece contemporaine, Παρίσι 1854, 31, υποσ.

[2] Δημ. Πετρόπουλος, «Ανέκδοτα κείμενα από τα κατάλοιπα τον C. Fauriel εκδιδόμενα», Λαογραφία 16 (1956), 207. Πρβ. Claude Fauriel, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια Α’. Η έκδοση του 1824-1825, επιμ. Αλέξης Πολίτης, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1999, 54.

[3] Γεώργιος Α. Ρήγας, Σκιάθου λαϊκός πολιτισμός Γ , πρόλογος Άλκης Κυριακίδου Νέστορος, Θεσσαλονίκη 1968. Έχω μεταγράψει την εκφορά στο κοινό ιδίωμα· οι παροιμίες είναι ταξινομημένες κατά την κύρια λέξη. Για το συνολικό έργο του καταγραφέα πρβ. επίσης, Χρήστος Β. Χειμώνας, «Τρία ανέκδοτα χειρόγραφα βιβλία τον Γ. Α. Ρήγα και κάποιες σκέψεις για τα κατάλοιπά του», Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών 23 (1983), 346-349, όπου και βιβλιογραφία.

[4] Ό.π., Δ. Θεσσαλονίκη 1970, 49-51. Μεταφέρω πάντα το φραστικό προς το κοινό ιδίωμα.

[5] Ό.π., 236-244 και 449.

[6] Θα ήταν πολύ εποικοδομητικό για την κατανόηση των λαογραφικών φαινομένων να προχωρούσαμε κάποτε σε συγκριτικές μελέτες ανάμεσα στις ποικίλες συλλογές ή και σε άλλου τύπου πηγές· στην περίπτωση της Σκιάθου ο Παπαδιαμάντης θα προσέφερε έναν καλό δεύτερο πόλο. Συνηθίζουμε να γενικεύουμε την κάθε αναφορά σε έθιμο ή ό,τι άλλο: «έτσι κάνουν στη Σκιάθο», για παράδειγμα. Το κάνουν όμως όλοι; Είναι άραγε τόσο ενιαίος ο λαϊκός πολιτισμός όσο παρουσιάζεται στις καταγραφές του; Και τι μπορεί να σημαίνει ότι μια πρακτική, ή πίστη, ή ό,τι άλλο τηρείται, από ένα μέρος μόνο του πληθυσμού; Κάποια στιγμή πρέπει να προβούμε σε λεπτότερους διαχωρισμούς ώστε να εισχωρήσουμε αποτελεσματικότερα στην κατανόηση των φαινομένων.

[7] Ό.π., Γ’, 105

[8] «Το φίδι που έγινε άνθρωπος, Μαγικά παραμύθια τον ελληνικού λαού, επιμ. Γιώργος Ιωάννου, Αθήνα 1966, 65-67. Πρβ. Παραμύθια τον λαού μας, επιμ. Γιώργος Ιωάννου, Αθήνα 1973, 297-300.

Μια απογείωση από τη λάσπη της καθημερινότητας

συνέντευξη της Όλιας Λαζαρίδου, στους Μαρία Δέδε και τον Βασίλη Κ. Καλαμαρά

Βιολέτα. Βαθύ, ζαλιστικό το άρωμά της. Σαν τη μυρωδιά του Πάσχα. Αυτό των παιδικών μας χρόνων αλλά και των κατοπινών, όταν αναζητάμε κάπου να ακουμπήσουμε. Η θυσία. Ο θάνατος. Η ανάσταση. Στοιχεία του θείου δράματος. Το καθεμέρα της ανθρώπινης ζωής.

«Στου ιερού Λυκαβηττού το σκούφο» συναντήσαμε την Όλια Λαζαρίδου. Κυριακή των Βαΐων. Μεσημέρι. Κοπιαστική η βδομάδα που πέρασε. Των Παθών, αυτή που μόλις ξεκινούσε. Ανάμεσα στις μυρωδιές της άνοιξης, τις μαργαρίτες και τα χαμομήλια που ξεφύτρωσαν σε μια πλαγιά, μέσα στο κέντρο της πόλης, στα Βήματα των νέων ανθρώπων που έστησαν τις δικές τους παρέες και πορεύονταν. Κάτω από τον ήλιο, μπροστά από τις σκιές μας. Η ηθοποιός βιώνει την ιεροτελεστία του Πάσχα όπως τη βίαιη έκρηξη της άνοιξης. Αφουγκράζεται μέσα στην ίδια την ανθρώπινη ζωή το θαύμα της Ανάστασης: «Νομίζω κάθε αλλαγή προϋποθέτει έναν θάνατο, μια παραίτηση από κάτι». Αναπλάθει εικόνες «όταν ο παπάς κλοτσώντας την πόρτα και φωνάζοντας “Αρατε πύλας” ξαναμπαίνει στην εκκλησία μετά την Ανάσταση το βράδυ του Σαββάτου», μα πάνω απ’ όλα είναι αυτό το άρωμα βιολέτας που αναδύεται…

ΕΡ.: Πώς λειτουργεί το Πάσχα για σας;

«Είναι μια συμβολική απογείωση, όπου τα πράγματα που ζει κανείς μέσα σε μια λάσπη καθημερινότητας δικαιώνονται με έναν τρόπο μεταφορικό και συμβολικό…»

ΕΡ.: Εχει αλλάξει το αίσθημά σας απέναντι στο Πάσχα ή είναι όπως τότε που ήσασταν παιδί;

«Έχει ισχυροποιηθεί. Η ζωή μου ήταν ένας χαοτικός αυτοσχεδιασμός. Δεν έχω μνήμες από αυτά τα χρόνια, οπότε μεγαλώνοντας, ως αντίβαρο, ψάχνω να βρω ορισμένες ιεροτελεστίες, κάποιες σταθερές που να σου δίνουν την αίσθηση ότι μπορείς κάπου να ακουμπήσεις. Δυστυχώς, είναι λίγες οι ιεροτελεστίες που μπορούν να με πείσουν. Το Πάσχα και όλη η διαδικασία είναι ένας πολύ βαθύς, γνήσιος και ολοκληρωμένος ποιητικός συμβολισμός. Είναι κάτι που με πείθει. Λειτουργεί επάνω μου και κάθε χρόνο καταφέρνει και με συγκινεί βαθιά.»

ΕΡ.: Λόγω πίστης, θρησκευτικού αισθήματος, τελετουργίας; Ποιο απ’ όλα αυτά;

«Ακολουθώ τα πράγματα που καταφέρνουν να με πείσουν. Επειτα, υπάρχει μια αντιστοιχία στη συγκεκριμένη ιεροτελεστία, στο τυπικό της εκκλησίας και σ’ αυτό που συμβαίνει γύρω μας, ιδίως την άνοιξη, στη φύση. Θυμάμαι κάτι που μ’ έχει συγκινήσει: Σε μια εκκλησία της Σίφνου έμεινα στην αναστάσιμη λειτουργία, που είναι ό,τι πιο σημαντικό υπάρχει στην Ορθοδοξία. Είναι αυτό το “Αρατε πύλας” που λέει ο παπάς. Ήταν ένας πολύ γειωμένος άνθρωπος, ο οποίος ξαναμπήκε στην εκκλησία κλοτσώντας την πόρτα και φωνάζοντας “Αρατε πύλας”. Ηταν τρομακτικά βίαιο. Ετσι σκληρή και βίαιη εποχή είναι και η άνοιξη.»

ΕΡ.: Για τι είδους σκληρότητα μιλάτε;

«Για να γίνει μια ανάσταση, πρέπει να επέλθει πρώτα ένας θάνατος. Πρέπει να νεκρωθεί το παλιό για να φυτρώσει το καινούργιο. Νομίζω κάθε αλλαγή προϋποθέτει έναν θάνατο, μια παραίτηση από κάτι. Αυτό το βιώνει κανείς πάρα πολύ μέσα στην πορεία της ζωής του. Το ξέρει και το αναγνωρίζει σ’ ένα τυπικό μιας τελετής μέσα στην εκκλησία…»

ΕΡ.: Και η έννοια της θυσίας όπως λειτουργεί στο θείο δράμα;

«Και αυτό ισχύει στη ζωή. Όταν λέω παραίτηση, αυτό εννοώ. Για να κερδίσεις κάτι καινούργιο, πρέπει κάτι παλιό να θυσιάσεις.»

ΕΡ.: Εσείς τι θυσιάζετε ή τι θα θυσιάζατε δυνητικά;

«Κάθε άνθρωπος θυσιάζει πάρα πολλά πράγματα για να προχωρήσει. Εγώ φέτος κατάλαβα πως για να κερδίσει κάποιος την ελευθερία τού πνεύματος και της ψυχής του, πρέπει να υπερασπίζεται θυσιάζοντας κάτι, την προσωπικότητά του. Οταν είσαι “δημόσιο πρόσωπο” μπλέκεσαι σ’ ένα παιχνίδι. Την εικόνα που είχαν ή έχουν οι άλλοι για σένα την υιοθετείς και την προφυλάσσεις, ενώ μπορεί να μην είσαι αυτό. Προσπαθώντας να υπερασπιστείς αυτή την εικόνα, καμιά φορά χάνεις την ελευθερία σου…»

ΕΡ.: Η οποία θυσία, τελικά, μήπως κρύβει πίσω της ένα υπερτροφικό, «εγώ», όσο κι αν ακούγεται παράδοξο αυτό;

«Εξαρτάται με ποια μορφή γίνεται. Προσωπικά μ’ αυτές τις έννοιες νιώθω τρομακτικό δέος, γιατί αισθάνομαι ότι οι δικές μου πιθανές θυσίες, που μπορώ να έχω κάνει, είναι σ’ ένα ποιητικό επίπεδο και πολύ μεταφορικό. Σε αντίθεση με τις θυσίες που έχουν κάνει άλλοι άνθρωποι και ίσως δεν θα τις μάθουμε ποτέ. Γι’ αυτό έχω μια επιφύλαξη, γιατί πραγματικά νιώθω ότι, θέλοντας και μη, ένας καλλιτέχνης βρίσκεται μάλλον στον προθάλαμο αυτών των εννοιών. Οι πραγματικά βαθιές θυσίες γίνονται σ’ ένα άλλο επίπεδο. Δεν έχουν σχέση ούτε με τα μίντια ούτε με ποιητικές μεταφορές. Εχουν το ακριβές αντίτιμο της ζωής – μια σταγόνα αίμα, οπότε…»

ΕΡ.: Οπότε δεν έχει νόημα να μιλάμε με ποιητικές μεταφορές ή να δημιουργούμε ποιητικούς συσχετισμούς;

«Αυτό που μπορεί να κάνει ένας καλλιτέχνης είναι να μεταδίδει το αίσθημα και το άρωμα αυτών τών πραγμάτων μ’ όσο πιο ειλικρινή και έντιμο τρόπο.»

ΕΡ.: Μια και μιλήσατε για αρώματα. Το Πάσχα μυρίζει ακόμη στην Ελλάδα; Σας πιάνει μια μυρωδιά στη μύτη;

«Όχι απλώς με πιάνει, με τρελαίνει.»

ΕΡ.: Αρωμα βαρύ, στυφό, γλυκό;

«Για μένα το Πάσχα θα μπορούσε να είναι αυτή η μεθυστική, βαθιά ζαλιστική μυρωδιά της βιολέτας.»

ΕΡ.: Πηγαίνετε στην εκκλησία αυτή την εποχή;

«Ναι, πάω πάντα και κυρίως τα τελευταία χρόνια έχω ανακαλύψει το συγκλονιστικό κομμάτι, μετά την Ανάσταση, στο οποίο μένω. Αυτό το χωρίς περιορισμούς κείμενο του ορθόδοξου τυπικού, που σπάνια κάθεται ο κόσμος να το ακούσει και που με δυο λόγια λέει ότι κι αυτός που έρχεται την τελευταία στιγμή είναι καλοδεχούμενος, γιατί το τραπέζι είναι γεμάτο και τους χωράει όλους.»

ΕΡ.: Είστε εντός του χριστιανικού πνεύματος, το βιώνετε…

«Αυτή η έννοια της απόλυτης δεκτικότητας των πάντων, ότι χωρούν τα πάντα και όλοι εδώ, εμένα μου ταιριάζει πάρα πολύ. Είναι ένα στοίχημα της ζωής το να καταλάβουμε ότι τελικά όλοι στον πυρήνα μας, στο σκληρό κουκούτσι, πέρα από εικόνες, στεγανά και κοινωνικές συνθήκες, είμαστε ίδιοι. Ακόμη και με τον Αλβανό που φοβόμαστε. Ακόμη και με αυτούς τους ανθρώπους, που έχουν καταντήσει ο σκουπιδοτενεκές τού πλανήτη και κάνουν τη βρώμικη οουλεια για λογαριασμό όλων, τα σκιάχτρα και οι μπαμπούλες των φόβων όλων μας, δικαίων ή αδίκων…»

ΕΡ.: Απόλυτη δεκτικότητα;

«Υπάρχει ένας τόπος και μια στιγμή όπου χωράνε όλοι, γιατί είναι ίδιοι.»

ΕΡ.: Ποιο πρόσωπο του θείου δράματος πιστεύετε ότι βρίσκεται πιο κοντά σε εσάς;

«Η Παναγία.»

ΕΡ.: Η Παναγία κάτω από το σταυρό; Αυτή η εικόνα;

«Επειδή είναι ο φορέας του τέλεια στρογγυλού και ακέραιου αισθήματος που για μένα είναι μια απόλυτη εικόνα τού τι είναι θηλυκότητα. Είναι μια πλήρης αγκαλιά.»

ΕΡ.: Πιστεύετε ότι αυτά τα πρόσωπα που μετέχουν στο Θείο Δράμα συναντώνται και στην καθημερινότητα; Είναι ρόλοι που μοιράζονται μια κι έξω ή πού εναλλάσσονται;

«Είναι πτυχές της δικής μας ψυχής και της αντιφατικότητας και της πολυπλοκότητας που έχει η ψυχή ενός ανθρώπου. Οι μαθητές κι όλα τ’ άλλα πρόσωπα του Θείου Δράματος είναι σαν την ψυχή μας – ένα πρίσμα με πολλές πλευρές. Καθένα απ’ αυτά τα πρόσωπα είναι ένα κομμάτι που περιέχει η ψυχή μας.»

ΕΡ.: Η Παναγία σπάει τον καθρέφτη;

«Η Παναγία τα περιέχει όλα. Είναι η πλήρης αγκαλιά, όπου όλα αυτά τα κομμάτια γίνονται ένα μέσα από την απόλυτη αποδοχή… Μόνο μέσα από την απόλυτη αποδοχή και παραδοχή μπορεί ο κάθε άνθρωπος να αισθανθεί ότι όλα αυτά τα κομματάκια μπορούν να ενωθούν. Αυτό είναι το θαύμα της αγάπης, ότι κάνει τα πράγματα που καθρεφτίζονται μέσα σ’ αυτήν, ολόκληρα, τα ενοποιεί και τα δοξάζει…»

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Μεγάλη Τετάρτη, 15 Απριλίου 1998

Πηγή: https://antifono.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7-%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%80%CE%B7/?fbclid=IwAR3e_fSxJ8OmuJLERfJZ-WkgHpCYCY1J05rxH0bc9TcCSEU4YR0aZ2Bes0Q

Η ζωγραφική παράσταση που πλαισιώνει τη σελίδα (“Το προσκύνημα της δεσποινίδος”, 1932) είναι έργο του Θεόφιλου.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας…!

Όταν ο καταστασιακός Γκύ Ντεμπόρ συναντά τον συνδυασμό «Αθήνα για την Ελλάδα: Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων»

Αν κουράζεστε να με διαβάσετε, μείνετε στη γλυκιά προτροπή μου: Ψηφίστε Γιώργο Καραμπελιά: «Αθήνα για την Ελλάδα». Παρόλα αυτά…:

Γεννήθηκα το 1968 και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας, στην ιστορική γειτονιά του Αγίου Παύλου, πολύ κοντά στο Σταθμό Λαρίσης και την πλατεία Βάθη.

Σε αυτή τη μικρή γωνιά, γνώρισα την κοινότητα, η οποία αποτέλεσε – ανά τους αιώνες και κάτω από διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά συστήματα – συστατικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού. Την αποκαλούσα- και την αποκαλώ- συχνά συνοικία, το…συν του οίκου μας. Η πραγματική και πνευματική διεύρυνση της ιδιωτικής μας ζωής, που μεταμορφωνόταν σε δημόσιο βίο.

Ήταν ο δημόσιος χώρος, που αγκάλιαζε το παιχνίδι, τη δημιουργία, τις μικροχαρές και τις μικρολύπες, την ευθύνη μας ως πρόσωπα, απέναντι στη μικρή κοινότητα, «τη λαχτάρα για τον έπαινο του Δήμου και των σοφιστών, για τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε», όπως μας λέει ο Χρήστος Γιανναράς.

Η συνοικία μας, συνδεόταν, παράδοξα και ομόδοξα με όλες εκείνες τις συνοικίες μιας μαγικής πολύβουης πόλης, που απλωνόταν, λίγο πιο πέρα. Η Αθήνα, παρά τις διαφορές της, έμοιαζε μια συνεκτική κοινότητα των συνοικιών και των Προσώπων και όχι η «μοντέρνα» απρόσωπη μεγάπολη, η «α-πολίτιστη» μητρόπολη, όπως κακοποιείται και διαμορφώνεται εδώ και χρόνια, τόσο από το σφυρί ενός κεφαλαιοκρατικού «εκσυγχρονιστικού» παρασιτισμού, όσο και από το αμόνι, ενός αριστερού μηδενιστικού κοσμοπολιτισμού, χωρίς πνευματικό κέντρο.

Επειδή ακόμα και τότε που οι άσχημες πολυκατοικίες της εργολαβίας του Καραμανλή και της χούντας, μας είχαν περικυκλώσει, το καντηλάκι ενός υπαρξιακού πνευματικού «κέντρου», άναβε με ισχυρή φλόγα. Η εκκλησία του Αγίου Παύλου, όριζε και την ομώνυμη Ενορία μας. Εντέλει, «Εν-ορία», δεν ήταν μόνο η πολεοδομική διαίρεση μέσα από τις τοπικές εκκλησίες. Ήταν κάτι περισσότερο και πολύ πιο συμβολικό, σχεδόν «μεταφυσικό».

Όμως, με φυσιολογικό τρόπο, δημιουργούσε τα όρια εντός μας. Τα προσωπικά και δημόσια όριά μας, που δημιουργούσαν την ταυτότητά μας, ως σύν-οικοι. Δηλαδή, ως πρόσωπα που είχαμε αμοιβαίες –ακόμα και στις συγκρούσεις ή στις μικροπρέπειες – κοινοτικές σχέσεις. Στην πλατεία, στα σχολεία, στα καφενεία και τα μικρομάγαζα της γειτονιάς. Η υπαρξιακή αυτή «ενορία» μας, ήταν, καθόλου παραδόξως, ανοικτή και όχι κλειστοφοβική. Όταν περνούσες την οδό Λιοσίων, για να ανοιχτείς στην υπόλοιπη Αθήνα, ήξερες από πού έρχεσαι. Ήσουν αγιοπαυλίτης. Αυτό σου έδινε τόσο ασφάλεια, όσο και την ευδαιμονία της αναζήτησης και της γνωριμίας με άλλες ανάλογες συνοικίες και πρόσωπα.

Καραμπελιάς και Ντεμπόρ

Όταν ο συνδυασμός «Αθήνα για την Ελλάδα: Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων, μιλά για την ανασύσταση των Ενοριών και των γειτονιών, ως κοινωνικών ενοποιητικών θεσμών αλληλεγγύης, μιλά – πέρα από την αντίσταση στον μητροπολιτικό εκχυδαϊσμό των μοντέρνων «πόλεων» – για τον εκσυγχρονισμό εκείνης της συν-οικίας, του «παραδοσιακού» αθηναϊκού κέντρου. Βαθιά επαναστατική ευθύνη μας και υποχρέωση, στους δύσκολους καιρούς μας. Ο Δήμος Αθηναίων, είναι πια μια μαύρη τρύπα της Αττικής, μια πόλη απόγνωση. Αλλοτριωμένη και καθόλου οικουμενική, επειδή οι οικονομικοί και οι πολιτιστικοί τεχνοκράτες θέλουν να είναι «διεθνιστική», παράσιτο της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή. Παρασιτική απόφυση της Δύσης, σε επίπεδο πόλης, όπως έλεγε κάποτε ο Γιώργος Καραμπελιάς για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο. Μια πόλη, όπου οι άνθρωποι δεν ζουν μέσα της παρά μόνο ως άτομα. Και όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, «όποιος δε ζει μέσα στην Πόλη, είναι ή θηρίο ή Θεός». Μα αυτή δεν είναι η εικόνα του αθηναϊκού κέντρου; Μικροί «θεοί» της ψευδοαυτοδιοίκησης που θέλουν να προσαρμόσουν την Αθήνα στις εντολές του πολυεθνικού κεφαλαίου, της διαχείρισης των ανθρώπων ως πράγματα, ή άτομα-θηρία, σε μια κατακερματισμένη μεγάπολη χωρίς το κοινό Αγαθό της συνοχής, του πολιτισμού και της εκκλησίας του Δήμου.

Η πολυπολιτισμικότητα που προτάσσεται στις πόλεις της Δύσης, δεν έχει καμία σχέση με την ετερότητα και τον πλουραλισμό. Είναι ακραία καπιταλιστική εντολή και σε καμία περίπτωση δεν εμπεριέχει ανθρωπιά, Δημοκρατία και ελευθερία. Η παγκοσμιοποίηση της Αθήνας είναι μια μισάνθρωπη οδηγία των δεξιών και των αριστερών εξουσιαστών.  Είναι η κατασκευή κλειστών ψευδοκοινοτήτων. Πολιτισμικά κουτάκια σε πόλεμο μεταξύ τους, εφόσον δεν υπάρχει κανένα ενιαίο πνευματικό και κοινωνικό κέντρο ενός δημοκρατικού πολιτισμού που γέννησε η φωτεινή γεωγραφία τούτης της γης.

Το ψευτομοντέρνο και ψευδοανθρωπιστικό πρότυπο των παγκοσμιοποιημένων Μητροπόλεων (Βερολίνο, Βαρκελώνη, Μανχάταν, Άμστερνταμ, Λονδίνο, κ.α), αποτελούν περισσότερο την υλοποίηση της εφιαλτικής «Μητρόπολης» του Φρίτς Λάνγκ, παρά το «προοδευτικό» όραμα ενός νέου τύπου «πολίτη». Οι απρόσωπες μητροπόλεις είναι οι εγωιστικές πόλεις της νέας «τουριστικής» ατομικής ψευδοελευθερίας. Οι πόλεις Ντίσνευλαντς και σούπερ μάρκετς πολεοδομικών εμπορευμάτων, με τα θεματικά πάρκα, τους αυτοματισμούς και τον τουρισμό ως παρασιτική κυκλοφορία των ανθρώπων-εμπορευμάτων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πρόταση αλλοτριωμένης ελευθερίας των ατόμων και όχι των προσώπων και των συνοικιών. Και όπως, έγραφε ο καταστασιακός φιλόσοφος Γκύ Ντεμπόρ, οι ενσωματωμένες πόλεις του θεάματος, είναι κοινότοπες. Στην ουσία γίνονται ίδιες, «ενοποιούνται», φτάνοντας, όπως τόνιζε, στον απόλυτο εκχυδαϊσμό και μοιάζει να «καταργούνται» εντέλει οι διαφορετικοί τόποι και το έδαφος. Και συνέχιζε, λέγοντας ότι οι πόλεις αυτές «ενώνουν τους ανθρώπους, αλλά τους ενώνουν ως διαχωρισμένους» (…) «Είναι η ακοινώνητη κοινωνικοποίηση του εμπορεύματος και του Θεάματος», ενάντια σε κάθε ιστορική συνέχεια και παράδοση.

Την ίδια στιγμή, οι σύγχρονες μαζικές πρωτεύουσες -μέσα από την «εκσυγχρονιστική» πολεοδομία –   διαχωρίζουν τα άτομα σε ομάδες ατόμων. Κοινωνικές και πολιτιστικές «φυλές» της πόλης, τις ονομάζουν τα περιοδικά τύπου Κοσμοπόλιταν. Οι μεγαπόλεις, ενοποιούν και μαζικοποιούν μέσω της αστικής αρχιτεκτονικής και την ίδια στιγμή, διαχωρίζουν και αποξενώνουν τους κατοίκους. Επειδή, το ενοποιημένο έδαφος (η συνοικία, το χωριό, η κοινότητα, ο Δήμος, κλπ), αποτελεί απειλή για την εξουσία. Ο μονόδρομος, της ευρωπαϊκής  κοσμοπολίτικης πρωτεύουσας, των Ηλιόπουλου, Γερουλάνου, Μπακογιάννη, είναι μια εξουσιαστική απόφαση πολεοδομικής κυριαρχίας η οποία γιγαντώνει την αποξενωμένη από τους κατοίκους της, πόλη. Ο άλλος πόλος, ο ναζιστικός, του Κασιδιάρη, οδηγεί σε έναν κλειστό φυλετικό απομονωτισμό που οδηγεί και αυτός σε μια υποταγή των πολιτών, αφενός σε έναν πρωτόγονο ατομικιστικό πόλεμο ιδεολογιών και την υποταγή του πολίτη σε μια δεσποτική εξουσία. Το δίπολο αυτό, συνειδητά προβάλλεται ως μοναδική προοπτική, ενάντια σε κάθε δημοκρατικά πατριωτική εναλλακτική, ενάντια στον Επιτάφιο του Περικλή, την Αντιγόνη και τη λαϊκή ευχαριστιακή κοινότητα της Ορθοδοξίας που μπορεί να σέβεται και να εμπεριέχει τον Άλλον, ως βιωματική σχέση γειτονιάς.

Και συνεχίζει ο Ντεμπόρ…

Η κοινωνία του Θεάματος, των μητροπόλεων, δεν δημιουργεί πολίτες, αλλά αναπαραστάσεις του ζωντανού άνθρωπου, «αντιπροσώπους του θεάματος». Τα διαφορετικά άτομα ή κοινότητες ατόμων, οι κοινωνικές ή πολιτιστικές φιγούρες της Αθήνας, «μειονότητες» ή «πλειονότητες», παίρνουν «τη θέση στη σκηνή ως «βεντέτες», είναι το αντίθετο του ανθρώπου, ο εχθρός του ατόμου, τόσο μέσα του όσο, προφανώς, και μέσα στους άλλους». (…) «εκείνο που κρύβεται πίσω από τις αντιθέσεις είναι η ενότητα της αθλιότητας», ως κατανάλωση.

Γι’αυτό και η γενική τάση των πόλεων αυτών, οδηγεί στο μονόδρομο της απομόνωσης, επειδή η μεγάλη πρόκληση και προσφορά των αετονύχηδων, είναι να γίνει η Αθήνα, «παρατουριστικό θέρετρο» (AirBnb, κ.α), με συγκροτήματα «πολιτιστικών» κέντρων χωρίς παράδοση και θεματικά «χωριά» μαζικής κατανάλωσης, κ.α. Η πόλη, διαμελίζεται, κοινωνικά, πολιτισμικά και θεσμικά. Όπου προτείνεται, αυτός ο «εκσυγχρονισμός» και η αστική «εκβιομηχάνιση» των γιάπηδων πολυεθνικών Δημάρχων, είναι κατά το σκεπτικό του Ντεμπόρ, μια «εξουσιαστική απόφαση που διαμορφώνει αφηρημένα το έδαφος σε έδαφος αφαίρεσης», φθάνοντας τελικά «στη δυνατότητα επέμβασης στην κληρονομικότητα», κατ’άναλογία της μισάνθρωπης πρότασης των τεχνοκρατών της γενετικής, να παρέμβουν, μεταλλάσσοντας, την ίδια την ουσία του ανθρώπου.

Οι ψευδομοντέρνες πρωτεύουσες της παγκοσμιοποίησης, μισούν την πολιτισμική συνέχεια, έστω κι αν την επικαλούνται, επειδή όπως τονίζει ο Ντεμπόρ, « “οι νέες πόλεις” της τεχνολογικής (διαιρεμένης) ψευδο-αγροτιάς (σ.σ, με την έννοια των ανθρώπων που δυσκολεύονται να αναλάβουν κοινές δράσεις, όπως οι απομονωμένοι αγρότες), αποτυπώνουν καθαρά πάνω στο έδαφος, τη ρήξη με τον ιστορικό χρόνο (σ.σ. την ιστορική συνέχεια, την παράδοση ως κληρονομιά, δηλαδή) πάνω στον οποίον οικοδομήθηκαν. Το έμβλημά τους μπορεί να είναι: “εδώ, δε θα συμβεί ποτέ τίποτα και τίποτα δε συνέβηκε ποτέ”».  Και το μόνο που μπορεί να τους ενώσει είναι ένας συγκεντρωτικός δεσποτισμός και η πλάνη της κατανάλωσης και του Θεάματος. Κάτι που οδηγεί στη «γενική διάλυση που οδήγησε, έτσι, την πόλη στην κατανάλωση του εαυτού της»

Και τότε, ο μόνο εναλλακτικός δρόμος, όπως προτείνει ο Καραμπελιάς και ο Ντεμπόρ, είναι η επανα-οικειοποίηση, όχι μόνο της γειτονιάς και των τόπων, αλλά και της «συνολικής τους ιστορίας».

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

Ο σπαρακτικός, γλυκός, «αναρχικός» Δημήτρης Ποταμίτης…και ο ‘Ελληνας βάτραχος!

Θυμήθηκα τον Δημήτρη Ποταμίτη από μια συνέντευξη που βρήκα τυχαία στο διαδίκτυο. Ασκητική, αιρετική μορφή, των εφηβικών και ενήλικων χρόνων μου. Ένας αιώνιος, περίεργος και καλλιτεχνικά ευαίσθητος έφηβος. Παιδί ακόμα βλέποντας παιδικές παραστάσεις του, ανίδεος από θέατρο, τον προσέγγιζα με την καρδιά ενός πιτσιρικά που μπορεί να διακρίνει την ειλικρίνεια μέσα στο πάθος για την τέχνη.

Μέσα από την τέχνη του, διαισθανόμουν αυτή την παράξενη επαναστατική και παθιασμένη ερωτική σχέση που είχε με την Ελλάδα, αυτός ο μικρός λαός, ο μέγας, και οι μεγάλοι διανοούμενοι που εμπνευστήκαν από αυτόν για μεταδώσουν το ελληνικό μέσα στο  οικουμενικό και να ανακαλύψουν στο παγκόσμιο μέσα στη μικρή εθνική γωνίτσα μας! Κατανοούσα την απελπισία του για μια Ελλάδα που χανόταν μέσα στην καταναλωτική ευτέλεια και στη σαχλαμάρα του θεάματος. Πονεμένος θυμός και θυμωμένος πόνος. Πατριώτης και καθόλου σωβινιστής! πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι σωβινιστής ένα άνθρωπος που παιδί ακόμα, «έντυνε» τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου με την Τέχνη και την αθωότητα της αντίστασης, από παιδιά του Δημοτικού και του Γυμνασίου!!!

Πρωτοποριακός και ο οξυδερκής, μέσα από το σπίτι του, το Θέατρο Έρευνας στα Ιλίσια, μας ταξίδευε στον κόσμο του ονείρου και της κριτικής!

Σε μια συνέντευξή του είχε πει: «Σαν Kύπριος που μεγάλωσε με μονομανίες και ιδεολογίες σε μια χώρα που εξακολουθεί να έχει εθνικά ιδεώδη, δεν μπορούσα να μη γίνω ιδεολόγος. Είναι στάση ζωής αυτό. Ως ιδεολόγος και κυπριακό μουλάρι, είχα βάλει στόχο να μην κάνω κάτι αν δεν μου αρέσει. Δεν με ενδιέφερε αν θα πεινάσω. Είχα μια ακαταδεξία στα εύκολα, που στην Eλλάδα ήταν και τα εμπορικά»….

Σπαρακτικά διορατικός για την κατρακύλα και την παρακμή της Ελλάδας που την έβλεπε να έρχεται, ο Ποταμίτης στο θεατρικό έργο του, «ο Έλληνας βάτραχος», περιγράφει και εντοπίζει με τον λυρικό και συμβολικό λόγο του τις αιτίες μέσα από τις οποίες η «Πόλις Εάλω»!  Και γράφει: «Τέλος θα ήθελα να δηλώσω ότι δεν έχω άλλο στο νου μου «πάρεξ ελευθερία και γλώσσα», δηλαδή Ελλάδα. Κι αν είμαι κάποτε πικρός, είμαι από αγάπη. Η αυτοκριτική, μόνο αν είναι βασανιστική μπορεί να είναι ωφέλιμη. Άλλωστε ο χειρότερος εχθρός του πατριωτισμού είναι ο σοβινισμός».

Στον «Έλληνα βάτραχο», μετά από μια βιβλική καταστροφή, ο μόνος επιζήσας νεοέλληνας ο Χ, μισολιπόθυμος, βρίσκεται πάνω στα μάρμαρα της στέγης του Παρθενώνα. Δίπλα του ένα μπαούλο. Βρίσκει έναν βάτραχο που τον ονομάζει Διογένη και αρχίζει να του εξιστορεί την ιστορία μας, με τον δικό τους τρόπο:

Απόσπασμα από τον «Έλληνα βάτραχο»:

«Ο μύθος των αγαλμάτων»

«-Δεν μπορώ να το πιστέψω, Διογένη, δεν μπορώ να το πιστέψω! Εσύ το πιστεύεις; Πιστεύεις ότι είμαστε ζωντανοί, ότι βρισκόμαστε εδώ, ότι βιώνουμε αυτό το παράλογο; Βρε συ, μπας κι είμαστε πεθαμένοι; Μπας κι ότι βλέπουμε, ό,τι ακούμε, ό,τι ζούμε, όλη αυτή η αναρχία γύρω μας, η φυσική αναρχία, δεν είναι παρά ο εφιάλτης των νεκρών; Μπας κι όλα αυτά τα τελεσίδικα που τα μισώ ακριβώς γιατί είναι τελεσίδικα, δεν υπάρχουν στ’αλήθεια; Μπας κι ο κόσμος είναι όμορφος και λογικός, η πατρίδα όμορφη και αιώνια; Μπας κι ο εφιάλτης είναι εδώ, τώρα, το σήμερα, όχι το χτές; 

Τσίμπα με, τσίμπα με να δω αν είμαι ζωντανός! Αλλά όχι, γιατί πάλι μπορεί να΄ναι κι αυτό ένα μέρος του εφιάλτη…Δεν υπάρχει τρόπος να ανακαλύψω τι συμβαίνει…Το σήμερα είναι αβάσταχτο λόγω του χτες ή λόγω του εαυτού του; Θε μου, ας γίνει να γυρίσει η Πατρίδα πάλι πίσω. Να γυρίσει πάλι πίσω η πρώτη μου νιότη. Τότε που αγάπησα την Άννα… Τότε που ο Σπύρος μ’έμαθε πόσο δύσκολο πράμα είναι να είσαι άντρας…

Τότε που ο δάσκαλός μου, ο κυρ Παναγιώτης, μ’έμαθε πως πατριδογνωσία σημαίνει να αγαπώ τη γλώσσα μου. Τότε που ο Μάνος μ’έμαθε να είμαι ερωτικός, γι’αυτό και αβάσταχτα ασκητικός…Τότε που ο Γιάννης μ’έμαθε με δυο πινελιές σε μια σπασμένη στάμνα, να αφουγκράζομαι τη φωνή των πραγμάτων…Η κυρα-Μαρία να είμαι σεμνός αλλά περήφανος, παγκόσμιος αλλά Έλληνας…Τότε που…Τότε που…Πότε; Χτες ή αύριο;

Συνέβησαν; Θα συμβούν; Που είστε αγάπες μου; Που πήγατε; Έι…Έι…Γιατί δεν απαντάτε; «Ό,τι αγάπησες είναι καλά κλεισμένο μες την πέτρα. Περιμένει να το λευτερώσεις!» Στην πέτρα…Εκεί όλοι οι φίλοι μου…Εκεί ο Σοφοκλής, εκεί ο Όμηρος, ο Πλάτωνας και Μακρυγιάννης, ο Καραϊσκάκης, ο Θεόφιλος, ο Διόνυσος, ο Καραολής εκεί και ο Δημητρίου! Εκεί…Στην πέτρα!

Εκεί και οι ακρογιαλιές της Αμμοχώστου! Ξέρεις Διογένη, τα αγάλματα δεν τα σμιλεύει ο καλλιτέχνης, αυτό είναι ψέμα! Τα αγάλματα υπάρχουνε μέσα στην πέτρα! Ο καλλιτέχνης πρέπει να τα απελευθερώσει από την πέτρα! Έχουμε πολλή δουλειά το ξέρεις;

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

 

 

 

Λαοί χωρίς ταυτότητα: Οι «φελλάχοι» της μεταμοντέρνας Δύσης

Άρθρο του JMSMITH για την ιστοσελίδα Orthosphere
Απόδοση: Μάριος Νοβακόπουλος, διεθνολόγος

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

Ο σύγχρονος κόσμος χαρακτηρίζεται ολοένα και περισσότερο από έναν τύπο ανθρώπου ο οποίος ζει μονίμως σε ένα άχρονο παρόν, δίχως συγκεκριμένη και ισχυρή ταυτότητα, ρίζες και αξίες. Αυτό το είδος ατόμου, απολύτως προσηλωμένο στις τρέχουσες ανάγκες και απολαύσεις, αδιάφορο για τη θέση του στην ιστορία, χαρακτηρίστηκε από τον διάσημο Γερμανό ιστορικό Oswald Spengler ως «φελλάχος», από τους χωρικούς της Μέσης Ανατολής. Αυτή η κοσμοθέαση υμνήθηκε ως απελευθερωτική και προϋπόθεση για μία ξέγνοιαστη, εύθυμη ζωή. Αποδείχθηκε όμως ότι αποτελεί μία ζωή χωρίς θεμέλια.

«Το φελλάχικο αίσθημα για την ζωή, αυτή διαχρονική ευθυμία των ανθρώπων που δεν εμπλέκονται σε μεγάλα πολιτισμικά ζητήματα»

Lonesome Traveler (1960)
Jack Kerouac (Αμερικανός λογοτέχνης)

Στα αραβικά, fallaha σημαίνει οργώνω, και fellaheen, φελλάχοι, είναι συνεπώς το συλλογικό όνομα των χωρικών που οργώνουν τη γη της Αιγύπτου και της Ανατολής. Ο φελλάχος είναι ένας υπομονετικός, μονότονος γιος της γης, αντίθετα με τον ταχύ βεδουίνο που τριγυρνά τις σκληρές ερήμους της Αραβίας. Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε πως οι φελλάχοι είναι ιδιαίτερα δοσμένοι σε αυτό που ο Kerouac θα αναγνώριζε ως «ευθυμία», καθώς είναι γενικά και εθιμικά ευσεβείς και λιτοί, αλλά εκείνος είπε πως ήταν εύθυμοι γιατί ήταν «διαχρονικοί», και είπες πως ήταν διαχρονικοί γιατί πίστευαν πως είχαν παρατήσει το βαρύ φορτίο του πολιτισμού.

Ο Kerouac δεν ενδιαφερόταν για Ανατολίτες χωρικούς. Ο φελλάχος ήταν, για εκείνον, ένα σύμβολο του να τα παρατάς και να αφήνεσαι. Όργωνε το χωράφι του κάτω από τα ερείπια ενός νεκρού πολιτισμού που δεν καταλάβαινε και δε θρηνούσε, και ήταν συνεπώς (με εξαίρεση το γεγονός ότι δούλευε) μία έμπνευση και παράδειγμα για κάθε beatnik (ΣτΜ: λογοτεχνικό κίνημα του 50-60 το οποίο λάνσαρε ο Kerouac, πρόδρομοι των χίπις), περιθωριακός και ρεμάλι της ετοιμοθάνατης Δύσης. Όπως τον περιέγραψε το 1913 ένας περιηγητής στην Παλαιστίνη:

«Κάτω από την κάλυψη των ερειπίων, τα οποία σκαρφαλωμένα σε ένα λοφίσκο ή μια βουνοκορφή αφηγούνται την αιώνια ιστορία του μεγαλείου και της κατάπτωσης, ο φελλάχος φτιάχνει το σπιτικό του και εγκαθιστά το κοπάδι του»

Αυτό που εννοούσε ο Kerouac με την έκφραση «το φελλάχικο αίσθημα» ήτανε τούτη η φαιδρή αδιαφορία για είτε το μεγαλείο είτε την παρακμή ενός πολιτισμού. Στον μακρό κύκλο της πολιτιστικής εξέλιξης, ο φελλάχος βρίσκεται πολύ πέρα από τον απλώς αντιδραστικό, με τις προειδοποιήσεις του, τους θρήνους και τις ελεγείες του. Ο φελλάχος είναι καθ’ ολοκληρίαν ένας άνθρωπος του μετά. Δεν εμπλέκεται «σε μεγάλα πολιτισμικά ζητήματα».

Επιπλέον, ο Kerouac μας διαβεβαιώνει πως για αυτόν τον λόγο, ενδόμυχα χαίρεται. Διότι, όπως ο Φρόυντ εδίδαξε, είναι δύσκολη δουλειά να κουβαλάς τον πολιτισμό στις πλάτες σου, και πιο συγκεκριμένα στο κεφάλι σου. Ο πολιτισμός είναι ένα δυσκίνητο σακίδιο διογκωμένο από σκληρές απαγορεύσεις, επώδυνες αξιώσεις και θολές αμοιβές. Τι ανακούφιση να τον παρατήσεις! Πόσο εύθυμο και ελαφρύ θα σε κάνει να αισθανθείς! Αυτό ήταν το ευαγγέλιο των beatniks. Αυτή η απελευθέρωση προκάλεσε τη διαχρονική εθυμία των φελλάχων.

Ένας συγγραφέας που βίωσε τη γέννηση του λογοτεχνικού ρεύματος της «γενιάς Beat» έγραψε:

«Ο πολιτισμός όπως τον γνωρίζουμε σήμερα φαίνεται να είναι ένα είδος περίτεχνου… μηχανισμού δια του οποίου η σεξουαλική πείνα επιβάλλεται πάνω στους νέους από τους μίζερους γέρους» (2)

Αυτό ισχύει, όμως το βέλος της αιτιότητας τείνει προς την λάθος κατεύθυνσης. Δεν υπόκειμαι στο να είμαι λεπτός επειδή αυτό είναι το τίμημα της λιμοκτονίας. Υπόκειμαι στην πείνα διότι αυτό είναι το τίμημα του να είμαι λεπτός. Μέχρι να έρθει η μέρα που το τίμημα μοιάζει πολύ υψηλό και μπαίνω στις τάξεις των πνευματικά φελλάχων, εύθυμος και παχύς.

Η σεξουαλική στέρηση είναι, παρομοίως, ένα μέσο για τον στόχο των «υψηλών πεπρωμένων» (κατά την έκφραση του Γερμανού ιστορικού Oswald Spengler), και οι άνθρωποι υπόκεινται κάποιον βαθμό σεξουαλικής στέρησης για να διατηρηθεί η δίψα για αυτό το πεπρωμένο ζωντανή και δυνατή. Αλλά φτάνει η μέρα που το υψηλό πεπρωμένο ξεθωριάζει, το τίμημα της εγκράτειας μοιάζει πολύ υψηλό και οι άνθρωποι θα απελευθερωθούν για να ενωθούν με ρους φελλάχους της ασέλγειας.

Είτε το διαπίστωσε μόνος του είτε το άκουσε, ο Kerouac πήρε το σύμβολο του φελλάχου από τον Oswald Spengler. Στην «Παρακμή της Δύσης» (τόμος 2, κεφ. 6), ο Spengler προέταξε μία «μορφολογία των λαών» στην οποία οι «φελλάχοι» είναι το τρίτο και τελευταίο στάδιο. Πρέπει να έχει κανείς υπ’ όψιν πως ο Spengler χρησιμοποιεί την λέξη μορφολογία με την παλιά έννοια των σταδίων της ανάπτυξης. Όπως εξηγούσε ένας βιολόγος το 1878:

«Η δουλειά του μορφολόγου είναι να εντοπίσει την πορεία από το βακτήριο στον ενήλικο… να χαρτογραφήσει το πως μία μορφή περνά σε διαδοχικές συνέχειες της» (3)

Τα βασικά στάδια στη μορφολογία του Spengler είναι «λαοί πριν, εντός και μετά τον πολιτισμό». Με άλλα λόγια, πρωτόγονοι, πολιτισμένοι και φελλάχοι. Σχετικά με το τελευταίο στάδιο, έγραψε:

«Αυτό το οποίο ακολουθεί έναν πολιτισμό μπορούμε να αποκαλέσουμε, από το πλέον γνωστό παράδειγμα, τους Αιγυπτίους της μεταρωμαικής εποχής, τους ανθρώπους του τύπου των φελλάχων»

Ο φελλάχος είναι, όπως προείπα, ο άνθρωπος του μετέπειτα, που ζει ανάμεσα στα ερείπια δίχως να σκέπτεται.

Το μεσαίο στάδιο του πολιτισμού κατά τον Σπένγκλερ χωρίζεται σε τέσσερα υπο-στάδια τα οποία παρομοιάζει με τις εποχές, άνοιξη, θέρος, φθινόπωρο και χειμώνας. Στο τελευταίο από αυτά, η άψυχη μορφή του πολιτισμού συντηρείται άκαμπτη και απολιθωμένη. Το στάδιο του φελλάχου έρχεται μετά. Ο φελλάχος δεν κατέχει κάποιον πολιτισμό υπό παρακμή. Αντίθετα, είναι το υπόλειμμα αφού ο πολιτισμός έχει πλήρως αποσυντεθεί.

Για αυτό ο Spengler λέει πως οι φελλάχοι έχουν «βγει έξω» από την ιστορία και επιστρέψει στο «ζωολογικό επίπεδο» του βίου. Στο επίπεδο αυτό είναι, όπως οι πρωτόγονοι προπάτορες τους, ικανοποιημένοι με το να τρέφονται, να κοιμούνται, να βαδίζουν και να ηδονιστούν, όπου τους πάει η διάθεση τους. Ζουν ένα βίο τον οποίο μπορούμε να αποκαλέσουμε «κατωτέρου πεπρωμένου»

«Η ζωή, όπως τη βιώνουν οι πρωτόγονοι και φελλάχικοι πληθυσμοί είναι πλήρως ζωολογική, ένα συμβάν ασχεδίαστο και δίχως στόχο… όπου τα γεγονότα είναι πολλά αλλά, στο κάτω-κάτω της γραφής, κενά σημασίας»

Με το «πλήρως ζωολογική» ο Spengler εννοεί τη σπασμωδική επιδίωξη των κατωτέρων πεπρωμένων προς την οποία ωθούν οι ζωώδεις ορέξεις, οι μονότονοι κύκλοι της πείνας και του κορεσμού. Μια τέτοια ζωή δεν είναι εντελώς χωρίς σχεδιασμό και χωρίς στόχους, αλλά τα σχέδια της είναι μικροπρεπή και οι στόχοι της χαμηλοί. Οι άνθρωποι εγείρονται από αυτό το «ζωολογικό επίπεδο» όταν τους δίνεται η «προσμονή για υψηλότερα πεπρωμένα», όταν αποκτούν την πεποίθηση ότι έχουν τοποθετηθεί σε αυτήν τη γη για να κάνουν κάτι παραπάνω από το να τραφούν και να κοιμηθούν και να βαδίσουν και να ηδονιστούν.

Στην μορφολογία του Spengler, ο πολιτισμός είναι η πνευματική ενότητα ενός σώματος ανθρώπων που μοιράζονται την πεποίθηση ενός «υψηλοτέρου πεπρωμένου». Κινούνται από κάτι μείζον των ζωοολογικών τάσεων. Με αυτόν τον τρόπο τούτοι οι «άνθρωποι του πεπρωμένου» υπερβαίνουν την ζωολογία και εισέρχονται στην ιστορία. Και παραμένουν στην ιστορία μέχρι η πεποίθηση τους στο υψηλό πεπρωμένο να πεθάνει, μέσα στις άκαμπτες φόρμουλες ενός απολιθωμένου πολιτισμού, από όπου ξανά βυθίζονται στο ζωολογικό επίπεδο και γίνονται φελλάχοι.

Ο γερμανικός τίτλος του βιβλίου του Spengler «Η Παρακμή της Δύσης» είναι Der Untergang des Abendlandes, και η λέξη Untergang σημαίνει βύθιση όσο και πτώση. Το κεντρικό του επιχείρημα ήταν, πράγματι, πως οι άνθρωποι της Δύσης βυθίζονταν πίσω στο ζωολογικό επίπεδο του φελλάχου.

Και ένας beatnik σαν τον Jack Kerouac πίστευε πως τούτη η βύθιση έπρεπε να επέλθει όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Η «προσμονή για υψηλότερα πεπρωμένα» δεν καταστρέφει την προσμονή για τα κατώτερα – την επιθυμία να ζήσει κανείς, όπως το έλεγε ο Απόστολος Παύλος, «εν σαρκί». Σε μετέπειτα εποχές αυτή η επιθυμία αποκλήθηκε nostalgie de la boue, ή «νοσταλγία για την λάσπη», και το να υποκύψει κανείς σε αυτήν τη νοσταλγία προκαλούσε την τελική βύθιση των πολιτισμένων ανθρώπων στο ζωολογικό επίπεδο της σαρκικής ζωής. Όπως το έθεσε ο μέγας μελετητής της αρχαιοελληνικής ιστορίας, Gilbert Murray:

«Φαίνεται να υπάρχει ένα κάποιο επίπεδο πρωτόγονης αδράνεις στην ανθρώπινη ζωή, λίγο πολύ όμοιο ανά την υφήλιο… ένα είδος οικουμενικού έλους πάνω από το οποίο λίγα έθνη έχουν κτίσει μόνιμα και καλοδιατηρημένα οικοδομήματα. Άλλα φτιάχνουν προσωρινά καταφύγια που βυθίζονται ξανά μέσα στον βούρκο. Η νοσταλγία για την λάσπη είναι ένα ισχυρό αίσθημα της ανθρώπινης φυλής. (4)

Όταν ο Murray τα έγραφε αυτά το 1907, ο Δυτικός πολιτισμός έμοιαζε με ένα «μόνιμο και καλοδιατηρημένο οικοδόμημα», Επτά χρόνια αργότερα, έδωσε κάθε σημάδι πως ήταν ένα «προσωρινό καταφύγιο» που βυθιζόταν ταχύτατα πίσω μέσα στον βούρκο. Τέσσερα χρόνια ύστερα (1918) ο Spengler εξέδωσε την «Παρακμή της Δύσης».

Στο έργο του αυτό, ο Spengler είπε ωπς δεν υφίστανται μόνιμα οικοδομήματα, αφού «η σαρξ είναι αδύναμη» και το κάλεσμα της λάσπης ισχυρό. Ακόμη και στο υψηλότερο σημείο του «θέρους» ενός πολιτισμού, όταν η προσμονή για το υψηλό πεπρωμένο που προβάλει είναι διαδεδομένη, πάντα θα υπάρχει μία μάζα θυμωμένων untermenschen (υπανθρώπων) που είναι γοητευμένοι από τη νοσταλγία της λάσπης.

«Αυτό που θέλει ο υπάνθρωπος δεν είναι η πρόοδος αλλά η οπισθοδρόμηση – οπισθοδρόμηση προς πιο πρωτόγονε συνθήκες στις οποίες θα νιώθει άνετα…» (5)

Στο μυαλό του υπανθρώπου, μία τέτοια οπισθοδρόμηση σε πρωτόγονες συνθήκες δεν συνεπάγεται υλικές στερήσεις, γιατί δεν βρίσκει τον λόγο που οι κάτοικου του έλους δεν μπορούν να απολαμβάνουν τα αναισθητικά τους, video streaming και λουκούλειους μπουφέδες. Όπως λέει ο Spengler, δεν θεωρεί πως δεν μπορούν να υπάρξουν «άρτος και θεάματα» στον βούρκο.

Ο Spengler λέει πως οι κοσμοπολίτες και οι πασιφιστές είναι «οι πνευματικοί ηγέτες των φελλάχων». Σήμερα τους αποκαλούμε οπαδούς της «πολυπολιτισμικής παγκοσμιοποίησης». Θέλουν να οδηγήσουν τους ανθρώπους, όπως ο Μωυσής, μακριά από τα δεσμά του πολιτισμού προς την λασπωμένη γη της επαγγελίας. Ο κοσμοπολίτης τους λέει πως δεν έχουν υψηλότερο πεπρωμένο, εκτός από τη διασφάλιση πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι στην απόλαυση των κατωτέρων πεπρωμένων του ζωολογικού κορεσμού. Ο πασιφιστής τους λέει πως δεν αξίζει να παλέψουν για τίποτα, εκτός από το να καταστρέψουν κάθε άνθρωπο που λέει πως τοποθετηθήκαμε σε αυτήν τη γη για κάτι παραπάνω από το να τραφούμε, να κοιμηθούμς, να βαδίσουμε και να ηδονιστούμε.

Σύνθημα τους είναι:

«Πίσω στην λάσπη, άνθρωποι! Πίσω στην λάσπη!»

Ενώ οι άλλοι κοιτούν το μελαγχολικό θέαμα και λένε:

«Κοίτα τούτους τους φελλάχους
ανθρώπινες στάχτες, κακόμοιρα παραψημένα πουλιά του βάλτου
Καύσιμα για τους χοντρούς αφεντάδες τους» (6)

  1. Philip Baldensperger, The Immovable East: Studies of the People and Customs of Palestine (1913).
  2. “The New Cult of Sex and Anarchy,” Harper’s Magazine (1947)
  3. “Morphology,”British Medical Journal (1878)
  4. Gilbert Murray, The Rise of the Greek Epic (1907).
  5. Lothrop Stoddard, The Revolt Against Civilization: The Menace of the Under-Man (1922).
  6. Selden Rodman, Lawrence, the Last Crusade (1937)
Πηγή: https://cognoscoteam.gr/%ce%bb%ce%b1%ce%bf%ce%af-%cf%87%cf%89%cf%81%ce%af%cf%82-%cf%84%ce%b1%cf%85%cf%84%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1-%ce%bf%ce%b9-%cf%86%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%ac%cf%87%ce%bf%ce%b9-%cf%84%ce%b7%cf%82/

ὁ ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς καὶ ἡ διαρκέστερη ἐπανάσταση

Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ποὺ ἐγὼ προτάσσω, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐμφανιστεῖ ὡς μιὰ ἐξωτερικὴ πραγματικότητα, πρέπει ἀρχικὰ νὰ γεννηθεῖ καὶ νὰ καλλιεργηθεῖ στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου.

(Γκ. Λαντάουερ, Ἀναρχικὲς σκέψεις πάνω στὸν ἀναρχισμὸ)⃰

[…] Ἡ κοινωνικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ἐνσαρκώνει τὴν πνευματική του κατάσταση. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀντιμετώπιση τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων τελεσφορεῖ, ὅταν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰ πνευματικά τους αἴτια. Τὸ κυριότερο αἴτιο τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ εἶναι ἡ πλεονεξία. Ποιὸς ἀγνοεῖ, λέει χαρακτηριστικά, ὅτι «ἡ φωτιὰ τῆς πλεονεξίας καίεται ἐπάνω μας καὶ ἀνυψώνεται καὶ φθάνει σχεδὸν παντοῦ, στοὺς δημόσιους φόρους, στὶς κοινὲς ἀγορές, στὰ γεωργικὰ προϊόντα, στὶς συναλλαγές, στὸ ἔμπόριο. Τώρα μάλιστα προχώρησε καὶ μέσα στοὺς ἱεροὺς χώρους καὶ ἔθιξε τὶς ἑορτάσιμες ἡμέρες μας, κάνοντας ἀνέορτες καὶ τὶς ἑορτές μας μὲ τὴν ἔντονη καὶ γελοία μανία καὶ ματαιότητα τῶν πολλῶν». (Ὁμιλία 38, PG 151, 484Β)

Ἡ πλεονεξία ὠθεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ διατηρεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅλα ὅσα ἔχει, ἔστω καὶ ἂν αὐτὰ εἶναι περιττά, ἐνῶ ἄλλοι στεροῦνται καὶ πεινοῦν. Μιὰ τέτοια συμπεριφορὰ ὅμως εἶναι βάναυση καὶ ἀντιχριστιανική. Ὁ Χριστός, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, δὲν κατατάσσει στοὺς κολασμένους τοὺς ἅρπαγες, ἀλλὰ αὐτοὺς ποὺ δὲν μεταδίδουν τὰ ἀγαθά τους στοὺς ἐνδεεῖς. Οἱ ἅρπαγες δὲν κρίνονται κἄν, γιατὶ ἐξ ἀρχῆς βρίσκονται σὲ μεγαλύτερο κρίμα. Ἀλλὰ καὶ ὁ πλούσιος τῆς εὐαγγελικῆς παραβολῆς, ποὺ εὐφόρησε ἡ χώρα του καὶ σκεφτόταν νὰ μεγαλώσει τὶς ἀποθῆκες του, ὅπως καὶ ὁ πλούσιος ποὺ ζοῦσε πολυτελῶς ἀδιαφορώντας γιὰ τὸν φτωχὸ Λάζαρο, δὲν καταδικάζονται ἀπὸ τὸν Χριστὸ γιατὶ ἀδίκησαν κάποιους, ἀλλὰ γιατὶ δὲν βοήθησαν ἄλλους μὲ αὐτὰ ποὺ δικαίως ἀπέκτησαν. (Ὁμιλία 13, PG 151, 164ΑΒ)

Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει τίποτε ποὺ νὰ τοῦ ἀνήκει πραγματικά. Ὅλα ἀνήκουν στὸν Θεό. Γι’ αὐτό, ὅποιος ἔχει περισσότερα ἀπὸ ὅσα χρειάζεται ὀφείλει νὰ τὰ χρησιμοποιήσει γιὰ τὴν βοήθεια τῶν ἄλλων. Αὐτὸ ἐπιβάλλει ἡ ἀναγνώριση τοῦ πλησίον ὡς ἀδελφοῦ, μὲ κοινὸ πατέρα τὸν Θεό. Ὅποιος τὰ κατακρατεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, σφετερίζεται ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ, ἔστω καὶ ἂν τὰ ἀπέκτησε μὲ ἐντιμότητα. Χαρακτηριστικὰ γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι τὰ ἔντονα ἐρωτήματα ποὺ θέτει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τὶ ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες; Εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τὶ καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών»; (Α´ Κορ. 4, 7)

Βασική, ὅμως, παράμετρος τῆς κοινωνικῆς ζωῆς εἶναι καὶ ἡ στήριξη τῶν ἀδικουμένων. Χωρὶς τὴν παράμετρο αὐτή, ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη παραμένει ἐλλιπής. Γι’ αὐτὸ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς προτρέποντας τοὺς πιστοὺς νὰ ἐπιδείξουν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφούς τους, ἐπισημαίνει ὅτι ὀφείλουν νὰ ὑπερασπίζονται τοὺς ἀδικουμένους. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ὁ ἴδιος ὡς ἐπίσκοπος, καυτηριάζοντας καὶ τὴ συμπεριφορὰ τῶν ἰσχυρῶν καὶ τῶν κρατούντων τῆς ἐποχῆς του.

[…] εἶναι, ἀσφαλῶς, ἐπαναστατικὸ τὸ κήρυγμα τοῦ ἀσκητῆ ἱεράρχη. Εἶναι ριζοσπαστικὴ ἡ κοινωνικὴ κριτική του. Ὅπως ἐπαναστατικὸ εἶναι καὶ τὸ ἴδιο τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ριζοσπαστικὴ ἡ κοινωνικὴ κριτική του. Καὶ συμβαίνουν ὅλα αὐτά, γιατὶ τὸ μέτρο μὲ τὸ ὁποῖο κρίνει ὁ Χριστιανισμὸς τὸν κόσμο καὶ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ ἡ χριστιανικὴ ἐπανάσταση εἶναι ἡ μεγαλύτερη καὶ διαρκέστερη ἐπανάσταση μέσα στὸν κόσμο. Εἶναι ἡ ἐπανάσταση ποὺ δημιουργεῖ ἡ φανέρωση τοῦ οὐρανοῦ πάνω στὴ γῆ. Σχετικοποιώντας τὸν κόσμο καὶ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, καλεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἐλεύθερη ἀποδοχὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα του, ποὺ μεταμορφώνει καὶ καταξιώνει τὴν προσωπικὴ καὶ κοινωνική του ζωή. […]

Γεώργιος Ἰ. Μαντζαρίδης, Οἱ προϋποθέσεις τῆς κοινωνικῆς ζωῆς κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, περ. Νέα Κοινωνιολογία, Ἄνοιξη 2000

⃰ ἡ προσθήκη εἶναι τοῦ ἐρανιστῆ καὶ ὄχι τοῦ συντάκτη τοῦ κειμένου· φυσικὰ ὁ Λαντάουερ δὲν ὑπονοεῖ τὴν ἐκκλησιοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, δὲν παύει ὅμως τὸ αἴτημα νὰ τίθεται σὲ μία βάση γιὰ τὴν ὁποία ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀσκητικὴ παράδοση διαθέτει τὴν πλέον ρεαλιστικὴ καὶ δοκιμασμένη πρόταση

Πηγή: http://adrahti.blogspot.com/2018/03/blog-post.html

Ο ιστορικός Νίκος Ψυρρούκης για το εθνικό ζήτημα

[…] Μὲ τσακισμένα ἔθνη ἀφανίζονται οἱ μεγάλες ἀξίες τῆς ἀνθρωπότητας, ἡ παραγωγικὴ αὐθυπαρξία κάθε ξέχωρης ἐθνικῆς ὀντότητας (ὁ πατριωτισμός της, ἡ ἀντίληψη τῆς ἐλευθερίας, ὁ κοινὸς ψυχισμός, ὁ πολιτισμός της). Καὶ χωρὶς τὶς ἀξίες αὐτὲς οἱ ἄνθρωποι ἐξανδραποδίζονται, μεταπλάθονται σὲ μοιρολατρικοὺς σκλάβους τοῦ σάπιου συστήματος. Γίνονται μουνοῦχοι. […]

Καὶ χωρὶς τὴ δική τους ἰδιομορφία-προσωπικότητα ἔθνη καὶ ἄνθρωποι ἀποτελοῦν ἄμορφη μάζα (λ.χ. οἱ σύγχρονοι μαζάνθρωποι). Ἡ καταπολέμηση τῆς μιᾶς τέτοιας συμφορᾶς, στὴν ἐποχή μας, κατακτιέται μὲ τὴν ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία καὶ τὴ χειραφέτηση τῶν καταπιεσμένων. […]

Καὶ τὶ σημαίνει ἐθνικὸ ζήτημα; Τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιάθεσης κάθε ἔθνους, δηλαδὴ ἐλεύθερα νὰ καθορίζει τὴν πορεία του καὶ τὴν τύχη του, τὸ δικαίωμα νὰ ἔχει ἴσες δυνατότητες, ἴσα δικαιώματα ὁλόπλευρης ἀνάπτυξης (μὲ ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη τοῦ κόσμου), χωρὶς τὸ ἴδιο νὰ βλάπτει τὴν αὐθυπαρξία καὶ τὴν ἀνεμπόδιστη προαγωγὴ τῶν ἄλλων ἐθνῶν. […]

Γενικὰ διαπιστώνουμε ὅτι ἐνὼ ὁ ἐθνισμὸς συμβαδίζει καὶ δὲν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν διεθνισμὸ (γιατὶ δὲν παροπλίζει τὰ ἔθνη, δὲν τὰ ἀπαλλοτριώνει ἀπὸ τὴν ἐθνική τους αὐτοσυνείδηση), ὁ ἐθνικισμός, ἔκφραση τῆς καπιταλιστικῆς ἰδεολογίας, παραμορφώνει τὰ ἔθνη καὶ τὰ κάνει ἀνταγωνιστικὰ ἀνάμεσά τους καὶ τὰ προσαρμόζει στὸν ἀμείλικτο καπιταλιστικὸ ἀνταγωνισμὸ γιὰ τὸ κυνηγητὸ τοῦ καπιταλιστικοῦ κέρδους (ἰδιαίτερα τοῦ ἀποικιοκρατικοῦ ὑπερκέρδους). […]

Στὴν ἀρχή, ὁ κοσμοπολιτισμός, ποὺ ἔχει γιὰ θεμέλιό του τὸν ἐθνικὸ νιχιλισμὸ καὶ ποὺ προσπαθεῖ νὰ ξεριζώσει τὴν ἐθνικὴ συνείδηση, βασιζόταν κυρίως σὲ δῆθεν ὑπερεθνικές, πανανθρώπινες, κλπ, ἀξίες, σὲ οὐτοπιστικὰ νεφελώματα ἀστῶν καὶ μικροαστῶν διανοουμένων. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, συστηματοποιήθηκε ὡς ἰδεολογία καὶ προσπάθησε νὰ ἀποκτήσει καὶ κάποιο δῆθεν ἐπιστημονικὸ μανδύα μὲ τὴ θεωρία τοῦ γκλομπαλισμοῦ. Σύμφωνα μὲ τοὺς γκλομπαλιστές, τὸ ἔθνος ἀποτελεῖ ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῆς ἀνθρωπότητας. […]

Νίκος Ψυρούκης, Τὸ ἐθνικὸ ζήτημα, ἐκδ. Αἰγαῖον-Κουκίδα, Λευκωσία 2003

το ήθος της αντεξουσίας

O Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων μιλά στο: Πολιτικά Και Άλλα Με Τον Μάκη Διόγο (StarX)

Στατιστικά

  • 61.954 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Αύγουστος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

…που χει λεβέντες νέους, αναρχικούς κι ωραίους!!!

Πατήστε την εικόνα για περισσότερα...

Περισσότερα...

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…

Advertisements