//
archives

ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΜΕΝ ΑΝΕΥ ΜΑΛΑΚΙΑΣ

This category contains 40 posts

Η Ευρώπη γεννήθηκε από το Σχίσμα – Χρήστος Γιανναράς

Πηγή: https://www.youtube.com/watch?v=1B7n1ko6vsg

Advertisements

ΑΠΟΔΟΜΗΣΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ… «Κάποιος Ντεριντά…»!

του Γιάννη Κων. Κρούσου

Κάποιος Ντεριντά ανακάλυψε κάπου τον όρο και τον εισήγαγε στη γλώσσα.

«Ο Ντερριντά απέφυγε μέχρι τέλους να δώσει έναν ορισμό στην αποδόμηση ακριβώς γιατί η αποδόμηση ήταν μια στρατηγική και όχι μια μέθοδος. Η αποδόμηση χαρακτηριζόταν από μια δυναμική ανατροπής ηγεμονικών κατασκευών του λόγου. Αλλά ως τέτοια στρατηγική δεν μπορούσε ποτέ να καθορίζεται με ορισμό. Στην επιστολή προς Ιάπωνα φίλο ο Ντερριντά γράφει ότι η αποδόμηση είναι μια λέξη που θα έπρεπε τελικά να εξαφανιστεί. Μια δυναμική του λόγου καθιστά κάθε διατύπωση έρμαιο της δικής της αποδομησης. Αλλά είναι η ευθύνη κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου να επιλέξει και να οργανώσει την δολιοφθορά απέναντι σε εκείνο το πεδίο της ηγεμονίας που αξίζει να χτυπηθεί στην εκάστοτε συνθήκη»(Από το wiki, για να μη πάμε στον πρωτότυπο λόγο).
Το wiki υποτίθεται ότι υπάρχει για να εξηγεί και να εκλαϊκεύει, αυθεντικά. Αν δεν τα καταλάβατε όλα, δεν πειράζει.
Κατάλαβε η CIA το πόσο χρήσιμη είναι τούτη η μέθοδος διάλυσης των κατεστημένων αντιλήψεων κι αυτό αρκεί.
http://www.toperiodiko.gr/%CE%B7-cia-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%C…/…
Κι επειδή την έχουμε παρεξηγήσει, η CIA είναι το μακρύ χέρι των «αγορών», αλλά και αυθεντικός εκπρόσωπος του Δυτικού Πολιτισμού. Διδάσκει και διαδίδει τέχνη, ιδέες, φιλοσοφία κλπ. Ήταν ο μεγαλύτερος πολιτιστικός οργανισμός του κόσμου μετά τον Β. Πόλεμο. Σήμερα έχει πολλούς ανταγωνιστές-συναγωνιστές(ΜΚΟ).

Ο Ζακ Ντεριντά

Μετά τον Ντεριντά τσίμπησαν κι άλλοι, που τους είπαν φιλόσοφους. Π.χ. ο Ρολάν Μπαρτ. Αυτός είπε το περίφημο ότι ένα κείμενο γράφεται από μόνο του. Δεν έχει συγγραφέα. (Αργότερα το μάζεψε).
Αυτοί και άλλοι είναι πολύ επιδραστικοί φιλόσοφοι. Άλλαξαν τον κόσμο και από τη νεωτερική εποχή περάσαμε στη μετανεωτερική. Κι αυτού του είδους η «φιλοσοφία» -συνώνυμο της καταστροφής- είναι λογικό να έχει εφαρμογή παντού.
Λατρεύτηκε και από τον νεοφιλελευθερισμό, σαν μέθοδος διάλυσης πάσης φύσεως ενοχλητικών αξιών, δομών κλπ. Αν ρωτήσε τον δικό μας μέγα φιλόσοφο Στ. Ράμφο, θα σας πει ότι για τα χάλια μας φταίει η οικογένεια. Γενικά κάθε τι το «φυλετικό» πρέπει να αποδομηθεί – διαλυθεί. Φυλετικό είναι κάθε τι που σχετίζεται με τις σχέσεις των ανθρώπων . Και ο έρωτας. (Γι’ αυτό σήμερα έχουμε το σεξ στη θέση του έρωτα. Αυτό βέβαια υπάρχει από τα χρόνια του πρώτου διδάξαντος Φρόυντ).
Καθώς καταλαβαίνετε, το Συμπόσιο του Πλάτωνα και τα περί Έρωτος είναι για το πυρ το εξώτερον(Αυτά βέβαια είχε αναλάβει και η σκοταδιστική Ιεραρχία κι οδήγησε τον πιο γλυκό, τον πιο μεγάλο ερμηνευτή – μεταφραστή του Πλάτωνα στην αυτοκτονία).

Αλλά και η επίθεση – αποδόμηση στη γλώσσα βασίζεται σε μια ακόμα παλιότερη θεωρία. Στην ίδια θεωρία βασίζεται και ο Νεοφιλελευθερισμός(δείστε τα βιβλία των μεγάλων Καρλ Πόππερ και Φρίντριχ Χάγιεκ).
Νομιναλισμός: «Η σημασία των λέξεων είναι αυτή που έχουν οι λέξεις». Πιο «επιστημονικά»; «Νομιναλισμός ή ονοματοκρατία αποκαλείται το φιλοσοφικό σύστημα σύμφωνα με το οποίο οι λέξεις και τα ονόματα τα οποία αποδίδουμε στα πράγματα, δεν αφορούν την ουσία, την αλήθεια ή την αντικειμενική πραγματικότητα των φαινομένων, αλλά την ύπαρξη και τις ιδιότητές τους» (wiki).

 

Αριστοτέλης

Τώρα, δεν θα σας το αφήσω ανεξήγητο:
Το «δεν μας ενδιαφέρει η ουσία» είναι μία ιστορία που ξεκίνησε στο μεσαίωνα και ολοκληρώθηκε κατά την περιβόητη επιστημονική και ορθολογιστική επανάσταση.
Δεν μας ενδιαφέρει η ουσία αλλά η λέξη, που περιγράφει την ύπαρξη κάποιου πράγματος, σημαίνει ότι αφού λέμε «Δημοκρατία», αυτό που ζούμε είναι δημοκρατία. Αν η ουσία της είναι ολιγαρχική, δεν μας ενδιαφέρει .
(Δεν δίνω άλλο παράδειγμα, γιατί καταλάβατε το υποννοούμενο μου)
Εμείς οι Έλληνες πρέπει α) να καταργήσουμε τα ουσιαστικά ονόματα β) να καταραστούμε τον Αριστοτέλη, γ) να αλλάξουμε πίστη, γιατί ειδικά αυτή η τελευταία στηρίζεται στην Αγία Τριάδα και στο ομο-ούσιον της(τρεις υποστάσεις – μία ουσία).

Στις λατινογενείς γλώσσες αυτό το τελευταίο είναι ακατανόητο, γιατί μεταφράζουν τη λέξη «ουσία» με τη λέξη sub-stance. Μόνο που ετυμολογικά substance σημαίνει υπό-σταση. (Κουλουβάχατα).
Παίζει ρόλο η γλώσσα.

Αν πιάσουμε την ελληνική λέξη «Λόγος» , τότε είναι που πρέπει να αλλάξουμε πλανήτη(Κατά τον πολέμαρχο Σώρρα, είμαστε απόγονοι της αυτοκρατορίας των Ελ και πριν τη Βαβέλ, όλος ο κόσμος μιλούσε ελληνικά, η οποία ήταν η γλώσσα του Θεού και όλου του Σύμπαντος).

Στα ελληνικά Λόγος σημαίνει πολλά πράγματα και μεταξύ αυτών σημαίνει και Θεός. Ο δυστυχής Λούθηρος, όταν μετέφρασε στα γερμανικά τη Βίβλο απέδωσε τον «λόγο» με τη «λέξη» . «Η Λέξη σαρξ εγένετο» διαβάζουν στο κατά Ιωάννη οι γερμανοί και οι λατινογενείς χριστιανοί!!! Τι να καταλαβαίνουν άραγε; Ο Λόγος, που σημαίνει και Θεός και Λογική και Ομιλία της ελληνικής γλώσσας δίνει τέραστιες δυνατότητες στον άνθρωπο.
Η γλώσσα είναι αυτή που ξεχώρισε τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα και όχι η λογική. Κι αυτό το αποδέχονται όλοι οι επιστήμονες γλωσσολόγοι, αλλά το ήξερε και ο μεγαλοφυής Αριστοτέλης.
Από τη στιγμή που οι γλώσσες δεν είναι ίδιες και οι λέξεις έχουν μέσα τους διαφορετικές σημασίες, ερμηνείες και Ουσία, έχουμε και διαφορετικούς πολιτισμούς.
Χωρίς την Ουσία στις λέξεις, οι Αγγλοσδάξωνες, οι φιλελεύθεροι και γενικά οι λατινογενείς φιλόσοφοι, εξουσίες και άνθρωποι χάνουν πολλά από τα πράγματα, που άλλοι λαοί – έθνη καταλαβαίνουν.
Όμως η απώλεια από ένα σημείο και μετά δεν είναι τυχαία και φυσική, λόγω της εξέλιξης της γλώσσας. Πάει καιρός που η εξουσία ελέγχει τη γλώσσα, ελέγχοντας τη διδασκαλία. Πάει καιρός που λέμε «ειρήνη» και εννοούμε πόλεμο. Και ειδικά στην πολιτική, αφαιρουμένης της ουσίας, μένουν μόνο οι λέξεις. Και ο καθένας δίνει όποια σημασία θέλει σε μία λέξη ή κατασκευάζει καινούργια. Flexibility λέγεται η διάλυση – αποδόμηση των συλλογικών συμβάσεων και γενικά της μισθωτής εργασίας. Δικαιοσύνη λέγεται αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα και στον κόσμο. Για την Ελευθερία των λαών οι λαοί βομβαρδίζονται κοκ.

Ενώ λοιπόν οι γλώσσες έχουν πολλές σημασίες και διαφορετικές ουσίες, οι αγγλοσάξωνες αντιμετωπίζουν τη γλώσσα μόνο ως εργαλείο επικοινωνίας. Τίποτε άλλο. Κάτι για να κάνουμε τη δουλειά μας.
Στην mainstream επιστήμη, που αφορά τη γλώσσα, αυτό δεν ισχύει, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει τι λέει η Εξουσία.
Δεν έχει σημασία ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο εργαλείο επικοινωνίας, αλλά είναι και εργαλείο κοινωνίας, δημιουργίας σχέσεων, έκφρασης συναισθημάτων κλπ.
Το υποτακτικό στα κελεύσματα της προτεσταντικό κράτος κατάργησε την ελληνική γλώσσα.
(Διαμαντοπούλου, υπουργός παιδείας και δεν θυμάμαι ποιοι άλλοι ήθελαν επίσημη γλώσσα και τα αγγλικά).
Το σχολικό βιβλίο της πρώτης δημοτικού δεν διδάσκει πια τη ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ. Διδάσκει τη ΓΛΩΣΣΑ.

Εκείνο το «μου» , το τόσο ερωτικό και πολύ λιγότερο έως καθόλου κτητικό μας το πήραν. Η γλώσσα ΜΟΥ είναι τώρα μία σαν όλες τις άλλες γλώσσες του κόσμου. Δεν είναι η δική ΜΑΣ γλώσσα.
Κι εμείς δεν είμαστε διαφορετικοί. Ο Λόγος – Λογική στα ελληνικά σημαίναι ΚΑΙ «αναλογία». Το λατινογενές Ratio σημαίνει ΜΟΝΟ αναλογία. Το πόσες φορές χωράει κάτι μέσα σε κάτι άλλο. Περιγράφει μόνο μία εικόνα, ένα σχήμα, ένα μέγεθος και όχι την ΟΥΣΙΑ. Από αυτή την «ασήμαντη» λεκτική διαφορά προέρχεται ο RATIONALISM – ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ.
Είναι άξιο απορίας, το γιατί ο Λούθηρος δεν χρησιμοποίησε το πιο κοντινό ratio, για να αποδώσει τον ελληνικό Λόγο. «Η αναλογία σαρκ εγένετο»)
Ο Ορθολογισμός δεν είναι Λογική. μπορεί να μετρήσει και να εξάγει συμπεράσματα μόνο από μεγέθη και να τα αποδώσει μόνο με μαθηματικά σύμβολα. Στο όνομα της επιστημονικής «ακρίβειας» χάσαμε το αρχαίο και παιχνιδιάρικο όλα στο «περίπου». Αν μη τι άλλο, απελευθέρωνε την φαντασία.

Οι σχεσεις μας, ο έρωτας και οι άνθρωποι δεν είναι και δεν μπορούν να περιγραφούν με αριθμούς και ακρίβεια. Κι αυτή είναι η γοητεία της ζωής: Το περίπου συνοδευμένο από λάθη.
Οι σχέσεις δημιουργούν ήθος, ήθη, συνήθειες, νόμους και δίκαιο.
Κι αυτά χάνουμε σήμερα. Αποδόμηση, λοιπόν.
Θέλω το «μου» μου πίσω.

Τα ονόματα έχουν τη σημασία τους και την όποια συμφωνία της Εξουσίας δεν αναγνωρίζουμε.
Η Μακεδονία δεν είναι μόνο μία λέξη. Και η Γλώσσα είναι δική ΜΟΥ
Τα Ίμια δεν είναι μόνο ένας βράχος.

(Ας το σταματήσω εδώ).

Διαβάστε επίσης: 

Αποδόμηση και ελληνική γλώσσα: προφητείες, «θεωρίες συνωμοσίας» & επιστήμη…!

https://dialogouenosi.wordpress.com/2017/02/16/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1-%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9/

 

Στα σκυλάδικα έχω δει πολλά και για τα σκυλάδικα έχω ακούσει περισσότερα.

του Νίκου Γ. Λεμονή

Εκτιμώ τα σκυλάδικα, εννοώ τους χώρους, τα μικρά μαγαζιά με μπουζούκια και σκυλάδικο ρεπερτόριο. Εκεί που τραγουδούσαν δεύτερα και τρίτα ονόματα, ενίοτε και ορισμένα πρώην πρώτα που αφού διέγραψαν μια σύντομη πορεία στις μεγάλες πίστες κατέληξαν σε μικρούς «ιερούς ναούς», «ξωκκλήσια» του λαϊκού πενταγράμμου, με χαρακτηριστικούς τίτλους γεμάτους υπονοούμενα και ακόμη χαρακτηριστικότερη τοπογραφία.

«Τ’αραπάκια» στην Θηβών στο Αιγάλεω, «Το Απρόοπτο» στο Χαϊδάρι, η «Νέα Φαντασία» στις Τρεις Γέφυρες τέρμα Λιοσίων,» «Το Νταραβέρι» στη Κορδιγκτώνος και η «Ανέτα» στην Αχαρνών, «Ο Σαλονικιός» στο Κερατσίνι. Αλλά και εκτός Αθηνών επίσης, στη Νέα Κίο στο Ναύπλιο, στη Σκάλα Λακωνίας, στο Βαρθολομιό Ηλείας ή στον Αλμυρό έξω απ’το Βόλο, στο Αγρίνιο, στην Καλαμάτα, στην Κοζάνη και πάει λέγοντας.

Στα σκυλάδικα πήγαινα συχνά. Κάποιες εποχές και πολύ συχνά, δύο και τρεις και τέσσερις φορές τη βδομάδα. Ειδικά την περίοδο που ως τέτοιο λειτουργούσε το Κύτταρο, περίπου στα 150 μέτρα από το σπίτι μου (ναι, όσοι δεν το γνωρίζατε μην σοκάρεστε, το Κύτταρο, η Μέκκα της ελληνικής ροκ σκηνής διατέλεσε επί αρκετά έτη σκυλάδικο).
Πήγαινα όμως συνήθως τις βαθιές νύχτες, μετά τις 2, τις 3 ή τις 4 τα ξημερώματα, πάντα after και πάντα ασχέτως του μέρους που βρισκόμουν πριν. Έχω πάει σε σκυλάδικο μετά από μπύρες και τσίπουρα στο καφενείο, μετά από άραγμα με φίλους στο σπίτι μου, μετά από συναυλία του Σωκράτη Μάλαμα, μετά από μπαρ στα Εξάρχεια, ουζερί στου Ψυρρή, πάρτι γενεθλίων, ματς του Champions League, επιστροφή από ταξίδι στο εξωτερικό, μεταμεσονύχτια παράσταση, φεστιβάλ κάποιου γκρουπούσκουλου της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, μετά από την Αντιγόνη του Σοφοκλή στην Επίδαυρο και διάφορες άλλες λιγότερο ή περισσότερο άσχετες συγκυρίες.

Σε αντίθεση με τις μεγάλες πίστες τις οποίες δεν μπορούσα και δεν μπορώ να υποφέρω πάνω από 30 δευτερόλεπτα, τα σκυλάδικα είναι γοητευτικά. Μπορείς να μεθύσεις ειλικρινά και κατά τη γνώμη μου αυτό συμβαίνει γιατί όσοι τραγουδούν εκεί δεν έχουν πολύ μεγάλες και πολλές προσωπικές επιτυχίες, άρα εκ της ανάγκης το πρόγραμμά τους περιλαμβάνει ένα πολύ ευρύτερο φάσμα λαϊκών τραγουδιών. Δεν νομίζω να υπάρχει σκυλάδικο ας πούμε που να μην έχει στο ρεπερτόριό του έστω ένα λαϊκό του Θεοδωράκη ή του Χατζιδάκι.

Στα σκυλάδικα συναντάς δύο κατηγορίες ανθρώπων, τους ειλικρινείς και τους ψεύτες.

Οι ειλικρινείς είναι εκείνοι που σε αυτούς τους χώρους πάνε απλά γιατί τους αρέσει, διασκεδάζουν και συγκινούνται. Συνήθως είναι λαϊκά παιδιά και λαϊκές γκόμενες, ατυχήσασες κυρίες άνω των 40, συνοικιακά ζευγάρια μέσης ηλικίας και ευκατάστατοι, συνήθως μάλιστα προσωρινά ευκατάστατοι, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, τόσο μεσαίοι που πιθανότατα χρηματοδοτούν την ποδοσφαιρική ομάδα της γειτονιάς τους και τόσο μικροί που η ποδοσφαιρική ομάδα της γειτονιάς τους δεν θα καταφέρει ποτέ να γίνει τίποτα περισσότερο από αυτό.

Στα σκυλάδικα πάνε και οι ψεύτες. Τους αναγνωρίζεις γιατί πρόκειται συνήθως για μικτές παρέες, ανδρών και γυναικών. Τύποι υπεράνω και εμβριθείς, ελαφρώς κουλτουριάρηδες θα λέγαμε παλαιότερα, που βρέθηκαν εδώ για να απολαύσουν και κυρίως να σχολιάσουν το θέαμα. Και θεαμα γι αυτούς δεν είναι βέβαια μόνο οι τραγουδιστές και η ορχήστρα, αλλά η ατμόσφαιρα, οι θαμώνες, ο μετρ κι οι σερβιτόροι, η λουλουδού, ο μπάρμαν, οι πάντες και τα πάντα εκεί μέσα.

Το σκυλάδικο παίρνει την εκδίκησή του κατά τις 7 το πρωί όταν όλοι αυτοί της κατηγορίας των ψευτών, τραγουδούν βουρκωμένοι «θ’ανάβω με τσιγάρα θα σβήνω με ποτά…» και χορεύουν μεθυσμένα ζεϊμπέκικα. Δεν τους αδικώ στην συνομωταξία τους ανήκω κι εγώ.

Στα σκυλάδικα έχω δει πολλά και για τα σκυλάδικα έχω ακούσει περισσότερα. Είδα ας πούμε έναν από τους μεγαλύτερους νεοέλληνες θεατρικούς συγγραφείς να μη βρίσκει από τη σούρα του τρεις και τέσσερις φορές την πόρτα της εξόδου. Είδα κοπέλα κονσοματρίς τσιγγάνα από την Αλβανία, περίπου τρεις φορές πιο όμορφη από τη Monica Bellucci.

Είδα και κυρίως άκουσα την ιερατική φωνή της κυρίας Καίτης Ντάλι. Στα Αραπάκια, εκεί που γνώρισα και τον Γιάννη Βλάσση, έναν τραγουδιστή που έκανε χιλιάδες χιλιόμετρα σε τέτοιου είδους μαγαζιά και μόλις πριν λίγο έμαθα πως μας άφησε χρόνους μερικές μέρες πριν, αποτραβηγμένος εδώ και καιρό στην Καστοριά και ανασφάλιστος, όπως άλλωστε αρμόζει σε κάποιον που επιβίωσε στον ορισμό της ανασφάλειας, τη νύχτα.

Τον Γιάννη μου τον είχε γνωρίσει ο φίλος μου ο Πέτρος, ο άνθρωπος με το πιο διεισδυτικό και ταυτοχρόνως πηγαίο χιούμορ, που συνάντησα στη ζωή μου και που στα μπουζούκια γράφουν το όνομά του σε μαρμάρινη πλάκα με τους μεγάλους ευεργέτες. Ο Πετράν που επίσης πριν μερικά χρόνια μας άφησε κι εκείνος. Πολύ-πολύ νωρίς. Γαμημένα νωρίς…

Η προτεσταντική αντίληψη για την εργασία και ο Βέγγος

του Βασίλη Καραποστόλη* από το slpress.gr 

Να παράγετε περισσότερα! Να παράγετε ταχύτερα! Η εντολή από τον Βορρά φέρει μέσα της όλη τη βεβαιότητα του εντολέως σχετικά με το τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί προς τους οποίους απευθύνεται. Δείχνουν, πράγματι, ράθυμοι και φυγόπονοι οι Νότιοι στα μάτια εκείνων που βιάζονται πολύ να έχουν οφέλη από την εργασία τους. Αλλά τα οφέλη που θέλουν να αποκομίσουν οι Βόρειοι δεν είναι ακριβώς τα ίδια μ’ εκείνα που θέλουν οι Νότιοι. Και εκεί είναι το πρόβλημα.

Για τον Γερμανό και τον Ολλανδό το βασικό προσωπικό του επίτευγμα είναι το προϊόν της εργασίας του. Για τον άνθρωπο της Μεσογείου είναι η πράξη του. Θέλει περισσότερο να πράττει, παρά να παράγει. Θέλει να έχει την ικανοποίηση ότι είναι αυτός που ρυθμίζει τη σχέση του με την αδρανή ύλη, αντί να ικανοποιείται με το να υπακούει στην ύλη ώστε να μπορεί να τη δαμάσει στη συνέχεια.

Βαθιές διαφορές στο πνεύμα, στις στάσεις των λαών. Είναι βαθιές οι διαφορές, αλλά σήμερα που όλα θεωρείται ότι πρέπει επειγόντως να μπουν σε εύχρηστες φόρμουλες, οι διακρίσεις στα ήθη ξεχνιούνται, παραμερίζονται, εγκαταλείπονται για να ασχοληθούν μ’ αυτές οι ιστορικοί και οι φιλόσοφοι – όχι όμως και οι αγέρωχοι μηχανοδηγοί της Ευρώπης.

Μέσα στην πρεμούρα της αναδιοργάνωσης οι ιθύνοντες λησμονούν να αναρωτηθούν για τα μέσα τα οποία διαθέτουν. Ή μάλλον θεωρούν ότι όλα τα μέσα τους είναι μηχανικά. Να πατήσουν ένα κουμπί και αμέσως να γυρίσει ο τροχός. Να σηκώσουν τον μοχλό και να αρχίσει η πολυπόθητη ανάκαμψη. Ποιος, όμως, είναι αυτός που θα θελήσει να σηκώσει τον μοχλό;

Η μηχανή και ο Νότιος

Οι μηχανές περιμένουν, λαδώνονται, γυαλίζονται. Εκείνο το χέρι, όμως, που θα τις έβαζε μπροστά, κι εκείνο το μυαλό που θα παρακολουθούσε τη λειτουργία τους δείχνουν μουδιασμένα. Οι άνθρωποι του Νότου στέκουν λυπημένοι και δύσπιστοι πλέον μπροστά σ’ αυτά τα κατασκευάσματα, τα οποία χρησιμοποίησαν για μερικές δεκαετίες, με μια προθυμία γεννημένη από τις προηγούμενες στερήσεις τους.

Ζήτησαν να εργαστούν σύμφωνα με τη λογική της βιομηχανικής παραγωγής, προκειμένου να εξασφαλίσουν αυτά που τους έλειπαν. Κοπίασαν, ίδρωσαν, μπήκαν σε μια ορισμένη ρουτίνα. Η αμοιβή τους ήταν: καλύτερη τροφή, καλύτερη κατοικία, καλύτερα ρούχα. Έως εκεί όμως. Δεν θα’ θελαν να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο και να ανταλλάσσουν την αφθονία των υλικών αγαθών με την όλο και μεγαλύτερη συμπίεση της ανεξαρτησίας τους.

Το να είναι δούλος ενός ωραρίου που συνεχώς επεκτείνεται, το να κυριαρχεί ο χρόνος της εργασίας πάνω σ’ ένα χρόνο που θα τον ήθελε «δικό του», αυτό ήταν μια εξέλιξη που ο Νότιος δεν την περίμενε, και τελικά με τον τρόπο του την αρνήθηκε. Φυσικά, η άρνησή του δεν ήταν απολύτως συνειδητή. Πώς θα μπορούσε από τη μια να επιθυμεί να απολαμβάνει, και από την άλλη να μη δέχεται να δουλέψει σκληρά για τις απολαύσεις του;

Η λύση την οποία εφηύρε αποτελούσε μια προσπάθεια συμβιβασμού. Ήταν σαν να έλεγε μέσα του: «Να απολαμβάνω, αλλά να μη γίνω υπηρέτης της απόλαυσής μου. Να δουλεύω, αλλά να μην ξεπατώνομαι στη δουλειά».

Η «πανουργία της τεμπελιάς»

Για τον άτεγκτο θιασώτη της παραγωγικότητας, η στάση αυτή συνδυάζει την πονηριά, την υπεκφυγή και την φιληδονία. Πάνω απ’ όλα φανερώνει την πανουργία της τεμπελιάς. Δεν είναι όμως έτσι. Δεν είναι οκνηρία το να μη θέλει κάποιος να ενεργεί με έναν ρυθμό ο οποίος του επιβάλλεται.

Είναι, πράγματι, ζήτημα ρυθμού η απόδοση της εργασίας, αλλά ποιος από τους υπουργούς οικονομικών, τους τραπεζίτες και τους συμβούλους για την περιλάλητη ανάπτυξη σκοτίζεται γι’ αυτό; Λίγο περισσότερο, όμως, να σκεφτεί κανείς θα μπορέσει να δει τι σαλεύει κάτω από τους αριθμούς, τους δείκτες, τα μεγέθη. Θα δει ότι για κάτι άλλο πασχίζουν κυρίως οι άνθρωποι, για κάτι που δεν είναι προς αγορά ή προς πώληση, που δεν συσκευάζεται, που δεν τυποποιείται.

Φέρτε στο νου σας τις ταινίες του Ζακ Τατί. Ο ήρωας σκοντάφτει κάθε τόσο πάνω σε μια αλυσίδα συμβάντων και πραγμάτων που γυρίζει ασταμάτητα, κι εκείνος δεν καταφέρνει να βρει τον λόγο που γίνεται αυτό. Γυρίζουν τα γρανάζια του κόσμου συνεχώς, χωρίς διακοπή. Αυτό που πιο πολύ εντυπωσιάζει τον ήρωα είναι ότι οι άλλοι γύρω του βρίσκουν μια παράξενη ευχαρίστηση στο να γίνονται και οι ίδιοι γρανάζια, λες κι αυτό τους γλυτώνει από το να πρέπει να επιλέγουν και να αποφασίζουν.

Ο κύριος Υλό γίνεται, έτσι, μάρτυρας της ηθελημένης μηχανοποίησης της ζωής, πράμα ριζικά αφύσικο. Διότι μηχανή ίσον επανάληψη, ενώ ζωή ίσον εναλλαγή, εξέλιξη. Μελαγχολεί ο ήρωας απ’ αυτή την ελάττωση της ορμητικής πλαστικότητας, της ζωικής φοράς, όπως θα’ λεγε ο Μπερξόν, απ’ αυτή την αναπηρία μες τη μονότονη δράση, την οποία ο δυτικός άνθρωπος διαλέγει ώστε να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Σε άλλα κεφάλια, όμως, μια τέτοια ησυχία δεν έχει κανένα νόημα.

Οι ήρωες της ελληνικής κωμωδίας

Πάρτε, για παράδειγμα, την παλιά ελληνική κωμωδία. Εκεί ο ήρωας δεν στέκεται όπως ο κύριος Υλό απορημένος και θλιμμένος με όσα συμβαίνουν. Δεν είναι παρατηρητής ο ντόπιος πρωταγωνιστής. Βρίσκεται ολόκληρος μέσα στην αναστάτωση που επικρατεί. Ο ρυθμός των κινήσεων του Χατζηχρήστου ή του Βέγγου είναι ο ρυθμός του ανθρώπου που μπαινοβγαίνει στον ρου των πραγμάτων.

Τον βλέπουμε να ανασκουμπώνεται, να πατάει γκάζι στις ενέργειές του, να στριφογυρίζει σαν σβούρα και ξαφνικά η σβούρα να σταματάει. Είναι επειδή το θέλησε αυτός. Δεν ήρθε ένας απόλυτος εξαναγκασμός απ’ έξω για να τον προστάξει. Το παν λοιπόν είναι να διαφοροποιεί κανείς το τέμπο, με το οποίο πορεύεται στη ζωή.

Όταν το απαιτεί η ανάγκη να ρίχνεται στη δράση, αλλά όταν παύει η ανάγκη να μην έχει γίνει θύμα της κεκτημένης του ταχύτητας. Η παλιά ελληνική συνταγή ήταν: δουλειά κι ανάπαυλα, πορεία και στάση, στάση απαραίτητη για να θυμηθούμε τον λόγο, για τον οποίο ξεκινήσαμε την πορεία. Και ακόμη τον σκοπό για τον οποίο αγκομαχάμε.

Οι καιροί άλλαξαν βέβαια, το βλέπουμε σήμερα. Αλλά ότι πρέπει να ξέρει ένας λαός τον σκοπό για τον οποίο μοχθεί, αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Και ίσως κάποτε στις πλατείες υψωθεί το πανό με το νέο αίτημα: «ούτε παράσιτα θέλουμε να είμαστε, ούτε είλωτες».

*καθηγητής Πολιτισµού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήµιο Αθηνών

Η τριλογία του Κούκλου, της Κούκλας και της Ζητιάνας… Ζαγοραίος, Περπινιάδης, Αισχύλος και ελληνική διαχρονία…!

Η Ορέστεια είναι τριλογία γραμμένη από τον τραγικό ποιητή Αισχύλο και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 458 π.Χ. στη γιορτή των Διονυσίων. Αποτελείται από τις τραγωδίες «Αγαμέμνων», «Χοηφόροι» και «Ευμενίδες».

Είναι η μόνη αρχαία σωζόμενη τριλογία. Κι αν η υψηλή τέχνη της αρχαιοελληνικής «θεατροκρατίας», μας δώρισε τέτοια αριστουργήματα, η ταπεινή λαική τέχνη μιας Ελλάδα μαραζωμένης στις σκληρές δεκαετίες του ΄50 και ΄60, μας χάρισε μια άλλη ανέλπιστη και μοναδική τριλογία. Έρημο δείγμα της ψυχής του λαικού κοινωνικού τραγουδιού μας, συχνά και της λούμπεν εκδοχής του. Μέρος ίσως και παράξενη παραλλαγή μιας πανάρχαιας ελληνικής διαχρονίας, επιμέρους στιγμών και απρόβλεπτων συνθέσεων.

Ο Σπύρος Ζαγοραίος και ο Βαγγέλης Περπινιάδης, σίγουρα δεν είναι τραγικοί ποιητές. Μίλησαν όμως με αυθεντικό πάθος για τραγικές στιγμές του προσωπικού και κοινωνικού βίου μιας Ελλάδας που οι γειτονιές της ήταν το σκηνικό μικρών συναισθηματικών δραμάτων. Μιας Ελλάδας ατόφιας μέσα στις αντιθέσεις της.

Άφωνη είχε μείνει η νυν γυναίκα μου και τότε συντροφός μου, όταν βρέθηκε με την «ετερόκλιτη» παρέα μας, να αναμένουμε τον Σπύρο Ζαγοραίο να εμφανιστεί στο κέντρο «Εντελαμαγκέν» στο Αιγάλεω, στα τέλη του ΄90. Μαζί με τον Αντώνη Λυμπερόπουλο, τον Κώστα Φωκά, και το Νίκο Λεμονή, μύστες μιας παράξενης ιεροτελεστίας που μας συνέδεε αισθητικά, παρόλες τις ποικίλες μουσικές μας αναφορές. Μα ακόμα πιο άφωνη, έμεινε όταν μας αντίκρυσε μαρμαρωμένους, τη στιγμή που ο Σπύρος Ζαγοραίος, ξεπρόβαλλε από την κουρτίνα.

«Καλά, ρε σεις; τι πάθατε; έπρεπε να βλέπατε πως ήσασταν! Σα να βλέπατε κάνα θεϊκό όραμα». Μόνο όραμα; αποκάλυψη και …συγκίνηση. Ακούσαμε και το ανεπανάληπτο τραγούδι-πρόζα : «Ο κούκλος και η κούκλα, σε μουσική και στίχους Βαγγέλη Περπινιάδη!

Κλασικό κοινωνικό μοτίβο το τραγούδι της εποχής. Ο έρωτας δυο νέων και η προδοσία της κοπέλας που αφήνει τον κούκλο, για τον πλούσιο. Το αγνό πάθος, για το χρήμα. Την τιμιότητα για την εύκολη ζωή. Μια ιστορία στη βιτρίνα και στη ζωή. Κι αν μια ανάλογη ερωτική ιστορία είχε και η ταινία «Συνοικία το όνειρο» του διανοούμενου Αλέκου Αλεξανδράκη, εδώ ο Περπινιάδης και ο Ζαγοραίος εκφράζουν την εκδοχή μιας γκροτέσκας ορχήστρας μουσικών οργάνων και αισθημάτων, καρπών αγάπης και απόγνωσης μέχρι το μεδούλι. Μιας μουσικής υπερβολής, όπως και τα πρόσωπα των γειτονιών της μεγαλούπολης. Πάθη και πόνος. Απελπισία και αιώνιοι όρκοι. Εντιμότητα και δάκρυ. Φτώχια, ελπίδα και χαμόγελο. Αλλά και η ταξική-κοινωνική αντίθεση συνυπάρχει ή μεταμφιέζεται σε μια στιγμή μεγάλου έρωτα, καψούρας, καλύτερα!

Σχεδόν 20 χρόνια μετά…

Ο φίλος Αντώνης Λυμπερόπουλος, ανακαλύπτει την τριλογία του «Κούκλου και της Κούκλας», μια φυσική συνέχεια στο κοινωνικό ταξείδι, μιας Ελλάδας που είχε ανάγκη να βαλαντώνει τον πόνο και το δάκρυ της. Να τραγουδά τα καζάντια και τα χαστούκια που έδιναν οι «δυνατοί» στη χώρα, μα και στα «κουκλάκια». Δημιουργός και πάλι ο Βαγγέλης Περπινιάδης…

«Τιμωρήθηκε η κούκλα που σε πλήγωσε βαριά». Η Νέμεσις είναι απόλυτη και σκληρή στο πεζοδρόμιο και τις σκοτεινές συνοικίες, τα βροχερά, κρύα βράδια! Το μονοπάτι του πάθους χρειάζεται και την εκδίκηση, την ταπείνωση, αλλά την ίδια στιγμή τη συμπόνια και τη θλίψη. Η κούκλα της βιτρίνας είναι πια σε μια «βρώμικη πλατεία που πουλούσανε παλιά» και το κορίτσι του αφηγητή, κατάντησε ζητιάνα. Ρετάλια της ζωής και πίκρα για κάτι που προδόθηκε, πληγώθηκε και άξιζε μια καλύτερη μοίρα!

Και η ζωή, έχει ζωή. Το κοριτσάκι ζητά απ΄τον πατέρα, ένα παραμύθι. Ο πατέρας ξεδιπλώνει την ιστορία, την ιστορία του, την ιστορία τους. Μια κούκλα είναι το δώρο που της είχε τάξει. Κι έψαξε στις ίδιες βιτρίνες της πολιτείας που τα βήματά του χάνονταν μέρες και νύχτες. Και δεν αντέχει και πάλι να χωρίσει τα δυο κουκλάκια της αέναης βιτρίνας του δικού του πόνου, ίσως και μνήμης. Μα την ιστορία, το κοριτσάκι την είχε ακούσει την ιστορία από μια ζητιάνα, που επίμονα τη ρωτούσε γιατί είναι ορφανή …«και ζω με τον πατέρα! γιατί μας εγκατέλειψε η μάνα μου μια μέρα». Αλλά, «όταν παιδί μου ξαναδείς την άγνωστη ζητιάνα πες της ότι την συγχωρώ και φώναξέ την μάνα».

Κι αν κατά καιρούς λοιδορήθηκε το είδος του τραγουδιού αυτού, από λιμοκοντόρους πάσης φύσεως, είναι επειδή, ίσως, δεν άντεχαν να αντικρίσουν συναισθήματα ακραία, καταιγιστικά και μια Ελλάδα που ποθούσε απόλυτη ελευθερία και απόλυτη αγάπη γι’αυτό ήταν υπέροχα υπερβολική και αγέρωχη. Πότε μισοαστική, πότε λαϊκή και πότε λούμπεν.

Ίσως ήταν επίσης, ότι το εισαγόμενο μοντέρνο προσπαθούσε, μαζί με την αντιπαροχή και την καταστροφή του λαϊκού πολιτισμού, να ξορκίσει και τους «ανελέητους έρωτες» που ως βάλσαμο γλύκαιναν την πικρή κοινωνική ιστορία τους τόπου μας. Για κλάματα, θα είμαστε τώρα, μας έλεγαν;. Κι εμείς τους πιστέψαμε και για να κερδίσουμε την «πρόοδο», χάσαμε την ψυχή μας!

Κι ένα κομμάτι της, προστατεύουν ο Ζαγοραίος και Περπινιάδης!

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Από το λαϊκό ήθος, στον μηδενιστικό αμοραλισμό

«… μπας και βρουν κάλυψη στους ετερόκλητους όχλους των συλλαλητηρίων;» – ο φερόμενος ως πρωθυπουργός μιας χώρας!!!

Μέσα στην πρωθυπουργική μπουρδολογία και το κενό της, ο «εκλεκτός» των διεθνών αφεντικών, «ετερόκλητο όχλο» χαρακτήρισε το λαό που διαδήλωσε στο Σύνταγμα με τραγική κραυγή για το συνολικό κατάντημά του: «Μη παρακαλώ σας μη, λησμονάτε τη χώρα μου!».

Κι αυτός ο υποτιμητικός, ανέντιμος και ανήθικος χαρακτηρισμός δεν δημιούργησε καμία αντίδραση, από τους ταγούς της «επανάστασης»! ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Λ.Α.Ε, αποκόμματα των Εξαρχείων, γκρουπούσκουλα του κ@λου, μπεκρήδες ποικιλώνυμων δικτύων και δικαιωμάτων, κυρίες αριστερής φιλανθρωπίας-«αλληλεγγύης» και άλλα ψευδοκουλτουριάρικα ναρκισσιστικά ραπανάκια, μουγκάθηκαν. Επειδή στην ουσία το ίδιο πιστεύουν για το λαό. Αυτοί είναι η πρωτοπορία και ο διαφωτισμός και ο λαός η πλέμπα. Άξεστος και απολίτιστος, χρειάζεται κάποιον να τον εκπολιτίσει. Βαθιά ολιγαρχικοί και ελιτιστές το ίδιο με τη δεξιά! Οι παλιότεροι λαϊκοί κομμουνιστές, απλοί άνθρωποι που έδωσαν τη ζωή τους για το λαό και τη χώρα, αδιάβαστοι από τσιτάτα, όμως μύστες μιας λαϊκής κοσμικής θρησκείας για το δίκιο, αν ζούσαν θα έφτυναν πάνω τους.

Παλιότερα, στη λογοτεχνία, στις κινηματογραφικές ταινίες, στη γειτονιά, κυρίαρχη πεποίθηση των αριστερών, -σμιλεμένη και από τις διώξεις και τους αποκλεισμούς – ήταν ο αγώνας ενάντια στην απολυταρχική εξουσία που υποτιμά και διαφεντεύει τον λαό. Καθόλου περίεργο, αν σκεφτούμε ότι η πεποίθηση αυτή, διαπερνούσε το λαϊκό σώμα, ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση. Η «προδοσία των διανοουμένων και των ηγεσιών», ήταν νωπή στην ιστορία μας.  Η απόσταση των «πνευματικών ελίτ» από τους ανθρώπους του μόχθου και της προκοπής, ήταν βασική παράμετρος του βίου μας. Ο ανώνυμος κομμουνιστής, ένιωθε κομμάτι αυτού του λαού και του τόπου και η εθνικοαπελευθερωτική διάσταση του ελληνισμού, ζυμωνόταν στις πολιτικές προσπάθειες του για οικονομική και κοινωνική ελευθερία. Έπιανε των παλμό του δίκιου όλων, περισσότερο ως βίωμα, παρά ως ιδεολογία. ( τη κληρονομιά αυτή είδαμε να αναβιώνει ο Μίκης στο συλλαλητήριο, αφουγκράζοντας  τον παλμό του ευρύτερου λαϊκού σώματος). Ελεύθερος σε μια ανεξάρτητη και ελεύθερη πατρίδα. Στο πλαίσιο, αυτό είχε κερδίσει ακόμα και την επιθετική…αποδοχή των δεξιών.  Ο κομμουνιστής γείτονας, ήταν αυτός που πάλευε για τις ιδέες του και τον τόπο, ακόμα κι αν διαφωνούσαν μαζί του.

Τι έγινε στην πορεία, ώστε η Έλλη Παππά, στο αυτοβιογραφικό βιβλίο, «Μαρτυρίες μιας διαδρομής», να μιλά για την «καταπάτηση αρχών και αξιών» στο όνομα της επαναστατικής …ευελιξίας και του αμείλικτου τακτικισμού;

Η Παππά ομιλεί για τον τρόπο επιβίωσης των επαγγελματιών κομμουνιστών, αναγκαστικά συνωμοτικού χαρακτήρα που οδηγούσε συχνά στην εκμετάλλευση, με κάθε τρόπο και αιτιολόγηση,  καταστάσεων και αντιφάσεων της πραγματικότητας. Ώστε, ανεπαίσθητα, εμπότισε με «επαναστατικό αμοραλισμό» τα μέσα επίτευξης του σκοπού. Ο αριστερός βασικός σκοπός, αγιάζει τα μέσα.

Άλλωστε, η «ηθική» την οποία καταπατούσαν ήταν η ηθική της αστικής τάξης, οπότε η καταπάτηση οποιουδήποτε συναισθηματικού ή αξιακού ορίου, δεν αποτελούσε πρόβλημα. Σε αντίθεση, το λαϊκοαγροτικό σώμα της αριστεράς, παρέμενε «προσκολλημένο» (μέχρι και το 1980), στις παραδοσιακές αξίες της ανθρωπιάς, επειδή κάποια πράγματα είναι ανθρώπινα και κάποια άλλα απλά «δεν μπορώ να τα κάνω», επειδή έτσι με οδηγεί το φιλότιμο και το ήθος μου.

Παράλληλα, η άμπωτις του εθνικοαπελευθερωτικού προτάγματος, συνολικά από τον ελληνισμό, επηρέασε και την αριστερά.  Άλλωστε ήταν πιο έτοιμη, να δεχτεί κοινωνικά, την πρόοδο και τον «εκσυγχρονισμό» ως αφηρημένο «διεθνισμό». Η τοποθέτηση των σπουδαγμένων πια «παιδιών» της, στη θέση του «μορφωμένου» συμμάχου των «εκσυγχρονιστικών ελίτ», αποτελούσε όχι μόνο ανάδειξη, επιτέλους, της «πρωτοπορίας του λαού» στην πολιτική διεκδίκηση ενάντια στο..κατεστημένο, αλλά είχε και πάμπολλα  υλικά οφέλη. Ταυτόχρονα, η μεσοστρωματική μετάλλαξη της κοινωνικής αριστεράς, οδήγησε τους αριστερούς να ακολουθήσουν στη μικροκλίμακα της ζωής τους, το παράδειγμα της πρωτοπορίας τους. Στην αριστερά, η ταύτιση του σώματος με την ηγεσία του, επιτέλους επετεύχθη με τον πιο ελεεινό τρόπο.

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στον ελιτίστικο απομονωτισμό από τα λαϊκά στρώματα. Στην ναρκισσιστική υποστροφή της πρωτοπορίας σε μια ταυτότητα απόλυτης αλήθειας, εξουσίας και ολοκληρωτισμού. Η θέληση να εξαφανιστεί στην κυριολεξία η  πατρίδα και ο λαός, δείχνει το απίστευτο τραύμα της αριστεράς και τις αδυσώπητες ενοχές της έναντι του ίδιου του εαυτού της που εντέλει στην ουσία δεν μπορεί να αντέξει και να ανεχτεί.

Θα ταν αισιόδοξο, οι ενοχές να μετουσιώνονταν σε κρίση συνείδησης, μα αυτό θα προϋπέθετε μια αριστερά που δεν θα είχε αναγάγει ως ολοκληρωτική ιδεολογία, την εξαφάνιση κάθε συνείδησης.

Δημήτρης Ναπ.Γ

Από τον …Κούρκουλο της γειτονιάς, στον «λενινισμό» μιας «ανήθικης» αριστερής πρωτοπορίας…!

 

Η συνοικία, το…συν του οίκου μας. Η πραγματική και πνευματική διεύρυνση του βίου μας.  Τα χρόνια που μεγάλωνα, αποτελούσε ακόμα τον δικό μας, γλυκό τόπο της οδού Ονείρων, έτσι όπως κελάρυζε το τραγούδι του Χατζιδάκι, από μακριά.  Συνδεόταν, παράδοξα αλλά και ομόδοξα με όλες εκείνες τις συνοικίες της μαγικής πολύβουης πόλης, που απλωνόταν, λίγο πιο πέρα!

Σφιχταγκαλιαζόταν, ταυτόχρονα και με τις μυθικές ταινίες του ελληνικού σινεμά, όπου οι ήρωες ήταν παιδιά των συνοικισμών, που πολέμησαν στον αλβανικό μέτωπο και γύρισαν στη φτωχική τους φωλιά, με μπόι, ίσαμε κει πάνω, όχι από το χρήμα, αλλά από την υπερηφάνεια των γύρω τους. Ο ήρωας της γειτονιάς, που προστάτευε την ανθρωπιά, το φιλότιμο και το ήθος των απλών λαϊκών ανθρώπων. Θυμάμαι να είναι το πρώτο παράθυρο σε έναν αέρα κοινωνική δικαιοσύνης, χωρίς να ξέρω ακόμα τον Τζώρτζ Όργουελ, που μιλούσε για την επαναστατική ύλη της common decency, της κοινής ευπρέπειας των απλών ανθρώπων.

Για πολλούς, τα ευγενή αλλά αδυσώπητα συνειδησιακά διλήμματα των ασπρόμαυρων ταινιών της Φίνος Φιλμς, κεντούσαν ένα «βαθύ κοινωνικό ήθος», που θεωρούσα συνειρμικά το ανθρωπολογικό πρότυπο του όποιου αριστερού ανθρώπου. Το καντηλάκι της συμπόνιας και της αξιοπρέπειας για τους φτωχούς και τους αδικημένους. Άλλωστε μάθαινα, σιγά-σιγά για τους δοσίλογους της αντίστασης και τα ρετάλια της ζωής, που το καθεστώς είχε για τσιράκια και μπράβους, μαζί με τη νέα μικροαστική τάξη που η αμερικανοκίνητη λούμπεν αστική τάξη, γιγάντωσε μέσα από τους λαθρόβιους της Κατοχής και του εμφυλίου. Χίτες, νταβατζήδες, μαχαιροβγάλτες…συρφετός…! Πολλοί, δίπλα μας, μια ανάσα από μας!

Και πόσο παράξενο!!!. Ο Νίκος Κούρκουλος, ο Γιώργος Φούντας, ο Καζάκος, ο Σταύρος Τσιώλης, ο Ντίνος Δημόπουλος, ο Γρηγόρης Γρηγορίου, ο επαναστάτης καλός άνθρωπος Θανάσης Βέγγος, μακράν…ο Φώσκολος, ήταν οι πρώτοι… «καθοδηγητές» μου. Θέμα συνείδησης. Η πάλη να μην διαλυθούν αξίες και αρχές, στις μυλόπετρες του κράτους και των ισχυρών, προτού ο Αλμπέρ Καμύ «μου μιλήσει» για τον επαναστατημένο άνθρωπο και τον ολοκληρωτισμό. Η αγωνία του μικρού στη…τσέπη ανθρώπου, αλλά τεράστιου στα ιδανικά. Αυτό ήταν αριστερά για μένα, τότε. Τουλάχιστον, η αφετηρία της. Οι ιδέες και όχι η κοιλιά. Το «όχι άλλο κάρβουνο» και όχι ένας ατομικιστικός βολονταρισμός, περισσότερα λεφτά, «στομάχι» για όλους, προκειμένου να φτάσουμε κάποτε στην …«αταξική κοιλιά» ! Η λαϊκή, κοινωνική ηθική που νικά την πείνα, τότε μπορούσε ακόμα να δίνει ήθος και δικαίωση στον καταπιεσμένο άνθρωπο.

Κι αργότερα, η αλλαγή του κοινωνικού και ακαδημαϊκού επιπέδου των παιδιών των αριστερών, τους οδήγησε κοντά στην εξουσία του «εκσυγχρονισμού» στη δεξιά και στην αριστερή μορφή του. Μαθαίνοντάς τους, τα κόλπα της εξουσίας και τις πιρουέτες που χρειάζεσαι για να συχνάζεις στα «αντιεξουσιαστικά» Εξάρχεια, αλλά το «βαθύ κράτος» του εαυτού σου, να γεύεται τις Βρυξέλλες και το Ντουμπάι!

Έτσι, με τα χρόνια, συνειδητοποιούσα ότι η λαϊκή, βιωμένη δικαιοσύνη του απλού κομμουνιστή, πόρρω απείχε από την τακτικιστική ερμηνεία της «πάλης των τάξεων» όπως την καθιέρωσε ο μαιτρ το είδους Λένιν και στα χρόνια μας εκτόξευσε ο καιροσκοπισμός του ΣΥΡΙΖΑ και της ευρύτερης αριστεράς.

Ήταν η κατάληξη, όσων περιέγραψε, η Έλλη Παππά, στο τελευταίο αυτοβιογραφικό βιβλίο, όταν θα μιλήσει για «καταπάτηση αρχών και αξιών» στο όνομα της επαναστατικής …ευελιξίας. Που σε συνθήκες ανάγκης, για την πολεμική επικράτησης του νέου καθεστώτος, μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αλλάζει κατεύθυνση, συμμάχους και σκοπούς για να πετύχει την τελική επικράτηση της «επανάστασης». Ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα», σε ευαίσθητο, αριστερό περιτύλιγμα, δικαιωμένο από τη νομοτέλεια της «επανάστασης».

Άλλωστε, η «ηθική» που καταπατούσε, συχνά χωρίς διαστασμό και κανόνες, ήταν η «αστική ηθική», επομένως δεν υπήρχε κανένα  ηθικό δίλημμα προκειμένου να «αλλάξουμε  τον κόσμο», όπως πρόσταξε ο Μαρξ. Ακόμα κι αν στην ουσία, οι νεοφιλελεύθεροι αριστεριστές μας, «ντύνονται» πια απόλυτα την αστική ηθική του αεθνικού κεφαλαίου, του μηδενιστικού υπερκαπιταλισμού με τον φερετζέ των «δικαιωμάτων» και της δήθεν χειραφέτησης.

Πριν από αυτό όμως, η αδυσώπητη ζωή και ο ανθρώπινος ψυχισμός, μας σπρώχνει, εντέλει, να εξηγήσουμε τον κόσμο και την ανθρώπινη ύπαρξη, ώστε μαζί μ’αυτό να κατανοήσουμε και την εξουσιαστική νομοτέλεια και «εντολή» του Κάρολου, η οποία λειτούργησε ως εύφλεκτο υλικό για κάθε είδους ακρωτηριασμούς, παραποιήσεις και υπερφίαλους συσχετισμούς δύναμης χωρίς ήθος! Οδηγώντας εντέλει την ανθρωπιστική επανάσταση σε μια μηδενιστική ανάστροφη πορεία ενάντια στις αρχές της.

Τι καλύτερο από το να μας σκιαγραφήσει τον …Κούρκουλο, τον Καζάκο και τον Βέγγο, ο υπέροχος Αλμπέρ Καμύ:

«Τι είναι ένας επαναστατημένος άνθρωπος; Ένας άνθρωπος που λέει όχι. Αρνιέται, αλλά δεν παραιτείται: είναι ακόμα κι αυτός που λέει ναι από την πρώτη του κίνηση. Ένας σκλάβος που σ’ολη του τη ζωή δεχόταν διαταγές ξαφνικά κρίνει μια νέα εντολή απαράδεκτη. Ποιο είναι το περιεχόμενο αυτού του «όχι»

 Σημαίνει, λόγου χάρη, «η υπόθεση τραβάει μακρυά» , «μέχρι εκεί και μη παρέκει», «το παρακάνετε» κι ακόμα «υπάρχει ένα όριο που δε θα ξεπεράσετε».  (…) Αποδείχνει πεισματάρικα ότι υπάρχει κάτι μέσα του που «αξίζει τον κόπο να…» , που ζητάει να το προσέξουν.». 

 «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» – Αλμπέρ Καμύ (Εκδόσεις Μπουκουμάνη- 1971).

Δημήτρης Ναπ. Γ

 

 

Το βαθύ τραύμα μιας ναρκισσιστικής αριστεράς

Ο λαϊκός-πατριωτικός ριζοσπαστισμός που εκφράστηκε στα πρόσφατα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, στιγματίστηκε από την κυνική και αντικοινωνική κριτική του μεγαλύτερου μέρους της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και του «αντιεξουσιαστικού» χώρου. Σε συγχορδία με τους δεξιούς ψάλτες της νεοφιλελεύθερης νομαδικότητας του ανθρώπου, οι χώροι αυτοί εκδήλωσαν ανοικτά τα απωθημένα τους, για ζητήματα ταυτότητας και πρωτογενούς λαϊκής έκφρασης.

Η βρώμικη επίθεση στον Μίκη Θεοδωράκη, εκτός όλων των άλλων υποδηλώνει τη βαθύτατη αλλοτρίωση των χώρων αυτών καθώς και την επιβεβαίωση της υπερηδονιστικής νοοτροπίας ενάντια σε κάθε μέτρο. Είναι η εκδήλωση ενός ναρκισσισμού που λειτουργεί αντικοινωνικά και όχι ως μέρος μιας ισορροπημένης διαδικασίας που οικοδομεί τις ανθρώπινες σχέσεις. Άλλωστε οι χώροι αυτοί επικαλούνται το λαό, αλλά στην ουσία δεν τον θέλουν να μπλέκεται στα πόδια τους. Υποτίθεται ότι αγαπούν όλους τους λαούς του πλανήτη, όλες τις πατρίδες του κόσμου (εκτός από τη δική τους, παραδόξως), μα όπως μας λέει η παράπλευρα ψυχολογική φράση του Ντοστογιέφσκι : «όποιος αγαπάει όλη την ανθρωπότητα, δεν αγαπάει παρά μόνο τον εαυτό του». Και δεν είναι τυχαίο ότι οι χώροι αυτοί ξεχειλίζουν από ναρκισσισμό, έπαρση και προκλητικότητα (εκδήλωση, βεβαίως ενός δραματικού προσωπικού και συλλογικού τραύματος ταυτότητας και σχέσεων).

Κι όσο να θέλω να το αποφύγω, δεν βγαίνει από τη διαίσθησή μου ότι η ανελέητη επίθεση στο Μίκη, εμπεριείχε όλα τα στοιχεία μιας ουσιαστικής και συμβολικής επίθεσης στον «πατέρα» ως φιγούρα σχέσης. Κι αν στη ζωή μας, μέχρις ενός σημείου αυτό είναι φυσιολογικό στάδιο της ενηλικίωσης, εδώ η κυριαρχία της αποδομητικής, μηδενιστικής ιδεολογίας και η υιοθέτηση ενός προτύπου πολιτικών Πήτερ Παν (εξαφανίζοντας κάθε εμπειρία ενηλικίωσης και ορίου, δηλαδή), οδηγεί στην αδυναμία να δεχτείς ότι μπορείς να είσαι κληρονόμος μιας σπουδαίας ιστορίας και κληρονομίας, κάποιων «γονιών», μιας πατρίδας εντέλει, χωρίς να παραιτείσαι από την «επιθυμία» σου, να είσαι διεθνιστής. Να μπορείς δηλαδή, να αγαπάς την πατρίδα σου και τις πατρίδες όλου του κόσμου, όπως είπε ο Μίκης, στη συνέντευξή του.

Το δυσλειτουργικό τραύμα και αδιέξοδο της μεταμοντέρνας αριστεράς σε Ελλάδα και Ευρώπη, οδηγεί σε μια κατάσταση μανιακή, επιθετική απέναντι στον Άλλον και στο ίδιο τον εαυτό. Πρόκειται για μια ψευδή και απατηλή αναζήτηση της ελευθερίας που οδηγεί στην ορφάνια, στην εξαφάνιση και στο μηδέν. Είναι μια «ελευθερία» εύκολη χωρίς ευθύνη, που οδηγεί και στο μίσος ενάντια στον εαυτό. Για να είσαι αλληλέγγυος σε μια άλλη χώρα, πρέπει να μισείς και να εξαφανίσεις τη γη σου, την πατρίδα σου, μας λένε οι εξουσιαστές αριστεροί μας. Για να είναι ένας άνδρας υπέρ των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων, χρειάζεται να ευνουχιστεί αλλιώς είναι …σεξιστής!  Ακραίο το παράδειγμα, αλλά ενδεικτικό για να καταλάβουμε τις διεργασίες που διαπνέουν όλο το ιδεολόγημα του κοσμοπολιτισμού και του μηδενισμού, απότοκο της μετανεωτερικής αναζήτησης της ανθρώπου για ταυτότητα και διέξοδο.

Η επιδίωξη για εκδίκηση απέναντι στους «γονείς» ως υπέρτατη ηδονή, είναι η ένδειξη μιας ορφάνιας και εν προκειμένου μιας αξιακής, ιδεολογικής ορφάνιας και όχι η πεμπτουσία της «επανάστασης» και της ωριμότητας. Είναι μια φαντασίωση ωριμότητας και ελευθερίας και ίσως δεν είναι συμβολικά τυχαίο ότι η αριστερά αυτή έχει υιοθετήσει την θεωρία των εθνών ως «φαντασιακών» κοινοτήτων. Ο Νίτσε είχε μιλήσει για την τραγική υπόθεση της «πίστης στη γη», ως ευθύνη του ανθρώπου να την κατοικήσει με υποκείμενα υπεύθυνα και ώριμα να την κατοικούν, δίνοντάς της νόημα χωρίς είδωλα και ψευδαισθήσεις.

Αντίθετα, ο δρόμος της αποδομητικής αριστεράς οδηγεί στην εξαφάνιση της ίδιας της γης και του εδάφους και τρέφεται από τον λόγο του υπερκαπιταλιστή, που εναντιώνεται σε κάθε ρίζα και ευθύνη αλλαγής.

Δημήτρης Ν. Γ.

 

Οι «μάζες» στην Ιστορία και τη δημοκρατία των κοινών: Αριστοτέλης και Κώστας Παπαιωάννου…

«Το να παραχωρήσουμε την κυριαρχία στη μάζα μάλλον παρά στους κρείττοντας, που είναι λίγοι, θα μπορούσε να φανεί ότι συνεπάγεται κάποιες δυσκολίες, αλλά θα μπορούσαν στην πραγματικότητα να ξεπεραστούν»

«…Πράγματι, η μάζα, αν και αποτελείται από άτομα που άν παρθούν μεμονωμένα δεν έχουν μεγάλη αξία, μπορούν, άμα μαζευτούν, ν’αναδειχθούν ανώτερα από κείνα που έχουν αξία – κι αυτό, όχι κατά τρόπο ατομικό, αλλά σαν ολότητα»

«...Γιατί, καθώς είναι πολλοί, καθένας έχει το μερίδιό του της αρετής και σοφίας και το σύνολό τους κανει τη μάζα σαν ένα ον μοναδικό, με πολλά πόδια, πολλά χέρια, πολλές αισθήσεις και επίσης πλούσιο σε μορφές χαρακτήρα και ευφυίας»

«Το κολλεκτιβιστικό αισθητήριο είναι ανώτερο από κείνο των ανθρώπων που ασκούν υψηλά αξιώματα, είτε ατομικά, είτε, σαν σύνολο μεν, αλλά περιορισμένου αριθμού».

Αριστοτέλης (Πολιτική)

Αιώνες αργότερα ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος Κώστας Παπαϊωάννου, θα αναφερθεί στις μοναδικές εκείνες στιγμές υψηλής αισθητικής και πολιτικής έκφρασης, όπου οι «μάζες» ως ποιοτικά συλλογικά πλήθη και όχι ως αριθμοί, θα εισβάλλουν στην Ιστορία, εκμηδενίζοντας την απόσταση κυβερνώντων και κυβερνώμενων. Με όρους μιας μακρόσυρτης κυκλικής διάρκειας των συστημάτων και των πολιτισμών, θα λέγαμε ότι συμβαίνει τις στιγμές που η δημοκρατική μάζα πλημμυρίζει το πολιτικό και κοινωνικό τοπίο εμπλουτίζοντας τον βίο και οι άνθρωποι αποκτούν αυξημένο ρόλο και συμμετοχή στη διαμόρφωση της μοίρας τους. Συμβαίνει όταν οι μάζες είναι ενεργές, παρούσες και υπεύθυνες για την εμβάθυνση της δημοκρατίας και της επανάστασης, σε αντιπαράθεση με την «μαζική δημοκρατία» και τη μαζική κοινωνία της κατανάλωσης και της υποταγής.

Σημείο ουσίας, στο έργο του Παπαϊωάννου, αποτελεί η «θεατροκρατία» (αρχικά στην αρχαία Αθήνα), στην οποία έβρισκε τον αισθητικό και συμβολικό προπομπό της δημοκρατίας, όπου ο διονυσιακά εκστασιασμένος Δήμος, έλεγχε μέσω της Δίκης και του Νόμου, την εξουσία.  Κάτι που θεωρούσε ότι έλαβε χώρα και στην ελισαβετιανή Αγγλία, όπου ο δαιμονικός κόσμος του Σαίξπηρ, συμβόλιζε μια αντίστοιχη πανδαισία αξιών που ως πολιτική κλίμακα όριζε την ιστορική εξέλιξη.

Ας αφήσουμε το Θόδωρο Ζιάκα, να μας  περιγράψει τη μοναδική τυπολογία του Παπαϊωάννου για τη Δημοκρατία-Θεατροκρατία:

«Πρω­ταρ­χι­κό ε­ρώ­τη­μα: Υ­πήρ­ξε πο­τέ «πε­τυ­χη­μέ­νη ε­πα­νά­στα­ση»; Ε­πα­νά­στα­ση χω­ρίς θερ­μι­δο­ρια­νή υ­πο­στρο­φή; Ε­πα­νά­στα­ση που να μην έ­φα­γε τα παι­διά της; Ή πά­ντο­τε η κί­νη­ση των μα­ζών, κα­τα­λύ­ο­ντας έ­να κα­θε­στώς, που κρα­τά τη μά­ζα στο πε­ρι­θώ­ριο, φέρ­νει στη θέ­ση του έ­να άλλο καθεστώς, που κι αυ­τό ε­πί­σης βα­σί­ζε­ται στην πε­ρι­θω­ριο­ποί­η­ση και πα­θη­τι­κο­ποί­η­ση της μά­ζας;

Η α­πά­ντη­ση του Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου εί­ναι ναι. Εί­ναι ο ε­πα­να­στα­τι­κός πυ­ρε­τός που α­νέ­βα­σε τον Πει­σί­στρα­το στην ε­ξου­σί­α και ο­δή­γη­σε στην α­θη­να­ϊ­κή δη­μο­κρα­τί­α. Στο κα­θε­στώς της αρ­χαί­ας Α­θή­νας η μά­ζα πα­ρέ­μει­νε ε­νερ­γή, ε­λέγ­χο­ντας ά­με­σα το κρά­τος που δη­μιούρ­γη­σε η κί­νη­σή της. Ο έ­λεγ­χος ε­ξα­σφα­λι­ζό­ταν μέ­σω αυ­τού που ο Πλά­των α­πο­κα­λεί «θε­α­τρο­κρα­τί­α»: τον εκ­στα­σια­ζό­με­νο στο θέ­α­τρο του Διο­νύ­σου α­θη­να­ϊ­κό Δή­μο. Η έ­κτα­κτη ευ­φυ­ί­α του Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου βρί­σκει στον ό­ρο «θε­α­τρο­κρα­τί­α» το κλει­δί του αι­νίγ­μα­τος: Μά­ζα. Διο­νυ­σια­κή έκ­στα­ση. Νο­μι­μο­ποί­η­ση του Δι­θύ­ραμ­βου. Ει­σα­γω­γή του Διό­νυ­σου στο κυ­ρί­αρ­χο πάν­θε­ο. Τρα­γω­δί­α, ό­που η διο­νυ­σια­κή έκ­στα­ση με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται σε έκ­στα­ση λο­γι­κής με­το­χής στον Κοι­νό Λό­γο, που εί­ναι η Δί­κη, ως συ­στα­τι­κή αρ­χή του κό­σμου. Τα πά­θη κα­θαί­ρο­νται δι’ ε­λέ­ου και φό­βου και η κοι­νω­νι­κή συ­νο­χή α­να­πα­ρά­γε­ται χω­ρίς τη συν­δρο­μή μιας αυ­το­νο­μη­μέ­νης κα­τα­πιε­στι­κής δύ­να­μης. Ο Νό­μος και η Δί­κη αρ­κούν.

Έ­τσι έ­χου­με το πιο προ­ω­θη­μέ­νο στην ι­στο­ρί­α πο­λι­τεια­κό ε­πί­τευγ­μα, ό­που δεν έ­χει θέ­ση ο χω­ρι­σμός του α­τό­μου α­πό την κοι­νω­νι­κή του ο­λό­τη­τα και τα συ­να­φή πα­θο­λο­γι­κά φαι­νό­με­να.
Η προ­βλη­μα­τι­κή του Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου ε­στιά­ζε­ται σε δύ­ο ση­μεί­α: α) τη σύν­δε­ση μά­ζας και τρα­γι­κού μύ­θου και β) τη με­τά­θε­ση α­πό τον μύ­θο στον λό­γο, μέ­σω της σύν­δε­σης του τρα­γι­κού και της Δί­κης (κο­σμι­κής δι­καιο­σύ­νης)».

Δημήτρης Ναπ.Γ

«Στα ασφαλή και ορθάνοιχτα παράθυρα της παρέας, τα κλειστά παράθυρα της κατανάλωσης και της σουπερ μαρκετ επιβίωσης»

Αγιοπαυλίτικων περιπλανήσεων συνέχεια…!
Τα επτασφράγιστα παράθυρα του παλιού σινεμά της γειτονιάς μας, της «ΟΠΤΑΣΙΑΣ», στο πλάι, στην οδό Κων.Παλαιολόγου! …το καλοκαιράκι άνοιγαν να φέρνει δροσιά το «φεγγάρι» της γειτονιάς μας, όταν δεν πηγαίναμε στα θερινά σινεμά του σταθμού Λαρίσης, τη «Διάνα» και στο άλλο που δεν θυμάμαι τ’όνομά του!… Μια σχέση μ’έναν τόπο, είναι μια σχέση με μια «ουτοπία» στην οποία δε νιώθουμε μόνοι, γιατί η σχέση με τους τόπους είναι η σχέση με τους ανθρώπους τους!
Εκεί μπορούμε να συνεχίζουμε να είμαστε ένα αυθεντικό κομμάτι του εαυτού μας. Η παλιά συνοικία μας, είναι το συν της «οικίας» μας η πρόεκτασή της. Ο οικείος τόπος που μπορούμε να ακουμπίσουμε ότι έχει στραβώσει μέσα μας και οι σύνοικοι φίλοι θα είναι εκεί να «βάλουν πλάτη» με χίλιους δυο τρόπους!
Το σινεμά ΟΠΤΑΣΊΑ, κάποτε έγινε Βερόπουλος και πίσω από τα μεγάλα κλειστά παράθυρα δεν κρύβονται η παρέα, το όραμα, το γέλιο και το δάκρυ, αλλά κιβώτια καταναλωτισμού και εφήμερης λαιμαργίας! Η συνοικία όμως είναι πάντα εδώ και και μέσα μας!

Στατιστικά

  • 48,252 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Ιουλίου 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

…που χει λεβέντες νέους, αναρχικούς κι ωραίους!!!

Πατήστε την εικόνα για περισσότερα...

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…

Advertisements