//
archives

ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΜΕΝ ΑΝΕΥ ΜΑΛΑΚΙΑΣ

This category contains 57 posts

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας…!

Όταν ο καταστασιακός Γκύ Ντεμπόρ συναντά τον συνδυασμό «Αθήνα για την Ελλάδα: Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων»

Αν κουράζεστε να με διαβάσετε, μείνετε στη γλυκιά προτροπή μου: Ψηφίστε Γιώργο Καραμπελιά: «Αθήνα για την Ελλάδα». Παρόλα αυτά…:

Γεννήθηκα το 1968 και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας, στην ιστορική γειτονιά του Αγίου Παύλου, πολύ κοντά στο Σταθμό Λαρίσης και την πλατεία Βάθη.

Σε αυτή τη μικρή γωνιά, γνώρισα την κοινότητα, η οποία αποτέλεσε – ανά τους αιώνες και κάτω από διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά συστήματα – συστατικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού. Την αποκαλούσα- και την αποκαλώ- συχνά συνοικία, το…συν του οίκου μας. Η πραγματική και πνευματική διεύρυνση της ιδιωτικής μας ζωής, που μεταμορφωνόταν σε δημόσιο βίο.

Ήταν ο δημόσιος χώρος, που αγκάλιαζε το παιχνίδι, τη δημιουργία, τις μικροχαρές και τις μικρολύπες, την ευθύνη μας ως πρόσωπα, απέναντι στη μικρή κοινότητα, «τη λαχτάρα για τον έπαινο του Δήμου και των σοφιστών, για τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε», όπως μας λέει ο Χρήστος Γιανναράς.

Η συνοικία μας, συνδεόταν, παράδοξα και ομόδοξα με όλες εκείνες τις συνοικίες μιας μαγικής πολύβουης πόλης, που απλωνόταν, λίγο πιο πέρα. Η Αθήνα, παρά τις διαφορές της, έμοιαζε μια συνεκτική κοινότητα των συνοικιών και των Προσώπων και όχι η «μοντέρνα» απρόσωπη μεγάπολη, η «α-πολίτιστη» μητρόπολη, όπως κακοποιείται και διαμορφώνεται εδώ και χρόνια, τόσο από το σφυρί ενός κεφαλαιοκρατικού «εκσυγχρονιστικού» παρασιτισμού, όσο και από το αμόνι, ενός αριστερού μηδενιστικού κοσμοπολιτισμού, χωρίς πνευματικό κέντρο.

Επειδή ακόμα και τότε που οι άσχημες πολυκατοικίες της εργολαβίας του Καραμανλή και της χούντας, μας είχαν περικυκλώσει, το καντηλάκι ενός υπαρξιακού πνευματικού «κέντρου», άναβε με ισχυρή φλόγα. Η εκκλησία του Αγίου Παύλου, όριζε και την ομώνυμη Ενορία μας. Εντέλει, «Εν-ορία», δεν ήταν μόνο η πολεοδομική διαίρεση μέσα από τις τοπικές εκκλησίες. Ήταν κάτι περισσότερο και πολύ πιο συμβολικό, σχεδόν «μεταφυσικό».

Όμως, με φυσιολογικό τρόπο, δημιουργούσε τα όρια εντός μας. Τα προσωπικά και δημόσια όριά μας, που δημιουργούσαν την ταυτότητά μας, ως σύν-οικοι. Δηλαδή, ως πρόσωπα που είχαμε αμοιβαίες –ακόμα και στις συγκρούσεις ή στις μικροπρέπειες – κοινοτικές σχέσεις. Στην πλατεία, στα σχολεία, στα καφενεία και τα μικρομάγαζα της γειτονιάς. Η υπαρξιακή αυτή «ενορία» μας, ήταν, καθόλου παραδόξως, ανοικτή και όχι κλειστοφοβική. Όταν περνούσες την οδό Λιοσίων, για να ανοιχτείς στην υπόλοιπη Αθήνα, ήξερες από πού έρχεσαι. Ήσουν αγιοπαυλίτης. Αυτό σου έδινε τόσο ασφάλεια, όσο και την ευδαιμονία της αναζήτησης και της γνωριμίας με άλλες ανάλογες συνοικίες και πρόσωπα.

Καραμπελιάς και Ντεμπόρ

Όταν ο συνδυασμός «Αθήνα για την Ελλάδα: Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων, μιλά για την ανασύσταση των Ενοριών και των γειτονιών, ως κοινωνικών ενοποιητικών θεσμών αλληλεγγύης, μιλά – πέρα από την αντίσταση στον μητροπολιτικό εκχυδαϊσμό των μοντέρνων «πόλεων» – για τον εκσυγχρονισμό εκείνης της συν-οικίας, του «παραδοσιακού» αθηναϊκού κέντρου. Βαθιά επαναστατική ευθύνη μας και υποχρέωση, στους δύσκολους καιρούς μας. Ο Δήμος Αθηναίων, είναι πια μια μαύρη τρύπα της Αττικής, μια πόλη απόγνωση. Αλλοτριωμένη και καθόλου οικουμενική, επειδή οι οικονομικοί και οι πολιτιστικοί τεχνοκράτες θέλουν να είναι «διεθνιστική», παράσιτο της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή. Παρασιτική απόφυση της Δύσης, σε επίπεδο πόλης, όπως έλεγε κάποτε ο Γιώργος Καραμπελιάς για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο. Μια πόλη, όπου οι άνθρωποι δεν ζουν μέσα της παρά μόνο ως άτομα. Και όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, «όποιος δε ζει μέσα στην Πόλη, είναι ή θηρίο ή Θεός». Μα αυτή δεν είναι η εικόνα του αθηναϊκού κέντρου; Μικροί «θεοί» της ψευδοαυτοδιοίκησης που θέλουν να προσαρμόσουν την Αθήνα στις εντολές του πολυεθνικού κεφαλαίου, της διαχείρισης των ανθρώπων ως πράγματα, ή άτομα-θηρία, σε μια κατακερματισμένη μεγάπολη χωρίς το κοινό Αγαθό της συνοχής, του πολιτισμού και της εκκλησίας του Δήμου.

Η πολυπολιτισμικότητα που προτάσσεται στις πόλεις της Δύσης, δεν έχει καμία σχέση με την ετερότητα και τον πλουραλισμό. Είναι ακραία καπιταλιστική εντολή και σε καμία περίπτωση δεν εμπεριέχει ανθρωπιά, Δημοκρατία και ελευθερία. Η παγκοσμιοποίηση της Αθήνας είναι μια μισάνθρωπη οδηγία των δεξιών και των αριστερών εξουσιαστών.  Είναι η κατασκευή κλειστών ψευδοκοινοτήτων. Πολιτισμικά κουτάκια σε πόλεμο μεταξύ τους, εφόσον δεν υπάρχει κανένα ενιαίο πνευματικό και κοινωνικό κέντρο ενός δημοκρατικού πολιτισμού που γέννησε η φωτεινή γεωγραφία τούτης της γης.

Το ψευτομοντέρνο και ψευδοανθρωπιστικό πρότυπο των παγκοσμιοποιημένων Μητροπόλεων (Βερολίνο, Βαρκελώνη, Μανχάταν, Άμστερνταμ, Λονδίνο, κ.α), αποτελούν περισσότερο την υλοποίηση της εφιαλτικής «Μητρόπολης» του Φρίτς Λάνγκ, παρά το «προοδευτικό» όραμα ενός νέου τύπου «πολίτη». Οι απρόσωπες μητροπόλεις είναι οι εγωιστικές πόλεις της νέας «τουριστικής» ατομικής ψευδοελευθερίας. Οι πόλεις Ντίσνευλαντς και σούπερ μάρκετς πολεοδομικών εμπορευμάτων, με τα θεματικά πάρκα, τους αυτοματισμούς και τον τουρισμό ως παρασιτική κυκλοφορία των ανθρώπων-εμπορευμάτων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πρόταση αλλοτριωμένης ελευθερίας των ατόμων και όχι των προσώπων και των συνοικιών. Και όπως, έγραφε ο καταστασιακός φιλόσοφος Γκύ Ντεμπόρ, οι ενσωματωμένες πόλεις του θεάματος, είναι κοινότοπες. Στην ουσία γίνονται ίδιες, «ενοποιούνται», φτάνοντας, όπως τόνιζε, στον απόλυτο εκχυδαϊσμό και μοιάζει να «καταργούνται» εντέλει οι διαφορετικοί τόποι και το έδαφος. Και συνέχιζε, λέγοντας ότι οι πόλεις αυτές «ενώνουν τους ανθρώπους, αλλά τους ενώνουν ως διαχωρισμένους» (…) «Είναι η ακοινώνητη κοινωνικοποίηση του εμπορεύματος και του Θεάματος», ενάντια σε κάθε ιστορική συνέχεια και παράδοση.

Την ίδια στιγμή, οι σύγχρονες μαζικές πρωτεύουσες -μέσα από την «εκσυγχρονιστική» πολεοδομία –   διαχωρίζουν τα άτομα σε ομάδες ατόμων. Κοινωνικές και πολιτιστικές «φυλές» της πόλης, τις ονομάζουν τα περιοδικά τύπου Κοσμοπόλιταν. Οι μεγαπόλεις, ενοποιούν και μαζικοποιούν μέσω της αστικής αρχιτεκτονικής και την ίδια στιγμή, διαχωρίζουν και αποξενώνουν τους κατοίκους. Επειδή, το ενοποιημένο έδαφος (η συνοικία, το χωριό, η κοινότητα, ο Δήμος, κλπ), αποτελεί απειλή για την εξουσία. Ο μονόδρομος, της ευρωπαϊκής  κοσμοπολίτικης πρωτεύουσας, των Ηλιόπουλου, Γερουλάνου, Μπακογιάννη, είναι μια εξουσιαστική απόφαση πολεοδομικής κυριαρχίας η οποία γιγαντώνει την αποξενωμένη από τους κατοίκους της, πόλη. Ο άλλος πόλος, ο ναζιστικός, του Κασιδιάρη, οδηγεί σε έναν κλειστό φυλετικό απομονωτισμό που οδηγεί και αυτός σε μια υποταγή των πολιτών, αφενός σε έναν πρωτόγονο ατομικιστικό πόλεμο ιδεολογιών και την υποταγή του πολίτη σε μια δεσποτική εξουσία. Το δίπολο αυτό, συνειδητά προβάλλεται ως μοναδική προοπτική, ενάντια σε κάθε δημοκρατικά πατριωτική εναλλακτική, ενάντια στον Επιτάφιο του Περικλή, την Αντιγόνη και τη λαϊκή ευχαριστιακή κοινότητα της Ορθοδοξίας που μπορεί να σέβεται και να εμπεριέχει τον Άλλον, ως βιωματική σχέση γειτονιάς.

Και συνεχίζει ο Ντεμπόρ…

Η κοινωνία του Θεάματος, των μητροπόλεων, δεν δημιουργεί πολίτες, αλλά αναπαραστάσεις του ζωντανού άνθρωπου, «αντιπροσώπους του θεάματος». Τα διαφορετικά άτομα ή κοινότητες ατόμων, οι κοινωνικές ή πολιτιστικές φιγούρες της Αθήνας, «μειονότητες» ή «πλειονότητες», παίρνουν «τη θέση στη σκηνή ως «βεντέτες», είναι το αντίθετο του ανθρώπου, ο εχθρός του ατόμου, τόσο μέσα του όσο, προφανώς, και μέσα στους άλλους». (…) «εκείνο που κρύβεται πίσω από τις αντιθέσεις είναι η ενότητα της αθλιότητας», ως κατανάλωση.

Γι’αυτό και η γενική τάση των πόλεων αυτών, οδηγεί στο μονόδρομο της απομόνωσης, επειδή η μεγάλη πρόκληση και προσφορά των αετονύχηδων, είναι να γίνει η Αθήνα, «παρατουριστικό θέρετρο» (AirBnb, κ.α), με συγκροτήματα «πολιτιστικών» κέντρων χωρίς παράδοση και θεματικά «χωριά» μαζικής κατανάλωσης, κ.α. Η πόλη, διαμελίζεται, κοινωνικά, πολιτισμικά και θεσμικά. Όπου προτείνεται, αυτός ο «εκσυγχρονισμός» και η αστική «εκβιομηχάνιση» των γιάπηδων πολυεθνικών Δημάρχων, είναι κατά το σκεπτικό του Ντεμπόρ, μια «εξουσιαστική απόφαση που διαμορφώνει αφηρημένα το έδαφος σε έδαφος αφαίρεσης», φθάνοντας τελικά «στη δυνατότητα επέμβασης στην κληρονομικότητα», κατ’άναλογία της μισάνθρωπης πρότασης των τεχνοκρατών της γενετικής, να παρέμβουν, μεταλλάσσοντας, την ίδια την ουσία του ανθρώπου.

Οι ψευδομοντέρνες πρωτεύουσες της παγκοσμιοποίησης, μισούν την πολιτισμική συνέχεια, έστω κι αν την επικαλούνται, επειδή όπως τονίζει ο Ντεμπόρ, « “οι νέες πόλεις” της τεχνολογικής (διαιρεμένης) ψευδο-αγροτιάς (σ.σ, με την έννοια των ανθρώπων που δυσκολεύονται να αναλάβουν κοινές δράσεις, όπως οι απομονωμένοι αγρότες), αποτυπώνουν καθαρά πάνω στο έδαφος, τη ρήξη με τον ιστορικό χρόνο (σ.σ. την ιστορική συνέχεια, την παράδοση ως κληρονομιά, δηλαδή) πάνω στον οποίον οικοδομήθηκαν. Το έμβλημά τους μπορεί να είναι: “εδώ, δε θα συμβεί ποτέ τίποτα και τίποτα δε συνέβηκε ποτέ”».  Και το μόνο που μπορεί να τους ενώσει είναι ένας συγκεντρωτικός δεσποτισμός και η πλάνη της κατανάλωσης και του Θεάματος. Κάτι που οδηγεί στη «γενική διάλυση που οδήγησε, έτσι, την πόλη στην κατανάλωση του εαυτού της»

Και τότε, ο μόνο εναλλακτικός δρόμος, όπως προτείνει ο Καραμπελιάς και ο Ντεμπόρ, είναι η επανα-οικειοποίηση, όχι μόνο της γειτονιάς και των τόπων, αλλά και της «συνολικής τους ιστορίας».

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

Advertisements

Ο σπαρακτικός, γλυκός, «αναρχικός» Δημήτρης Ποταμίτης…και ο ‘Ελληνας βάτραχος!

Θυμήθηκα τον Δημήτρη Ποταμίτη από μια συνέντευξη που βρήκα τυχαία στο διαδίκτυο. Ασκητική, αιρετική μορφή, των εφηβικών και ενήλικων χρόνων μου. Ένας αιώνιος, περίεργος και καλλιτεχνικά ευαίσθητος έφηβος. Παιδί ακόμα βλέποντας παιδικές παραστάσεις του, ανίδεος από θέατρο, τον προσέγγιζα με την καρδιά ενός πιτσιρικά που μπορεί να διακρίνει την ειλικρίνεια μέσα στο πάθος για την τέχνη.

Μέσα από την τέχνη του, διαισθανόμουν αυτή την παράξενη επαναστατική και παθιασμένη ερωτική σχέση που είχε με την Ελλάδα, αυτός ο μικρός λαός, ο μέγας, και οι μεγάλοι διανοούμενοι που εμπνευστήκαν από αυτόν για μεταδώσουν το ελληνικό μέσα στο  οικουμενικό και να ανακαλύψουν στο παγκόσμιο μέσα στη μικρή εθνική γωνίτσα μας! Κατανοούσα την απελπισία του για μια Ελλάδα που χανόταν μέσα στην καταναλωτική ευτέλεια και στη σαχλαμάρα του θεάματος. Πονεμένος θυμός και θυμωμένος πόνος. Πατριώτης και καθόλου σωβινιστής! πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι σωβινιστής ένα άνθρωπος που παιδί ακόμα, «έντυνε» τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου με την Τέχνη και την αθωότητα της αντίστασης, από παιδιά του Δημοτικού και του Γυμνασίου!!!

Πρωτοποριακός και ο οξυδερκής, μέσα από το σπίτι του, το Θέατρο Έρευνας στα Ιλίσια, μας ταξίδευε στον κόσμο του ονείρου και της κριτικής!

Σε μια συνέντευξή του είχε πει: «Σαν Kύπριος που μεγάλωσε με μονομανίες και ιδεολογίες σε μια χώρα που εξακολουθεί να έχει εθνικά ιδεώδη, δεν μπορούσα να μη γίνω ιδεολόγος. Είναι στάση ζωής αυτό. Ως ιδεολόγος και κυπριακό μουλάρι, είχα βάλει στόχο να μην κάνω κάτι αν δεν μου αρέσει. Δεν με ενδιέφερε αν θα πεινάσω. Είχα μια ακαταδεξία στα εύκολα, που στην Eλλάδα ήταν και τα εμπορικά»….

Σπαρακτικά διορατικός για την κατρακύλα και την παρακμή της Ελλάδας που την έβλεπε να έρχεται, ο Ποταμίτης στο θεατρικό έργο του, «ο Έλληνας βάτραχος», περιγράφει και εντοπίζει με τον λυρικό και συμβολικό λόγο του τις αιτίες μέσα από τις οποίες η «Πόλις Εάλω»!  Και γράφει: «Τέλος θα ήθελα να δηλώσω ότι δεν έχω άλλο στο νου μου «πάρεξ ελευθερία και γλώσσα», δηλαδή Ελλάδα. Κι αν είμαι κάποτε πικρός, είμαι από αγάπη. Η αυτοκριτική, μόνο αν είναι βασανιστική μπορεί να είναι ωφέλιμη. Άλλωστε ο χειρότερος εχθρός του πατριωτισμού είναι ο σοβινισμός».

Στον «Έλληνα βάτραχο», μετά από μια βιβλική καταστροφή, ο μόνος επιζήσας νεοέλληνας ο Χ, μισολιπόθυμος, βρίσκεται πάνω στα μάρμαρα της στέγης του Παρθενώνα. Δίπλα του ένα μπαούλο. Βρίσκει έναν βάτραχο που τον ονομάζει Διογένη και αρχίζει να του εξιστορεί την ιστορία μας, με τον δικό τους τρόπο:

Απόσπασμα από τον «Έλληνα βάτραχο»:

«Ο μύθος των αγαλμάτων»

«-Δεν μπορώ να το πιστέψω, Διογένη, δεν μπορώ να το πιστέψω! Εσύ το πιστεύεις; Πιστεύεις ότι είμαστε ζωντανοί, ότι βρισκόμαστε εδώ, ότι βιώνουμε αυτό το παράλογο; Βρε συ, μπας κι είμαστε πεθαμένοι; Μπας κι ότι βλέπουμε, ό,τι ακούμε, ό,τι ζούμε, όλη αυτή η αναρχία γύρω μας, η φυσική αναρχία, δεν είναι παρά ο εφιάλτης των νεκρών; Μπας κι όλα αυτά τα τελεσίδικα που τα μισώ ακριβώς γιατί είναι τελεσίδικα, δεν υπάρχουν στ’αλήθεια; Μπας κι ο κόσμος είναι όμορφος και λογικός, η πατρίδα όμορφη και αιώνια; Μπας κι ο εφιάλτης είναι εδώ, τώρα, το σήμερα, όχι το χτές; 

Τσίμπα με, τσίμπα με να δω αν είμαι ζωντανός! Αλλά όχι, γιατί πάλι μπορεί να΄ναι κι αυτό ένα μέρος του εφιάλτη…Δεν υπάρχει τρόπος να ανακαλύψω τι συμβαίνει…Το σήμερα είναι αβάσταχτο λόγω του χτες ή λόγω του εαυτού του; Θε μου, ας γίνει να γυρίσει η Πατρίδα πάλι πίσω. Να γυρίσει πάλι πίσω η πρώτη μου νιότη. Τότε που αγάπησα την Άννα… Τότε που ο Σπύρος μ’έμαθε πόσο δύσκολο πράμα είναι να είσαι άντρας…

Τότε που ο δάσκαλός μου, ο κυρ Παναγιώτης, μ’έμαθε πως πατριδογνωσία σημαίνει να αγαπώ τη γλώσσα μου. Τότε που ο Μάνος μ’έμαθε να είμαι ερωτικός, γι’αυτό και αβάσταχτα ασκητικός…Τότε που ο Γιάννης μ’έμαθε με δυο πινελιές σε μια σπασμένη στάμνα, να αφουγκράζομαι τη φωνή των πραγμάτων…Η κυρα-Μαρία να είμαι σεμνός αλλά περήφανος, παγκόσμιος αλλά Έλληνας…Τότε που…Τότε που…Πότε; Χτες ή αύριο;

Συνέβησαν; Θα συμβούν; Που είστε αγάπες μου; Που πήγατε; Έι…Έι…Γιατί δεν απαντάτε; «Ό,τι αγάπησες είναι καλά κλεισμένο μες την πέτρα. Περιμένει να το λευτερώσεις!» Στην πέτρα…Εκεί όλοι οι φίλοι μου…Εκεί ο Σοφοκλής, εκεί ο Όμηρος, ο Πλάτωνας και Μακρυγιάννης, ο Καραϊσκάκης, ο Θεόφιλος, ο Διόνυσος, ο Καραολής εκεί και ο Δημητρίου! Εκεί…Στην πέτρα!

Εκεί και οι ακρογιαλιές της Αμμοχώστου! Ξέρεις Διογένη, τα αγάλματα δεν τα σμιλεύει ο καλλιτέχνης, αυτό είναι ψέμα! Τα αγάλματα υπάρχουνε μέσα στην πέτρα! Ο καλλιτέχνης πρέπει να τα απελευθερώσει από την πέτρα! Έχουμε πολλή δουλειά το ξέρεις;

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

 

 

 

Slavoj Žižek: Τουαλέτες και ιδεολογία

Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα υπήρχε στην Ευρώπη η άποψη ότι τρία είναι τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά έθνη: το γερμανικό, το γαλλικό και το αγγλικό. Ένας από τους σημαντικότερους γερμανούς φιλοσόφους, ο Χέγκελ (1770-1831) ήταν από τους πρώτους στοχαστές που ερμήνευσαν αυτή τη γεωγραφική τριάδα  ως έκφραση τριών διαφορετικών υπαρξιακών στάσεων: το γερμανικό στοχαστικό βάθος, η γαλλική επαναστατική βιασύνη και ο αγγλικός μετριοπαθής ωφελιμιστικός πραγματισμός.

Η πολιτική στάση της κάθε χώρας ήταν, σύμφωνα με τον Χέγκελ, ο συντηρητισμός για την Γερμανία, ο επαναστατικός ριζοσπαστισμός για τη Γαλλία και ο μετριοπαθής φιλελευθερισμός για την Αγγλία. Με όρους υπεροχής μιας απ΄ τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής έχουμε τη Γερμανία να υπερέχει στη μεταφυσική και την ποίηση, τη Γαλλία στην πολιτική και την Αγγλία στην οικονομία.

Οι άνθρωποι που έχουν ταξιδέψει σε κάποιες χώρες του πλανήτη, ίσως έχουν παρατηρήσει κάποιες διαφορές στις τουαλέτες. Υπάρχουν τρεις βασικοί τύποι σχεδίων κατασκευής της δυτικής τουαλέτας: ο γερμανικός, ο γαλλικός και ο αγγλοσαξονικός (αμερικανικός). Σε κάθε ένα τύπο υπάρχει μια διαφορετική ιδεολογική αντίληψη σχετικά με τον τρόπο που πρέπει να σχετιστεί το υποκείμενο με το δυσάρεστο έκκριμα που αποβάλλεται από το σώμα μας.

 

1. γερμανικό στοχαστικό βάθος 2. γαλλική επαναστατική βιασύνη 3. αγγλικός μετριοπαθής ωφελιμιστικός πραγματισμός.

Σε μια παραδοσιακή γερμανική τουαλέτα, η τρύπα στην οποία χάνονται τα περιττώματα όταν τραβήξουμε το καζανάκι είναι μπροστά, έτσι ώστε να τα θεωρήσουμε για τυχόν αρρώστιες. Στην τυπική γαλλική τουαλέτα η τρύπα είναι πίσω πίσω, έτσι ώστε τα περιττώματα να εξαφανίζονται όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Τέλος, η αμερικανική τουαλέτα διενεργεί ένα είδος σύνθεσης, μια μέση απόσταση ως προς τα δύο άκρα – η λεκάνη της τουαλέτας είναι γεμάτη νερό, έτσι ώστε τα περιττώματα να επιπλέουν εκεί, για να τα δούμε, όχι όμως και για να τα επιθεωρήσουμε.

Η αναφορά στις τουαλέτες μας δίνει, σύμφωνα με τον Σλοβένο φιλόσοφο και ψυχαναλυτή Σλάβοϊ Ζίζεκ, τη δυνατότητα να διακρίνουμε την ίδια αυτή τριάδα στον ιδιωτικό τομέα της τέλεσης της αφοδευτικής λειτουργίας: η διφορούμενη ενατένιση που αιχμαλωτίζει (Γερμανία: μεταφυσική- ποίηση, συντηρητισμός)· η βιαστική απόπειρα εξαφάνισης του δυσάρεστου οργανικού περισσεύματος όσο γίνεται ταχύτερα (Γαλλία: πολιτική, επαναστατικός ριζοσπαστισμός)· και η πραγματιστική προσέγγιση της μεταχείρισης του περισσεύματος ως φυσιολογικού αντικειμένου που πρέπει να ξεφορτωθούμε καταλλήλως (Αγγλία-Αμερική: οικονομία, μετριοπαθής φιλελευθερισμός).

Για τον Ζίζεκ, η έννοια της ιδεολογίας διαφοροποιείται από τη συνήθη και καθημερινή χρήση της, π.χ. είμαι υπέρ αυτής ή της άλλης ιδεολογία. Η ιδεολογία είναι η αυθόρμητη σχέση μας με την κοινωνία, ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβανόμαστε και την προσλαμβάνουμε. Δεν μπορούμε να βγούμε από την ιδεολογία για να δούμε μια “γυμνή πραγματικότητα”. Τη στιγμή που τη βλέπουμε “όπως πραγματικά είναι”, αυτή διαλύεται στο μηδέν ή, ακριβέστερα, μετατρέπεται σε μια πραγματικότητα άλλου είδους. Γι’ αυτό και θεωρεί ότι θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ιδεολογίας, κι ακόμη περισσότερο της ιδεολογίας που είναι κυρίαρχη σε έναν πολιτισμό, μπορούν να βρεθούν στη δομή και τη χρήση των πιο απλών και κοινών αντικεμένων.

Ένας καφές από τα στάρμπακς εκφράζει επίσης με αρκετή ακρίβεια τον τρόπο που λειτουργεί η ιδεολογία του καταναλωτισμού σήμερα. Είναι λίγο πιο ακριβός στην τιμή του, αλλά σε ενημερώνει για ποιους λόγους συμβαίνει αυτό: είναι οικολογικός, προέρχεται από δίκαιο εμπόριο, κάποια χρήματα πηγαίνουν σε κάποια παιδιά στην Αφρική κτλ. Αυτό το λίγο παραπάνω που πληρώνεις πίνοντας τον καφέ σου, αγοράζει από τη μια το αίσθημα της ενοχής του παθητικού καταναλωτή κι από την άλλη το καθήκον απέναντι στο περιβάλλον, στον υποσιτισμό και τα σημαντικά ζητήματα του πλανήτη. Είναι η απόλυτη μορφή του καταναλωτισμού στην εποχή μας.

Πολλοί άνθρωποι μπορούν σήμερα εύκολα να ισχυριστούν ότι ζούμε σ’ ένα μετα-ιδεολογικό κόσμο, τη στιγμή όμως που πηγαίνουν στην τουαλέτα μετά από μια έντονη συζήτηση (ή αγοράζουν ένα καφέ στο χέρι από τα σταρμπακς), βρίσκονται και πάλι βυθισμένοι στην ιδεολογία.

Βιβλιογραφία:

Žižek S. (2006) Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας, μτφρ. Β. Ιακώβου, επιμ. Γ. Σταυρακάκης, Αθήνα: Scripta.

Žižek S. (2006) Λακάν, μτφρ. Δ. Καγιαλάρης, Κ. Παπαδάκης, επιμ. Δ. Βεργέτης, Α. Πρασκευουλιάκου, Αθήνα: Πατάκης

Επιμέλεια κειμένου: Ε.- Α. Π.

Πηγή: http://ipressa.gr/slavoj-zizek-toualetes-kai-ideologia/

το ήθος της αντεξουσίας

Aγαπητοί Τζιχαντιστές…!

Ένα πολύ απολαυστικό και εύστοχο βιβλίο από τις πολύ καλές Εκδόσεις Μάγμα. Φιλίπ Μυρέ: «Αγαπητοί Τζιχαντιστές…». Με έναν υποδόριο ευφυή σαρκασμό. Μια προτροπή στους φανατικούς Τζιχαντιστές, να σταματήσουν να κάνουν έναν αγώνα εναντία σε μια Δύση που η ίδια κατασπάραξε το νόημα ζωής της και βαδίζει ολοταχώς προς μια ανθρωπολογική οπισθοδρόμηση, η οποία καθίσταται άτρωτη μέσα από το μέτωπο του χρήματος με το μέτωπο των ατομικών δικαιωμάτων. Να σταματήσουν επειδή η επίθεσή τους ενάντια στη Δύση είναι άνευ περιεχομένου. Ο αντίπαλος έχει βγάλει ο ίδιος τα μάτια και τα ιδανικά του με το πρόσχημα της προοδευτικότητας. Βέβαια, αν θέλουν να συνεχίσουν να «επιτίθενται», θα μπορούσαν να συνεχίσουν να τον κάνουν με τον μόνο τρόπο που έχει μόνο νόημα: να μιμηθούν την Δύση. όπως λέει ο Μυρέ: «Από εδώ και στο εξής, λοιπόν, ο ορίζοντας προς τον οποίο θα πρέπει να τείνετε είναι ο ορίζοντας της απουσίας νοήματος»

Η επιστολή είναι τολμηρή και με έξυπνο χιούμορ, ζωγραφίζοντας την παρακμή των δυτικών κοινωνιών στον 21ο αιώνα. Έτσι, ταυτόχρονα μας δίνει και μια νέα οπτική ανάλυσης του φαινομένου της ισλαμικής τρομοκρατίας. «Για τον Μυρέ οι επιθέσεις εναντίον της Δύσης, πέραν από επαίσχυντες, καθίστανται και κωμικοτραγικές από τη στιγμή που οι ίδιοι οι Δυτικοί καταστρέφουν συστηματικά από μόνοι τους τον στόχο των τρομοκρατών».

Δημήτρης Ναπ.Γ

Minima lingula

του Νίκου Κούρκουλου από το happyfew

1
Κάθομαι τώρα στο γραφείο μου κι ακούω, απ’ το γειτονικό γυμνάσιο, τις προετοιμασίες για την εθνική εορτή. Τα παιδιά τραγουδούν:
Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, κλπ.
Δε θέλω να εστιάσω, αυτή τη στιγμή, στο εξτρεμιστικό περιεχόμενο των στίχων (και την πιθανή σχέση τους με όσα προβλέπει η νέου τύπου νομοθεσία για εκείνους που ενθαρρύνουν τρομοκρατικές πράξεις, επιθέσεις αυτοκτονίας, κλπ.), κάτι άλλο μου ήρθε στο νου. Προφανώς, εδώ έχουμε ένα στίχο μεταφρασμένο, αφού το πρωτότυπο, απ’ όσο θυμάμαι, λέει:
Κάλλιο ’ναι μίας ώρας, κλπ.

Και τι να πούμε για τους «Ελεύθερους Πολιορκισμένους»;
Θεωρήθηκε, προφανώς, ότι είναι καλύτερα να «πειραχτούν» λιγάκι τέτοιες φράσεις, ώστε να γίνονται καλύτερα κατανοητές… αν κι εδώ που τα λέμε, στις περιπτώσεις αυτές, δεν μπαίνει καν θέμα κατανόησης. Θεωρήθηκε, μάλλον, ότι είναι καλύτερα να εξοβελιστούν κάποιοι γλωσσικοί τύποι, που θεωρούνται (σωστά ή άδικα) παρωχημένοι ή διαλεκτικοί, ώστε να μην ξενίζουν. Έχει μια λογική, δε λέω…
Όμως, αν είν’ έτσι, αν επιτρέπεται να μεταφράζουμε, ή να μεταγλωττίζουμε αν προτιμάτε, εθνικούς ποιητές και εμβληματικούς βάρδους, και μάλιστα, στις περιπτώσεις αυτές, η μεταφρασμένη εκδοχή είναι εκείνη που είναι κυρίως γνωστή, τότε γιατί σηκώνουν τόση φασαρία για το Ροΐδη και τον Παπαδιαμάντη;

Δεν μπορώ να πιστέψω ότι οι πατριώτες και οι φιλόλογοι δε σέβονται τον κόντε Σολομό και το Βελεστινλή – παρότι, στην περίπτωση του δεύτερου, έχει μεταφραστεί ακόμα και το όνομά του, το nome de plume τέλος πάντων. Άρα, αφού δεν είναι θέμα προσώπων, φταίει κάτι άλλο.
Νομίζω ότι αυτό που φταίει, στην περίπτωση του Ροΐδη και του Παπαδιαμάντη, είναι ότι θίχτηκε η ιερή γλώσσα, η καθαρεύουσα του όψιμου 19ου αιώνα, η οποία θεωρείται ιερή επειδή πιστεύουν (άδικα θαρρώ) ότι έχει κάποια στενή σχέση με τα αρχαία – τα οποία με τη σειρά τους αποτελούν (αλλά μόνο σ’ ένα πολύ αφηρημένο επίπεδο) την έσχατη πηγή κάθε γλωσσικής υπόληψης. Για να πούμε την αλήθεια, όταν λένε «αρχαία», οι περισσότεροι έχουν στο νου τους την καθαρεύουσα του όψιμου 19ου αιώνα – αλλ’ αυτό ας το παραβλέψουμε προς το παρόν. Αν, απεναντίας, πρόκειται να μεταφραστούν, παρντόν να μεταγλωττιστούν, διάφοροι βρωμεροί και λασπωμένοι, μεσαιωνικοί ή διαλεκτικοί ή (το τρισχειρότερο!) δημοτικιστικοί γλωσσικοί τύποι, τότε δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα.

Κατά τα άλλα, όσα διάβασα γύρω απ’ αυτή την τρικυμία σ’ ένα ποτήρι (τι λέω, στο άγιο δισκοπότηρο, μέσα στο οποίο υποτίθεται ότι περιορίζεται η «πνευματική ζωή του τόπου»), δεν ήταν παρά μόνο παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα: η ουσία των επιχειρημάτων δήλωνε ότι είναι αδύνατο να μεταφράσεις οποιοδήποτε σπουδαίο έργο από οποιαδήποτε γλώσσα σε οποιαδήποτε γλώσσα. Ακαταμάχητο επιχείρημα, αν και κάπως ανώφελο (κάτι σαν το «όλοι θα πεθάνουμε») – τι κρίμα που, επιπλέον, εφαρμόζεται λιγάκι επιλεκτικά.
Κι αν κάθομαι και συλλογιέμαι το όλο ζήτημα, είναι από επαγγελματική διαστροφή. Έχω μεταφράσει, ο αστόχαστος, Δάντη – αν θέλετε να διαβάσετε Δάντη, ας μάθετε ιταλικά, και μάλιστα ιταλικά του 1300. Αν θέλετε να διαβάσετε Γκαίτε, να μάθετε γερμανικά – κι αν θέλετε να διαβάσετε Λι Τάι Πο, χάσατε.

2
Κάποτε, όταν ήμουν νέος, τους ανάπηρους τους έλεγαν ανάπηρους. Η λέξη ήταν, κυρίως, περιγραφική. Μπορούσε βέβαια να χρησιμοποιηθεί μεταφορικά, υποτιμητικά ή και υβριστικά, όπως και τόσα άλλα επίθετα – ξεκινώντας απ’ το «καλός» και το «αγαθός», καθώς και το «καλοκάγαθος». Μετά, ήρθε μια νέα γλωσσική μόδα, και μάλιστα τυλιγμένη σε «προοδευτική» συσκευασία, και οι ανάπηροι έγιναν, μέσα σε μια νύχτα, «άτομα με ειδικές ανάγκες». Φτιάχτηκε μάλιστα, λίγο αργότερα, και το αντίστοιχο αρκτικόλεξο, «ΑΜΕΑ». Υποτίθεται ότι οι ανάπηροι ανακουφίστηκαν άμεσα. Άλλο το να είσαι κουτσός κι άλλο το να έχεις ένα πόδι με ειδικές ανάγκες – ή να σου λείπει εντελώς το ένα πόδι αλλά να προικίζεσαι αυτόματα και σε αντάλλαγμα με ειδικές ανάγκες (για όσους σκέφτονται ότι σαρκάζω εκεί που δε με παίρνει, θα ήθελα να τους ενημερώσω ότι ο πατέρας μου ήταν κουτσός – παρότι δεν με άφησε ποτέ να τον θεωρήσω «ανάπηρο»). Στο μεταξύ, και όπως θα μπορούσε να προβλέψει ο καθένας, οι νεότεροι από μένα άρχισαν να χρησιμοποιούν το νεολογισμό και με υβριστικό τρόπο. Στην υβριστική χρήση, το «άτομο με ειδικές ανάγκες» σήμαινε τον «αθεράπευτα μαλάκα», ήταν δηλαδή λίγο χειρότερο από την παλιά υβριστική χρήση του «ανάπηρος» – όπου, για να δηλώσεις το ίδιο πράγμα, έπρεπε τουλάχιστον να προσθέσεις το «πνευματικά» στο «ανάπηρος».

Ως εδώ, όλ’ αυτά τα γνωρίζετε, και όλοι είχαν γίνει, στη θεωρία, ευτυχέστεροι.
Μόνο που, πολύ πρόσφατα, διάβασα στη φυλλάδα που επιμένω ελλείψει καλύτερης να διαβάζω (στο φύλλο της 14/3/2006 και στη σελ. 50) ότι οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να ονομάζονται «πολυτραυματίες και όχι “άτομα με ειδικές ανάγκες”, όπως ο συνειδητός –ή μη– κοινωνικός ρατσισμός συνεχίζει να τους αποκαλεί εντός ελληνικών συνόρων…». Μάλιστα. Αφού μας επέβαλαν να ονομάζουμε τους δύστυχους αυτούς συνανθρώπους μας «ΑΜΕΑ», τώρα θα μας χρεώσουν και «συνειδητό, ή μη, κοινωνικό ρατσισμό». Μόνο που εγώ, με το συνειδητό ή μη κοινωνικό ρατσισμό μου, δυσκολεύομαι να κατανοήσω γιατί ο όρος «πολυτραυματίας» είναι ευγενικότερος, ή είναι ηθικά ανώτερος, από τον όρο «ανάπηρος». Εκτός αν ο νεολογισμός είναι, εξ ορισμού, ηθικά καθαρότερος.
[Παρένθεση: σα να ήθελε να αποδείξει τη σχέση του με τη γενικώς καθαρεύουσα τάση, ο αρθρογράφος χρησιμοποιεί παρακάτω την έκφραση «αναπηρικό αμαξίδιο» (αλλά γιατί «αναπηρικό» κι όχι «πολυτραυματικό»;; πώς και βρίσκεται πάνω σ’ ένα «αναπηρικό κάτι» κάποιος που δεν μπορεί να ονομαστεί «ανάπηρος» – εκτός αν είστε ρατσιστής;;). Αμαξίδιο, λοιπόν, και όχι το συνειδητά ή μη ρατσιστικό καρότσι κι οπωσδήποτε όχι το χυδαίο αμαξάκι.

Όπως τα πλακάκια του μπάνιου σας, που έχουν γίνει στο γραφτό λόγο των διαφημίσεων «πλακίδια». Δεν έχω αντικρίσει ακόμα την έκφραση «τα κάνανε πλακίδια» – αλλά θα τη δούμε σύντομα κι αυτή, αφού έχει καθιερωθεί στη δημοσιογραφική γλώσσα το «ποιώ την νήσσα» (πρώην ανέκδοτο). Σε λίγο, μάλιστα, θα καγχάσει και το ποικιλόχρουν ερίφιον. Όπως έχω υποστηρίξει και αλλού, απαγορεύονται οι μεταφράσεις ΑΠΟ την καθαρεύουσα, επιτρέπονται όμως, ή μάλλον επιβάλλονται, οι μεταφράσεις ΠΡΟΣ την καθαρεύουσα. Κλείνει η παρένθεση.]
Στην ίδια φυλλάδα, τα τελευταία χρόνια, οι κουφοί έχουν γίνει «κωφοί», προφανώς για να βελτιωθεί η ακοή τους. Οι τυφλοί παραμένουν πεισματικά τυφλοί, φαντάζομαι όμως ότι κάτι θα σκεφτούν και γι’ αυτούς.
Αν δεν μπορείς ν’ αλλάξεις μια δυσάρεστη κατάσταση, της αλλάζεις το όνομα. Στο κάτω-κάτω, nomina nuda tenemus – σε ελεύθερη μετάφραση (από τα λατινικά, απ’ όπου κατά καλή συγκυρία επιτρέπεται η μετάφραση) «μόνο τα ονόματα μένουν».

3
Στη γλώσσα που (από καθαρή κακοτυχία) έμαθα να μιλώ, υπήρχε η εξής ιδιαιτερότητα: οι άντρες και οι γυναίκες είχαν διαφορετική μεταχείριση, υπήρχαν αρσενικές και θηλυκές λέξεις για να περιγράψεις έναν άνθρωπο. Αν, π.χ., ο άντρας ήταν μπακάλης, η γυναίκα ήταν μπακάλισσα, αν εκείνος ήταν δάσκαλος, εκείνη ήταν δασκάλα, και πάει λέγοντας, ο παραμυθάς και η παραμυθού κοκ. Δε γλίτωναν ούτε οι λέξεις που ήταν άκλιτες στο αρσενικό (επειδή είχαν ξενική προέλευση), υπήρχε π.χ. ο σοφέρ και η σοφερίνα.
Φαίνεται ότι αυτό δεν ισχύει πια, ή δεν ισχύει και τόσο. Ανοίγω μια εφημερίδα και διαβάζω: η πρόεδρος, η βουλευτής, η δικαστής, η ζωγράφος, η ταμίας, η σύντροφος, κλπ. Λέει ότι «δύο δημοσιογράφοι έκαναν τούτο κι εκείνο», και δεν μπορώ να καταλάβω αν οι δύο είναι άντρες ή γυναίκες. Μου είναι αδύνατο να προσαρμοστώ και να μην ενοχλούμαι – γι’ αυτό μίλησα στην αρχή για κακοτυχία.

Όχι ότι δεν υπάρχουν και οι κανονικές, σύμφωνα με το δικό μου γλωσσικό αισθητήριο, λέξεις, π.χ. η βουλευτίνα, η δικαστίνα, η συντρόφισσα, η γιατρίνα ή η γιάτρισσα, κλπ. – λέξεις που υπήρχαν από παλιά, ακόμα κι όταν δεν υπήρχαν πραγματικές βουλευτίνες ή δικαστίνες, αλλά γίνονταν λόγος για το αν μπορούσαν να υπάρξουν (έτσι κι αλλιώς, η γλώσσα μπορεί να μιλάει για πράγματα που δεν υπάρχουν: nulla rosa est). Ακούγονται επίσης όλο και συχνότερα νεολογισμοί όπως η ζωγράφα και η ταμία (αν και, στη δεύτερη περίπτωση, όπως έγραψε πρόσφατα κάποιος φίλος μου, ο νεολογισμός τυχαίνει να είναι ο σωστός τύπος στην αρχαία ελληνική). Αλλά γίνεται όλο και πιο δύσκολο να σου επιτρέψουν να τις γράψεις, κι όχι μόνο στο δημοσιογραφικό λόγο (που ήταν πάντα υποταγμένος στον κομφορμισμό του συρμού) αλλά και στο λόγο των βιβλίων.

Ειδικά οι λέξεις σε «-ισσα» προκαλούν νευρική κρίση σε κάθε κομ-ιλ-φο διορθωτή. Είναι, ωστόσο, μια κατάληξη που υπήρχε ήδη στα αρχαία – διέπραξε όμως το αμάρτημα να διατηρηθεί και να επεκταθεί στο Μεσαίωνα και να περάσει έτσι, ενισχυμένη, στη δημοτική. Όπως έχω γράψει κι αλλού, κάθε πλαστή ιδέα συνέχειας τίποτα δε θεωρεί περισσότερο απειλητικό από μια πραγματική συνέχεια, κι όπου τη βρίσκει μπροστά της θέλει να την πατάξει.
Η πρώτη και η προφανής αιτία γι’ αυτό το φαινόμενο γλωσσικού τραβεστισμού είναι, εννοείται, ο νέος καθαρευουσιανισμός, που μοιάζει εντελώς αποφασισμένος να εξαφανίσει την ελληνοφωνία – και φαίνεται ότι θα τα καταφέρει, αν οι ελληνόφωνοι δεν αντισταθούν. Νομίζω όμως ότι υπάρχει κι ένας δεύτερος λόγος γι’ αυτά τα γλωσσικά μουστάκια: ο μισογυνισμός, και μάλιστα ένας μισογυνισμός ακόμα πιο ύπουλος αφού κρύβεται πίσω από την επίκληση μιας τυπικής-μορφικής εξίσωσης των φύλων. Δεν είναι δυνατό ένα πλάσμα που, π.χ., προεδρεύει σ’ ένα σεβαστό δικαστήριο να διαθέτει μήτρα (πήγα να γράψω μια άλλη λέξη που αρχίζει από το ίδιο σύμφωνο, ευτυχώς όμως θυμήθηκα εγκαίρως ότι υπάρχουν και άλλου είδους καθωσπρεπισμοί). Αφού δεν μπορούμε να της την αφαιρέσουμε πραγματικά, ας πραγματοποιήσουμε την εγχείριση στο αφηρημένο επίπεδο της γλώσσας.

Για να πούμε την αλήθεια, η ουσία του προβλήματος έχει μεγάλη ιστορία. Θυμήθηκα μάλιστα κάτι που μου είχε κάνει εντύπωση από παλιά, μια άλλη περίσταση όπου το γλωσσικό σιδέρωμα και ο μισογυνισμός βαδίζουν χέρι-χέρι. Τον παλιό καιρό, λοιπόν, τα θηλυκά μέλη της οικογένειας του Κομνηνού, του Μακρεμβολίτη ή του Παλαιολόγου ονομάζονταν αντίστοιχα Κομνηνή, Μακρεμβολίτισσα ή Παλαιολογίνα – τι τα θέτε όμως, είναι γνωστό ότι οι Βυζαντινοί ήταν (σε πείσμα της επίσημης γραμματείας τους) κατά βάθος μαλλιαροί, άσε που δεν τους χώνευε κι ο Καστοριάδης. Η νεοελληνική γραφειοκρατία προτίμησε, για την περίπτωση αυτή, τη γενική πτώση του αρσενικού (γενική κτητική, προφανώς), γεγονός που επέτρεψε και το λανσάρισμα μερικών αρχαιοπρεπών γενικών, π.χ. η Νικολαΐδου.
Και, επιστρέφοντας στο θέμα μας, το πράγμα εξελίσσεται συστηματικά. Σχετικά πρόσφατα, με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράκ, πρόσεξα τον τύπο «η στρατιώτης» – και πάλι σε εφημερίδα. Νομίζω ότι έχουν ωριμάσει πια οι συνθήκες για να δοθεί το τελικό χτύπημα, απολύτως συμβατό με όσα έχουν προηγηθεί: είναι καιρός να τεθεί εκτός νόμου αυτή η απαρχαιωμένη, έμφυλη κι έκφυλη, και σε τελική ανάλυση υποτιμητική κι αηδιαστική λέξη, «γυναίκα», και να αντικατασταθεί με το κομψό και απέριττο: η άνδρας.

Ν. Κ., Μάρτης του MMVI

Πηγή: http://www.happyfew.gr/buccaneers_gambit/gambit.htm

Άλλο «εξηγώ», άλλο «κατανοώ» κι άλλο «γνωρίζω» κ. Νανόπουλε – του Γιάννη Δ. Ιωαννίδη

Το αντίθετο τής αλήθειας είναι η διαύγεια

Νιλς Μπορ

του Γιάννη Δ.Ιωαννίδη

Παρακολούθησα προχτές μια τηλεοπτική συζήτηση στη ΝΕΤ μεταξύ τού Επιστήμονος κου Νανόπουλου και τής «ηδυμιγούς χαμούρας» (Κώστας Ζουράρις) κας Φλέσσα. Ο Επιστήμων επαναλάμβανε τις γνωστές πεποιθήσεις του: τα πάντα στον άνθρωπο είναι ηλεκτροχημικές διεργασίες και εξηγούνται πλήρως μέσω αυτών` η πίστη είναι ίδιον τών ανασφαλών` οι «έξυπνοι» δεν πιστεύουν σε τίποτε (και δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι «εξυπνοι»)` χάρη στα φωτόνια γνωρίζουμε πλέον την ιστορία τού σύμπαντος από τα 380.000 χρόνια τής εμφανίσεώς του κι έπειτα` αλλά χάρη στα βαρυόνια και τα νετρίνα θα σπάσουμε αυτό το φράγμα και θα φτάσουμε έως το σημείο «μηδέν»` η κοινωνία αμοίβει τούς επιστήμονες για να ερευνούν και να λένε πάντα την αλήθεια, κ.τ.τ.

Ως συνήθως, ο Επιστήμων στήριζε και υποστήριζε το ασφαλές και το αληθές τών λόγων του στην αναγωγική εξήγηση: τα δάκρυα εξηγούνται αναγόμενα στις τάδε ηλεκτροχημικές διεργασίες` η θλίψη εξηγείται αναγόμενη στις δείνα φυσικοχημικές διεργασίες, κ.ο.κ.

Δεν προτίθεμαι βέβαια να αρνηθώ την ύπαρξη όλων αυτών τών ηλεκτροχημικών ή άλλων ανάλογων διεργασιών, που εντοπίζει η Επιστήμη. Εκείνο που, όχι μόνο προτίθεμαι να αρνηθώ αλλά και απορρίπτω πλήρως είναι το σφάλμα ορισμένων επιστημόνων, όπως ο κ. Νανόπουλος, να μπερδεύουν την αναγωγική εξήγηση με την κατανόηση και τη γνώση. Εκείνο που απορρίπτω πλήρως είναι το σφάλμα αυτών τών επιστημόνων να φαντάζονται οτι κατανοούν και γνωρίζουν π.χ. τι εστί θλίψη ανάγοντάς την στις ηλεκτροχημικές εξηγήσεις.

Η εξήγηση γενικά, και η αναγωγική εξήγηση ειδικά, αποτελούν ένα μέρος τού γνωρίζειν. Η κατανόηση αποτελεί ένα άλλο μέρος του. Όποιος τα μπερδεύει, νομίζοντας οτι έχει κατανοήσει και γνωρίζει ένα οποιοδήποτε φαινόμενο (πόσο μάλλον τα ανθρώπινα) επειδή μπορεί να παραθέσει μια σειρά αναγωγικών εξηγήσεων επ’ αυτού, σφάλλει οικτρά. Κι όταν αυτός είναι Επιστήμων, δηλαδή ερευνητής τής επιστημονικής αλήθειας, τότε απλώς επιβεβαιώνει τον Νιλς Μπορ: κέρδισε τις αλήθειες του χάνοντας σε διαύγεια.

Καθαρή γνώση είναι η εξακρίβωση ενός γεγονότος μαζί με την ερμηνεία αυτού του γεγονότος ως μοναδικού σκοπού. Οι ερμηνείες είναι διακρίσεις, αφαιρέσεις. Απεναντίας η κατανόηση ενός γεγονότος είναι υπόρρητη, συνθετική. Δεν είναι μόνο μια αντίληψη αλλά η προσαρμογή του εγώ σε μια νέα κατάσταση. Χρειάζεται να κατανοήσουμε πριν μπορέσουμε να εξηγήσουμε. «Εξηγώ» σημαίνει «φτύνω μια μπουκιά». «Κατανοώ» σημαίνει την «καταπίνω». Υπάρχουν μπουκιές που τις φτύνουμε πριν τις καταπιούμε, αφού απλά τις γλεντήσουμε. Υπάρχουν μπουκιές που μπορούμε να τις χωνέψουμε, που μεταμορφώνουν το είναι μας, άλλες που απλώς τις κατεβάζουμε, κι άλλες που μάς σκοτώνουν […] Η κατανόηση είναι μια πράξη ισχύος. Η εξήγηση είναι μια πράξη απόρριψης. ΄Ετσι η κατανόηση είναι μια ικανότητα, μια τέχνη. Κατανοώ σημαίνει, εμπεριέχω, υποκειμενοποιώ – εφόσον μιλάμε για την ικανότητα περιεκτικότητας του πνεύματος, του εγκεφάλου, που είναι τα σπλάχνα τής σκέψης (Περί Μορφής.Σκιαγραφία μιάς μεθοδολογίας τών τεχνών,1953-1957, στα ελληνικά εκδόσεις Νησίδες, 2002).

Με άλλα λόγια, η γνώση δεν εξαντλείται ούτε στην κατανόηση (όπως υποστηρίζουν οι λάτρεις τού «βιώματος») ούτε στην εξήγηση (όπως υποστηρίζουν οι λάτρεις τής «επιστήμης»). Γνώση είναι το παιχνίδι τής συμπληρωματικής αντίθεσης μεταξύ κατανόησης και εξήγησης. Το συναμφότερον κατανόησης και εξήγησης.

Οι αναγωγικές εξηγήσεις τού κ. Νανόπουλου λοιπόν, και τών επιστημόνων αυτού τού είδους, δεν συνιστούν γνώση. Και ό,τι κέρδος μάς προσκομίζουν στο επίπεδο τών επιστημονικών αληθειών, συνιστά απώλεια σε ό,τι αφορά τη διαύγεια. Μια τραγική απώλεια στην περίπτωση που δεν καταλαβαίνει κανείς το παιχνίδι τής γνώσης!

Η απώλεια αυτή γίνεται ακόμη τραγικότερη όταν το έδαφος και η μεθοδολογία τού εξηγητικού λόγου είναι, όπως στην περίπτωση τού κ. Νανόπουλου (και τού Μαρξ!), ο αναγωγισμός.

Τι εστί αναγωγισμός; Είναι η τάση, η οποία συνίσταται στην εξαγωγή τού ανώτερου από το κατώτερο, τού πλέον σύνθετου από το απλούστερο, θεωρώντας ως πραγματικά και θεμελιωδέστερα μόνο τα απλούστερα συστατικά. Για παράδειγμα, τα φαινόμενα τής συνείδησης ανάγονται στις ηλεκτροχημικές διεργασίες τού εγκεφάλου (Νανόπουλος), τα κοινωνικά φαινόμενα και γεγονότα ανάγονται στην ικανοποίηση τών υλικών αναγκών τού ανθρώπου (Μαρξ).

Ας αφήσω εδώ να μιλήσει ο Ζαν-Πιέρ Βουαγιέ:

Ο αναγωγισμός δικαιολογείται πλήρως στις επιστήμες της φύσης αλλά δεν δικαιολογείται καθόλου σε ό,τι αφορά τη μελέτη της ίδιας της ανθρωπότητας. Οι επιστήμες της φύσης δεν θα υπήρχαν χωρίς τον αναγωγισμό. Δεν θα υπήρχε καμιά εφαρμογή τους, ούτε ο ηλεκτρισμός, ούτε η ατομική βόμβα, ούτε οι γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί, κλπ. Μπορούμε να πούμε πως ο αναγωγισμός είναι η αξιωματική Αρχή αυτών των επιστημών. Η απάντηση του Λαπλάς στον Ναπολέοντα («ο Θεός είναι μια άχρηστη υπόθεση») το αποδεικνύει περίτρανα. Δεν μπορούμε όμως να βγάλουμε από τη μέση το Θεό όταν ισχυριζόμαστε πως μελετάμε την ίδια την ανθρωπότητα και όχι απλώς τη μηχανική των ουρανίων σωμάτων (Ο σκοπός μου στη ζωή).

H πεποίθηση τού κ. Νανόπουλου οτι η πίστη γενικώς εξηγείται, και μάλιστα πλήρως, σαν ψυχολογικό αποτέλεσμα τού φόβου τών πρωτόγονων ανθρώπων λ.χ. για τούς κεραυνούς — δηλαδή ως ένα έλλειμα αναγωγικής εξήγησης (από το οποίο βέβαια πρέπει να πάσχουν, κατά τον Επιστήμονα, όλοι οι μη-«έξυπνοι» άνθρωποι από καταβολής κόσμου έως και σήμερα) — δεν είναι καθόλου καινοφανής. Το ίδιο πίστευε και ο, αναγωγιστής επίσης, Καρλ Μαρξ. Το ίδιο πίστεψαν, πριν από αυτούς, οι Διαφωτιστές και θεωρούν χρέος και κλέος τους να πιστεύουν πάντα όλοι οι «έξυπνοι» επίγονοί τους. Αλλά η πεποίθηση αυτή προέρχεται, η ίδια, από μια τραγική έλλειψη κατανόησης και τελικά γνώσης: τής κατανόησης τής σημασίας τού Νοήματος για την ανθρωπότητα.

Η εφαρμογή, ήδη από τούς Διαφωτιστές, τού αναγωγισμού στη μελέτη τής ανθρωπότητας συντέλεσε μια πρώτη πράξη απονοημάτωσης: τα νοήματα και γενικώς το Νόημα παραμερίστηκαν για να αναχθούν και να εξηγηθούν από απλούστερα συστατικά. Σήμερα, η απονοημάτωση έχει πλέον συντελεσθεί: η αναζήτηση Νοήματος, δηλαδή Πίστης, δηλαδή Εμπιστοσύνης, δηλαδή Ελπίδας, δηλαδή τής «τών ελπιζομένων υπόσταση», θεωρούνται πάραυτα και ανεξέταστα χαρακτηριστικό «ανασφάλειας», «άγνοιας», «έλλειψης αναγωγικών εξηγήσεων» και, οριακά, «εθελοτυφλίας» και «φανατισμού». Απ’ όπου άλλωστε και η διαλαλούμενη, και μονίμως αποτυχημένη, ανθρωπιστική πατέντα: «Δώστε ψωμί και γνώσεις στον κοσμάκη για να πάψουν να πιστεύουν και να γίνουν πολιτισμένοι» — εν ολίγοις, «ικανοποιείστε τις υλικές ανάγκες και τον αναγωγισμό κι όλα θα λυθούν». Λες και στον Κεραύνιο Δία πίστεψαν ορδές πεινασμένων και μη-«έξυπνων» Αθηναίων μεταξύ 6ου και 4ου αιώνα π.Χ. Ή λες και οι χορτασμένοι επιστήμονες και λοιποί «έξυπνοι» ζουν οπωσδήποτε μια ζωή γεμάτη Νόημα.

Να πώς η αλήθεια είναι το αντίθετο τής διαύγειας!

Για το τεράστιο σφάλμα τής απόπειρας εφαρμογής τού εξηγητικού αναγωγισμού στη μελέτη τής ανθρωπότητας μίλησε διεξοδικά, μεταξύ άλλων, ο ανθρωπολόγος Marshall Sahlins ήδη από το 1976: το βιβλίο του Πολιτισμός και Πρακτικός Λόγος (εκδόσεις τού Εικοστού Πρώτου, 2004) αρκεί προς το παρόν για όποιον θα ήθελε να αναζητήσει την αλήθεια χωρίς να χάνει σε διαύγεια. Δεν θα πω λοιπόν αυτή τη στιγμή τίποτε περισσότερο επ’ αυτού.

Ωστόσο, πριν κλείσω, θέλω να υπογραμμίσω κάτι που είχα επισημάνει παλιότερα. Οτι στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης απονοημάτωσης τής ζωής, σαν μόνος «έγκυρος» φορέας που καλείται να παράσχει πίστη κι ελπίδα στην χειμαζόμενη ανθρωπότητα προβάλλει η Επιστήμη. Κι αυτή, μέσω εκπροσώπων της που αδυνατούν να καταλάβουν το παιχνίδι τής Γνώσης και τού Νοήματος, ορμάει πλέον στο προσκήνιο με όλη την επαρμένη αισιοδοξία τού μαθητευόμενου μάγου. Λες και δεν έχει μετάσχει η ίδια, με τον εξηγητικό αναγωγισμό της, στην απονοημάτωση αυτή, την οποία καλείται τώρα αν όχι να λύσει πάντως να ανασχέσει δια τής αναλγητικής οδού τών «τεχνολογικών θαυμάτων».

Ας προσέξουμε όμως τι είναι αυτό που μάς καλούν να κατανοήσουμε, δηλαδή να καταπιούμε, εξηγητικοί τού παντός λόγοι όπως αυτός τού κ. Νανόπουλου. Ας προσέξουμε σε τι μάς καλούν να προσαρμόσουμε τον εαυτό μας, να γίνουμε αυτοί οι λόγοι, προκειμένου να τούς βάλουμε μέσα μας και να τούς χωνέψουμε.

Ο άνθρωπος που «κατανοεί», δηλαδή «καταπίνει», δηλαδή «βάζει μέσα του», την ιδέα οτι λ.χ. οι θλίψεις του και οι χαρές του δεν είναι παρά εφέ ηλεκτροχημικών διεργασιών, είναι ο άνθρωπος-βιορομπότ.

Κι αν η «μετα»νεωτερική εποχή τής Νέας Τάξης Πραγμάτων δεν βλέπει άλλο τρόπο να διαιωνιστεί παρά μετατρέποντας τον άνθρωπο σε βιορομπότ, εμείς οφείλουμε να σκεφτούμε: αυτό θέλουμε να κατανοήσουμε, να καταπιούμε, να προσαρμόσουμε ως εαυτό μας, να βάλουμε μέσα μας, να χωνέψουμε και να γίνουμε;

Πηγή: http://www.happyfew.gr/archives/tips/tips13.htm

Ρατσισμός και Ατομικισμός (βίντεο) – αναλύει ο Γιάννης Δ. Ιωαννίδης

Ρατσισμός και Ατομικισμός

Κοινός τόπος είναι πλέον η προσέγγιση και η καταγγελία του φασισμού και του ναζισμού σαν να πρόκειται για ένα οπισθοδρομικό φαινόμενο, που αντλεί τις δυνάμεις του από ό,τι πιο «σκοτεινό κι ανορθολογικό» —δηλαδή ό,τι πιο ξένο προς το νεωτερικό πολιτισμό μας, λένε— υπάρχει στην ανθρώπινη ψυχή και απειλεί να γυρίσει τις σύγχρονες προοδευτικές και φιλελεύθερες κοινωνίες μας, το μοντέρνο σύστημά μας, στο «μεσαίωνα». Όμως κοινός τόπος είναι πλέον και η αποτυχία αυτής της προσέγγισης να εξηγήσει πειστικά και να ανακόψει την εμφάνιση παλιότερα και τώρα την επανεμφάνιση του ναζιστοφασισμού στις πιο προηγμένες χώρες του λεγόμενου δυτικού κόσμου, οι οποίες κατά τα άλλα οδύρονται, αλλά χωρίς να πείθουν, ότι αποτελεί εντός τους ξένο σώμα. Σε τελική ανάλυση, θα έπρεπε τουλάχιστον να προσεχθεί ότι τον «αντινεωτερισμό» επικαλείται και ο ίδιος ο ναζιστοφασισμός, αλλά ως καύχημα και για «ευγενείς λόγους» (την απαλλαγή από τις «υποκριτικές πολυπλοκότητες» της μοντέρνας ζωής και την αναβίωση ενός «απλού κι ένδοξου» αρχαίου παρελθόντος), στην προσπάθειά του να παρουσιαστεί σαν ένα κίνημα «αντισυστημικό». Οπότε … μπορείς άραγε να αντιπαρατεθείς μ’ επιτυχία σε κάποιον όταν τονίζεις υπέρμετρα ένα χαρακτηριστικό του, που και ο ίδιος θέλει να τονίζεται; Ασφαλώς όχι. Είναι ανάγκη λοιπόν να στραφούμε σε άλλου τύπου προσεγγίσεις.

Ευτυχώς, όπως είναι γνωστό, δεν είναι λίγοι οι στοχαστές που έχουν εντοπίσει και αναλύσει τη στενή σχέση του ναζισμού και του φασισμού με το κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα από μια βαθύτερη πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική σκοπιά, δείχνοντας καθαρά ότι ανήκουν στη σφαίρα του μύθου τόσο η «αντισυστημικότητα» του ναζιστοφασισμού όσο και ο «αντιφασιστοναζισμός» του συστήματος.

Εναλλακτικές προσεγγίσεις

Μεταξύ άλλων, θα αναφέρουμε εδώ για παράδειγμα:

  • την ανάλυση του Καρλ Κορς, που επισήμαινε ήδη από το 1941 («The workers’ fight against Fascism», στη συμβουλιακή επιθεώρηση Living Marxism, V, 3) τον εκφασισμό του αστικού κεφαλαιοκρατικού συστήματος μέσα από τη υπερσυγκέντρωση της οικονομικής ισχύος σε ένα σύστημα γιγάντιων ανώνυμων εταιρειών και τη γραφειοκρατικοποίηση της διοικητικής σφαίρας σε τέτοιο σημείο, ώστε, όπως έλεγε, το ίδιο το αστικό κράτος να έχει ήδη μετατραπεί σε «κορπορατιστικό κράτος», δηλαδή ακριβώς στο κράτος που οραματίζονταν οι φασίστες·
  • ή, πιο πρόσφατα, την προσέγγιση του Έντσο Τραβέρσο («Οι αντινομίες του αντιφασισμού», στο Δια Πυρός και Σιδήρου, 2007), ο οποίος προχωρώντας το νυστέρι βαθύτερα, στο πεδίο του πολιτισμού, τόνιζε πως ήταν σοβαρό σφάλμα των αντιφασιστών του Μεσοπολέμου να βλέπουν στο ναζιστοφασισμό ένα «σκοταδιστικό και μεσαιωνικό κατάλοιπο» και όχι μια «αντιδραστική εκδοχή της νεωτερικότητας», όπως πράγματι ήταν.

Και αν οι δυο προηγούμενοι είναι μαρξιστές, παρόμοια είναι και η προσέγγιση στοχαστών από άλλες σχολές σκέψης, όπως π.χ.:

  • του γνωστού μας εδώ Τζον Ράλστον Σάουλ, ο οποίος, επιβεβαιώνοντας τον Κορς, έδειξε πειστικά (βλ. Πολιτισμός χωρίς συνείδηση, 1995) με ποιο τρόπο στις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες «η νομιμότητα μετατοπίστηκε από τον πολίτη-άτομο στις ομάδες συμφερόντων» ώστε πλέον «η εξουσία να ανήκει στο νεοκορπορατισμό, που δεν είναι άλλος από τον παλιό κορπορατισμό» —πράγμα που σημαίνει ότι «ο Μουσολίνι κέρδισε τον πόλεμο»·
  • ή του επίσης πολύ γνωστού μας Ζακ Ελλύλ, ο οποίος τόσο από το 1945 αλλά και πολύ νωρίτερα («Ο φασισμός, παιδί του φιλελευθερισμού», επιθεώρηση Esprit, Φεβρουάριος 1937) τονίζει πως ο φασισμός δεν εξηγείται όπως αυτοπροβάλλεται, δηλαδή σαν υποτιθέμενη αντίδραση ή διαμαρτυρία ενάντια στο φιλελευθερισμό και τον κομμουνισμό, αλλά μόνο εάν καταλάβουμε δυο πράγματα:

α) ότι «ο φασισμός προϋπάρχει του φασιστικού δόγματος ως γεγονός», το οποίο εκδηλώνεται σε ένα «πλήθος τάσεων εκφασισμού των ίδιων των φιλελεύθερων καθεστώτων: αστυνομικά και βίαια μέτρα, υποκατάσταση του κοινοβουλίου από την κυβέρνηση, έκδοση διαταγμάτων, περιορισμός της ελευθερίας λόγου και του απεργιακού δικαιώματος, συστηματική διασπορά φόβου από τον Τύπο, επιθέσεις εναντίον κάθε αποκλίνουσας σκέψης και έκφρασης, διαμόρφωση μιας προ-φασιστικής νοοτροπίας» (1937, σ. 764)— τάσεις εγγενείς του αστικού φιλελευθερισμού· και

β) τη βαθιά συγγένεια του φασισμού με το φιλελευθερισμό στη λατρεία του τεχνικού πνεύματος, όπως τη διαπιστώνουμε π.χ. από το κρίσιμο γεγονός ότι «η απουσία οργανωμένης θεωρίας, που χαρακτηρίζει το φασισμό, αποτελεί ήδη συστατικό του φιλελευθερισμού» ακριβώς επειδή «ο φιλελευθερισμός χαρακτηρίζεται από ένα διαχωρισμό ανάμεσα στη σκέψη και τις συνέπειές της, (καθώς και) από την παρεπόμενη σύγχυση μεταξύ του επείγοντος και του εξωπραγματικού», καθώς επιδιώκει «να οργανώνεται ο υλικοτεχνικός οικονομικός κόσμος πάνω σε βάσεις απολύτως ανεξάρτητες από κάθε απόπειρα σκέψης» (1937, σ. 768-769).

Λουί Ντυμόν: ο δομικός υβριδισμός της νεωτερικότητας

Χάρη σε αναλύσεις όπως οι παραπάνω, διακρίνουμε καθαρά ότι η προσέγγιση του ναζιστοφασισμού ως ένα φαινόμενο «οπισθοδρομικό» και «ξένο» προς το σύγχρονο πολιτισμό μας είναι άστοχη· και ότι, κατά συνέπεια, η κριτική του προϋποθέτει την κριτική της ίδιας της νεωτερικότητας και του σύγχρονου κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Υπάρχει ωστόσο, πλάι σε αυτές τις κοινωνικοπολιτικές και πολιτισμικές αναλύσεις του ναζιστοφασισμού, και μια προσέγγιση που κατά τη γνώμη μου τις συμπληρώνει και μάλιστα πηγαίνει τη συζήτηση ακόμη βαθύτερα.

Είναι η προσέγγιση που οφείλουμε στον επίσης γνωστό μας εδώ ανθρωπολόγο Λουί Ντυμόν και συγκεκριμένα στη μελέτη του με τίτλο «Η αρρώστια του ολοκληρωτισμού» και υπότιτλο «Ατομικισμός και ρατσισμός στον Αδόλφο Χίτλερ», που δημοσιεύτηκε το 1970 και αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Δοκίμια για τον Ατομικισμό (Seuil, Παρίσι, 1983· Ευρύαλος, Αθήνα, 1988) —μια μελέτη που συνδέει το φαινόμενο αυτό με τις πρωταρχικότερες αξίες, τις «πρωταξίες» ή «κεντρικές σημασίες», του κυρίαρχου νεωτερικού κόσμου.

Βέβαια, ο Ντυμόν δεν ασχολήθηκε διεξοδικά με το ναζιστοφασισμό. Εκείνο που τον απασχόλησε κυρίως, ήταν η νεωτερική κοινωνία μας, όπως τη διάβασε συγκριτικά μέσα από την έρευνα πεδίου μιας εντελώς διαφορετικής κοινωνίας, της ινδικής. Καθώς δυο βασικές έννοιες που επεξεργάστηκε θα τις συναντήσουμε και εδώ, πρέπει πάρα πολύ σύντομα να πούμε ότι, μέσα από αυτή την έρευνα, κατέληξε να εντοπίσει ως πρωταξία του δυτικού νεωτερικού κόσμου το «ανεξάρτητο, αυτόνομο Άτομο», εννοώντας με αυτό ένα ειδικό «τύπο υποκειμένου», το «ηθικό Άτομο», το Άτομο «ως αξία», και όχι το απλό «εμπειρικό άτομο», όχι δηλαδή το ατομικό δείγμα του ανθρώπινου είδους, το οποίο συναντάμε άλλωστε σε όλες τις κοινωνίες. Έτσι, προσδιόρισε ως κύριο δομικό χαρακτηριστικό της νεωτερικής κοινωνίας μας τον «εξισωτικό Ατομικισμό» σε αντίθεση με τον «ιεραρχικό Ολισμό» (holisme) των προνεωτερικών κοινωνιών, όπως αυτή της Ινδίας, στις οποίες ως πρωταξία τίθεται η κοινωνία ως όλον, η όλη συλλογικότητα (κάστα, φατρία, κ.λπ.) —ενώ το Άτομο, ως τύπος υποκειμένου, μπορεί να υπάρξει εκεί μόνο «αναχωρώντας» από την κοινωνία και καταγγέλλοντάς την ως «ψευδαίσθηση» ή «τόπο του Κακού».

Το σημαντικό που πρέπει να συγκρατήσουμε εδώ σε σχέση με το ζήτημα που μας απασχολεί, είναι η ανάλυση του Ντυμόν για το δομικό «υβριδισμό» του νεωτερικού πολιτισμού. Καθώς το αυτόνομο και ανεξάρτητο Άτομο δεν μπορεί να εδραιώσει κοινωνία, μιας και αυτοπροσδιορίζεται σε ό,τι το διαφοροποιεί από το κοινωνικό σύνολο —αφήνοντας έτσι έξω, ή καλύτερα αποπέμποντας, από τον ορίζοντά του το ολιστικό στοιχείο του κοινωνικού—, ο Ατομικισμός, αν και χαρακτηρίζει τη νεωτερική κοινωνία, δεν μπορεί και να προσδιορίζει τη φύση της. Υπάρχει δηλαδή εκ των πραγμάτων η ανάγκη πάκτωσης της ολιστικής διάστασης μέσα στη θέσμιση της ίδιας της νεωτερικής κοινωνίας, επομένως η ανάγκη κάποιου συνδυασμού του Ατομικισμού με τον Ολισμό και τούτη η ανάγκη παράγει διαφόρων τύπων υβριδικές συλλογικές παραστάσεις, οι οποίες κατά τον Ντυμόν αποτελούν το «μαζικό γεγονός» της νεωτερικότητας και είναι τόσο πιο προβληματικές, παραισθητικές και εύθραυστες όσο εντονότερη, και πιο «τυφλή», προβάλλει η αποπομπή του συλλογικού από το ατομικό.

Ποια σχέση έχει αυτή η θέση του Ντυμόν με την ανάλυση του ναζισμού θα επιχειρήσω να καταδείξω στη συνέχεια, παρουσιάζοντας την ανάλυσή του κατά κύριο λόγο όπως την εξέθεσε ο ίδιος στο δοκίμιό του για την «αρρώστια του ολοκληρωτισμού».

Μια ιδιαίτερη μορφή του νεωτερικού υβριδισμού

Ο Ντυμόν τοποθετείται ξεκάθαρα στο πλευρό των στοχαστών που δεν θεωρούν το ναζιστοφασισμό ως ένα σώμα ξένο προς τον κόσμο μας, σαν ένα κατάλοιπο ας πούμε κάποιου σκοτεινού παρελθόντος: «Επιβάλλεται καταρχάς», τονίζει, «να αναγνωρίσουμε στο ναζισμό ένα νεωτερικό φαινόμενο, μια αρρώστια βέβαια, αλλά αρρώστια του κόσμου μας, και όχι απλά ένα παραλογισμό μερικών φανατικών, ένα αποτέλεσμα ποικίλων ιστορικών αιτίων ή εκτροχιασμού ενός ολόκληρου έθνους» (1988, σ. 158). Συγκεκριμένα, όπως έχει υποδείξει στη μελέτη του για τον «εξισωτικό ατομικισμό», το Homo Aequalis (τ. Α΄, Genèse et Épanouissement de l’ Idéologie Économique, Gallimard, Παρίσι, 1977), ο ναζισμός είναι μια αρρώστια της σύγχρονης εποχής, η οποία «απορρέει από την προσπάθεια, σε μια κοινωνία όπου ο ατομικισμός είναι βαθιά ριζωμένος και κυριαρχεί, να τον υπαγάγουν στην προτεραιότητα της κοινωνίας ως ολότητας» (1977, σ. 21-22).

Με άλλα λόγια, ο ναζισμός δεν είναι διόλου ξένος προς το σύγχρονο κόσμο, ούτε κι «αντισυστημικός»· απεναντίας, αποτελεί μια ιδιαίτερη εκδοχή της νεωτερικότητας, όπως λέει και ο Τραβέρσο, αλλά πολύ συγκεκριμένα: μια ιδιαίτερη εκδοχή θεμελιωμένη στην ίδια την υβριδική φύση του νεωτερικού πολιτισμού, ο οποίος αποπέμπει το κοινωνικό ως όλον και το επανεισάγει αναγκαστικά, αλλά από την πίσω πόρτα, για να μη διαλυθεί από τον ανεξέλεγκτο ατομικισμό. Μάλιστα, όπως επισημαίνει ο Ντυμόν, η ίδια η βία του ναζιστικού κινήματος έχει τις ρίζες της σε αυτή την απόπειρα υβριδικής ένωσης και «διαποτίζει ‘‘και τους ίδιους τους ηγέτες του, καθώς είναι διαμελισμένοι ανάμεσα σε δυο αντικρουόμενες τάσεις» (1977, σ. 22) ,   τον ατομικισμό και τον κοινωνικό ολισμό.

Υπάρχει ναζιστική ιδεολογία;

Για να επαληθεύσει αυτή την πρότασή του, ο Ντυμόν χρειάστηκε βέβαια να την εντοπίσει στην ίδια τη ναζιστική ιδεολογία. Εδώ είχε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ότι, από διάφορες απόψεις, φαίνεται σαν να είναι ο ναζιστοφασισμός τόσο απορροφημένος με την «ευέλικτη δράση» και τον άνευ ηθικών διλημμάτων «πρακτικισμό» ώστε, πέρα από μια σειρά κατά βάση οπορτουνιστικών προπαγανδιστικών δηλώσεων, να μη διαθέτει ένα συμπαγές δόγμα. Μάλιστα, πολλοί σημείωναν σχετικά ότι στο ναζιστικό κόμμα υπήρχαν τόσες ιδεολογίες όσες και αρχηγοί, και πως οι πιο επιρρεπείς στην ιδεολογία ήταν υποβαθμισμένοι σε σχέση με τους πιο κυνικούς.

Φαίνεται πράγματι να υπάρχει εδώ ένα κομβικό σημείο του ναζισμού. Ας θυμηθούμε ότι, όπως έχω ήδη πει, ο Ελλύλ εντόπιζε ως κοινό σημείο του ναζισμού με το φιλελευθερισμό ακριβώς το διαχωρισμό του γεγονότος από την ιδέα, την απόδοση προτεραιότητας στη μέθοδο έναντι του ιδεώδους και την απόρριψη μιας συστηματικής θεωρίας, ενός συνεκτικού δόγματος —πρωταξίες όλα αυτά της τεχνικής εποχής. Γι’ αυτό το λόγο, πρότεινε ότι μόνο «μέχρις ενός σημείου έχει νόημα να δει κανείς το φασισμό μέσα από την ιδεολογία του», εξηγώντας ότι «το φασιστικό δόγμα είναι ένα εξωτερικό στοιχείο του φασισμού, που προστίθεται σε αυτόν εκ των υστέρων και λουστράρει την πρόσοψή του, χωρίς να είναι αναγκαίο για την ύπαρξή του» (1937, σ. 764).

Έχει ενδιαφέρον ως προς αυτό, ότι ο Ελλύλ διέκρινε πως «η εδραίωση του φασισμού ακολουθεί τα εξής στάδια: δημιουργία μιας φασίζουσας νοοτροπίας — λήψη φασιστικού τύπου μέτρων — Φασισμός — δημιουργία ενός δόγματος» (1937, σ. 764), και τόνιζε ότι «ο φασίστας ηγέτης δεν είναι παρά ο άνθρωπος που καταπιάνεται με το να ενσαρκώσει όλους τους κοινούς τόπους, τους οποίους τα πλήθη έχουν ήδη αποδεχτεί, και γεννιέται αφότου ο φασισμός έχει καταστεί αναγκαίος» και (1937, σ. 765).

Ο Ντυμόν συμφωνεί βέβαια με τον Ελλύλ σε αυτό, λέγοντας ότι «η δημοτικότητα του Φύρερ θα ήταν ακατανόητη, αν δεν ήταν κατά κάποιο τρόπο και σε κάποιο πεδίο αντιπροσωπευτικός τύπος του σύγχρονου Γερμανού και, πλατύτερα, του σύγχρονου ανθρώπου» (1988, σ. 168) —με άλλα λόγια, ότι ο Φύρερ δεν δημιουργεί αλλά έρχεται απλώς να συνοψίσει και να εδραιώσει τον εκφασισμό, που ενυπάρχει σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή κρίσης των νεωτερικών κοινωνιών. Παρ’ όλα αυτά, θεωρεί πως η ιδεολογία όχι μόνο είναι υπαρκτή στο ναζισμό, αλλά και ότι μπορούμε να τον καταλάβουμε καλύτερα εάν την ερευνήσουμε.

Πράγματι, μελετώντας το πασίγνωστο βιβλίο του Χίτλερ, Mein Kampf (1924-1926), ο Ντυμόν εντοπίζει και καταγράφει δυο πράγματα:

α) αφ’ ενός, ένα πλήθος διαφορετικών χαρακτηριστικών, ατομικιστικής από τη μια και ολιστικής από την άλλη έμπνευσης, που το διαποτίζουν και συνδυάζονται εντός του σε ένα υβριδικό σύνολο· και

β) αφ’ ετέρου, ένα μικρό αριθμό αλληλένδετων εννοιών, γύρω από τις οποίες υφαίνεται «μια λίγο-πολύ ομόφωνη πίστη, η οποία προσανατολίζει τη δράση», δηλαδή σαφώς μια ιδεολογία —έννοιες όπως λ.χ. τα πρωτεία της δράσης, η έννοια του μοναδικού και υπέρτατου «αρχηγού-οδηγητή» (Führer) και η προσήλωση στο πρόσωπό του, η οποία αποτελεί την έσχατη αναφορά και αντικαθιστά αυτό που αλλού είναι η «αλήθεια», ή ο «λόγος» (βλ. Άρεντ, Οι καταβολές του Ολοκληρωτισμού, 1958). Άλλωστε, παρατηρεί, το ίδιο το Mein Kampf μάς δίνει μια σαφή ένδειξη για τη θέση της ιδεολογίας μέσα στο ναζιστικό κίνημα καθώς ο Χίτλερ εξηγεί εκεί, ότι «η βία δεν μπορεί από μόνη της να καταστρέψει μια κοσμοθεωρία και ότι για να καταστραφεί μια κοσμοθεωρία πρέπει να της αντιταχθεί μια άλλη κοσμοθεωρία».

Φυσικά, σε ό,τι αφορά τη ναζιστική κοσμοθεωρία, είναι σαφές ότι στη συσχέτιση που κάνει μεταξύ της ισχύος και της ιδεολογικής δικαίωσής της, ο Χίτλερ δίνει προτεραιότητα στην ισχύ έναντι της ιδέας, αλλά βέβαια πρόκειται για μια προτεραιότητα ιδεολογική, την οποία έρχεται να συνδράμει και να εδραιώσει ο ρατσισμός γενικά και ο αντισημιτισμός ειδικότερα. Στο σημείο αυτό ερχόμαστε σε άμεση επαφή με το ζήτημά μας.

Φυλετικός αντισημιτισμός

Γιατί ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός; Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο ο Ντυμόν αναδεικνύει και υπογραμμίζει το δομικό τους ρόλο στο ναζιστικό υβρίδιο.

Καταρχάς, σύμφωνα με τον ίδιο τον Χίτλερ, ο ναζισμός έπρεπε να είναι πρωτίστως μια απάντηση στο μαρξισμό, ο οποίος στα χρόνια του επηρέαζε τεράστιες λαϊκές μάζες· όχι όμως μια απάντηση κατά μέτωπο, όσο μια πλάγια απάντηση μέσω της παράκαμψης των θέσεων του μαρξισμού. Εδώ ακριβώς, η ναζιστική έννοια της φυλής κλήθηκε να παίξει ένα ρόλο «ομόλογο με αυτόν που έχει η έννοια της κοινωνικής τάξης στο μαρξισμό, με τη φιλοδοξία να αντικαταστήσει την ταξική πάλη με τη φυλετική» (1988, σ. 158).

Στη σημείο αυτό, από την εμμονή του Χίτλερ με τη φυλή δεν μπορεί να μας διαφεύγει η προσπάθειά του να εγκολπωθεί πλαγίως και δυο άλλες έννοιες ολιστικής υφής: τις έννοιες «λαός» και «έθνος», απομειώνοντάς τις δια της αναγωγής τους σε αυτή της φυλής. Δεν εξυπηρετούσαν την κοσμοθεωρία του έτσι όπως είχαν, διότι αυτές οι έννοιες αντιλαμβάνονται τη συλλογική κοινωνική οντότητα με όρους που υπερβαίνουν το φυσικοβιολογικό, μοιάζουν υπερβολικά «τεχνητές» και τους λείπει η αναγκαία για τον Χίτλερ πάκτωση στο «αίμα».

Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι με στενοχώρια διαπιστώνει ο Χίτλερ πως ο γερμανικός λαός (Volk) αποτελείται από τέσσερα φυλετικά στοιχεία και ότι, «δυστυχώς, το γερμανικό έθνος (Volksturm) μας δεν εδράζεται πάνω σε ενιαίο φυλετικό πυρήνα». Γι’ αυτό το λόγο, καθώς του ήταν πολύ δύσκολο να εξομοιώσει άμεσα τον Volk και το Volksturm με τη φυλή, προτίμησε μια διαφορετική έννοια, την völkisch, η οποία είχε αρχίσει να διαδίδεται ως το γερμανικό ισοδύναμο του «National», επιτρέποντας να λέγεται το «εθνικό» στα γερμανικά και όχι πλέον μέσω μιας λέξης ρωμανικής προέλευσης, και την οποία είχαν ενστερνιστεί ο παγγερμανιστές από τα τέλη του 19ου αιώνα δίνοντάς της οξεία ρατσιστική και αντισημιτική χροιά. Αυτό «το παράγωγο επιτρέπει στον Χίτλερ, ύστερα από την απόρριψη όλων των πολιτιστικών, θρησκευτικών ή πνευματικών ‘‘ονειροπολημάτων’’, να διενεργήσει τη μετάβαση στη φυλή» (1988, σ. 189)

Όμως ακόμα πιο χαρακτηριστική της εμμονής του Χίτλερ με την έννοια της φυλής και της ανάγκης του ναζισμού για φυλετική εδραίωση της κοσμοθεωρίας του, είναι το γεγονός ότι ο ναζιστικός αντισημιτισμός, παρ’ όλο που συνδυάζει προπαγανδιστικά όλες τις προϋπάρχουσες μορφές αντισημιτισμού, δεν είναι πλέον ένας θρησκευτικός αλλά ένας καθαρά φυλετικός αντισημιτισμός. «Μάλιστα», σημειώνει ο Ντυμόν, «η μετάβαση από ένα θρησκευτικό σε ένα φυλετικό αντισημιτισμό είναι ένα σημείο στο οποίο ο Χίτλερ επιμένει ιδιαίτερα» . Για ποιο λόγο;

Ο λόγος είναι ότι υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα με την έννοια της φυλής. Είναι αρκετά αδύναμη για να παίξει το ρόλο του υποκατάστατου της μαρξιστικής έννοιας της κοινωνικής τάξης, διότι η φυλή «απλώς παρατάσσει σε μια γραμμή ένα πλήθος ατόμων που σαν τέτοια δεν έχουν καν στην καθημερινή ζωή την αλληλεγγύη, που μπορούν να παρουσιάσουν τα μέλη της ίδιας κοινωνικής τάξης, π.χ. οι εργάτες ως εργάτες στους διεκδικητικούς αγώνες τους» (1988, σ. 190). Έτσι, όπως μπορεί να δει κανείς καθαρά σε ένα κεφάλαιο του Mein Kampf με τίτλο «Λαός και Φυλή», ρόλος του φυλετικού αντισημιτισμού είναι να θεμελιώσει και ενισχύσει την φυλή ως αξία στο επίπεδο των λαϊκών παραστάσεων. Με ποιο τρόπο; Με την υπόδειξη ενός φυλετικού αποδιοπομπαίου τράγου, για να θυμηθούμε εδώ τον Ρενέ Ζιράρ. Μέσα από την αποπομπή των Εβραίων ως φυλετική προσωποποίηση του κακού, η οποία, κατά τον Χίτλερ, από τον καιρό του Μωυσή παρεμβαίνει διαρκώς για «να εκτρέψει τα πράγματα από το φυσικό τους δρόμο», μπορεί ο χιτλερικός φυλετισμός να εμφανιστεί σαν ένα θετικό δόγμα, σαν μια θετική αξία: «Αρκεί να παρέμβουμε καθαρτικά εμείς, η Άρεια φυλή, για να ξαναπάρει η Ιστορία το φυσικό της δρόμο».

Όμως, όπως παρατηρεί ο Ντυμόν, το κεφάλαιο αυτό του Mein Kampf μάς δείχνει κάτι ακόμα, πολύ ουσιαστικό. Στην εμμονή του να εξοβελίσει την εβραϊκή φυλή, ο Χίτλερ μέμφεται σταθερά και μετά βδελυγμίας τους Εβραίους ότι, κατ’ αυτόν, διέπονται «από το ένστικτο της ατομικής αυτοσυντήρησης, από τον εγωισμό του ατόμου»: «Συσπειρώνονται», λέει, «σαν ζώα την ώρα του κινδύνου κι έπειτα, όταν περάσει ο κίνδυνος, σκορπίζουν». Αυτή η μομφή δίνει την εντύπωση ότι έχουμε στον Χίτλερ ένα βαθύτατο «αντι-ατομικισμό»—άρα ένα δομικό «αντινεωτερισμό» της ναζιστικής ιδεολογίας. Όμως ο Ντυμόν μάς συμβουλεύει να είμαστε προσεκτικοί, διότι η εντύπωση αυτή είναι τελείως λαθεμένη. Στην πραγματικότητα, «ο Χίτλερ πρόβαλε πάνω στους Εβραίους την ατομικιστική ροπή, που αισθανόταν ο ίδιος να απειλεί εντός του την ‘‘άρεια’’ αφοσίωσή του στην κοινότητα» (1988, σ. 180),

Σε τι πίστευε βαθιά κι ακράδαντα ο Χίτλερ;

Σε αυτό το σημείο, φτάνουμε στην ουσιώδη ανθρωπολογική επισήμανση του Ντυμόν αναφορικά με το ναζισμό: αυτό που έκανε τον Χίτλερ να θέσει ως ύψιστη έννοια για το μεν κοινωνικό την ιδέα της φυλής και για την ιστορία την ιδέα της φυλετικής πάλης, είναι ο βαθύτατος ατομικισμός του. Ας το δούμε από πιο κοντά.

Πολλοί βλέπουν στην ιδεολογία του Χίτλερ μια «επιστροφή» στα προνεωτερικά αριστοκρατικά ιδεώδη επειδή το Mein Kampf περιέχει πολλές αναφορές στην «αριστοκρατική αρχή της Φύσης». Όμως αν προσέξουμε καλύτερα, μάς λέει ο Ντυμόν, θα δούμε ότι αυτό που εννοεί ο Χίτλερ ως «αριστοκρατική αρχή της Φύσης» ουσιαστικά δεν είναι παρά η «έκφραση του κοινωνικού δαρβινισμού του: ο ισχυρός θριαμβεύει πάνω στον αδύναμο, λέει ο Χίτλερ, κι εδώ βρίσκεται το μέτρο των αξιών. Έχουμε δηλαδή την αναγωγή του συσχετισμού δυνάμεων σε ηθική αρχή, την ανύψωση της ισχύος σε αξία —μια σαφή αντιστροφή της ‘‘αριστοκρατικής αρχής’’» (1988, σ. 181). Και πραγματικά, αν αναρωτηθούμε ποιοι ήταν οι στόχοι που υπηρετούσε ο ναζισμός, η απάντηση του Χίτλερ είναι σαφέστατη: «Είναι η ίδια η εξουσία, η κυριαρχία που παράγει ή εκδηλώνει την υπεροχή».

Πιο χαρακτηριστικά ακόμα, ο Χίτλερ, επισημαίνει ο Ντυμόν, δυσπιστούσε πλήρως προς όλα τα ιδεώδη και τις ιδεολογίες. Σαν τυπικότατος μοντέρνος άνθρωπος, σκεπτικιστής και συνάμα κυνικός, όλα αυτά τα θεωρούσε απλώς σαν αγωγούς κρυφών συμφερόντων και δήλωνε καθαρά ότι μια θεωρία είναι αναγκαία πάνω απ’ όλα για να υποτάξει τη μάζα στην ισχύ. Ουσιαστικά, δεν πίστευε σε καμιά αξία. Υπήρχε όμως κάτι στο οποίο πίστευε ακράδαντα, «και αυτό ήταν η πάλη όλων εναντίον όλων. Η πάλη για την επιβίωση, η πάλη για το συμφέρον, η πάλη για την ισχύ, την εξουσία ή την κυριαρχία, αυτό ήταν για τον Χίτλερ η έσχατη αλήθεια της ανθρωπότητας. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα του Mein Kampf» (1988, σ. 182). Ορίστε μια πλήρης διατύπωσή της, από το λόγο που εκφώνησε στις 5 Φεβρουαρίου 1928 στο Κούλμπαχ:

«Η ιδέα της πάλης είναι τόσο παλιά όσο κι η ίδια η ζωή, διότι η ζωή διαιωνίζεται χάρη στο ότι πεθαίνουν στην πάλη άλλα έμβια όντα. (…) Σε αυτή την πάλη οι πιο ισχυροί και οι πιο επιδέξιοι επικρατούν πάνω στους πιο αδύναμους και τους λιγότερο επιδέξιους. Η πάλη είναι η μητέρα των πάντων. Ο άνθρωπος ζει και διατηρείται πάνω από τον κόσμο των ζώων, όχι χάρη στις ηθικές αρχές της ανθρωπότητας, αλλά αποκλειστικά και μόνο μέσω της στυγνής πάλης» (1988, σ. 183)

Μια τέτοια πνευματική κατάσταση καχυποψίας, κυνισμού και απόρριψης απέναντι στις αξίες, και μια τέτοια τελική πίστη στην ωμή πάλη για την αυτοσυντήρηση ως η «σε τελική ανάλυση» αλήθεια του ανθρώπινου όντος, «είναι δυο πράγματα ασφαλώς πολύ διαδεδομένα σήμερα στο πεδίο του κοινού νου, τόσο στη Γερμανία όσο κι έξω από τη Γερμανία» (1988, σ. 183), υπογραμμίζει ο Ντυμόν. Και εδώ βρίσκεται το κύριο γεγονός, μέσω του οποίου ο Χίτλερ αντιπροσώπευσε τον καιρό του αναπαράγοντας τις βασικές παραστάσεις ενός πλήθους ανθρώπων ποικίλης κοινωνικής προέλευσης, με μια μορφή που ασφαλώς την είχε εντείνει στο έπακρο η εμμονή του αφού πραγματικά «δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ωθήσει ως την έσχατη προέκτασή τους παραστάσεις κοινότατες στην εποχή μας: την ‘‘πάλη όλων εναντίον όλων’’, την κοινοτοπία αυτής της χοντροκοπιάς, ή το πιο εκλεπτυσμένο ισοδύναμό της, τη μειωτική περιστολή του πολιτικού στοιχείου στην έννοια της ισχύος» (1988, σ. 191).

Φυλετισμός και Ατομικισμός

Από αυτή τη χιτλερική εξύψωση της «ωμής» μέχρι θανάτου πάλης για την αυτοσυντήρηση σε εξηγητική αρχή της ανθρώπινης ιστορίας και σε υπέρτατη αρχή της δράσης έπονται πράγματι γνωστά συστατικά της ναζιστικής ιδεολογίας, όπως ο εγκωμιασμός της θέλησης, για χάρη της οποίας η ειρήνη δεν τίποτε περισσότερο από μια συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα, και η νομιμότητα ένα απλό προσχηματικό μέσον. Όμως ακριβώς σε αυτή τη βαθύτατη πίστη του Χίτλερ βλέπουμε το νεωτερικό Ατομικισμό παρόντα μέσα στις πιο θεμελιώδεις παραστάσεις της ναζιστικής ιδεολογίας. Διότι, διευκρινίζει ο Ντυμόν, «ο υπερτονισμός της πάλης για τη ζωή (και για την κυριαρχία) μεταφράζει ακριβώς την ατομικιστική καταξίωση και την ατομικιστική άρνηση των συλλογικών πίστεων» (1988, σ. 187). Κι αυτή η βαθύτερη πίστη του Χίτλερ, ότι «τα πραγματικά υποκείμενα (ή τελοσπάντων τα κυριότερα) είναι τα βιολογικά άτομα που παλεύουν για τη ζωή» και τα οποία υποτίθεται ότι προηγούνται των σχέσεων τις οποίες συνάπτουν, δηλαδή της κοινωνίας ως σύνολο, είναι ακριβώς η βαθιά πίστη του νεωτερικού κόσμου μας στο σύνολό του. Ποιος δεν θυμάται το υπέρτατο πιστεύω μιας Μάργκαρετ Θάτσερ, για την οποία «Η κοινωνία είναι κάτι το ανύπαρκτο· αυτό που υπάρχει είναι άτομα, άντρες και γυναίκες, και  οικογένειες» (Women’s Own Magazine, 1987);

Εδώ βρίσκεται λοιπόν η απάντηση στο κρισιμότερο για την κατανόηση του ναζιστοφασισμού ερώτημα, το για ποιο λόγο ναζισμός έθεσε και θέτει (έστω και σιωπηρά σήμερα) τη φυλή ως αξία. Πράγματι, αυτό που «εξανάγκασε τον Χίτλερ να δει στη φυλή τη μόνη κατάλληλη θεμελίωση της συνολικής κοινότητας και εν γένει τη μόνη κινητήρια αιτία της ιστορίας, είναι η διαδεδομένη παράσταση του νεωτερικού ατομικιστικού νου, η ιδέα της ‘‘πάλης όλων εναντίον όλων’’» (1988, σ. 190). Διότι «το μόνο κατάλοιπο που θα μπορούσε ο άγριος ατομικισμός του να ανεχτεί στο πεδίο της κοινότητας, δεν ήταν άλλο από τη φυλή: οι άνθρωποι, πίστευε, σκέφτονται τα ίδια και ιδεωδώς τουλάχιστον ζουν μαζί, επειδή είναι ταυτόσημοι από φυσική, βιολογική και υλική άποψη» (1988, σ. 189) —γι’ αυτό το λόγο άλλωστε, διακηρύσσει στο Mein Kampf ότι «σκοπός του κράτους είναι η διατήρηση και η ανάπτυξη μιας κοινότητας ζωντανών όντων, που να είναι από φυσική και ηθική άποψη gleichartig», δηλαδή όμοιοι, από το ίδιο «είδος».

Σαν συμπέρασμα

Χάρη στην προσέγγιση του Λουί Ντυμόν μπορούμε λοιπόν να κατανοήσουμε τον ανθρωπολογικής υφής —και βαθύτερο και πιο αληθινό από λόγους όπως ο πολιτικός οπορτουνισμός, ή η παροχή εκδουλεύσεων— λόγο, για τον οποίο ο ναζισμός αποτελεί τυπικό φαινόμενο της νεωτερικότητας και δεν είναι κατά κανένα τρόπο ούτε «αντινεωτερικός», ούτε «αντισυστημικός».

Από εδώ μπορούμε να σκεφτούμε δυο επιπλέον πράγματα. Πρώτον, ότι η αποπομπή της συλλογικής («ολιστικής» στο λεξιλόγιο του Ντυμόν) διάστασης του ανθρώπινου όντος είναι τόσο μεγαλύτερη όσο μεγαλύτερη είναι η θριαμβολογική έπαρση του ατομικισμού του —αλλά και τόσο πιο επικίνδυνη, διότι η αποπομπή δεν σημαίνει επίλυση του προβλήματος, αλλά συσκότισή του και μέσα από το σκοτάδι ξεπροβάλλει ο αποπεμπόμενος συνήθως με την πιο αποτρόπαια μορφή.

Δεύτερον, ότι μια πραγματικά αντισυστημική σύλληψη του προβλήματος σημαίνει μια πραγματικά αντισυστημική σύλληψη της συλλογικής θέσμισης και της παρουσίας του ατόμου εντός της, πράγμα που προϋποθέτει μια αντίληψη του «υποκειμένου», διαφορετική τόσο από την «ατομικιστική» όσο και από τη στενά «ολιστική». Η ιδέα του υποκειμένου τόσο ως «αυτοαναφορικό Άτομο», που καταλήγει από το όραμα του ατόμου-πολίτη στην πραγματικότητα του ατόμου-ιδιώτη, όσο και ως «Μέλος συλλογικότητας», που από το όραμα του οργανικού μέλος ενός ευρύτερου σώματος καταλήγει στην πραγματικότητα του δουλικού και πειθήνιου όργανου —αυτές οι δυο κυρίαρχες ιδέες, που παλεύει να συνδυάσει υβριδικά ο κόσμος μας—, βρίσκονται πλέον σε αδιέξοδο. Και σε αυτό το αδιέξοδο οφείλεται, πιστεύω, τόσο η κυριαρχία «στρουκτουραλιστικού» ή «μηδενιστικού» τύπου ιδεών πλήρους άρνησης της ίδιας της έννοιας του υποκειμένου κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, όσο και η κατά καιρούς αναβίωση του ναζιστικού υβρίδιου στο δυτικό κόσμο.

Γνώμη μου είναι τελικά, ότι μια καινούργια ιδέα για το ανθρώπινο υποκείμενο, για το ποιοι είμαστε σε τελική ανάλυση ως «ζώα πολιτικά», επιβάλλει να ξανασκεφτούμε την «τριλεκτική μέθοδο» και την έννοια του «προσώπου», στο βαθμό που αναδεικνύει το ατομικό υποκείμενο όχι «έξω», όχι «μετά», ούτε «πριν» από το συλλογικό, αλλά εντός της «ενδιάμεσης ή μεταβατικής περιοχής» όπου συντελείται η ύπαρξή μας.

Γιάννης HS Ιωαννίδης

Πηγή: http://dangerfew.blogspot.com/2018/12/blog-post_13.html

Υποψήφιοι και δημοτικές εκλογές! Η δημοκρατία και οι αντοχές μας δοκιμάζονται!

Επειδή μας έχουν πρήξει τον έρωτα οι κάθε λογής υποψήφιοι των αυτοδιοικητικών εκλογών με τα βιογραφικά τους, τις επιθέσεις «φιλίας» και την πίστη σε «ιδανικά δημοκρατίας», θα ταν ωφέλιμο για τούς ίδιους και για μας, να τους απευθύνουμε τα ερωτήματα;

«δηλαδή εσείς πιστεύετε στη δημοκρατία»; κατεβαίνετε επειδή, η ουσιαστική δημοκρατία είναι αυταξία για σάς;  πιστεύετε δηλαδή στη δημοκρατική έκφραση του Δήμου-λαού, έστω και διαμέσου τη δική σας συμβολής; είστε πραγματικά, φύσει και θέσει, κοινωνοί και συμμέτοχοι στη μεγάλη αυτή παράδοση που γέννησε ο ελληνικός πολιτισμός;

Έχετε κοιταχτεί στον καθρέφτη, χωρίς μάσκα και φανταχτερά λόγια, του τύπου: για το καλό του τόπου, των συμπολιτών, κλπ και έχετε αναρωτηθεί; μήπως το κάνω για το δικό μου καλό; για να σωθώ μέσα στην κρίση, για να με βοηθήσουν οι δημαρχαίοι, για να ξεπεράσω τις αναδουλειές; επειδή σκέφτομαι ότι να πάει καλά η πάρτη μου, θα πάει καλά και – αυτό που εγώ θεωρώ – το δημόσιο συμφέρον; ή επειδή είμαι κι ένας μοντέρνος νάρκισσος που γνωρίζω τις διαδικασίες και ερεθίζομαι να «διευθύνω»;

Δηλαδή, πιστεύετε, ότι οι δημοτικοί σύμβουλοι είναι μια ομάδα που πρέπει ο Δήμαρχος, να ακούει και να διευκολύνει τη συμμετοχή και τη διαφωνία ακόμα ή είναι απλά ένα εργαλείο του δημάρχου; ο δήμαρχος είναι κάποιος που σέβεται και υπηρετεί τον Έρωτα (με την πρωταρχική δημιουργική σημασία) της δημοκρατίας ή είναι κάποιος καπάτσος που ξέρει να εκμεταλλεύεται και να χειρίζεται τις διαδικασίες και να ελίσσεται μέσα στους θεσμούς;

Έχετε, δηλαδή, πειστεί ότι η δημοκρατία, είναι το «κατ’αλήθειαν ζην»; ο «κατ’αλήθειαν βίος»; που δεν έχει σχέση με τη δουλίτσα μας, το μαγαζάκι μας, την υπηρεσία μας; Δηλαδή, συνειδητοποιήσατε ότι η δημοκρατία, είναι ένα συνεχές άθλημα και δεν σχετίζεται απλά με μια πολιτική πασαρέλα ιδιωτών, που τους εκλέγουν σχέσεις συμφερόντων;

Έχετε πιστέψει, δηλαδή, ότι η ουσία της δημοκρατίας, είναι το « «Το αληθεύειν εστί το αληθώς κοινωνείν», αλλιώς ως ιδιώτες που ασχολούνται με τα κοινά ως διαγωνισμός ταλέντων, ζούμε μέσα στο ψεύδος; Μήπως, πουλάκια μου στον ιδιωτικό και δημόσιο βίο σας, γουστάρετε το  θατσερικό δόγμα: «δεν υπάρχει κοινωνία, παρά μόνο άτομα και οικογένειες»; και μας το κρύβετε;!!!

Και κάτι τελευταίο! για ποιο λόγο μας αραδιάζετε τα βιογραφικά σας και το πόσο «πετυχημένοι» είστε; (που; σε τι; με ποια κριτήρια; για ποιο λόγο; για ποιο σκοπό; ) προσκομίζετε βιογραφικό σε πολυεθνική εταιρεία;  δηλαδή οι «φτωχοί» και «αμόρφωτοι» δεν κάνουν για τη δημοκρατία σας; από που κι ως που η οικονομική κατάσταση και η ακαδημαϊκή μόρφωση ήταν προϋπόθεση συμμετοχής και κριτήριο καταλληλότητας για την εκκλησία του Δήμου, του Αριστοτέλη και του Περικλή; «ούτε πάλι κάποιος, επειδή είναι φτωχός, κι ενώ μπορεί να κάμει κάτι καλό στην πολιτεία, εμποδίζεται από αυτήν την ασήμαντη κοινωνική του θέση» – Θουκυδίδης : Περικλή Επιτάφιος)

δεν ακούγεται να γουστάρετε και πολύ την ουσία της Δημοκρατίας, εντέλει; πετυχημένος ήταν και ο Χίτλερ ή ο Στάλιν!!! εύποροι ο Τράμπ και άλλοι! τους κόβεται για δημοκράτες;

Πριν βγείτε λοιπόν, στη ρούγα: ταπεινότητα και περισυλλογή! και καθρέφτης! πολύ καθρέφτης!

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

Ο Θωμάς Τσακαλάκης είναι ο πρώτος Έλληνας στοχαστής που ερευνά εις βάθος την πολιτική ορθότητα

«Η πολιτική ορθότητα πρόκειται για ένα μαχαίρι με δύο όψεις που, παραδόξως, κόβει μόνο από τη μία πλευρά: σχεδόν πάντα τη λαθεμένη»

Ο Σωτήρης Βαλάρης, παίρνει συνέντευξη από ένα παλιό φίλο μου, ο οποίος πραγματικά ανέβασε σε πανεπιστημιακό επίπεδο, παλιές συζητήσεις. Εκπληκτικός, μιλά για τη «Μισανθρωπία» του και τον παραλογισμό της δικτατορίας του πολιτικά ορθού. Ας τον απολαύσουμε…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Αν στην πραγματική ζωή υπήρχε το πλατωνικό Δαχτυλίδι του Γύγη, το οποίο, αντί να σε κάνει αόρατο  σου έδινε τη δυνατότητα να επανακαθορίσεις το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, σε περίπτωση που το έβρισκα, έχω την εντύπωση ότι τον Θωμά Τσακαλάκη θα τον έβαζα τουλάχιστον επίτιμο καθηγητή (γιατί είναι μικρός σε ηλικία) στη σχολή της Φιλοσοφικής ή στη σχολή που σπουδάζω, στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ, όπου διδάσκει μαθήματα τόσο στο προπτυχιακό όσο και στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα.

Αυτό θα το έκανα όχι μόνο γιατί είναι άρτια καταρτισμένος στην επιστήμη που υπηρετεί, ούτε γιατί οι φοιτητές που καταλαβαίνουν (δυστυχώς δεν είναι πολλοί) τους στοχασμούς και τους αναστοχασμούς του τον κοιτούν με προσήλωση, αλλά και γιατί όλο αυτό το κάνει με μεράκι και δέος προς ό,τι αφορά την έννοια της «Φιλοσοφίας».

Ο Θωμάς Τσακαλάκης έχει γράψει μέχρι στιγμής – μεταξύ άλλων – μια από τις καλύτερες διατριβές για το μπεκετικό χιούμορ, ένα φιλοσοφικό πόνημα για τη «Μισανθρωπία» και μία δημοσιογραφική μελέτη για τα εκατοντάδες δημοσιεύματα των βρετανικών εφημερίδων και ταμπλόιντ που την περίοδο της κρίσης χαρακτήριζαν διαρκώς τους Έλληνες ως τεμπέληδες, διεφθαρμένους και απείθαρχους.

Το 2019 επιστρέφει στον εκδοτικό κόσμο με βιβλίο γραμμένο στα αγγλικά για την «Πολιτική Ορθότητα». Μιλώντας στη HuffPost Greece, απαντά στο γιατί ένας φιλόσοφος θεωρεί μείζονος σημασίας να γραφτεί ένα βιβλίο (το πρώτο από Έλληνα) για την πολιτική ορθότητα. Προσπαθεί να δώσει σαφείς εξηγήσεις για το κύμα  της αγανάκτησης που επικρατεί σε Ελλάδα και Ευρώπη- και παγκοσμίως. Εκφράζει την επιθυμία του για έναν κόσμο στον οποίον θα κυβερνούν οι φιλόσοφοι καθότι, αν και δηλωμένος αντιπλατωνιστής ο ίδιος, θεωρεί το συγκεκριμένο πολιτικό σχήμα καθοριστικό για την καλυτέρευση των καιρών.

– Πώς ορίζετε την πολιτική ορθότητα και γιατί αποτελεί φιλοσοφική ανησυχία εν έτει 2019;

«Ο δικός μου αφορισμός, και όχι ορισμός, είναι ότι η πολιτική ορθότητα πρόκειται για ένα μαχαίρι με δύο όψεις που, παραδόξως, κόβει μόνο από τη μία πλευρά: σχεδόν πάντα τη λαθεμένη! Με άλλα λόγια, φρονώ πως συνιστά μίαν ακένωτη πηγή πολιτισμικής, κοινωνικο-πολιτικής, και φιλοσοφικής ανησυχίας διότι, αν και θεωρητικώς διακρίνεται από ηθικές αξίες και συλλογιστικές προκείμενες με τις οποίες ελάχιστοι σώφρονες άνθρωποι θα διαφωνούσαν, οι περισσότεροι υπέρμαχοί της καταφεύγουν σε επιθετικές και, εν πολλοίς,παράλογες πρακτικές που επιταχύνουν την πορεία μας προς μία πολιτισμική μαύρη τρύπα από την οποία δεν υπάρχει διαφυγή.

Ο όρος ‘πολιτική ορθότητα’ εμφανίστηκε σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους, πάντα με πηγή προέλευσης τις Η.Π.Α., και με ποικιλία συνδηλώσεων: Κατ’ αρχάς, χρησιμοποιήθηκε τη δεκαετία τού 1930 από Αμερικανούς κομμουνιστές ως κριτική κατά τού Σταλινικού δογματισμού. Τη δεκαετία τού 1970, ναι μεν ήταν ξανά αριστεροί και προοδευτικοί αυτοί που την επανέφεραν στη μόδα, αλλά τούτη τη φορά ως αυτοσαρκασμό. Λόγου χάριν, μία φεμινίστρια μπορεί να έλεγε: ‘το ξέρω ότι δεν είναι πολιτικώς ορθό, αλλά μου αρέσει να βάφομαι και να φοράω κομψά ρούχα’.

Από τα τέλη τής δεκαετίας τού 1980 έως σήμερα, με σημείο αφετηρίας την ακαδημαϊκή κοινότητα, έχει κυρίως τις εξής δύο σημασίες: α) την επιβολή, εκ μέρους ορισμένων μειονοτήτων και όσων δηλώνουν πως μάχονται για την κοινωνικοπολιτική δικαιοσύνη, απαγορεύσεων οι οποίες αφορούν όχι μόνο σε θέματα γλώσσας, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι, αλλά μέχρι και στην ενδυμασία (επί παραδείγματι, να μην ντύνεσαι Ινδιάνος στις Απόκριες, διότι θεωρείται ιδιοποίηση πολιτισμικής κληρονομιάς και ‘πολιτισμικός ιμπεριαλισμός’) ή και στο περιεχόμενο του προγράμματος σπουδών των πανεπιστημίων (κατάργηση συγγραμμάτων που περιέχουν έστω και μία φράση η οποία θα μπορούσε να εκληφθεί ως σεξιστική ή ρατσιστική), και β) τη θεσπισμένη εφαρμογή ‘θετικών δράσεων/διακρίσεων’ [affirmativeaction], υπό τη μορφή ποσοστώσεων, υπέρ τής συμμετοχής μη προνομιούχων κοινωνικών ομάδων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ή ακόμη και σε σχέση με τον αριθμό των μαύρων, των γυναικών, ή των διεμφυλικών ατόμων [transgenders] που πρωταγωνιστούν στην τηλεόραση, στο θέατρο, στον κινηματογράφο.’

Ορίζω’ σημαίνει αποπειρώμαι να αμυνθώ απέναντι στο αντικειμενικώς υπαρκτό, να το ονοματίσω και να διατυπώσω τα βασικά του ιδιώματα χάρις σε γενικεύουσες αφαιρέσεις, με σκοπό να το θέσω υπό τον έλεγχό μου περιχαράσσοντάς το εντός του πλαισίου των εννοιολογικών στερεοτύπων μου. Το αυτό ισχύει και για τους ορισμούς τής πολιτικής ορθότητας. Οι μεν συντηρητικοί και αντιδραστικοί την αναθεματίζουν, παρότι συχνά υπάρχει και πολιτική ορθότητα ‘Δεξιάς υφής’, και ένα τυπικό παράδειγμά της θα ήταν οι ενίοτε υπερβολικές αντιδράσεις κατά όσων κακολογούν τη δεσπόζουσα θρησκεία, οι δε σύγχρονοι προοδευτικοί και ριζοσπάστες, τουλάχιστον ένα ευμέγεθες τμήμα τους, την έχουν μετουσιώσει σε ιδεολογική ρομφαία τους. Παρεμπιπτόντως να τονίσω ότι δεν μου διαφεύγει η σημασιολογική ασάφεια από την οποία χαρακτηρίζονται στις μέρες μας οι πολιτικοί προσδιορισμοί ‘Δεξιά’ και ‘Αριστερά’, αλλά τούς χρησιμοποιώ για οικονομία χρόνου.

Δανειζόμενος μία ιδέα από τη θεωρία παιγνίων, θα έλεγα πως η σύγχρονη πολιτική ορθότητα οδηγεί αναπόδραστα σε μία ‘no-win’ κατάσταση, το οποίο σημαίνει ότι κανείς από τους ‘παίκτες’ δεν καρπώνεται κάτι το ουσιώδες. Για να το θέσω πιο απλά, η πολιτική ορθότητα πρόκειται για ένα παιγνίδι που η Αριστερά όχι απλώς δεν μπορεί ποτέ να κερδίσει, αλλά πιθανόν να όφειλε να μην το είχε ξεκινήσει καν. Η πολιτική ορθότητα αφενός δεν επιφέρει κάποια ουσιαστική βελτίωση στις υλικές συνθήκες ύπαρξης των αδικημένων μειονοτήτων για τις οποίες υποτίθεται πως αγωνίζεται, αφετέρου δίνει πάτημα σε όσους κατηγορούν τους υποστηρικτές της για ιδεολογική ακαμψία και έλλειψη κριτικού αναστοχασμού.

Ο όρος ‘πολιτική ορθότητα’ καθαυτός είναι προβληματικός και αντι νομικός, αφού προωθεί αντιφατικές ατζέντες όπως η ‘θετική διάκριση’, καταγίνεται με ψευδο-πολιτικές μάχες και συχνά αψηφά το λογικώς ορθό, ενώ ουκ ολίγες φορές εκπίπτει σε επιτηδευμένη ηθικολογία και σε κακόπιστη αξίωση κατίσχυσης με πρόσχημα την επίρρωση της ταυτότητας.Το κατανοώ πως δεν έχουμε πολύ χρόνο, αλλά επιτρέψτε μου ένα γλαφυρό παράδειγμα:Τη στιγμή που μιλούμε, το πιο ‘hot’ ή ‘trendy’, όπως θα έλεγε η νεολαία, όνομα στον χώρο τής παγκόσμιας διανόησης είναι ο άκρως συντηρητικός Jordan Peterson. Η σκέψη του είναι συγκροτημένη και ο λόγος του μεστός, παρά ταύτα θα μπορούσε κάποιος να ανιχνεύσει σε αυτόν τρωτά, ελλείψεις, και διαστρεβλώσεις. Όμως οι πολιτικώς ορθοί δημοσιογράφοι οι οποίοι τού παίρνουν συνεντεύξεις ανά τον κόσμο προτιμούν τις adhominem επιθέσεις εναντίον του ή αναμασούν ατεκμηρίωτες υποθέσεις εργασίας προερχόμενες από την ‘πολιτική τής ταυτότητας’, με αποτέλεσμα ο Peterson να αναδεικνύεται ‘νικητής’ χωρίς να χρειάζεται να κάνει τίποτε άλλο πέραν τού να αφήνει τους συνομιλητές του να εκθέτουν την ιδεοληψία τους και τη θεωρητική ανεπάρκειά τους σε κοινή θέα.»

– Σε τι βαθμό επηρεάζει την πολιτική συζήτηση, και πώς έχει αλλάξει την πολιτική σκακιέρα τα τελευταία χρόνια;

«Την επηρεάζει τα μέγιστα. Για την ακρίβεια την έχει ήδη αναπλαισιώσει, το οποίο, σύμφωνα με τη θεωρία τής επικοινωνίας, σημαίνει ότι κατόρθωσε να μετατοπίσει το παραδοσιακό επίκεντρο του ενδιαφέροντος του πολιτικού διαλόγου αποδίδοντας περισσή έμφαση σε συγκεκριμένες εκφάνσεις τής κοινωνικής πραγματικότητας, όπως τα ζητήματα φύλου και σεξουαλικής ταυτότητας ή τα προβλήματα των μεταναστών, και τοποθετώντας τες στον πυρήνα τής σύγχρονης ηθικο-πολιτικής προβληματικής. Αυτό, με τη σειρά του, συνεπάγεται την επιλογή ενός διαφορετικού ‘πεδίου μάχης’ για τη διεξαγωγή τού ‘πολιτικού πολέμου’.

Τουτέστιν,στις Η.Π.Α. για παράδειγμα, εδώ και αρκετά χρόνια οι προεκλογικές επικοινωνιακές στρατηγικές εστιάζονται περισσότερο στις εκτρώσεις, στην οπλοκατοχή, ή στη μετανάστευση, παρά στην αναβάθμιση της παιδείας, στην ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή, ή στο σύστημα υγείας. Θα σας παρακαλούσα να μου επιτρέψετε να παραθέσω ένα απόσπασμα από το προηγούμενο βιβλίο μου (Μισανθρωπία – Η Τελευταία Μεγάλη Αφήγηση, εκδόσεις Σμίλη), που υπό μία έννοια προλείανε το έδαφος για αυτό το οποίο ετοιμάζω τώρα, στα αγγλικά, περί πολιτικής ορθότητας: ‘Ιδού, λοιπόν, το πώς γίνεται ο κόσμος μας καλύτερος, το ένα τραγικοκωμικό βήμα μετά το άλλο: με τις κερδισμένες μικρές μάχες στον στίβο τής πολιτικής ορθότητας, όπως όταν μία πολυεθνική εταιρεία απολογείται επειδή δεν προέβλεψε τους γάμους μεταξύ ομοφύλων στα μενού των βιντεοπαιγνιδιών της’. Σύμφωνα με πλείστους όσους πολιτικούς αναλυτές από αμφότερα τα στρατόπεδα, ήτοι Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους, ορισμένες τέτοιου είδους υπερβολές τής πολιτικής ορθότητας συνετέλεσαν κατά πολύ στο να κερδίσει ο Donald Trump τις εκλογές τού 2016.

Σε σχέση με την αλληλεπίδραση μεταξύ πολιτικής σκακιέρας και πολιτικής ορθότητας, ταιριαστές και χρήσιμες είναι δύο απλές θεωρίες από τη φυσική. Γνωρίζετε ότι όταν ένα εκκρεμές ταλαντώνεται και φθάσει στη μέγιστη θετική τιμή απομάκρυνσής του από τη θέση ισορροπίας, σταματά για λίγο και κατόπιν αρχίζει την κίνησή του προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Επίσης, είναι πασίγνωστος ο Τρίτος Νόμος τού Νεύτωνα, περί δράσης και αντίδρασης. Ε, σε πολλές περιπτώσεις τα ίδια συμβαίνουν και με την πολιτική ορθότητα. Όταν ορισμένες κοινωνικές ομάδες είναι, ή νιώθουν, καταπιεσμένες και στερημένες από δικαιώματα εδώ και δεκαετίες ή αιώνες, προσπαθούν να φέρουν το κοινωνικο-πολιτικό εκκρεμές στη μέγιστη αρνητική τιμή απομάκρυνσής του από την κατακόρυφη ευθεία, και συχνά μετέρχονται ακραίους τρόπους για να το πετύχουν. Αυτές οι δράσεις, με τη σειρά τους, προξενούν αντιδράσεις, είτε με σκοπό να επανέλθει το εκκρεμές στην κατάσταση ισορροπίας είτε για να ταλαντωθεί και πάλι προς την αρχική του κατεύθυνση. Ως εκ τούτων, ενισχύονται και οξύνονται δίπολα όπως ξενοφοβία/αλληλεγγύη προς όλους τους μετανάστες, μισανδρία/μισογυνισμός,εθνικισμός/παγκοσμιοποίηση, και άλλα τινά. Σε παρόμοιες κρισιμότατες ιδεολογικο-πολιτικές αντιπαραθέσεις, η πολιτική ορθότητα μπορεί να είναι αίτιο, αιτιατό, ή καταλύτης, αλλά σχεδόν ποτέ δεν την έχω παρατηρήσει να λειτουργεί ως βαλβίδα ασφαλείας ή ως συνετή και κοινώς αποδεκτή λύση.»

–  Σε λιγότερο από τρεις μήνες διεξάγονται ευρωεκλογές. Πώς μπορεί να επηρεάσει την ατζέντα των συζητήσεων;

«Μα, η πολιτική ορθότητα έχει αρχίσει να παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής τής ατζέντας εδώ και πολλά χρόνια.Ήδη υπάρχουν ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη χρήση όρων που να είναι ουδέτεροι ως προς το φύλο, καθώς και εκδόσεις ‘οδηγών’ με συμβουλές για ζητήματα σεξουαλικής παρενόχλησης. Πάνω απ’ όλα, όμως, το φλέγον θέμα είναι οι μετανάστες, ιδίως η εικαζόμενη ή πραγματική σύνδεσή τους με την αυξημένη εγκληματικότητα, και ο τρόπος με τον οποίον οι αντίπαλες πλευρές το διαχειρίζονται είτε σε επικοινωνιακό επίπεδο είτε ως προς την ουσία του. Δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση όσων έχουν ως σημείο εκκίνησής τους την πολιτική ορθότητα και πρέπει να λάβουν αποφάσεις για τέτοιας υφής προβλήματα. Δεν έχω στη διάθεσή μου έγκυρα στατιστικά δεδομένα, αλλά ας υποθέσουμε, προς χάριν τού επιχειρήματος, ότι είναι αληθή πολλά από όσα έχουν καταγραφεί για τους βιασμούς, τις ληστείες, και τις άλλες εγκληματικές πράξεις εκ μέρους μεταναστών στη Σουηδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία. Όσοι συμπλέουν με την πολιτική ορθότητα, πώς να συμβιβάσουν μέσα τους, αλλά και στον πολιτικό λόγο τον οποίον αρθρώνουν, από τη μία τα αντικειμενικά στοιχεία αυτού τού περιεχομένου και από την άλλη τη ρητορική κατά τής ξενοφοβίας;»

CHEMNITZ, GERMANY – AUGUST 27: Jens Lorek, a lawyer for the right-wing Pegida movement, carries away flares thrown during a confrontation between left and right-wing protesters the day after a man was stabbed and died of his injuries on August 27, 2018 in Chemnitz, Germany. A German man died after being stabbed in the early hours yesterday following an altercation, leading a xenophobic mob of approximately 800 people to take to the streets. Today left-wing and right-wing groups of over a thousand people each confronted each other as riot police stood in between. Police announced today they have arrested a Syrian man and an Iraqi man as suspected perpetrators of the stabbing. (Photo by Sean Gallup/Getty Images)

– Ακροδεξιά μορφώματα διαρκώς γίνονται πιο ισχυρά. Πώς εξηγείτε την άνοδο τους;

«Δεν είμαι επαΐων επί τού θέματος. Εντούτοις δεν θέλω να νομίσετε ότι υπεκφεύγω, οπότε θα σας απαντήσω, έστω και μεθ’ επιφυλάξεως. Εικάζω πως και σε αυτήν την περίπτωση ισχύουν σε μεγάλο βαθμό τα όσα σάς προανέφερα περί εκκρεμούς και περί δράσης-αντίδρασης.

Εξηγούμαι:Στα κράτη τού αποκαλούμενου Τρίτου Κόσμου, οι πολιτικές αναταραχές, οι πολεμικές συγκρούσεις, η φτωχοποίηση, οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, και πιθανώς άλλοι γεωπολιτικοί, θρησκευτικοί, ή γεωοικονομικοί παράγοντες για τους οποίους δεν έχω τεκμηριωμένη άποψη, επιφέρουν τις μαζικές μεταναστεύσεις των πολιτών τους προς τις χώρες τού Πρώτου Κόσμου. Αρκετοί από τους κατοίκους των τελευταίων, έχοντας βιώσει διαδοχικές και συχνότερες από ό,τι παλαιότερα οικονομικές κρίσεις, και καθώς εμφορούνται από φόβο ως προς τα δυνητικώς αρνητικά συνεπακόλουθα της παγκοσμιοποίησης και της πολυπολιτισμικότητας, γίνονται εχθρικοί έναντι των μεταναστών και των προσφύγων.

Επιπλέον, ένα ποσοστό από όλους όσοι απηύδησαν με τα υπερβολικώς χιμαιρικά, όπως απεδείχθη, προτάγματα των κυρίαρχων ιδεολογιών, προφανώς αντέδρασαν στρεφόμενοι προς την ακροδεξιά, την απολιτική και κυνική στάση, τους εμπόρους τού κακώς εννοούμενου λαϊκισμού, και γενικώς προς οτιδήποτε ένιωθαν ότι τους βοηθά είτε στο να συντηρούν την ελπίδα τους για ‘κάτι’ καλύτερο είτε απλώς στο να ξεσπάσουν. Ασφαλώς υπάρχουν και ορισμένοι που ανέκαθεν είχαν τέτοιες πεποιθήσεις,αλλά δεν τις εκδήλωναν, προτιμώντας να ενσωματωθούν στα παραδοσιακά αστικά κόμματα.

Για να το πω λαϊκά, όταν τα πράγματα κυλούν σχετικά ομαλά, έστω και χάρις σε εορτοδάνεια, διακοποδάνεια, αυτοκινητοδάνεια και τα συναφή, τότε ‘όλοι δικοί μας είμαστε’, τότε όλοι ασχολούνται μόνο με καταναλωτικά όργια. Και στα όργια, ως γνωστόν, δεν υπάρχουν διακρίσεις και διαχωρισμοί, φύλα και φυλές… Όταν, όμως, οι καταστάσεις ζορίζουν, για τη διευθέτησή τους απαιτούνται στοιχεία με τα οποία η πλειονότητα των ανθρώπων, σε όλον τον κόσμο, τα πάει όλο και χειρότερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες: φρόνηση, ευθυκρισία, ευγένεια, και ούτω καθεξής. Το γιατί συμβαίνει αυτό, προσπάθησα να το εξετάσω στο προηγούμενο βιβλίο μου, τη Μισανθρωπία

 – Κινδυνεύει να χαθεί η ευρωπαϊκή ενότητα, και πώς μπορεί να σωθεί;

«Να με συγχωρέσετε, όμως και πάλι μόνο την αίσθησή μου ή τον μύχιο πόθο μου είμαι σε θέση να μοιραστώ μαζί σας, καθότι δεν διακρίνομαι από την αλαζονεία τής ημιμάθειας, συνεπώς δεν το κρίνω σωστό να εκφέρω μία ‘καφενειακή’ γνώμη στολισμένη με βαρύγδουπες αλλά αθεμελίωτες αναλύσεις.

Ως προς το πολιτικο-οικονομικό κομμάτι, υπάρχουν άλλοι πιο ειδικώς καταρτισμένοι από εμένα για να σας απαντήσουν εκτενώς, αλλά είναι εμφανές, ακόμη και στους αδαείς, πως στην Ευρώπη σοβεί μία πoλυσχιδής κρίση σε σχέση με θεσμούς, νομοθεσίες, διαδικασίες ενσωμάτωσης, γεωπολιτικές βλέψεις, και η οριστική ρήξη δείχνει να είναι πιο κοντά από ποτέ.

Η πλευρά τής επικείμενης ευρωπαϊκής διάσπασης για την οποία μπορώ να σας μιλήσω αναλυτικότερα αφορά στον πολιτισμό, και δη στον ρόλο που διαδραματίζει η πολιτική ορθότητα ως προς ένα τέτοιο ενδεχόμενο σχίσμα. Αρχικώς να τονίσω πως η αξιέπαινη πρακτική τής αυτοκριτικής εμφανίστηκε από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και ύστερα, δείχνοντας να ευδοκιμεί κυρίως, για να μην πω αποκλειστικώς, στις φιλελεύθερες ευρωπαϊκές δημοκρατίες, έστω και στους ελαττωματικούς ή υβριδικούς τύπους τους.

Ωστόσο, από μόνη της η αυτοκριτική δεν δύναται να επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές προς το καλύτερο, και συχνά έχει απλώς την αντισταθμιστική λειτουργία τού να επιβεβαιώνει την ηθική και πνευματική ανωτερότητα του λευκού Ευρωπαίου, ο οποίος αισθάνεται‘ένοχος’ για τον ιμπεριαλισμό του, τον σεξισμό του, και τον ρατσισμό του, ξεχνώντας ή μη γνωρίζοντας ότι και ο αραβικός πολιτισμός βασίσθηκε στην κατάκτηση, την εξόντωση, και τον βίαιο προσηλυτισμό ξένων πληθυσμών, ενώ δεν χρειάζεται να αναφέρω το πώς αντιμετωπίζουν στις μουσουλμανικές χώρες τις μοιχαλίδες ή τους ομοφυλόφιλους.

Εν πάση περιπτώσει, η Ευρώπη μοιάζει να έχει περιέλθει σε μία κατάσταση μη αναστρέψιμης πολιτισμικής παρακμής, καθότι πολλοί από τους προγραμματικούς στόχους τού Διαφωτισμού αποδείχθηκαν ανεπίτευκτοι, και τα όρια των ιδεωδών του στενότερα από όσο αυτός διακήρυττε. Το αποτέλεσμα είναι πως σήμερα έχουν δημιουργηθεί δύο στρατόπεδα, από τη μία οι Βορειοδυτικοί υπερασπιστές τής κοινωνικώς φιλελεύθερης κληρονομιάς τού Διαφωτισμού, λόγου χάριν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ανοικτής κοινωνίας, της πολυπολιτισμικότητας, της ανεκτικότητας, με άλλα λόγια τής πολιτικής ορθότητας, και από την άλλην οι Νοτιοανατολικοί, όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Σλοβακία και η Ρουμανία, που υποστηρίζουν την εθνική ταυτότητα, τη Χριστιανική παράδοση, την πυρηνική οικογένεια.

Πολλαπλές και πολυδιάστατες οι εσωτερικές αντιφάσεις τής Ευρώπης, και δυστυχώς δεν είμαι αισιόδοξος για την ενότητά της, ούτε για το μέλλον των πολιτών της. Στην προκειμένη περίπτωση ο πεσιμισμός μου δεν είναι θεωρητικός, αλλά ρεαλιστικός.»

– Ποιοι είναι τελικά οι χαμένοι της πολιτικής ορθότητας, και γιατί; 

«Έξοχο το ερώτημά σας. Κατά πρώτον, εκείνοι που υποτίθεται ότι επωφελούνται από την ανάδυσή της.Τουτέστιν οι αναξιοπαθούντες, όσοι πέφτουν θύματα των διαχρονικών δομικών ανισοτήτων, των βαθύρριζων συστημικών διακρίσεων και των εθνοφυλετικών προκαταλήψεων ή των πολιτισμικών στερεοτύπων, οι διάφορες μειονότητες, η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, οι γυναίκες οι οποίες έχουν όντως υποστεί σεξουαλική κακοποίηση, άτομα που συναντούν προσκόμματα στην επαγγελματική ανέλιξή τους ή ακόμη και στην ίδια την επιβίωσή τους απλώς εξαιτίας τής καταγωγής τους ή των πεποιθήσεών τους.Και αυτό διότι οι περισσότεροι εξ αυτών, όπως και οι αυτόκλητοι ‘υπερασπιστές τους’, έχουν εστιάσει την προσοχή τους στο δέντρο και χάνουν το δάσος. Κοιτάξτε, λόγου χάριν, τι γίνεται με το κίνημα #MeToo.

Θεωρώ εκ τού περισσού το να τονίσω ότι τάσσομαι αναφανδόν εναντίον όλων των χαμερπών ανθρωποειδών τα οποία εκμεταλλεύονται τη θέση εξουσίας που κατέχουν προκειμένου να εξαναγκάσουν γυναίκες ή άντρες να κάνουν σεξ μαζί τους. Μολοντούτο, τι γίνεται όταν βγαίνουν φετφάδες όπως το ‘να πιστεύετε πάντα τα θύματα’; Αποκλείεται, δηλαδή, κάποιες και κάποιοι να ψεύδονται για ιδιοτελείς λόγους, ένεκα κακόβουλης ιδιοσυγκρασίας, επειδή εκλήθησαν να εξυπηρετήσουν κάποια συμφέροντα, ή απλώς λόγω ασθενούς μνήμης; Να καταργηθεί διαμιάς το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, ήτοι μία από τις βασικότερες αρχές τής Ποινικής Δικονομίας; Επιπλέον, ποιοι είναι οι χαμένοι, αν όχι οι πραγματικά βιασθείσες και βιασθέντες, όταν πολλοί ‘μαχητές για την κοινωνική δικαιοσύνη’ εξισώνουν τη σεξουαλική κακοποίηση με το αμήχανο φλερτ;

Είναι αδιανόητο να εκφράζεται στα socialmedia, ήτοι στο δικαστήριο της κοινής γνώμης,η ίδια ‘ιερή αγανάκτηση’ για τους Louis CK και Lawrence Krauss όπως για τους Bill Cosby και Harvey Weinstein. Σε μία παρεμφερή συνάφεια, ποια πρακτική ωφέλεια αποκομίζει η πλειονότητα των Αφροαμερικανών από την απόφαση των Πανεπιστημίων να δέχονται οπωσδήποτε ένα συγκεκριμένο ποσοστό μαύρων φοιτητριών και φοιτητών, ακόμη και αν αυτές/αυτοί υστερούν τόσο πολύ ακαδημαϊκώς ώστε σπανίως αποφοιτούν; Μάλλον χάνουν, παρά κερδίζουν, καθώς αυτό που μένει στο συλλογικό ασυνείδητο των λευκών είναι η ασίγαστη οργή τους επειδή, κατά την άποψή τους, κάποιοι μαύροι τούς πήραν τη θέση στα κολέγια αδίκως.

Αναλογισθείτε και το εξής: Ποιος, και με ποια κριτήρια, θα ορίσει το λεγόμενο σημείο αποκοπής ως προς το πόσες και ποιες ‘αδικημένες και περιθωριοποιημένες μειονότητες’ χρήζουν προνομιακής μεταχείρισης; Επί παραδείγματι, τι απάντηση να δοθεί στους αυτοαποκαλούμενους ‘ακούσια άγαμους’ [involuntary celibates] αν αρχίσουν και αυτοί να ‘διεκδικούν δικαιώματα’, όποια και αν είναι αυτά; Προσέξτε, για να μην παρεξηγηθώ, δεν είμαι εγώ αυτός που εξομοιώνει, για παράδειγμα, τα διαφυλικά άτομα με τους οικοσεξουαλικούς, τουτέστιν όσες και όσους αντλούν ικανοποίηση ερωτοτροπώντας με δέντρα, λαχανικά, χειμάρρους και λασπουριές, απλώς αναρωτώμαι αν και πώς τελειώνει αυτός ο συνεχής διαχωρισμός σε ‘φυλές’, και τι είδους καινούργιο ‘κοινωνικό συμβόλαιο’ θα πρέπει πιθανώς να εφεύρουμε για αυτές. Κατά δεύτερον, χαμένη είναι μία άλλη ‘μειονότητα’, υπέρ τής οποίας ουδείς έχει μιλήσει έως τώρα. Αναφέρομαι στους εναπομείναντες εχέφρονες και λεπταίσθητους ανθρώπους που υποχρεώνονται να υπομένουν στωικά τη διάχυτη αποκολοκύνθωση και την προϊούσα εκβαρβάρωση. Κατά τρίτον, χάνεται η αξιοπιστία τής δημόσιας σφαίρας ως locus κριτικού στοχασμού και ορθολογικού διαλόγου, εφόσον οι δογματικοί εκπρόσωποι της πολιτικής ορθότητας επιχειρούν σε κάθε περίπτωση να επιβάλουν την ‘προοδευτική ορθοδοξία’ τους.»

– Αυτοχαρακτηρίζεστε ως μισάνθρωπος, και τα περισσότερα βιβλία σας το αποδεικνύουν. Βλέποντας το κύμα της πολιτικής ορθότητας να φτάνει και στην Ελλάδα, ποιες είναι οι πρώτες σκέψεις που γράψατε στο χαρτί;

«Επιτρέψτε μου μία μικρή διόρθωση: Δηλώνω πεσιμιστής, όπερ σημαίνει καλά ενημερωμένος οπτιμιστής, τουλάχιστον σύμφωνα με μία παλιά ρωσική παροιμία. Υφίστανται διάφορα είδη πεσιμισμού. Μπορεί να ιδωθεί απλώς ως μελαγχολική νοητική κατάσταση, ή ως μία από τις εναλλακτικές πολιτικο-φιλοσοφικές θεωρίες που γέννησε η νεωτερικότητα. Υπάρχει ο ρομαντικός πεσιμισμός, με τον άκρατο συναισθηματισμό του και την επικέντρωσή του στην οδύνη τής ύπαρξης, γενικώς, και στη συνακόλουθη απόγνωση. Ωστόσο έχουμε και τον μισανθρωπικό πεσιμισμό, ο οποίος θεωρεί τον άνθρωπο, και όχι την ύπαρξη, ως τη γενεσιουργό αιτία όλων των συμφορών. Εξετάζει με κριτική οξυδέρκεια και ρεαλισμό την αδικαιολόγητη μεγαλαυχία, την κακεντρέχεια, την κουφόνοια, τον φθόνο, την ιδιοτέλεια, και τις μικροπρεπείς προκαταλήψεις των ιδεολογημάτων και των ηθών μας, και τα αντιμετωπίζει με σκώμμα και λεπτή ειρωνεία. Αντιλαμβάνεται και περιφρονεί, αντί να θρηνεί και να καταριέται. Με αυτού τού είδους τον πεσιμισμό συντάσσομαι και εγώ.

Αυτό που θυμάμαι να έχω καταγράψει όταν ανίχνευσα τις πρώτες ενδείξεις για την άφιξη της πολιτικής ορθότητας στην Ελλάδα ήταν δύο προσωπικά μου βιώματα. Στη μία περίπτωση, όταν ακόμα ήμουν υποψήφιος διδάκτορας, έδωσα συγχαρητήρια σε μία συνάδελφο για ένα άρθρο της το οποίο είχε δημοσιευθεί σε κάποιο αξιόλογο περιοδικό, και εκείνη έσπευσε να με κατηγορήσει πως την ‘πατρονάρω’με ‘πατριαρχικό’ τρόπο. Φαντασθείτε τι θα είχα ακούσει αν είχα παραμείνει σιωπηλός όταν με πληροφόρησε για το ευχάριστο νέο της. Κατά πάσα πιθανότητα θα με αποκαλούσε ‘έναν φθονερό μισογύνη’. No-win κατάσταση… Στο έτερο περιστατικό, βρισκόμουν με μία ομάδα φοιτητών όταν κτύπησε το κινητό μου, και με το που τους είπα ότι ήταν η μνηστή μου, ένας από αυτούς προσεβλήθη, εξεμάνη, ή όπως αλλιώς μεταφράζεται το αμερικανικό ‘triggered’, από την κτητική αντωνυμία ‘μου’! Αν ακολουθούσα τη ρετσέτα τής πολιτικής ορθότητας, τι θα έπρεπε να έχω πει δηλαδή; ‘Στο τηλέφωνο ήταν ένα άτομο θηλυκού βιολογικού φύλου, αυτοπροσδιοριζόμενο ως ετεροκανονικό, με το οποίο έχουμε συναποφασίσει, άνευ οποιασδήποτε εκατέρωθεν πίεσης, να συνάψουμε μία παντοιοτρόπως ισότιμη σχέση, επικεντρωμένη στην αμοιβαία ερωτική ικανοποίηση’; Θα χρειαζόμουν minimum ένα δεκάλεπτο για να το σκεφθώ και να το διατυπώσω όλο αυτό, αφήστε που είχα και διάλεξη αμέσως μετά…»

– Έχετε κάνει μία από τις καλύτερες διατριβές για τον Μπέκετ, με διεθνή απήχηση και με έμφαση στο ιδιόμορφο χιούμορ των έργων του. Στις μέρες μας θα περνούσε από πολιτική ορθότητα;

«Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Η έρευνά μου για τον Beckett ήταν το magnum opus μου, μέχρι που συνέγραψα τη Μισανθρωπία. Τώρα, ευελπιστώ ότι αυτόν τον τίτλο θα τον κατακτήσει το καινούργιο έργο μου, αυτό για την πολιτική ορθότητα.Θεωρώ πως ο Beckettέχει ήδη αρχίσει να περνά από την κρησάρα τής πολιτικής ορθότητας εδώ και αρκετά χρόνια. Τουλάχιστον έτσι προσλαμβάνω εγώ το γεγονός ότι ολοένα και συχνότερα βλέπουμε γυναίκες ηθοποιούς να υποδύονται τους ρόλους τού Χαμ και του Κλοβ από το Τέλος τού Παιχνιδιού, ή τού Βλαδίμηρου και του Εστραγκόν από το Περιμένοντας τον Γκοντό.

Κατά τα λοιπά, υπάρχουν αρκετές  φεμινιστικές προσεγγίσεις οι οποίες ασκούν κριτική για τη σχεδόν πλήρη απουσία γυναικείων χαρακτήρων από την μπεκετική δραματουργία, ενώ τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι μελέτες που κάνουν λόγο για έναν υφέρποντα ομοερωτισμό μεταξύ των αντρικών ζευγών αντι-ηρώων στα έργα του.

Ο Beckett έχει αποκληθεί ο Shakespeare τού εικοστού αιώνα, είναι πλέον κλασικός, και το κλασικό είναι διαχρονικό και παγκόσμιο, άρα μάλλον βρίσκεται στο απυρόβλητο. Μολαταύτα, αν έγραφε σήμερα τα ίδια κείμενα, ενδεχομένως αυτά θα δίχαζαν το πολιτικώς ορθό κοινό, και έχω την αίσθηση πως ο Beckett πολύ θα διασκέδαζε με το ιλαροτραγικό πανηγύρι το οποίο θα έστηναν μετά ‘αυτοί οι μπάσταρδοι οι κριτικοί’, όπως τούς χαρακτήριζε σε μία επιστολή του…»

-Τι θα έλεγε ο ίδιος για την πολιτική ορθότητα; 

«Μολονότι ο Beckett σπανίως έδινε συνεντεύξεις, συν το ότι στα τελευταία έργα του είχε εγκολπωθεί πλήρως το μινιμαλιστικό δόγμα ‘το λιγότερο είναι περισσότερο’,και το πνευματώδες χιούμορ είτε εξέλιπε παντελώς είτε δεν αποτελούσε πια το δεσπόζον γνώρισμά τους, είμαι της γνώμης πως θα έβρισκε έναν ευφυή, δηκτικό, και διανοητικώς ευέλικτο τρόπο για να τη μυκτηρίσει. Πιθανόν να του αρκούσε μόνο μία εγκυμονούσα παύση στο κατάλληλο χρονικό σημείο, ή ένα ευτελές σκηνικό αντικείμενο, τοποθετημένο εκεί που πρέπει ώστε να προξενήσει το μεγαλύτερο δυνατό γνωσιολογικό σοκ. Ξέρετε, η μέχρι τούδε ερευνητική διαδρομή μου, από τον Beckett στη μισανθρωπία και από εκεί στην πολιτική ορθότητα, δεν ήταν αυθαίρετη ή συγκυριακή.

Ο Beckett έχει ήδη καταθέσει τις απόψεις του, μέσω των αντι-ηρώων του. Λόγου χάριν, στο μπεκετικό πρωτόλειο με τίτλο Ελευθερία, ο Δρ. Πιουκ χαρακτηρίζει την ανθρωπότητα ένα ‘ακανθώδες πρόβλημα’, ενώ ο Εστραγκόν, από το Περιμένοντας τον Γκοντό, δηλώνει χωρίς περιστροφές: ‘Οι άνθρωποι,ανάθεμά τους, είναι ανίδεοι πίθηκοι’. Μόλις μού δώσατε την έμπνευση να εξετάσω το αν σε παράσταση μπεκετικού έργου έχουν υπάρξει θεατές που σηκώθηκαν να φύγουν επειδή εθίγησαν από κάποια πολιτικώς μη ορθή ατάκα! Το φαντάζεστε; Αν ο Beckett δεν ήταν ήδη νεκρός, θα πέθαινε από τα γέλια.»

-Τι προβλέπετε για το μέλλον; Πού θα μας οδηγήσει αυτό το «κίνημα»;

«Κοιτάξτε, ζούμε σε καιρούς αυξανόμενης πολιτικο-πολιτισμικής εντροπίας.Κρυστάλλινη σφαίρα δεν διαθέτω, και οι μόνες βεβαιότητες στη ζωή είναι ο θάνατος και οι φόροι, όπως λένε και οι Αμερικανοί. Εντούτοις μπορώ να σας πω ότι αν το Δυτικό πολιτισμικό γίγνεσθαι συνεχίσει να περιδινείται στην καθοδική σπείρα τού αντιδιανοουμενισμού, του κυνισμού, της ρηχότητας, της αθυμίας, και του καιροσκοπισμού, το πιθανότερο είναι πως η πολιτική ορθότητα θα καταστεί το κυρίαρχο modus vivendi. Τούτο φοβούμαι ότι θα σημάνει τη μετάβασή μας στην εποχή τής απόλυτης επιφανειακότητας και ουτιδανότητας. Έτσι, δεν αποκλείω στο εγγύς μέλλον να αναγκασθείτε να έχετε ως πρώτη είδηση την απόλυση κάποιου στελέχους εταιρείας επειδή υπέπεσε στο επονείδιστο ολίσθημα να κολακεύσει την καινούργια κόμμωση μίας παντρεμένης συναδέλφου του, αλλά ουδεμία αναφορά στη μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα που προκαλείται από το fracking με το οποίο καταγίνεται η εν λόγω εταιρεία…

Υποστηρίζω πως πολλές από τις υπερευαισθησίες που άπτονται της πολιτικής ορθότητας δεν είναι παρά ένα από τα αποκαλούμενα ‘προβλήματα του Πρώτου Κόσμου’, όπως το να τελειώνει η μπαταρία τού κινητού σου στη μέση τής συνομιλίας, να μην έχεις αρκετό χώρο στη ντουλάπα για όλα τα ρούχα σου, ή να βρίσκονται εκτός λειτουργίας οι κυλιόμενες σκάλες στο Mall.

Μία ουτοπική λύση, λοιπόν, θα ήταν το να γίνουν όλες οι χώρες τού πλανήτη μέρος τού Πρώτου Κόσμου, οπότε οι παραλογισμοί τής πολιτικής ορθότητας θα αναμειγνύονταν με όλους τους υπόλοιπους τους οποίους βιώνουμε καθημερινώς, και θα έχαναν την ιδιότυπη διαβρωτική ισχύ τους.

Καθότι, όμως, μία τέτοια πρόβλεψη δεν θα την έκανε ούτε η Πολυάννα, η πρωταγωνίστρια της ομότιτλης νουβέλας που έχει δώσει το όνομά της στην προκατάληψη της αισιοδοξίας, ενδεχομένως αυτό το οποίο θα συμβεί είναι το ότι οι αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις θα αναγκάσουν τους πολίτες και του υπό κατάρρευση Πρώτου Κόσμου να στραφούν και πάλι στα στοιχειώδη και στα ουσιώδη, και κατ’ αρχάς να επανεξετάσουν αν δύνανται να συμβιώσουν δίχως να βασίζονται πρωτίστως στον κανόνα τής ανταπόδοσης.»

– Γενικά πώς βλέπετε το μέλλον της χώρας;

(Χαμόγελο) «Δεν σας κρύβω ότι, στο άκουσμα της ερώτησής σας, μου ήρθε αμέσως στο μυαλό μία φράση τού Charles Bukowski:‘Μπορώ να νιώσω το πεπρωμένο σαν κάτι το τριχωτό κάτω από τα σεντόνια, που βρομά και έρχεται κατά πάνω μου’, αλλά δεν ξέρω αν το να την καταγράψετε θα ήταν καλό για εσάς, για τους αναγνώστες σας, ή για εμένα…

Προφανώς δεν θα πρωτοτυπήσω λέγοντας ότι πρεσβεύω πως είναι επιτακτική ανάγκη να πατηθεί ένα κουμπί επανεκκίνησης για τη χώρα. Θα επαναλάβω ότι δεν είμαι ειδήμονας ως προς μερικά από αυτά τα οποία με ρωτάτε, και για λόγους αρχής και αξιοπρέπειας αποφεύγω να εκφράζω άκριτες απόψεις επί παντός επιστητού.

Η κάθε γνώμη, για να έχει αξία, προϋποθέτει την επαρκή γνώση, και εγώ δεν διαθέτω τις εξειδικευμένες γνώσεις που απαιτούνται ούτως ώστε να σας δώσω μία εμπεριστατωμένη απάντηση. Δεδομένου πως συνηθίζω πάντα να κοιτώ τη μεγάλη εικόνα, θα σας πω απλώς ότι εν γένει είμαι υπέρμαχος της νοοκρατίας ή επιστημοκρατίας, όπως την ονομάζει ο σύγχρονος πολιτικός φιλόσοφος David Estlund, ήτοι ενός πνευματικού αριστοκρατισμού ο οποίος, ωστόσο, θα υπηρετεί το συλλογικό συμφέρον.

Πείτε το, για λόγους απλούστευσης, με μία λέξη: αξιοκρατία. Παρότι φύσει και θέσει απαισιόδοξος, θα ήθελα η Ελλάδα να είναι ένας τόπος όπου ευδοκιμούν οι αξιότεροι και οι ευφυέστεροι, και όχι ο νεποτισμός, η ευνοιοκρατία και ο τοπικισμός, διότι κάτι τέτοιο θα αποβεί προς όφελος όλων των πολιτών, καθώς και της πορείας τής χώρας γενικώς.»

– Ποια είναι τα επόμενα σχέδια σας και οι επόμενοι στόχοι σας;

«Εξ αφορμής τής έρευνάς μου για την πολιτική ορθότητα, η Διπλωματική Ακαδημία τής Βιέννης, από κοινού με το Γραφείο Τύπου και Επικοινωνίας τής Πρεσβείας τής Ελλάδας στη Βιέννη, μου κάνουν την τιμή να συνδιοργανώσουν στις 27 Φεβρουαρίου μία εκδήλωση στην οποία θα εκφωνήσω ομιλία σχετικώς με αυτό το θέμα, ενώπιον διακεκριμένων προσωπικοτήτων όπως ο Διευθυντής τής προαναφερθείσας Ακαδημίας, Πρέσβης Emil Brix, η Rachel Johnston-White,Διδάκτορας του Yale(ή μήπως θα όφειλα να επιλέξω το ‘πολιτικώς ορθό’, καίτοι κακόηχο,‘Διδακτόρισσα’;), η Δρ. Δήμητρα Φαραζή, Ακόλουθος της Πρεσβείας τής Ελλάδας στη Βιέννη και αρμόδια για θέματα πολιτισμού, και ο Δρ. Κωνσταντίνος Προκάκης, Προϊστάμενος του Γραφείου Τύπου και Επικοινωνίας τής Πρεσβείας μας.

Ο πλέον άμεσος στόχος μου, λοιπόν, είναι να εκπροσωπήσω επάξια το ακαδημαϊκό ανθρώπινο δυναμικό τής Ελλάδας στην εν λόγω εκδήλωση και να προβάλω το έργο μου με τον προσήκοντα τρόπο, δηλαδή συμμετέχοντας σε έναν γόνιμο διεθνή διάλογο. Επίσης, καταβάλλω προσπάθειες για τη διεξαγωγή ενός Συνεδρίου στην Ελλάδα με θέμα είτε την πολιτική ορθότητα είτε τον Beckett, γιατί όχι και αμφότερα.

Συγχρόνως, αναζητώ εκδότη τόσο για την τρέχουσα έρευνά μου όσο και για τη μετάφρασή μου σε ένα θεατρικό τού Beckett. Εξυπακούεται ότι ενδόμυχη επιθυμία μου αποτελεί το να αναγνωρισθώ, στο μέτρο που θεωρώ ότι μου αναλογεί, σε όλους τούς τομείς στους οποίους δραστηριοποιούμαι, κατά προτίμηση όσο ακόμη βρίσκομαι εν ζωή (πνιχτό γέλιο).

Παρ’ όλα αυτά, ο πεσιμισμός μου δεν μου επιτρέπει να είμαι θιασώτης τής μεγαλόπνοης σκοποθεσίας. Άρα, στοχεύω απλώς στο να έχω μίαν αξιοπρεπή δουλειά εν μέσω τής κρίσης, και να καταφέρω να συγγράψω μερικά επιπλέον πονήματα τα οποία ελπίζω αφενός να αποδειχθούν ενδιαφέροντα και λυσιτελή, αφετέρου να δικαιώσουν τον αυτοχαρακτηρισμό μου ως ‘η επιτομή των μη-ταξινομήσιμων’…»

*Ο Θωμάς Τσακαλάκης είναι Διδάκτωρ Πολιτισμικών Σπουδών και Επικοινωνίας. Απεφοίτησε summacumlaudeαπό τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, κατέχει επαγγελματικό δίπλωμα μετάφρασης από το London Institute of Linguists (με άριστα στην επιστημονική μετάφραση) και απέκτησε το Master (επίσης summacumlaude) και το Διδακτορικό του από το Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχουν εκδοθεί επτά προσωπικά βιβλία του, τέσσερα επιστημονικά (ένα εκ των οποίων στα αγγλικά) και τρία λογοτεχνήματα. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή ακαδημαϊκά περιοδικά.

Πηγή: https://www.huffingtonpost.gr/entry/o-thomas-tsakalakes-einai-o-protos-ellenas-stochastes-poe-ereena-eis-vathos-ten-politike-orthoteta_gr_5c55b6ebe4b09293b2049371?utm_hp_ref=gr-homepage

Στατιστικά

  • 61.954 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Αύγουστος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

…που χει λεβέντες νέους, αναρχικούς κι ωραίους!!!

Πατήστε την εικόνα για περισσότερα...

Περισσότερα...

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…

Advertisements