//
archives

ΣΥΝΟΙΚΙΑ

This category contains 138 posts

Μάνος Χατζιδάκις (Συνέντευξη)-1989

Γιατί η Δύση αποκόπτει τον Ελληνισμό από τη βυζαντινή παράδοση

του Θεόδωρου Ράκκα
Όταν δημιουργήθηκε το σύγχρονο ελλαδικό κράτος, στην Ευρώπη κυριαρχούσε, ελέω Διαφωτισμού, ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό, πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο για τον Ελληνισμό. Το νέο κράτος όφειλε να συμβαδίζει με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, να είναι δηλαδή ένα νεωτερικό κράτος-έθνος. Συνεπώς, η Δύση και οι ντόπιοι εκπρόσωποι της προώθησαν ένα μοντέλο νεορομαντικού εθνικισμού, επιχειρώντας να επιβάλουν στους Έλληνες μια εθνική συνείδηση αρχαιόπληκτης παρθενογένεσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, παρέθεσαν και παραθέτουν την ιστορία του μεσαιωνικού Ελληνισμού σαν μια περίοδο σκοταδισμού, όχι ιδιαίτερα διαφορετική απ την οθωμανική! Τα εθνώνυμα Ρωμιός και Γραικός καταπολεμήθηκαν από ποικίλους «διαφωτιστές» και μέχρι σήμερα παρουσιάζονται σαν υποτιμητικά. Με λίγα λόγια, οι δυτικές δυνάμεις έραψαν την ελληνική ιστορία στα δικά τους μέτρα και σταθμά, προκρίνοντας μόνο το κομμάτι της κλασικής αρχαιότητας, το οποίο και αποτελούσε την βάση του σύγχρονου πολιτισμού τους.

Ως δια μαγείας «παρέλειψαν» την περίοδο της πρώτης, έντονης και άμεσης επαφής τους με το σώμα του Ελληνισμού, τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Αυτό συνέβη κυρίως, με σκοπό διατηρηθεί τότε το ελληνικό κράτος στη σφαίρα επιρροής τους, μακριά από την ομόδοξη Ρωσία. Επιπλέον, όμως, ο κλασικός ελληνικός κόσμος των μικρών πόλεων-κρατών του κυρίως ελλαδικού χώρου τους βόλευε και γεωπολιτικά.

Ταίριαζε πολύ καλύτερα σαν πρότυπο και σημείο αναφοράς για τη «μικρή πλην τίμια» Ελλάδα που ήθελαν οι Δυτικοί, ιδιαίτερα σε σχέση με τη χιλιόχρονη οικουμενική αυτοκρατορία που υποτιμούσε τη Δύση. Αυτή την θεώρηση προσπάθησαν, και εν μέρει κατάφεραν, να τη φυτέψουν στο νέο Ελληνισμό. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η μεγαλύτερη μερίδα των νεοελληνικών ελίτ είναι δυτικοτραφής.

Συνεπώς, προσπαθεί να περάσει πρότυπα, αξίες και μοντέλα που σε πολλές περιπτώσεις διέπονται από άκρατο μιμητισμό και ξενομανία. Τούτα συνεπάγονται την πλήρη απαξίωση προς το βυζαντινό παρελθόν στην παιδεία και στη δημόσια ζωή, καθώς και την υποβάθμιση κάθε νοοτροπίας και στοιχείου πολιτισμού που διαφοροποιεί τον Ελληνισμό από τη Δύση. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η επιχειρηματολογία της συμπερίληψης του Ελληνισμού στο αμιγώς ευρωπαϊκό-δυτικό πολιτισμικό πλαίσιο, γίνεται πάντα και αυστηρά υπό το πρίσμα της κλασικής αρχαιότητας.

Το συλλογικό υποσυνείδητο

Αλλά υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν χειραγωγούνται, όπως η πίστη, η παράδοση και η συλλογική ιστορική μνήμη. Η «Μεγάλη Ιδέα», που κυριάρχησε στο νεοελληνικό κράτος μέχρι και το 1922, πήγαζε από τον πόθο για ανασύσταση της «Ρωμανίας» των Κομνηνών. Επιπλέον, ο μέσος Έλληνας, εξέλαβε και εκλαμβάνει την αρχαία ελληνική κληρονομιά πιο πολύ σαν την απόδειξη της ανωτερότητας του απέναντι στον Δυτικό παρά σαν τον συνδετικό κρίκο μαζί του.

Ο νεοέλληνας δηλώνει Ευρωπαίος, αλλά αναφερόμενος στην Ευρώπη χρησιμοποιεί πάντοτε το τρίτο πρόσωπο (αυτοί οι Ευρωπαίοι, εμείς οι Έλληνες). Επίσης θεωρεί την αρχαία Ελλάδα λίκνο του δυτικού πολιτισμού αλλά ταυτόχρονα είναι ακραιφνής ακόλουθος της Ανατολικής Ορθόδοξης παράδοσης και θεωρεί τους Καθολικούς αιρετικούς. Ακόμη θεωρεί την Μέση Ανατολή βάρβαρη και σκοταδιστική, αλλά διασκεδάζει με μουσική βαθιά ανατολίζουσα, τρώγοντας κεμπάπ και μπακλαβά.

Τέλος, η Αθήνα είναι γι’ αυτόν η πόλη που γέννησε τον πολιτισμό και τη δημοκρατία, αλλά πάντα η Κωνσταντινούπολη θα είναι η αιώνια και πραγματική πρωτεύουσα του Γένους. Δηλώνει περήφανα Έλληνας και αποστρέφεται να τον αποκαλούν Γραικό ή Ρωμιό, αλλά ταυτόχρονα συγκινείται τραγουδώντας «τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις». Γεμίζει από υπερηφάνεια ενθυμούμενος την ιστορική ρήση του Αθανάσιου Διάκου «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ’ αποθάνω».

Το πρόβλημα της Ευρώπης 

Η σύγχρονη Ευρώπη, η οποία πλέον εκφράζεται μέσω της ΕΕ, δεν έχει ακόμα αποδεσμευτεί από την μεσαιωνική αντίληψη του Christendom, ούτε πολιτισμικά, ούτε όμως και γεωπολιτικά. Ο Ελληνισμός από τη άλλη, όντας ουσιαστικά η μόνη ορθόδοξη οντότητα ενταγμένη από καιρό στην θεσμική και πολιτική Δύση ακροβατεί μεταξύ των επιταγών του (αναγκαίου) εκσυγχρονισμού, της κρίσης ταυτότητας και της επαιτείας. Έτσι καταλήγει να μοιάζει με νόθο παιδί αριστοκρατικής οικογένειας υιοθετημένο σε μεγάλη ηλικία.

Για να γίνει εφικτή η καλλιέργεια ευρωπαϊκής συνείδησης πρέπει η έννοια της Ευρώπης να ξεφύγει επιτέλους από τα όρια της καρολίγγειας επικράτειας και να συμπεριλάβει ολόκληρη την γεωγραφική, ιστορική και πολιτιστική Ευρώπη. Η μελέτη, η κατανόηση και πάνω απ’ όλα η αναγνώριση του ρόλου του μεσαιωνικού και νέου Ελληνισμού στο ευρωπαϊκό μείγμα, αποτελεί την πηγή της αποβολής των αγκυλώσεων και της ανάδειξης μιας Ευρώπης ευρωπαϊκής και όχι «φράγκικης».

Οι Έλληνες πρέπει να αποβάλουμε επιτέλους το σύνδρομο των ξενικών κομμάτων. Ο μεγαλύτερος αντίπαλος οποιασδήποτε σκέψης είναι η ιδεοληψία, ειδικά όταν αυτή πρόσκειται επί ιδεών και πλαισίων όχι ενδογενών αλλά εισαγόμενων. Ο Έλληνας δεν δύναται να είναι ούτε ευρωπαϊστής, ούτε ατλαντιστής, ούτε ρωσόφιλος. Αντ’ αυτού, οφείλει να είναι αποκρυσταλλωμένα και συνειδητά, σύγχρονος Έλληνας. Άλλο οι συμμαχίες βασισμένες σε ορθολογικούς υπολογισμούς και άλλο η ταύτιση. Χρειαζόμαστε επειγόντως ένα καινούριο αφήγημα, το οποίο θα πηγάζει από την εμπέδωση της αδιάλειπτης, τρισχιλιετούς, ιστορικής μας ύπαρξης.

Εν κατακλείδι ο Ελληνισμός είναι κάτι το μοναδικό. Βρίσκεται, γεωγραφικά, ιστορικά και πολιτιστικά ανατολικά της Δύσης και δυτικά της Μέσης Ανατολής. Ως εκ τούτου ο Έλληνας δεν είναι ούτε κλασικά δυτικός, ούτε ανατολίτης. Είναι δάσκαλος και μαθητής και των δύο ως Γραικός, Ρωμιός και Έλληνας, έννοιες συνώνυμες κι αλληλοσυμπληρούμενες. Ήταν και θα είναι ο θεματοφύλακας του ελεύθερου πνεύματος, καθώς και ο ισορροπιστής μεταξύ των δύο κόσμων. Ας εμπεδώσουμε επιτέλους την βαριά μας κληρονομιά, καταρχάς ακαδημαϊκά, κι ας προχωρήσουμε μπροστά.

Πηγή: https://slpress.gr/idees/giati-i-dysi-apokoptei-ton-ellinismo-apo-ti-vyzantini-paradosi/

Στις λαϊκές επαρχίες του ποδοσφαίρου!

Ως λοξίας ποδοσφαιρόφιλος, θεωρώ ανυπέρβλητης αξίας την παραπάνω φωτογραφία, από τη στιγμή που το παγκοσμιοποιημένο ποδόσφαιρο έχει πια τη λάμψη φανταχτερού φαστ φουντ. Με τα τατουάζ σε όλο το «ποδοσφαιρικό» σώμα και μια χαζοχαρούμενη διάθεση καταναλωτικής Ντίσνευλαντ και «πετυχημένων» επενδυτών!!!

Τιμή και δόξα σε ανθρώπους με ασίγαστο ποδοσφαιρικό πάθος αλλοτινών εποχών, όπως οι παραπάνω. Η ζώνη, με την αγκράφα, των διαιτητών, να ξορκίζει το υποποδόσφαιρο των κάθε είδους τεχνολάγνων VAR(βάρων).

Για την ιστορία : Αναγέννηση Καρδίτσας-Γ.Α.Σ. Βέροιας, κάπου στη επαρχιακή δεκαετία του ΄70!!! Από τη Βέροια, αρχηγός ο Τάκης Παπατζίκος και από την Αναγέννηση Καρδίτσας, ο Λάκης Πέτσας, αυτή η φυσιογνωμία του λαϊκού ποδοσφαίρου και αργότερα πρωταγωνιστής στον Α.Ο ΚΑΒΑΛΑΣ. Διαιτητής με αγκράφα ο Γιαννακουδάκης (;;;) – και κατά άλλους ο Σπυρόπουλος ( Θεσσαλονίκης) – και ο επόπτης με αγκράφα και μουστάκι ο Τεκτονίδης!!!!!

Δημήτρης Γ

Τα δικαστήρια των ανθρώπων

Μερικές σκέψεις για τους Γερμανούς και την αντίληψή τους για τον Ευρωπαϊκό νότο με αφορμή την περίπτωση της Ρακέτε

* Αγγελική Παπαγιαννοπούλου

* Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ιστορία Τέχνης στο Technische Universität του Βερολίνου.

 

Αν και τα πνεύματα αυτή τη στιγμή είναι οξυμένα, θα ήθελα να μοιραστώ μια σκέψη πάνω στο θέμα που προέκυψε με την Carola Rackete, διαβάζοντας για τη μεσολάβηση του Βερολίνου σε άρθρο της Καθημερινής (”Βερολίνο: Απελευθερώστε τη Ρακέτε”, 02.07.2019). Δε θα σταθώ στο αν η κοπέλα έπραξε σωστά ή λάθος, ούτε σε αυτό το σημείο έχουμε πλήρη εικόνα των γεγονότων. Εξαρχής καταθέτω τη δεδομένη συμπάθεια μου προς το πρόσωπο της και τη διαφωνία μου απέναντι στους υβριστές της. Διακρίνω όμως μια  ”λεπτομέρεια” στην εξέλιξη των ως τώρα γεγονότων, και αναρωτιέμαι αν γίνεται αντιληπτή και από άλλους.

Αυτή είναι ότι έχουμε μια εθνική κυβέρνηση (τη γερμανική), η οποία, φιλοδοξώντας μάλλον να καταστεί ”υπερεθνική”, ενορχήστρωσε την κρίση των τελευταίων χρόνων. Στο ζήτημα της Ρακέτε, ο Υπουργός Εξωτερικών της, Heiko Maas, δίνει εμμέσως πλην σαφώς, σε ρόλο διοικητού Επαρχίας, απευθείας εντολές σε εκλεγμένο πρωθυπουργό χώρας, παραβλέποντας (;) την εθνική της νομοθεσία – ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι σωστή ή όχι -, ως να επρόκειτο για τοπικό φύλαρχο και όχι ηγέτη εθνικού κράτους. Αυτό το σημείο νομίζω έχει μεγάλη σημασία, αν θέλουμε να αποτιμήσουμε νηφάλια την κατάσταση.

Έχοντας για χρόνια συναναστραφεί με Γερμανούς της ηλικίας μου θέλω να καταθέσω εδώ τη δική μου εμπειρία. Η δική μου παρατήρηση είναι ότι παράλληλα με τον ανθρωπισμό και τις ευαισθησίες των καλλιτεχνιζόντων συμφοιτητών μου, η άποψη που έχουν για το Νότο ουσιαστικά δεν αλλάζει. Έτσι, στο αγαπημένο μας για τις αντιφάσεις του Μπερλίν, έχουμε παιδιά που αγαπούν τα ζώα, αλλά όχι το ”κτήνος- άνθρωπο”, παιδιά μεγαλωμένα στην ευμάρεια του βορρά που ”αγαπούν την αγνότητα των νοτίων” – όσο αυτοί  ανοίγουν τα σπίτια τους τζάμπα το καλοκαίρι – δυστυχώς όμως τον χειμώνα δεν προλαβαίνουν να τους ανταποδώσουν τη χάρη. Παιδιά που καλοπροαίρετα διαδηλώνουν στις διάφορες Unteilbar αφηρημένα κατά της ανόδου της Ακροδεξιάς και υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για τα Κίτρινα Γιλέκα όμως και τη φλεγόμενη Γαλλία δίπλα τους…άκρα του Τάφου σιωπή. Είναι άραγε ο λόγος για αυτήν την αβλεψία, το γεγονός ότι η Γαλλία είναι κατά βάθος ”Νότος”, άρα ευθύνεται αποκλειστικά η ίδια για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει; Άλλη μια αντίφαση που παρατηρώ,στους εκλεκτούς συμφοιτητές μου των gender και post-colonial studies, είναι η αντίδρασή τους, όταν εμείς, κάποιοι Έλληνες του εξωτερικού, θίγουμε το θέμα της κατοχής και των αποζημιώσεων. Συχνά η αναφορά σε αυτά τα θέματα ενώπιον τους πυροδοτεί κάποια ανακλαστικά επιβίωσης, κι αυτόματα ο ”ευγενής Άγριος”, υποβιβάζεται στα μάτια τους σε ”απολίτιστο, παραδοσιοκράτη κι αντιδραστικό”, έτοιμο να τους κατασπαράξει…

Με αυτήν την περιγραφή δεν επιχειρώ να σκιαγραφήσω το προφίλ της Ρακέτε ασφαλώς, αν και οι καταβολές της έχουν ενδεχομένως ομοιότητες. Το λέω, γιατί ο τρόπος που κάποιοι ευαίσθητοι πολιτισμένοι από εκεί ψηλά (βλέπε γερμανικά Μ.Μ.Ε.) κουνούν το δάκτυλο και ωρύονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ανειλικρινείς, κρύβει σκοταδισμό και αντιδραστικότητα. Και, όπως καταλαβαίνω, είναι ένας τρόπος για τη Δύση να κρύβει την ενοχή της και να την απαλλάσσει από τις δικές της υποχρεώσεις προς το Νότο. Καταδικάζοντας τη ”βαρβαρότητά” του.

Ως υστερόγραφο θα ήθελα να επισημάνω σε κάποιους φίλους με πιο μανιχαϊστική, ας πούμε, αντίληψη των πραγμάτων, ότι ο Σοφοκλής, όταν έγραφε την Αντιγόνη, δεν ήθελε να περιγράψει μια αγία, αλλά να αποδώσει δίκαια και στις δύο πλευρές, καταδεικνύοντας την αέναη πάλη μεταξύ δύο πόλων/ αντιλήψεων περί δικαίου και κοινού καλού. Η Αντιγόνη το ξέρει αυτό, και αποδέχεται την τιμωρία της. Το ότι δέχεται να περάσει από το δικαστήριο των ανθρώπων, είναι τελικά και η μόνη απόδειξη ότι υπάρχει κάπου το δικαστήριο των θεών… Αφού τους θεούς δε θα μπορέσουμε με άλλον τρόπο να πλησιάσουμε. ”Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα”, όπως θα μας ψιθύριζε ο Αναγνωστάκης…

Πηγή: https://www.huffingtonpost.gr/entry/ta-dikasteria-ton-anthropon_gr_5d21b249e4b0f31256855a91

Ο φετιχισμός της καινοτομίας

του Χάρη Ναξάκη

« Η θεμελιώδης ώθηση πού θέτει και διατηρεί την καπιταλιστική μηχανή σε κίνηση είναι οι ανάγκες για νέα καταναλωτικά αγαθά… αυτή η συνεχής ανάγκη για το νέο διαρκώς διεγείρει, καταστρέφει την παλιά δομή. Ο καπιταλισμός είναι η αιώνια θύελλα τής δημιουργικής καταστροφής»

Με την παραπάνω οξυδερκή διαπίστωση ο διάσημος Αυστριακός οικονομολόγος Γιόζεφ Σουμπέτερ (1883-1950) στο βιβλίο του, Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία, προέβλεψε ότι η καταναλωτική καινοτομία είναι η ατμομηχανή της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο δημόσιος διάλογος έχει κατακλυστεί τα τελευταία χρόνια από άρθρα και αναλύσεις, ειδικών και μη, ανεξαρτήτως ιδεολογικής απόχρωσης, που η κοινή τους συνισταμένη είναι η λατρεία της καινοτομίας. Η φετιχιστική λατρεία της καινοτομίας στηρίζεται σε ένα αυταπόδεικτο επιχείρημα, η καινοτομία είναι πρόοδος. Ως εκ τούτου το συμπέρασμα είναι σαφές και ενέχει θέση νόμου: όποιος είναι ενάντια στην  καινοτομία είναι οπισθοδρομικός, εχθρός της τάσης του ανθρώπου για συνεχή εξέλιξη. Το άρθρο αυτό είναι οι σημειώσεις ενός αιρετικού του δόγματος ότι η καινοτομία είναι πρόοδος. Αν πρόοδος είναι η πεποίθηση ότι διαμέσου της καινοτομίας το αύριο είναι καλύτερο από το χθες, επειδή καταναλώνουμε περισσότερα προϊόντα πού έχει προγραμματιστεί ο θάνατος τους, τότε οικοδομούμε ένα πολιτισμό των απορριμμάτων.                                                   

     Η καινοτομία βέβαια προσφέρει ένα πλεονέκτημα, αυτό της εξελικτικής προσαρμογής με ευελιξία σε  ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Η μεταβολή όμως του περιβάλλοντος δεν τρέχει με την ταχύτητα του φωτός και για αυτό η προσαρμογή στην μεταβολή δεν γίνεται μέσω ενός αχαλίνωτου ατομικισμού και του συνοδοιπόρου του, του εξατομικευμένου καταναλωτισμού, της άμεσης δηλαδή ικανοποίησης των επιθυμιών και απόλαυσης των ηδονών ,αλλά μέσω της κτήσης και κατανάλωσης αγαθών που καλύπτουν τις βασικές μας ανάγκες και προσφέρουν την υπόσχεση της ασφάλειας, εξυπηρετούν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα μας. Για να εξυπηρετεί όμως η παραγωγή, η κτήση και η κατανάλωση τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα μας πρέπει τα αγαθά αυτά να είναι ποιοτικά, ανθεκτικά και επισκευάσιμα. Γιατί όμως δεν σχεδιάζονται και δεν επιλέγονται σήμερα εκείνες οι καινοτομίες που επιτρέπουν μια βιώσιμη προσαρμογή του ανθρώπου στις αλλαγές του περιβάλλοντος, αλλά η καινοτομική δραστηριότητα εστιάζει στον σχεδιασμό και την παραγωγή αγαθών που έχουν αποκλειστικό στόχο την εφήμερη απόλαυση επιθυμιών και ηδονών; Γιατί οι θεσμοί με την σειρά τους, οι επίσημες πολιτικές ευνοούν την χρηματοδότηση της καταναλωτικής καινοτομίας;

 Το σύνολο σχεδόν της καταναλωτικής καινοτομίας σήμερα έχει ως στόχο την καταστροφή της μακροβιότητας των αγαθών και των υποδομών, που εκτός των άλλων ξοδεύει ανελέητα τους περιορισμένους πόρους του πλανήτη. Η καταναλωτική καινοτομία σχεδιάζεται με μοναδικό γνώμονα την προγραμματισμένη βραχυβιότητα των προϊόντων, την συντόμευση του κύκλου ζωή τους, τον προγραμματισμένο θάνατο τους. Σήμερα τα προϊόντα κατασκευάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να περιέχουν τον προγραμματισμένο θάνατο τους είτε πρόκειται για οικιακές συσκευές είτε για κινητά  τηλέφωνα , ηλεκτρονικούς υπολογιστές και αυτοκίνητα. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στις  εταιρίες κινητής τηλεφωνίας  nokia,Samsung και Lg για τα κόστη αντικατάστασης και επιδιόρθωσης των εξαρτημάτων των κινητών αποκαλύφθηκε ότι στα φθηνότερα κινητά(30 ευρώ) το κόστος συντήρησης είναι ασύμφορο, είναι τριπλάσιο από το να αγοράσεις ένα άλλο μοντέλο, στα κινητά μεσαίου κόστους(100 ευρώ) τα κόστη των εξαρτημάτων είναι όσο η αγορά ενός καινούργιου, ενώ στα κινητά υψηλού κόστους(400 ευρώ) η συντήρηση και η επισκευή κοστίζει το 60% της αρχικής τιμής αγοράς. Η σχεδιασμένη μέσω της καινοτομίας θνησιμότητα των προϊόντων είναι η συνταγή για να δημιουργείται νέα ζήτηση των προϊόντων. Η κοινωνία της απεριόριστης κατανάλωσης μέσω της καινοτομίας απαξιώνει την ανθεκτικότητα, ως χαρακτηριστικό των αγαθών, ταυτίζοντας την με το παλιό και το ακατάλληλο, στη συνέχεια μειώνει τεχνητά το προσδόκιμο ζωής ενός προϊόντος και μέσω του μάρκετινγκ δημιουργεί μια  καταναλωτική κουλτούρα που αποθεώνει το σημερινό προϊόν και αρνείται το χθεσινό. Αυτή η διαρκής ανανέωση των προϊόντων έχει ως στόχο να αισθανόμαστε συνεχώς στερημένοι, δυστυχείς, σε αναμονή για την νέα γενιά καινοτομιών, να χρειαζόμαστε πάντα περισσότερα και να μην έχουμε ποτέ αρκετά.      

                                                                                                                                                                                       

Η καταναλωτική καινοτομία υπονομεύει την ανθρώπινη ανάγκη για σταθερότητα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό,  την παρουσιάζει ως στασιμότητα και οπισθοδρόμηση, προωθεί την ανηλεή πρωτοτυπία εις βάρος της ανθεκτικότητας. Η καινοτομία καταστρέφει συστηματικά την αιώνια σοφία των ανθρώπων και των κοινοτήτων, που θεωρούσε ότι τα γερά είναι καλύτερα και τα λίγα είναι αρκετά. Τα διαρκή, ανθεκτικά, στέρεα και απρόσβλητα από την φθορά του χρόνου αγαθά δίνουν στην κοινωνία ένα αίσθημα μακροπρόθεσμης αναπαραγωγής, σταθερότητας και ασφάλειας από τις ιδιοτροπίες της μοίρας. Στον αντίποδα αυτής της σοφίας για ανθεκτικά αγαθά και υποδομές, που προσφέρουν σταθερότητα και ασφάλεια, η καινοτομία εστιάζει στην εφήμερη απόλαυση επιθυμιών που γεννά με την σειρά της την αιώνια αίσθηση του ανικανοποίητου. Είναι πρόοδος η εσπευσμένη αντικατάσταση των αγαθών, ο καταναλωτικός  ατομικισμός και ηδονισμός, το κυνήγι της καινοτομίας, ο δανεισμός χρημάτων για να αγοράσουμε προϊόντα που είναι προγραμματισμένα να χαλάσουν;

Πηγή: https://antifono.gr/%CE%BF-%CF%86%CE%B5%CF%84%CE%B9%CF%87%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%83-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%83/?fbclid=IwAR1wEshemlSHcxSvgcU2P5fMJnqi-gTQqTkM9JF3Ts3aLJJIQ23UcyPEyJQ

Πολύχρωμος ολοκληρωτισμός

Από πότε η «πορεία υπερηφάνειας» θεωρείται από κάποιους ως βήμα για να διασπείρουν μια ρατσιστική ρητορική μίσους; Έτσι μόνο μπορούν να χαρακτηριστούν τα συνθήματα «Ελλάδα σκάσε!», «στο διάολο η οικογένεια, στο διάολο κι η πατρίς, να πεθάνει η Ελλάδα για να ζήσουμε εμείς». Κι αν αυτοί που τα εκφράζουν δηλώνουν «αντιφασίστες», αυτό θολώνει μόνο τα νερά της δικής τους ξενοφοβίας, καθώς αντιμετωπίζουν κάθε τι ανόμοιο με αυτούς ως οντολογικά εχθρικό, που πρέπει να εξολοθρευθεί. Ίδια λοιπόν, η κινητήρια αντίληψή τους με τους ναζί τους οποίους υποτίθεται ότι τόσο έντονα απεχθάνονται.

Ποιον, όμως, στ’ αλήθεια στοχοποιούν τα συνθήματα αυτά; Όχι μόνον όσους αισθάνονται αισθήματα πατριωτικά, ή τα μέλη μιας οποιασδήποτε οικογένειας (στους οποίους αξίζουν σύμφωνα με ένα άλλο προσφιλές σύνθημα «σφαλιάρες και κλωτσιές»). Αλλά, στον άνθρωπο γενικά. Στην ίδια του την ύπαρξη έτσι όπως πραγματοποιείται εδώ και χιλιάδες χρόνια: Γιατί η οικογένεια είναι το πρώτο συλλογικό κύτταρο που ο άνθρωπος εκδηλώνεται αγαπητικά, δηλαδή μαθαίνει να λαμβάνει αρχικά, κι ύστερα να εκπέμπει την αγάπη· και πατρίδα είναι η ψυχική εκείνη γεωγραφία που μεταβάλλει τον άνθρωπο και τις κοινωνίες του, από εφήμερο ον σε τυχαία συνύπαρξη, σε μια κοινότητα ικανή να διεκδικήσει την ίδια της τη μοίρα.

Η αμφισβήτηση όλων αυτών εκπορεύεται από το ίδιο το Σύστημα. Tο μοντέλο οικονομίας και κατανάλωσης, που ζητάει σήμερα από τον άνθρωπο να αλλάξει έναν τρόπο ύπαρξης που ακολουθεί από την αυγή της παρουσίας του σε αυτόν τον πλανήτη, να γίνει ένας μετάνθρωπος δίχως συλλογικές ταυτότητες, ιστορική μνήμη, φύλο, γι’ αυτό εύπλαστος, απόλυτα χειραγωγούμενος από τους μηχανισμούς του μάρκετινγκ και της κατασκευής επίπλαστων καταναλωτικών αναγκών. Γι’ αυτό και τα σκήπτρα αυτής της περίεργης θρησκείας του «νέου ανθρώπου», τα κρατούν οι πολυεθνικές και ο αυτοκράτορας των ΜΚΟ Τζόρτζ Σόρος.

Για εμάς, που δεν πιστεύουμε ότι έχει μέσα στον 21ο αιώνα νόημα να δηλώνει κανείς «προοδευτικός» ή «συντηρητικός», αλλά να αγωνίζεται ώστε να βρει η κοινωνία μας το χαμένο της πνευματικό μέτρο και κέντρο, η έκφραση της σεξουαλικότητας είναι ζήτημα προσωπικής ελευθερίας. Το να χρησιμοποιείται όμως ως άλλοθι για μια σταυροφορία «επίθεσης στα πρότυπα ανδρών και γυναικών» και άρα, μετάλλαξης του ανθρώπου, είναι κάτι το αποτροπιαστικό. Γιατί πρώτα απ’ όλα διασύρει την ίδια, ενώ αποπειράται να «καπελώσει» κάθε άνθρωπο που ασκεί την προσωπική του ελευθερία, ακόμα και πολλούς ομοφυλόφιλους συμπολίτες μας, βάζοντας στο στόμα τους μια πολιτική ατζέντα στην οποία δεν έχουν συνομολογήσει ποτέ.

Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο

«Τι είναι το αγόρι τώρα που έχασε την μπάλα του. Τι πρέπει να κάνει; Την είδα να κυλά, γκελάροντας χαρωπά, κάτω στο δρόμο, κι έπειτα, χαρωπά ν’ αναπηδά. Να’ τη, μες στο νερό τώρα. Μάταιο να πεις υπάρχουν κι άλλες μπάλες. Μια θλίψη απόλυτη, φοβούμενη, ακινητοποιεί το αγόρι. Έτσι όπως στέκεται άκαμπτο, τρεμάμενο, κοιτώντας κάτω. Όλα τα χρόνια της νεότητάς του μες το λιμάνι, όπου έπεσε η μπάλα του. Μια δεκάρα, μι’ άλλη μπάλα, δεν έχουν σημασία τώρα. Αισθάνεται πρώτη φορά ευθύνη. Μέσα σε ένα κόσμο ιδιοκτησιών, άνθρωποι θα παίρνουν μπάλες. Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο»

Τα λόγια που μόλις διαβάσατε ανήκουν στον Αμερικάνο ποιητή Τζον Μπέρρυμαν και είναι λόγια απ’ το ποίημα του «Το ποίημα της μπάλας». Γραμμένο τη δεκαετία του ’50, μιλά -για τι άλλο- για την απώλεια μιας μπάλας από κάποιον πιτσιρίκο. Δε νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να έχει παίξει ποδόσφαιρο σε κάποιο δρόμο και να μην έχει χάσει έστω μια μπάλα. Εγώ, απ’ όσο θυμάμαι, είχα χάσει πολλές. Βέβαια δεν είμαι εγώ το κυρίως θέμα, σε αυτό εδώ το κείμενο, αλλά μια χαμένη μπάλα. Όχι δική μου. Ίσως η πιο διάσημη, χαμένη, μπάλα που γνώρισε ποτέ το άθλημα. Πιο διάσημη -για να αστειευτώ κιόλας- ακόμα κι από ‘κείνη που είχε στείλει ο Σέρχιο Ράμος, λογικά, στη στρατόσφαιρα, μετά το χαμένο του πέναλτι, απέναντι στη Μπάγερν Μονάχου, το 2012. H ιστορία που θα διαβάσετε αφορά την μπάλα του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966. Ενός τελικού που είχε βρει την Αγγλία Πρωταθλήτρια κόσμου, τον πιτσιρίκο Τζεφ Χερστ, ήρωα εκείνης της αναμέτρησης και τον Γερμανό Χέλμουτ Χάλερ, βασικό υπαίτιο για την ιστορία που διαβάζετε. Ας τα πάρουμε όμως απ’ την αρχή.

Το τελευταίο σφύριγμα του Ελβετού διαιτητή, Γκότφριντ Ντινστ, είχε βρει νικητές τους Άγγλους, με 4-2, απέναντι στους Γερμανούς, μετά από μια μυθική παράταση που είχε κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το πιο αμφιλεγόμενο γκολ που έχει μπει ποτέ σε τελικό. Ο Χερστ είχε σκοράρει χατ-τρικ και, σύμφωνα με την αγγλική παράδοση, έπρεπε να κάνει δική του και την μπάλα της αναμέτρησης. Οι Γερμανοί, σε μια πρωτόγνωρη κίνηση μακριά από κάθε σεβασμό προς τον αντίπαλο και το άθλημα, αποφάσισαν να αρπάξουν την μπάλα και να επιστρέψουν μαζί της στη δική τους χώρα. Ο τυχερός που έκλεψε την μπάλα ήταν ο μεσοεπιθετικός της Μπολόνια, Χέλμουτ Χάλερ, σκόρερ μάλιστα τoυ πρώτου γκολ της αναμέτρησης.

Όπως ο ίδιος έχει παραδεχτεί, η μπάλα του τελικού έφτασε στη Γερμανία το 1973, και όχι το 1966, μιας και τότε αποφάσισε να αφήσει την Ιταλία, για να αγωνιστεί στη χώρα του, μετά το πέρασμά του από Μπολόνια και Γιουβέντους, και η μπάλα δεν τον ενδιέφερε σχεδόν καθόλου ως «σημαντικό τρόπαιο» για να την έχει αφήσει νωρίτερα σε κάποιο ποδοσφαιρικό μουσείο της χώρας του. Ήταν μάλιστα τέτοια η δική του απάθεια για την ιστορική μπάλα, που την είχε χαρίσει στον γιο του. Ο μικρός, με τη σειρά του, έπαιζε ποδόσφαιρο με την μπάλα του τελικού, με τους φίλους του, στον κήπο του σπιτιού του. Όταν τη βαρέθηκε, την πέταξε, ευτυχώς για όλους, σε μια παλιά αποθήκη, δίπλα στο σπίτι τους, στο Άουσμπουργκ. Η Αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία δεν είχε ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα μέχρι και το 1996. Και δεν θα το έκανε ούτε τότε αν το Ευρωπαϊκό Κύπελλο εθνικών ομάδων δεν διεξαγόταν στην Αγγλία. Τότε ήταν που ξεκίνησε και η μεγάλη μάχη γραφικότητας για να βρεθεί η μπάλα του τελικού και να επιστρέψει στο σπίτι της.

Τα βρετανικά τηλεοπτικά κανάλια και οι πιο γνωστές εφημερίδες της χώρας άρχισαν πόλεμο στον Χάλερ μιας και υπήρχαν φωτογραφίες μετά τη λήξη του Τελικού που τον έδειχναν να κρατά την μπάλα. «Είσαι ένας ανέντιμος κλέφτης, φέρε πίσω την μπάλα μας» άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί για να σταματήσει αυτή η αδικία 30 ολόκληρων ετών, με τον ίδιο απλά να δηλώνει πως πήρε την μπάλα επειδή δεν το έκανε κάποιος άλλος και πως αν την ήθελαν, θα την έδινε, αν φυσικά έπαιρνε χρήματα γι’ αυτό, μιας και η μπάλα ήταν πλέον δική του και όχι δική τους. Οι Άγγλοι σε μια πρωτόγνωρη κίνηση, ακόμα και γι’ αυτούς, θα στείλουν στη Γερμανία ομάδα ερευνητών για να ψάξουν, και να σιγουρέψουν, πως η μπάλα του Χάλερ ήταν όντως η αυθεντική. Όταν αυτό θα αποδειχτεί, ο πρόεδρος της Virgin, Ρίτσαρντ Μπράνσον, θα δώσει 70.000 λίρες στον Χάλερ και σε συνεργασία με την Mirror η μπάλα θα προγραμματιστεί να επιστρέψει, μετά Βαΐων και Κλάδων, στην Αγγλία, στις 26 Απριλίου για να εκτεθεί στο Λονδίνο καθ’ όλη τη διάρκεια του Γιούρο.

Η Mirror κυκλοφόρησε την επόμενη μέρα, έχοντας στο εξώφυλλό της, τους Χάλερ, Χερστ και Μπράνσον με την ιστορική μπάλα και με τον πικάντικο τίτλο «They think it’s all over, it is now». Μια φράση που θεωρείται θρυλική -και είναι- για τους Άγγλους, μιας και την είχε ξεστομίσει ο εκφωνητής του τελικού του 1966 Κένεθ Γουλστενχόλμ. Η Sun μάλιστα, στο εξώφυλλό της, είχε χλευάσει τους Γερμανούς, και φυσικά τον Χάλερ, για τις 70.000 λίρες και ζητούσε να δοθούν τα χρήματα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ο Χάλερ, την ώρα που επικρατούσε ο κακός χαμός με την επιστροφή της μπάλας, είχε βρεθεί να παραπατάει μεθυσμένος σε γνωστό Λονδρέζικο κλαμπ και κάπως έτσι η ιστορία έλαβε τέλος. Το 2012 άφησε την τελευταία του πνοή στο Άουσμπουργκ.

Οι Γερμανοί τελικά πήραν την εκδίκησή τους στον ημιτελικό της διοργάνωσης, αποκλείοντας τους Άγγλους και κατακτώντας το τρόπαιο απέναντι στους Τσέχους, μέσα στο Γουέμπλεϊ. Η μπάλα του ’66, με το τέλος της διοργάνωσης, μπήκε σε περίοπτη θέση στο Μουσείο Ποδοσφαίρου στο Πρέστον με τη μπάλα του τελικού του ’96 να ταξιδεύει, νόμιμα αυτή τη φορά, για τη Γερμανία. Ελπίζω τουλάχιστον να μη βρίσκεται σε καμιά αποθήκη στο Βούπερταλ. Οι μπάλες -όπως είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό- θα χάνονται πάντοτε (για τους Άγγλους) πιτσιρίκο.

Πηγή:

Πάντα οι μπάλες θα χάνονται πιτσιρίκο

Διερευνώντας τις δομές του λαϊκού πολιτισμού – Σύστημα και αντισύστημα.

Επιμέλεια: Γιώργος Κουτσαντώνης

Ακολουθεί απόσπασμα από το εξαιρετικό, κατά τη γνώμη μας, βιβλίο, Ελληνικός Παραδοσιακός Πολιτισμός – Λαογραφία και Ιστορία – Συνέδριο στη μνήμη της Άλκης Κυριακίδου Νέστορος, εκδ. Παρατηρητής.

Αλέξης Πολίτης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

«Οι Έλληνες πιστεύουν πως αν ανεβούν στην κορυφή τον Ταΰγετου την 1η Ιουλίου, μπορούν να διακρίνουν την Κωνσταντινούπολη στον ορίζοντα. Βλέπουν παντού την Κωνσταντινούπολη». Με τα λόγια αυτά ειρωνευόταν, στα 1854, ο Εδμόνδος Αμπού τις υπέρμετρες βλέψεις της Μεγάλης Ιδέας[1] είμαστε στα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου, άλλωστε. Και βέβαια, όσο καθαρή κι αν είναι η ατμόσφαιρα, όσο γερακίσιο κι αν είναι το μάτι, η Κωνσταντινούπολη δεν φαίνεται από τον Μοριά: εδώ εκφράζονται εμφανώς περισσότερο ιδεολογικοί πόθοι παρά κάποια πραγματικότητα, κι έτσι το πεδίο της ειρωνείας αφήνεται διάπλατο.

Ωστόσο την πίστη ετούτη τη χρειάζομαι για διαφορετικό σκοπό, για την εσωτερική της δομή: οργανώνεται σε δύο σκέλη· από τη μια η πεποίθηση πως η Πόλη δεν είναι και τόσο μακριά από τη νότια άκρη της Ελλάδας, κι από την άλλη μια περιοριστική ρήτρα: «φαίνεται, μονάχα όμως μία μέρα τον χρόνου». Θα προσπαθήσω λοιπόν να δείξω ότι παρόμοιου τύπου περιοριστικές ρήτρες συνιστούν κοινόν τόπο στο σύνολο σχεδόν των πίστεων που συγκροτούν το οικοδόμημα του προφορικού πολιτισμού. Λόγου χάρη, μισόν αιώνα περίπου νωρίτερα καταγραφόταν μια άλλου είδους πίστη, σχετικά με την πανούκλα. Πλάι στην αναφορά για την καταστροφική της ισχύ προσκολλάται μία επιπλέον ιδιότητα: «τιμές μάλιστα λέγουν ότι είναι τυφλή και περιπατεί τοίχον-τοίχον και δια τούτο στρώνουσιν εις την μέσην της κάμαρας δια να μην τους πατήσει»[2]. Ίδια δομή και εδώ· την επίφοβη δύναμη της προσωποποιημένης πανούκλας την αναιρεί η τυφλότητά της.

Το φαινόμενο αυτό, που το ονομάζω «σύστημα και αντισύστημα», καταφαίνεται σαφέστατα στις παροιμίες, δηλαδή στο είδος όπου κωδικοποιείται η βιωματική εμπειρία των αγροτικών πολιτισμών. Ένα μεγάλο μέρος τους θα μπορούσαμε να το ταξινομήσουμε σε αντιθετικά ζεύγη, όπως, λόγου χάρη: Αγάλια αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι αλλά και, Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος, ή πάλι: η νύχτα κάνει ‘πίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη. —Βασιλικός κι αν μαραθεί, τη μυρουδιά την έχει, αλλά και, — Πέσανε τ’ άστρα και τα πατούν κι οι κότες. — Δεν μ’ ευφραίνουνε τα γρόσα, μόνον η yλυκειά σου γλώσσα, αλλά και, Όποιος έχει γρόσα, έχει γλώσσα Η παλιά κότα έχει το ζουμί, αλλά και, Ξανόστηνες κυρά μου σαν τ’ αγγούρι τον Αύγουστο. — Ο Θεός φτωχό, νά ‘ν’ άμοιρος, δεν κάνει, αλλά και, Του φτωχού το εύρημα ή καρφί ή πέταλο. – Λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά και θέλει, αλλά και, Το πολύ το κυριελέησον το βαρυέται κι ο παπάς.

Τέτοια ζευγάρια, πολλά μπορούμε να βρούμε· σταχυολόγησα ορισμένα, όλα από έναν μόνον τόπο, τη Σκιάθο[3]. Και προς τιμήν της Άλκης Κυριακίδου Νέστορος, που είχε επιμεληθεί την έκδοσή τους, και επειδή όταν ανιχνεύουμε τις δομές, είναι σκόπιμο να επιλέγεται ένας συγκεκριμένος τόπος, ώστε τα τεκμήρια που χρησιμοποιούμε να προέρχονται από οργανικό σύνολο· αλλιώς ελλοχεύει ο κίνδυνος να έχουμε συγκροτήσει εμείς το όλον του οποίου τη δομή αναζητούμε.

Το αναλυτικό μου παράδειγμα θα είναι πάλι από τη Σκιάθο, λοιπόν. Επέλεξα τις μαγικές πράξεις που οδηγούν στην αρρενογονία: καθώς η αγροτική κοινωνία, σε συνδυασμό με τον θεσμό της προίκας και τις γενικότερες πατριαρχικές αντιλήψεις, προβάλλει έντονα την προτίμηση για αρσενικά παιδιά, οι σχετικές πρακτικές είναι αρκετές. Ας αρχίσουμε από το λεγόμενο «παλικαροβότανο». Στη συλλογή τον Γεώργιου Α. Ρήγα, Σκιάθου λαϊκός πολιτισμός, καταγράφονται πέντε ειδών παλικαροβότανα. Το πρώτο είναι να καταπιεί η γυναίκα ωμούς όρχεις πετεινού σε μια «αντρίκεια ημέρα», ημέρα δηλαδή που τιμάται η μνήμη αρσενικού αγίου. Ένα άλλο είναι να καταπιεί πάλι η γυναίκα έναν αφαλό από αρσενικό ζώο (κατσίκι ή πρόβατο) που έχει μείνει ένα ολόκληρο βράδυ έξω στην ύπαιθρο να το δουν τ’ αστέρια· η πράξη αυτή πρέπει να γίνει «τ αϊ-Γιαννιού τ’ Λιτρουπιού», δηλαδή την ημέρα του Γενεθλίου του Προδρόμου. Πρέπει όμως η γυναίκα όταν το πίνει να κοιτάζει προς την ανατολή. Το τρίτο παλικαροβότανο είναι ένα βοτάνι «απού μοιάζει σαν ψιλούτσικο χορταράκι» – έτσι, αόριστα δίνεται η περιγραφή του. Άμα το βρουν, το ξεριζώνουν και το δίνουν στη γυναίκα να το φάει. Το τέταρτο είναι ο ομφάλιος λώρος ενός αγοριού γεννημένου από «παλικαρομάνα», από μητέρα δηλαδή που γεννάει στη σειρά αγόρια: αυτόν τον ομφάλιο λώρο ή τον κάνουν χαϊμαλί, ή τον ξεραίνουν, τον τρίβουν και τον δίνουν σαν καταπότι. Και το τελευταίο είναι μια παραλλαγή του προηγούμενου, ο ομφάλιος λώρος ζώου που επίσης γεννά στη σειρά αρσενικά[4].

Αυτά, ως προς τη μάνα. Κρίσιμη για την αρρενογονία ωστόσο είναι και η στιγμή των ιερών αρραβώνων στην αρχή της γαμήλιας τελετής. Στη διάρκειά της οι εχθροί της νύφης μπορεί να της «ρίξουν τα κορίτσια», όπως κι οι φίλοι «να της ρίξουνε τα παλικάρια». Για να αποφευχθεί το πρώτο πρέπει να κλείσουν τα παράθυρα, αν ο γάμος γίνεται σε σπίτι, ή να προφέρει τα λόγια του αρραβώνα μυστικά ο παπάς, ή ακόμα και να τελέσουν την ιερή τελετουργία λίγο νωρίτερα (ώστε να μην πετύχει ο εχθρός την κατάλληλη στιγμή). Αποτρεπτικά λειτουργεί επίσης το να κρατούν η νύφη κι ο γαμπρός ένα τετραβάγγελο, ένα κομμάτι δίχτυ κι ένα ψαλίδι, ή να φορούν από ένα ασημένιο τάλιρο στα παπούτσια τους, ή, τέλος, να έχει ο γαμπρός στην τσέπη του πολύ σουσάμι. Καλό είναι ακόμα να πουν από μέσα τους την κατάλληλη στιγμή: «Ξέρω πως μου ρίχνουνε τα κορίτσια». Και, φυσικά, για να επιτευχθεί το θετικό αποτέλεσμα, χρειάζεται, την ώρα που ο παπάς προφέρει το «αρραβωνιάζεται», κλπ., να πουν μυστικά οι φίλοι: «αρραβωνιάζω κι εγώ τα παλικάρια».

Κοντά σ’ αυτά, κι ενώ γίνονται στο σπίτι οι προετοιμασίες, οφείλουν, όταν στολίζουν το νυφικό κρεβάτι, να κυλίσουν ένα αρσενικό παιδί πάνω στο στρώμα πριν ακόμα στρώσουν τα σεντόνια, ενώ, πάλι, θα πρέπει τα ψωμιά του γάμου να μένουν «ακέντηστα», δίχως εγχάρακτα ξόμπλια δηλαδή, για να μην κάνουν κορίτσια οι μελλόνυμφοι. Κι από το ίδιο ζυμάρι πρέπει να κάνουν δυο κουλούρια που θα τα δώσουν σε αγόρια. Και αφού τελειώσει ο γάμος, μετά τα καλορίζικα, ο παπάς εύχεται στο ζευγάρι «όλο κεφαλάδες», αρσενικά παιδιά[5].

Είναι πολλές οι λεπτομέρειες, ενδέχεται μάλιστα να μην τις έχω εντοπίσει όλες -όπως ενδέχεται, φυσικά, να έχει παραλείψει κάποιες και ο Γ. Α. Ρήγας[6]. Επιχειρώντας όμως να συλλάβουμε προς τι όλο ετούτο το πολυποίκιλο αθροιστικό συνονθύλευμα, διαπιστώνουμε ότι η πανσπερμία ακριβώς είναι που εμπεριέχει την ουσία τον ζητήματος, επειδή, βέβαια, είναι πρακτικά αδύνατο το καινούριο ζευγάρι να τηρήσει με ακρίβεια όλους τους κανόνες αρρενογονίας. Δεν θα δοκιμάσει η γυναίκα όλα τα παλικαροβότανα, παρά ένα ή δύο, αλλά όποιο και να δοκιμάσει μπορεί να της διαφύγει κάποια από τις πολλές μικρές λεπτομέρειες. Έπειτα, πόσες ημέρες αρσενικών αγίων, λόγου χάρη, δεν είναι ταυτόχρονα και ημέρες μνήμης θηλυκών; Και ποιος καθορίζει πόσα αρσενικά παιδιά στη σειρά πρέπει να έχει γεννήσει μια γυναίκα για να ονομαστεί επάξια «παλικαρoμάνα»; (Αφήνω που, και πάλι, στην καλύτερη των περιπτώσεων προκύπτει ένα μόλις χαϊμαλί για ολόκληρη την κοινότητα). Ή, πάλι, πόσοι μπορούν να βεβαιώσουν ότι ετούτο κι όχι το άλλο βοτάνι είναι το γνήσιο παλικαροβότανο; Να προσέξουμε ότι ο ίδιος ο Γ. Α Ρήγας δεν φαίνεται να ήξερε να το αναγνωρίσει. Και να προσθέσουμε ότι όλα όσα αναφέρθηκαν δεν είναι παρά πρακτικές και έθιμα που συμπληρώνουν τις θρησκευτικές πίστεις· γιατί είναι ευνόητο πως κοντά στα άλλα υπάρχει πάντα κι η δυνατότητα ν’ ανάψεις ένα κερί ή να προσφύγεις σε όποια μαγική παρέμβαση του θείου κρίνεις καταλληλότερη.

Λοιπόν, οι δυσκολίες, οι ασάφειες και κυρίως η πολλαπλότητα των μαγικών μέσων συνιστούν ακριβώς το αντισύστημα στο συνολικό σύστημα «μέθοδοι προς αρρενογονίαν». Αν τελικά το ζευγάρι αποκτήσει αγόρι, το γεγονός δεν θα αποδοθεί στην εύνοια της τύχης παρά σε κάποιαν από τις μαγικές ενέργειες, αν πάλι όχι, τότε, ήταν το μαγικό των εχθρών που επέδρασε δραστικότερα, ή έτυχε μια λεπτομέρεια να μην προσεχτεί επαρκώς: ανάλογα με το αποτέλεσμα, Θεωρείται ότι λειτούργησε το σύστημα είτε το αντισύστημα, ώστε το συνολικό οικοδόμημα να μην τεθεί σε αμφισβήτηση. Οι ασφαλιστικές δικλείδες εντοπίζονται είτε στη διπλή οργάνωση των μαγικών – επιρροές των φίλων, επιρροές των εχθρών- είτε στην εσωτερική διπολική οργάνωση που προσφέρουν οι απαραίτητες «ρήτρες δυσκολιών»: η ειδική, ενίοτε και η μοναδική κατάλληλη μέρα του χρόνου, τα σύνθετα τεχνικά ζητήματα, ή ό,τι άλλο. Η θεά τύχη, ο μόνος καθοριστικός παράγοντας της αρρενογονίας -ή αν θέλετε ο συνδυασμός κάποιων επιλογών, όπου οι ανθρώπινες γνώσεις δεν διαθέτουν πρόσβαση – παραμερίστηκε ολότελα. Οι άνθρωποι μπορούν να νομίζουν ότι ξέρουν και μπορούν· ο φόβος του άγνωστου, ο φόβος του κενού παραμερίζεται. Αλλά και στο ιδεολογικό επίπεδο αν προβάλουμε το θέμα, ο προφορικός πολιτισμός πάλι διττά είναι οργανωμένος. Στη γενικευμένη, δηλαδή, και κατάφωρη βούληση για αρρενογονία αντιτίθεται αμυντικά η λαϊκή σοφία όταν δηλώνει «Της καλομάνας το παιδί το πρώτο είναι κορίτσι»[7].

Παίρνω τώρα μία πολύ τυπική φράση ενός παραμυθιού: «Εγώ ήμουν ένα βασιλόπουλο, και μια κακιά μάγισσα μ’ έκανε φίδι. Μ’ είπε όμως ότι, αν παντρευόμαν βασιλοπούλα, κι αυτή μάθαινε το μυστικό και τα τρία πρώτα βράδια δεν το φανέρωνε σε κανέναν, θα γινόμαν πάλι βασιλόπουλο σαν πρώτα. Αν όμως το φανερώσει, θα γίνω πουλάκι και θα φύγω, και θα βάλει σιδερένια παπούτσια να με βρει». Η βασιλοπούλα βάσταξε δυο μέρες να μην πει το μυστικό, την τρίτη δεν βάσταξε. Έτσι το φίδι έγινε πουλί και πέταξε, κι η βασιλοπούλα άρχισε να το ψάχνει: «Γυρνούσε μέρες και νύχτες, νύχτες και μέρες, καταπεινασμένη, καταδαμασμένη, χωρίς να έχει κλείσει μάτι». Τέλος, πέφτει να κοιμηθεί, ονειρεύεται το παλάτι της, «ξυπνάει, και βλέπει μπροστά της ένα πλαστό ψωμί. Σ’κώθηκε με λαχτάρα, πάει να το πάρει». Το ψωμί έφευγε κι αυτή το κυνηγούσε, «έφτασαν μπροστά σ’ ένα παλάτι. Αφήνει το ψωμί κι ανεβαίνει το πρώτο σκαλί να μπει μέσα. Αλλά γυρνάει η σκάλα και τη χτυπάει μια στο κεφάλι. Παραπονιέται η βασιλοπούλα, κι η σκάλα τη λέει ότι έπρεπε να ρωτήσει πρώτα, κι ύστερα να περάσει. Λέει τότε η βασιλοπούλα, «Σκάλα, καλή μ’ σκάλα, μ’ αφήνεις ν’ ανέβω;»». Και πάει λέγοντας[8].

Έτσι λοιπόν η κακιά μάγισσα μεταμορφώνει το βασιλόπουλο σε φίδι, μα του υποδεικνύει ταυτόχρονα και τον τρόπο να λυθούν τα μάγια. Το ίδιο κάνει κι η σκάλα με τη βασιλοπούλα – ας μην επιμένουμε στα προφανή. Λίγο να φέρουμε στον νου μας τα παραμύθια, θα θυμηθούμε ατελείωτες παρόμοιες καταστάσεις, όπου το κάθε εμπόδιο εμπεριέχει και το αντίδοτό του. Πρόκειται βέβαια για έναν απλοϊκό τρόπο να επιμηκύνεται κατά βούλησιν η αφήγηση· ωστόσο, ας προσέξουμε ότι όλα τα υπερφυσικά επιτεύγματα των παραμυθιακών ηρώων δεν οφείλονται στην εξαιρετική δύναμη ή στην ευφυία τους, παρά σε κάποιο εσωτερικό κλειδί, ένα κλειστό σύστημα που περικλείνει ταυτόχρονα ένα σύστημα δυσκολιών κι ένα αντισύστημα λύσεων.

Μπορούμε νομίζω κάπως να γενικεύσουμε, τώρα. Η διπολική οργάνωση των πίστεων που συγκροτούν τον νοητό κόσμο τον λαϊκού πολιτισμού παρατηρείται άλλωστε ακόμα και στις πιο γενικευτικές αντιλήψεις, όπως στην οργάνωση τον χρόνου. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να τον οργανώσουν και ως προς τις πιθανότητες του καλού ή του κακού. Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες· μου αρκεί ότι στο γενικευτικό επίπεδο η Τρίτη είναι η ημέρα τον κακού, της ατυχίας -υπάρχουν φυσικά κι ένα σωρό υποπεριπτώσεις, όπως ότι η Τετάρτη είναι κακή για τους γάμους κι η Πέμπτη επικίνδυνη για τα γυαλικά- αλλά καθώς το κακό έρχεται αναπάντεχα, δίχως να προσαρμόζεται στις προσδοκίες μας, ο λαϊκός πολιτισμός οργανώνει και το αντισύστημα, την «κακιά ώρα». Με έναν ανάλογα αντιθετικό τρόπο οργανώνεται και ο χρόνος των πράξεων. Την πρώτη μέρα της μεγάλης Σαρακοστής, όπου επιβάλλεται επίσης η σωματική εγκράτεια, έχουμε τα φαλλικά έθιμα της Καθαρής Δευτέρας, την πρώτη μέρα της σποράς, που εθιμικά πρέπει να είναι στις 14 του Σεπτέμβρη, ημέρα τον Σταυρού, επιτρέπεται στα ζώα να μπαίνουν στα χωράφια και να βοσκούν, μίαν άλλην αρχιχρονιά, την Πρωταπριλιά επιβάλλεται να λέμε ψέματα (για άγνωστούς σ’ εμένα λόγους), την Πρωτοχρονιά επιβάλλεται να προκαλούμε την τύχη παίζοντας χαρτιά, ενώ την πρώτη τον Μάη, του πιο σκληρού μήνα για τους μεροδουλευτάδες λόγω τον μεγέθους της ημέρας, δεν δουλεύουμε παρά πηγαίνουμε να κόψουμε τον «Μάη». Έτσι η πρώτη μέρα κάθε περιόδου αντιβαίνει τις πρακτικές που θα πρέπει να τηρούνται· μια ψυχολογικού τύπου ρήτρα ασφαλείας.

Προεκτείνοντας, κάπως τολμηρά ενδεχομένως, τις σκέψεις μας, θα μπορούσαμε να απλωθούμε και σε άλλου τύπου δραστηριότητες: σκέφτομαι τον χορό, όπου από τη μια έχουμε τις συγκρατημένες και ομοιόμορφες κινήσεις του συνόλου, όπου όλα πρέπει να προβάλουν την τάξη και το μέτρο, όπου το άτομο χάνεται στο σύνολο, κι από την άλλη τα υπέρμετρα πηδήματα και τα τσαλίμια του κορυφαίου, που για έναν ή δύο γύρους, ο καθένας με τη σειρά, έχει το δικαίωμα να αντιταχθεί στο σύνολο, να αναδείξει το πάθος εκεί που οι άλλοι αναδεικνύουν την ηρεμία – μια συμβολική και προσωρινή απελευθέρωση του ατομικού από το κοινωνικό.

Αυτό που πρέπει συνολικά να προσέξουμε είναι ότι οι αντιθέσεις, όπου κι αν τις παρατηρούμε, δεν τείνουν ποτέ προς τη σύνθεση· αυτοπεριορίζονται στο άθροισμα, διατηρούν δηλαδή πάντα την αυτοτέλειά τους. Οργανώνονται μεταξύ τους αλυσιδωτά, σαν κρίκοι, έτσι ώστε το σύνολο του λαϊκού πολιτισμού μπορούμε να το προσομοιάσουμε με κάτι σαν δίχτυ: μπορούμε να αναφερθούμε στο νήμα που εμποδίζει ή στη ηγκιά που επιτρέπει τη διέλευση. Στο διπολικό αυτό σχήμα ο ένας πόλος επιτρέπει την αναίρεση του άλλου, κι έτσι οι πραγματικότητες κι η εμπειρία τους βρίσκουν πάντοτε διέξοδο μέσα από τα αντιθετικά οργανωμένα συστήματα και οι ενυπάρχουσες αντιφάσεις απορροφώνται, αποκρύπτονται καλύτερα. Το τυχαίο εξορίζεται, οι απροσδιόριστες πιθανότητες εμφανίζονται σε κάποιο θεωρητικό επίπεδο υποταγμένες στις ανθρώπινες δυνάμεις.

Ετούτος ο τρόπος οργάνωσης της γνώσης καλύπτει μια βαθύτατα υπαρξιακή ανάγκη, τον φόβο του αγνώστου ή του κενού. Γιατί το τυχαίο δηλώνει άγνοια, αδυναμία παρέμβασης, ή, περισσότερο, αποδοχή δυνάμεων ισχυρότερων του ανθρώπου -και κάθε θεωρία της γνώσης αποτελεί μια προσπάθεια εκλογίκευσης των ανθρώπινων εμπειριών.

Και κάτι τελευταίο. Το στήριγμα τον οικοδομήματος «σύστημα και αντισύστημα», πρέπει να το αναζητήσουμε, νομίζω, στην προφορικότητα τον λαϊκού πολιτισμού. Η γραφή, το γραμμένο κείμενο, δεν επιτρέπει αντιφάσεις, επειδή κείται κάπου έξω από το ανθρώπινο μυαλό, έξω από τη μνήμη, η οποία μπορεί να είναι -το ξέρουμε πόσο- επιλεκτική. Με το γραμμένο κείμενο οι αντιφάσεις αναδεικνύονται ευκολότερα, και το ανθρώπινο μυαλό υποχρεώνεται να τις αντιμετωπίσει. Ο προφορικός πολιτισμός εμπεριέχει τη δυνατότητα της ελαστικότητας, καθώς παραμένει διαρκώς υποκειμενικός, καθώς φέρεται από μνήμη σε μνήμη. Γιατί ό,τι επιτρέπει τη λειτουργία των αντιφάσεων, το δίπορτο του συστήματος και του αντισυστήματος, είναι ακριβώς ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα στη μια ρήση και στην άλλη, στη μια και την άλλη πίστη: η συνύπαρξή τους δεν γίνεται ορατή, παρά όταν περάσουμε από το υποκείμενο στο αντικείμενο. Μην μπορώντας να εκφράσει με συνθετικό τρόπο την έννοια των πιθανοτήτων, ο προφορικός πολιτισμός αρκείται σε μια διπολική παράθεσή τους· το «ίσως», το «πιθανόν», το «ενδέχεται» δυναμιτίζουν την απλοϊκότητα της σκέψης.

Η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος επαναλάμβανε συχνά μια φράση τον αγαπημένου της Λεβί-Στρος «ο άνθρωπος σκεφτόταν πάντα εξίσου καλά». Μπορεί· οι άνθρωποι πιθανόν να σκέφτονταν πάντα εξίσου δημιουργικά, αλλά το αποτέλεσμα στάθηκε διαφορετικό, και πολύ. Αν το τελευταίο ετούτο δεν το υπολογίζουμε, χάνουμε τον σημαντικότερο παράγοντα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Εμείς, οι τυχεροί, που ευτυχήσαμε να τη γνωρίσουμε την Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, σίγουρα δεν θα την ξεχάσουμε· η παρουσία της μας σφράγισε για πάντα. Μας σφράγισε το κέφι της για τη ζωή το απροσμέτρητο, μας σφράγισε το ανάλαφρο χαμόγελο όσο και το αστραφτερό θυμωμένο της βλέμμα, η βούληση για κατανόηση του κόσμου που την περιτριγύριζε —να το ‘ξερε πως έπρεπε να βιάζεται; Και ναι, και όχι. Οι νεότεροι, οι άλλοι, όσοι δεν έτυχε να τη συναντήσουν γιατί μια φορά έφτανε, ποτέ όμως δεν περίσσευαν οι πολλές— μπορεί και να μη μας πιστεύουν· το υποκειμενικό δύσκολα μετατρέπεται σε αντικειμενικό. Ας μείνει όμως κοντά στα γραπτά της κι η μαρτυρία μας, όσο αχνά κι αν αποτυπώνει το πρόσωπό της.


[1] Εdmond About, La Grece contemporaine, Παρίσι 1854, 31, υποσ.

[2] Δημ. Πετρόπουλος, «Ανέκδοτα κείμενα από τα κατάλοιπα τον C. Fauriel εκδιδόμενα», Λαογραφία 16 (1956), 207. Πρβ. Claude Fauriel, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια Α’. Η έκδοση του 1824-1825, επιμ. Αλέξης Πολίτης, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1999, 54.

[3] Γεώργιος Α. Ρήγας, Σκιάθου λαϊκός πολιτισμός Γ , πρόλογος Άλκης Κυριακίδου Νέστορος, Θεσσαλονίκη 1968. Έχω μεταγράψει την εκφορά στο κοινό ιδίωμα· οι παροιμίες είναι ταξινομημένες κατά την κύρια λέξη. Για το συνολικό έργο του καταγραφέα πρβ. επίσης, Χρήστος Β. Χειμώνας, «Τρία ανέκδοτα χειρόγραφα βιβλία τον Γ. Α. Ρήγα και κάποιες σκέψεις για τα κατάλοιπά του», Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών 23 (1983), 346-349, όπου και βιβλιογραφία.

[4] Ό.π., Δ. Θεσσαλονίκη 1970, 49-51. Μεταφέρω πάντα το φραστικό προς το κοινό ιδίωμα.

[5] Ό.π., 236-244 και 449.

[6] Θα ήταν πολύ εποικοδομητικό για την κατανόηση των λαογραφικών φαινομένων να προχωρούσαμε κάποτε σε συγκριτικές μελέτες ανάμεσα στις ποικίλες συλλογές ή και σε άλλου τύπου πηγές· στην περίπτωση της Σκιάθου ο Παπαδιαμάντης θα προσέφερε έναν καλό δεύτερο πόλο. Συνηθίζουμε να γενικεύουμε την κάθε αναφορά σε έθιμο ή ό,τι άλλο: «έτσι κάνουν στη Σκιάθο», για παράδειγμα. Το κάνουν όμως όλοι; Είναι άραγε τόσο ενιαίος ο λαϊκός πολιτισμός όσο παρουσιάζεται στις καταγραφές του; Και τι μπορεί να σημαίνει ότι μια πρακτική, ή πίστη, ή ό,τι άλλο τηρείται, από ένα μέρος μόνο του πληθυσμού; Κάποια στιγμή πρέπει να προβούμε σε λεπτότερους διαχωρισμούς ώστε να εισχωρήσουμε αποτελεσματικότερα στην κατανόηση των φαινομένων.

[7] Ό.π., Γ’, 105

[8] «Το φίδι που έγινε άνθρωπος, Μαγικά παραμύθια τον ελληνικού λαού, επιμ. Γιώργος Ιωάννου, Αθήνα 1966, 65-67. Πρβ. Παραμύθια τον λαού μας, επιμ. Γιώργος Ιωάννου, Αθήνα 1973, 297-300.

Μια απογείωση από τη λάσπη της καθημερινότητας

συνέντευξη της Όλιας Λαζαρίδου, στους Μαρία Δέδε και τον Βασίλη Κ. Καλαμαρά

Βιολέτα. Βαθύ, ζαλιστικό το άρωμά της. Σαν τη μυρωδιά του Πάσχα. Αυτό των παιδικών μας χρόνων αλλά και των κατοπινών, όταν αναζητάμε κάπου να ακουμπήσουμε. Η θυσία. Ο θάνατος. Η ανάσταση. Στοιχεία του θείου δράματος. Το καθεμέρα της ανθρώπινης ζωής.

«Στου ιερού Λυκαβηττού το σκούφο» συναντήσαμε την Όλια Λαζαρίδου. Κυριακή των Βαΐων. Μεσημέρι. Κοπιαστική η βδομάδα που πέρασε. Των Παθών, αυτή που μόλις ξεκινούσε. Ανάμεσα στις μυρωδιές της άνοιξης, τις μαργαρίτες και τα χαμομήλια που ξεφύτρωσαν σε μια πλαγιά, μέσα στο κέντρο της πόλης, στα Βήματα των νέων ανθρώπων που έστησαν τις δικές τους παρέες και πορεύονταν. Κάτω από τον ήλιο, μπροστά από τις σκιές μας. Η ηθοποιός βιώνει την ιεροτελεστία του Πάσχα όπως τη βίαιη έκρηξη της άνοιξης. Αφουγκράζεται μέσα στην ίδια την ανθρώπινη ζωή το θαύμα της Ανάστασης: «Νομίζω κάθε αλλαγή προϋποθέτει έναν θάνατο, μια παραίτηση από κάτι». Αναπλάθει εικόνες «όταν ο παπάς κλοτσώντας την πόρτα και φωνάζοντας “Αρατε πύλας” ξαναμπαίνει στην εκκλησία μετά την Ανάσταση το βράδυ του Σαββάτου», μα πάνω απ’ όλα είναι αυτό το άρωμα βιολέτας που αναδύεται…

ΕΡ.: Πώς λειτουργεί το Πάσχα για σας;

«Είναι μια συμβολική απογείωση, όπου τα πράγματα που ζει κανείς μέσα σε μια λάσπη καθημερινότητας δικαιώνονται με έναν τρόπο μεταφορικό και συμβολικό…»

ΕΡ.: Εχει αλλάξει το αίσθημά σας απέναντι στο Πάσχα ή είναι όπως τότε που ήσασταν παιδί;

«Έχει ισχυροποιηθεί. Η ζωή μου ήταν ένας χαοτικός αυτοσχεδιασμός. Δεν έχω μνήμες από αυτά τα χρόνια, οπότε μεγαλώνοντας, ως αντίβαρο, ψάχνω να βρω ορισμένες ιεροτελεστίες, κάποιες σταθερές που να σου δίνουν την αίσθηση ότι μπορείς κάπου να ακουμπήσεις. Δυστυχώς, είναι λίγες οι ιεροτελεστίες που μπορούν να με πείσουν. Το Πάσχα και όλη η διαδικασία είναι ένας πολύ βαθύς, γνήσιος και ολοκληρωμένος ποιητικός συμβολισμός. Είναι κάτι που με πείθει. Λειτουργεί επάνω μου και κάθε χρόνο καταφέρνει και με συγκινεί βαθιά.»

ΕΡ.: Λόγω πίστης, θρησκευτικού αισθήματος, τελετουργίας; Ποιο απ’ όλα αυτά;

«Ακολουθώ τα πράγματα που καταφέρνουν να με πείσουν. Επειτα, υπάρχει μια αντιστοιχία στη συγκεκριμένη ιεροτελεστία, στο τυπικό της εκκλησίας και σ’ αυτό που συμβαίνει γύρω μας, ιδίως την άνοιξη, στη φύση. Θυμάμαι κάτι που μ’ έχει συγκινήσει: Σε μια εκκλησία της Σίφνου έμεινα στην αναστάσιμη λειτουργία, που είναι ό,τι πιο σημαντικό υπάρχει στην Ορθοδοξία. Είναι αυτό το “Αρατε πύλας” που λέει ο παπάς. Ήταν ένας πολύ γειωμένος άνθρωπος, ο οποίος ξαναμπήκε στην εκκλησία κλοτσώντας την πόρτα και φωνάζοντας “Αρατε πύλας”. Ηταν τρομακτικά βίαιο. Ετσι σκληρή και βίαιη εποχή είναι και η άνοιξη.»

ΕΡ.: Για τι είδους σκληρότητα μιλάτε;

«Για να γίνει μια ανάσταση, πρέπει να επέλθει πρώτα ένας θάνατος. Πρέπει να νεκρωθεί το παλιό για να φυτρώσει το καινούργιο. Νομίζω κάθε αλλαγή προϋποθέτει έναν θάνατο, μια παραίτηση από κάτι. Αυτό το βιώνει κανείς πάρα πολύ μέσα στην πορεία της ζωής του. Το ξέρει και το αναγνωρίζει σ’ ένα τυπικό μιας τελετής μέσα στην εκκλησία…»

ΕΡ.: Και η έννοια της θυσίας όπως λειτουργεί στο θείο δράμα;

«Και αυτό ισχύει στη ζωή. Όταν λέω παραίτηση, αυτό εννοώ. Για να κερδίσεις κάτι καινούργιο, πρέπει κάτι παλιό να θυσιάσεις.»

ΕΡ.: Εσείς τι θυσιάζετε ή τι θα θυσιάζατε δυνητικά;

«Κάθε άνθρωπος θυσιάζει πάρα πολλά πράγματα για να προχωρήσει. Εγώ φέτος κατάλαβα πως για να κερδίσει κάποιος την ελευθερία τού πνεύματος και της ψυχής του, πρέπει να υπερασπίζεται θυσιάζοντας κάτι, την προσωπικότητά του. Οταν είσαι “δημόσιο πρόσωπο” μπλέκεσαι σ’ ένα παιχνίδι. Την εικόνα που είχαν ή έχουν οι άλλοι για σένα την υιοθετείς και την προφυλάσσεις, ενώ μπορεί να μην είσαι αυτό. Προσπαθώντας να υπερασπιστείς αυτή την εικόνα, καμιά φορά χάνεις την ελευθερία σου…»

ΕΡ.: Η οποία θυσία, τελικά, μήπως κρύβει πίσω της ένα υπερτροφικό, «εγώ», όσο κι αν ακούγεται παράδοξο αυτό;

«Εξαρτάται με ποια μορφή γίνεται. Προσωπικά μ’ αυτές τις έννοιες νιώθω τρομακτικό δέος, γιατί αισθάνομαι ότι οι δικές μου πιθανές θυσίες, που μπορώ να έχω κάνει, είναι σ’ ένα ποιητικό επίπεδο και πολύ μεταφορικό. Σε αντίθεση με τις θυσίες που έχουν κάνει άλλοι άνθρωποι και ίσως δεν θα τις μάθουμε ποτέ. Γι’ αυτό έχω μια επιφύλαξη, γιατί πραγματικά νιώθω ότι, θέλοντας και μη, ένας καλλιτέχνης βρίσκεται μάλλον στον προθάλαμο αυτών των εννοιών. Οι πραγματικά βαθιές θυσίες γίνονται σ’ ένα άλλο επίπεδο. Δεν έχουν σχέση ούτε με τα μίντια ούτε με ποιητικές μεταφορές. Εχουν το ακριβές αντίτιμο της ζωής – μια σταγόνα αίμα, οπότε…»

ΕΡ.: Οπότε δεν έχει νόημα να μιλάμε με ποιητικές μεταφορές ή να δημιουργούμε ποιητικούς συσχετισμούς;

«Αυτό που μπορεί να κάνει ένας καλλιτέχνης είναι να μεταδίδει το αίσθημα και το άρωμα αυτών τών πραγμάτων μ’ όσο πιο ειλικρινή και έντιμο τρόπο.»

ΕΡ.: Μια και μιλήσατε για αρώματα. Το Πάσχα μυρίζει ακόμη στην Ελλάδα; Σας πιάνει μια μυρωδιά στη μύτη;

«Όχι απλώς με πιάνει, με τρελαίνει.»

ΕΡ.: Αρωμα βαρύ, στυφό, γλυκό;

«Για μένα το Πάσχα θα μπορούσε να είναι αυτή η μεθυστική, βαθιά ζαλιστική μυρωδιά της βιολέτας.»

ΕΡ.: Πηγαίνετε στην εκκλησία αυτή την εποχή;

«Ναι, πάω πάντα και κυρίως τα τελευταία χρόνια έχω ανακαλύψει το συγκλονιστικό κομμάτι, μετά την Ανάσταση, στο οποίο μένω. Αυτό το χωρίς περιορισμούς κείμενο του ορθόδοξου τυπικού, που σπάνια κάθεται ο κόσμος να το ακούσει και που με δυο λόγια λέει ότι κι αυτός που έρχεται την τελευταία στιγμή είναι καλοδεχούμενος, γιατί το τραπέζι είναι γεμάτο και τους χωράει όλους.»

ΕΡ.: Είστε εντός του χριστιανικού πνεύματος, το βιώνετε…

«Αυτή η έννοια της απόλυτης δεκτικότητας των πάντων, ότι χωρούν τα πάντα και όλοι εδώ, εμένα μου ταιριάζει πάρα πολύ. Είναι ένα στοίχημα της ζωής το να καταλάβουμε ότι τελικά όλοι στον πυρήνα μας, στο σκληρό κουκούτσι, πέρα από εικόνες, στεγανά και κοινωνικές συνθήκες, είμαστε ίδιοι. Ακόμη και με τον Αλβανό που φοβόμαστε. Ακόμη και με αυτούς τους ανθρώπους, που έχουν καταντήσει ο σκουπιδοτενεκές τού πλανήτη και κάνουν τη βρώμικη οουλεια για λογαριασμό όλων, τα σκιάχτρα και οι μπαμπούλες των φόβων όλων μας, δικαίων ή αδίκων…»

ΕΡ.: Απόλυτη δεκτικότητα;

«Υπάρχει ένας τόπος και μια στιγμή όπου χωράνε όλοι, γιατί είναι ίδιοι.»

ΕΡ.: Ποιο πρόσωπο του θείου δράματος πιστεύετε ότι βρίσκεται πιο κοντά σε εσάς;

«Η Παναγία.»

ΕΡ.: Η Παναγία κάτω από το σταυρό; Αυτή η εικόνα;

«Επειδή είναι ο φορέας του τέλεια στρογγυλού και ακέραιου αισθήματος που για μένα είναι μια απόλυτη εικόνα τού τι είναι θηλυκότητα. Είναι μια πλήρης αγκαλιά.»

ΕΡ.: Πιστεύετε ότι αυτά τα πρόσωπα που μετέχουν στο Θείο Δράμα συναντώνται και στην καθημερινότητα; Είναι ρόλοι που μοιράζονται μια κι έξω ή πού εναλλάσσονται;

«Είναι πτυχές της δικής μας ψυχής και της αντιφατικότητας και της πολυπλοκότητας που έχει η ψυχή ενός ανθρώπου. Οι μαθητές κι όλα τ’ άλλα πρόσωπα του Θείου Δράματος είναι σαν την ψυχή μας – ένα πρίσμα με πολλές πλευρές. Καθένα απ’ αυτά τα πρόσωπα είναι ένα κομμάτι που περιέχει η ψυχή μας.»

ΕΡ.: Η Παναγία σπάει τον καθρέφτη;

«Η Παναγία τα περιέχει όλα. Είναι η πλήρης αγκαλιά, όπου όλα αυτά τα κομμάτια γίνονται ένα μέσα από την απόλυτη αποδοχή… Μόνο μέσα από την απόλυτη αποδοχή και παραδοχή μπορεί ο κάθε άνθρωπος να αισθανθεί ότι όλα αυτά τα κομματάκια μπορούν να ενωθούν. Αυτό είναι το θαύμα της αγάπης, ότι κάνει τα πράγματα που καθρεφτίζονται μέσα σ’ αυτήν, ολόκληρα, τα ενοποιεί και τα δοξάζει…»

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Μεγάλη Τετάρτη, 15 Απριλίου 1998

Πηγή: https://antifono.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7-%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%80%CE%B7/?fbclid=IwAR3e_fSxJ8OmuJLERfJZ-WkgHpCYCY1J05rxH0bc9TcCSEU4YR0aZ2Bes0Q

Η ζωγραφική παράσταση που πλαισιώνει τη σελίδα (“Το προσκύνημα της δεσποινίδος”, 1932) είναι έργο του Θεόφιλου.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας…!

Όταν ο καταστασιακός Γκύ Ντεμπόρ συναντά τον συνδυασμό «Αθήνα για την Ελλάδα: Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων»

Αν κουράζεστε να με διαβάσετε, μείνετε στη γλυκιά προτροπή μου: Ψηφίστε Γιώργο Καραμπελιά: «Αθήνα για την Ελλάδα». Παρόλα αυτά…:

Γεννήθηκα το 1968 και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας, στην ιστορική γειτονιά του Αγίου Παύλου, πολύ κοντά στο Σταθμό Λαρίσης και την πλατεία Βάθη.

Σε αυτή τη μικρή γωνιά, γνώρισα την κοινότητα, η οποία αποτέλεσε – ανά τους αιώνες και κάτω από διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά συστήματα – συστατικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού. Την αποκαλούσα- και την αποκαλώ- συχνά συνοικία, το…συν του οίκου μας. Η πραγματική και πνευματική διεύρυνση της ιδιωτικής μας ζωής, που μεταμορφωνόταν σε δημόσιο βίο.

Ήταν ο δημόσιος χώρος, που αγκάλιαζε το παιχνίδι, τη δημιουργία, τις μικροχαρές και τις μικρολύπες, την ευθύνη μας ως πρόσωπα, απέναντι στη μικρή κοινότητα, «τη λαχτάρα για τον έπαινο του Δήμου και των σοφιστών, για τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε», όπως μας λέει ο Χρήστος Γιανναράς.

Η συνοικία μας, συνδεόταν, παράδοξα και ομόδοξα με όλες εκείνες τις συνοικίες μιας μαγικής πολύβουης πόλης, που απλωνόταν, λίγο πιο πέρα. Η Αθήνα, παρά τις διαφορές της, έμοιαζε μια συνεκτική κοινότητα των συνοικιών και των Προσώπων και όχι η «μοντέρνα» απρόσωπη μεγάπολη, η «α-πολίτιστη» μητρόπολη, όπως κακοποιείται και διαμορφώνεται εδώ και χρόνια, τόσο από το σφυρί ενός κεφαλαιοκρατικού «εκσυγχρονιστικού» παρασιτισμού, όσο και από το αμόνι, ενός αριστερού μηδενιστικού κοσμοπολιτισμού, χωρίς πνευματικό κέντρο.

Επειδή ακόμα και τότε που οι άσχημες πολυκατοικίες της εργολαβίας του Καραμανλή και της χούντας, μας είχαν περικυκλώσει, το καντηλάκι ενός υπαρξιακού πνευματικού «κέντρου», άναβε με ισχυρή φλόγα. Η εκκλησία του Αγίου Παύλου, όριζε και την ομώνυμη Ενορία μας. Εντέλει, «Εν-ορία», δεν ήταν μόνο η πολεοδομική διαίρεση μέσα από τις τοπικές εκκλησίες. Ήταν κάτι περισσότερο και πολύ πιο συμβολικό, σχεδόν «μεταφυσικό».

Όμως, με φυσιολογικό τρόπο, δημιουργούσε τα όρια εντός μας. Τα προσωπικά και δημόσια όριά μας, που δημιουργούσαν την ταυτότητά μας, ως σύν-οικοι. Δηλαδή, ως πρόσωπα που είχαμε αμοιβαίες –ακόμα και στις συγκρούσεις ή στις μικροπρέπειες – κοινοτικές σχέσεις. Στην πλατεία, στα σχολεία, στα καφενεία και τα μικρομάγαζα της γειτονιάς. Η υπαρξιακή αυτή «ενορία» μας, ήταν, καθόλου παραδόξως, ανοικτή και όχι κλειστοφοβική. Όταν περνούσες την οδό Λιοσίων, για να ανοιχτείς στην υπόλοιπη Αθήνα, ήξερες από πού έρχεσαι. Ήσουν αγιοπαυλίτης. Αυτό σου έδινε τόσο ασφάλεια, όσο και την ευδαιμονία της αναζήτησης και της γνωριμίας με άλλες ανάλογες συνοικίες και πρόσωπα.

Καραμπελιάς και Ντεμπόρ

Όταν ο συνδυασμός «Αθήνα για την Ελλάδα: Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων, μιλά για την ανασύσταση των Ενοριών και των γειτονιών, ως κοινωνικών ενοποιητικών θεσμών αλληλεγγύης, μιλά – πέρα από την αντίσταση στον μητροπολιτικό εκχυδαϊσμό των μοντέρνων «πόλεων» – για τον εκσυγχρονισμό εκείνης της συν-οικίας, του «παραδοσιακού» αθηναϊκού κέντρου. Βαθιά επαναστατική ευθύνη μας και υποχρέωση, στους δύσκολους καιρούς μας. Ο Δήμος Αθηναίων, είναι πια μια μαύρη τρύπα της Αττικής, μια πόλη απόγνωση. Αλλοτριωμένη και καθόλου οικουμενική, επειδή οι οικονομικοί και οι πολιτιστικοί τεχνοκράτες θέλουν να είναι «διεθνιστική», παράσιτο της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή. Παρασιτική απόφυση της Δύσης, σε επίπεδο πόλης, όπως έλεγε κάποτε ο Γιώργος Καραμπελιάς για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο. Μια πόλη, όπου οι άνθρωποι δεν ζουν μέσα της παρά μόνο ως άτομα. Και όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, «όποιος δε ζει μέσα στην Πόλη, είναι ή θηρίο ή Θεός». Μα αυτή δεν είναι η εικόνα του αθηναϊκού κέντρου; Μικροί «θεοί» της ψευδοαυτοδιοίκησης που θέλουν να προσαρμόσουν την Αθήνα στις εντολές του πολυεθνικού κεφαλαίου, της διαχείρισης των ανθρώπων ως πράγματα, ή άτομα-θηρία, σε μια κατακερματισμένη μεγάπολη χωρίς το κοινό Αγαθό της συνοχής, του πολιτισμού και της εκκλησίας του Δήμου.

Η πολυπολιτισμικότητα που προτάσσεται στις πόλεις της Δύσης, δεν έχει καμία σχέση με την ετερότητα και τον πλουραλισμό. Είναι ακραία καπιταλιστική εντολή και σε καμία περίπτωση δεν εμπεριέχει ανθρωπιά, Δημοκρατία και ελευθερία. Η παγκοσμιοποίηση της Αθήνας είναι μια μισάνθρωπη οδηγία των δεξιών και των αριστερών εξουσιαστών.  Είναι η κατασκευή κλειστών ψευδοκοινοτήτων. Πολιτισμικά κουτάκια σε πόλεμο μεταξύ τους, εφόσον δεν υπάρχει κανένα ενιαίο πνευματικό και κοινωνικό κέντρο ενός δημοκρατικού πολιτισμού που γέννησε η φωτεινή γεωγραφία τούτης της γης.

Το ψευτομοντέρνο και ψευδοανθρωπιστικό πρότυπο των παγκοσμιοποιημένων Μητροπόλεων (Βερολίνο, Βαρκελώνη, Μανχάταν, Άμστερνταμ, Λονδίνο, κ.α), αποτελούν περισσότερο την υλοποίηση της εφιαλτικής «Μητρόπολης» του Φρίτς Λάνγκ, παρά το «προοδευτικό» όραμα ενός νέου τύπου «πολίτη». Οι απρόσωπες μητροπόλεις είναι οι εγωιστικές πόλεις της νέας «τουριστικής» ατομικής ψευδοελευθερίας. Οι πόλεις Ντίσνευλαντς και σούπερ μάρκετς πολεοδομικών εμπορευμάτων, με τα θεματικά πάρκα, τους αυτοματισμούς και τον τουρισμό ως παρασιτική κυκλοφορία των ανθρώπων-εμπορευμάτων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πρόταση αλλοτριωμένης ελευθερίας των ατόμων και όχι των προσώπων και των συνοικιών. Και όπως, έγραφε ο καταστασιακός φιλόσοφος Γκύ Ντεμπόρ, οι ενσωματωμένες πόλεις του θεάματος, είναι κοινότοπες. Στην ουσία γίνονται ίδιες, «ενοποιούνται», φτάνοντας, όπως τόνιζε, στον απόλυτο εκχυδαϊσμό και μοιάζει να «καταργούνται» εντέλει οι διαφορετικοί τόποι και το έδαφος. Και συνέχιζε, λέγοντας ότι οι πόλεις αυτές «ενώνουν τους ανθρώπους, αλλά τους ενώνουν ως διαχωρισμένους» (…) «Είναι η ακοινώνητη κοινωνικοποίηση του εμπορεύματος και του Θεάματος», ενάντια σε κάθε ιστορική συνέχεια και παράδοση.

Την ίδια στιγμή, οι σύγχρονες μαζικές πρωτεύουσες -μέσα από την «εκσυγχρονιστική» πολεοδομία –   διαχωρίζουν τα άτομα σε ομάδες ατόμων. Κοινωνικές και πολιτιστικές «φυλές» της πόλης, τις ονομάζουν τα περιοδικά τύπου Κοσμοπόλιταν. Οι μεγαπόλεις, ενοποιούν και μαζικοποιούν μέσω της αστικής αρχιτεκτονικής και την ίδια στιγμή, διαχωρίζουν και αποξενώνουν τους κατοίκους. Επειδή, το ενοποιημένο έδαφος (η συνοικία, το χωριό, η κοινότητα, ο Δήμος, κλπ), αποτελεί απειλή για την εξουσία. Ο μονόδρομος, της ευρωπαϊκής  κοσμοπολίτικης πρωτεύουσας, των Ηλιόπουλου, Γερουλάνου, Μπακογιάννη, είναι μια εξουσιαστική απόφαση πολεοδομικής κυριαρχίας η οποία γιγαντώνει την αποξενωμένη από τους κατοίκους της, πόλη. Ο άλλος πόλος, ο ναζιστικός, του Κασιδιάρη, οδηγεί σε έναν κλειστό φυλετικό απομονωτισμό που οδηγεί και αυτός σε μια υποταγή των πολιτών, αφενός σε έναν πρωτόγονο ατομικιστικό πόλεμο ιδεολογιών και την υποταγή του πολίτη σε μια δεσποτική εξουσία. Το δίπολο αυτό, συνειδητά προβάλλεται ως μοναδική προοπτική, ενάντια σε κάθε δημοκρατικά πατριωτική εναλλακτική, ενάντια στον Επιτάφιο του Περικλή, την Αντιγόνη και τη λαϊκή ευχαριστιακή κοινότητα της Ορθοδοξίας που μπορεί να σέβεται και να εμπεριέχει τον Άλλον, ως βιωματική σχέση γειτονιάς.

Και συνεχίζει ο Ντεμπόρ…

Η κοινωνία του Θεάματος, των μητροπόλεων, δεν δημιουργεί πολίτες, αλλά αναπαραστάσεις του ζωντανού άνθρωπου, «αντιπροσώπους του θεάματος». Τα διαφορετικά άτομα ή κοινότητες ατόμων, οι κοινωνικές ή πολιτιστικές φιγούρες της Αθήνας, «μειονότητες» ή «πλειονότητες», παίρνουν «τη θέση στη σκηνή ως «βεντέτες», είναι το αντίθετο του ανθρώπου, ο εχθρός του ατόμου, τόσο μέσα του όσο, προφανώς, και μέσα στους άλλους». (…) «εκείνο που κρύβεται πίσω από τις αντιθέσεις είναι η ενότητα της αθλιότητας», ως κατανάλωση.

Γι’αυτό και η γενική τάση των πόλεων αυτών, οδηγεί στο μονόδρομο της απομόνωσης, επειδή η μεγάλη πρόκληση και προσφορά των αετονύχηδων, είναι να γίνει η Αθήνα, «παρατουριστικό θέρετρο» (AirBnb, κ.α), με συγκροτήματα «πολιτιστικών» κέντρων χωρίς παράδοση και θεματικά «χωριά» μαζικής κατανάλωσης, κ.α. Η πόλη, διαμελίζεται, κοινωνικά, πολιτισμικά και θεσμικά. Όπου προτείνεται, αυτός ο «εκσυγχρονισμός» και η αστική «εκβιομηχάνιση» των γιάπηδων πολυεθνικών Δημάρχων, είναι κατά το σκεπτικό του Ντεμπόρ, μια «εξουσιαστική απόφαση που διαμορφώνει αφηρημένα το έδαφος σε έδαφος αφαίρεσης», φθάνοντας τελικά «στη δυνατότητα επέμβασης στην κληρονομικότητα», κατ’άναλογία της μισάνθρωπης πρότασης των τεχνοκρατών της γενετικής, να παρέμβουν, μεταλλάσσοντας, την ίδια την ουσία του ανθρώπου.

Οι ψευδομοντέρνες πρωτεύουσες της παγκοσμιοποίησης, μισούν την πολιτισμική συνέχεια, έστω κι αν την επικαλούνται, επειδή όπως τονίζει ο Ντεμπόρ, « “οι νέες πόλεις” της τεχνολογικής (διαιρεμένης) ψευδο-αγροτιάς (σ.σ, με την έννοια των ανθρώπων που δυσκολεύονται να αναλάβουν κοινές δράσεις, όπως οι απομονωμένοι αγρότες), αποτυπώνουν καθαρά πάνω στο έδαφος, τη ρήξη με τον ιστορικό χρόνο (σ.σ. την ιστορική συνέχεια, την παράδοση ως κληρονομιά, δηλαδή) πάνω στον οποίον οικοδομήθηκαν. Το έμβλημά τους μπορεί να είναι: “εδώ, δε θα συμβεί ποτέ τίποτα και τίποτα δε συνέβηκε ποτέ”».  Και το μόνο που μπορεί να τους ενώσει είναι ένας συγκεντρωτικός δεσποτισμός και η πλάνη της κατανάλωσης και του Θεάματος. Κάτι που οδηγεί στη «γενική διάλυση που οδήγησε, έτσι, την πόλη στην κατανάλωση του εαυτού της»

Και τότε, ο μόνο εναλλακτικός δρόμος, όπως προτείνει ο Καραμπελιάς και ο Ντεμπόρ, είναι η επανα-οικειοποίηση, όχι μόνο της γειτονιάς και των τόπων, αλλά και της «συνολικής τους ιστορίας».

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

Στατιστικά

  • 64.866 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Δεκέμβριος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

…που χει λεβέντες νέους, αναρχικούς κι ωραίους!!!

Πατήστε την εικόνα για περισσότερα...

Περισσότερα...

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…