//
archives

ΣΥΝΟΙΚΙΑ

This category contains 52 posts

Πίσω απ΄τη βιτρίνα η Δραπετσώνα, το Κερατσίνι, η Ελευσίνα …

Πίσω απ’ τη βιτρίνα
η Δραπετσώνα, το Κερατσίνι, η Ελευσίνα
πίσω απ’ τη βιτρίνα όλα αυτά.
Γκαζάδικα, βαφεία κι η θάλασσα λεκές,
έγινε το κορμί μου σκουπιδοντενεκές
και βρίζω τον αγέρα κι αυτή τη μαύρη σκόνη
που γδέρνει τα πλεμόνια και τη ζωή μου λιώνει…

Όταν ο Κώστας Τριπολίτης έγραφε τους στίχους, το μεγαλύτερο πρόβλημα των περιοχών αυτών ήταν η μόλυνση και οι κακές συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων. Περιοχές φτωχές και υποβαθμισμένες τα προηγούμενα πολλά χρόνια, με έντονο προσφυγικό στοιχείο και την προγραφή τους ως τόποι ανάπτυξης της ελληνικής βιομηχανίας. Προλεταριάτο, πρόσφυγες, βιοπαλαιστές κάθε είδους, λούμπεν και απόκληροι, μικρομάγαζα, αχθοφόροι του λιμανιού και μικροβιοτεχνίες, φασόν κάθε είδους, μηχανουργεία και μαστορική με όλες τις αντιφάσεις και παραγωγικές στρεβλώσεις προσκολλημένα στην «εκσυγχρονιστική» στρεβλή διόγκωση της εξαρτημένης εκβιομηχάνισης κυρίως από τον ξένο παράγοντα και τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες.

Και πλήθος λαού. Εξαγνισμένος και μυθοποιημένος, όπως τον αντίκριζα κι εγώ πίσω από τη βιτρίνα της μικροαστικής γωνιάς της γειτονιάς μου, στην αθηναϊκή μεγαλούπολη. Αγωνιστές ενάντια στην εξουσία και το μαράζι της καθημερινότητας.

Την δεκαετία του ’60, ο επώδυνος καθημερινός μόχθος στις «παραγκουπόλεις» και στα προσφυγικά, ισορρόπησε με την αθρόα μετανάστευση, ενώ στην δεκαετία του 70, τα ναυπηγεία και τα διυλιστήρια του Τομ Πάππας με τις φουτουριστικές δεξαμενές, έδεσαν με την ανάγκη του μεροκάματου και την υποτέλεια της χώρας σε ξένους και ντόπιους δυνάστες. Δημιουργήθηκε τότε ένα νεορεαλιστικό «κινηματογραφικό» τοπίο με την ανάγκη στέγασης που κατέλαβε το βουνό πάνω από το Πέραμα με τα εργατικά αυθαίρετα. Λαϊκές κατοικίες της μιας νύχτας, με την βοήθεια της γειτονιάς και την ταύτιση του παραγωγού κατοικιών με τον χρήστη τους, σε μια σχεδόν επαναστατική ανατροπή της εμπορευματικής λογικής της κατοικίας. Είναι τα γιαπιά που τόνιζαν την ανάγκη των εσωτερικών μεταναστών για «ένα κεραμίδι πάνω απ’το κεφάλι μας», αρκετό για να στεγάσει τα «αυθαίρετα», για το κεφάλαιο και το άπονο κράτος, όνειρα των λαϊκών τάξεων με την μικρή αυλή και το γιασεμί στη γλάστρα. Πλημμύριζε ο τόπος απ’την ευωδιά των λουλουδιών με την διάχυτη υπενθύμιση του μαζούτ και της μόλυνσης του τόπου. Χρωματίζοντας με αντιφατικά χρώματα και αρώματα, την αγωνία για να ανθίσει ζωή μέσα στις ρωγμές μιας Ελλάδας που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να γίνει λεύτερη.

Και το ΄80, με την «δικαίωση» των λαϊκών ονείρων, «από τα πάνω», μέσω ενός παρασιτικού «σοσιαλισμού», ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός έγινε ακόμα πιο αντιφατικός. Η διαστρέβλωση εθνικών και ταξικών οραμάτων απελευθέρωσης, η δημαγωγία και ο αερητζίδικος τριτογενής τομέας, δημιούργησαν νεόκτιστα (νεόδμητα, για τον «εκσυγχρονισμό») οικήματα και όνειρα, παλεύοντας με κάθε τρόπο να λεηλατήσουν το ήθος και την λαϊκή ψυχή. Και στα χρόνια της τωρινής μνημονιακής κατοχής, τα ερείπια και τα φαντάσματα των συνοικιών του μόχθου και της παραγωγής, μοιάζουν να αναζητούν όχι εκείνη την δύσκολη εποχή, αλλά το πνεύμα μιας αυτόκεντρης και αυτόνομης ευκαιρίας που χάθηκε μέσα στις πολλές αντικρουόμενες ιδεολογικές ατραπούς.

 

Συχνά, ψάχνω στις  γειτονιές αυτές. Τον ήχο του πρώτου πρωινού λεωφορείου και τον στεναγμό συγγενών και φίλων που επισκεπτόμασταν οικογενεικώς Κυριακές απόγευμα.. Μορφών με γλύκα και πείσμα, που ξεκινούσαν αξημέρωτα για μια κοπιαστική ζωή με όνειρα και όραμα. Κάπου, ίσως υπάρχει πάλι ελπίδα. Τώρα που ορφάνεψαν οι ιδεολογίες και οι χίμαιρες έδειξαν το εφιαλτικό πρόσωπό τους. Στα χρόνια μας,  που χρειάζεται ένα συλλογικό χέρι να δώσει πάλι ζωή, όχι στην μόλυνση και στην εκμετάλλευση καιρών αλλοτινών, αλλά σε μια νέα παραγωγική λογική μακριά από αφέντες και δυνάστες. Εγώ θα συνεχίζω να ψάχνω…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

 

Συναδελφικές Εκκλησίες, Ξανά!

του Γιάννη Κων.Κρούσου

Πληροφορήθηκα, όντας μακριά από την Κεφαλλονιά, ότι γίνεται συζήτηση για την κατάργηση του αυτοδιοίκητου της Συναδελφικής Εκκλησίας της Ευαγγελίστριας-Αγ. Δημητρίου, στα Φαρακλάτα.  Και οι ανάστατοι συναδελφοί ενορίτες καλούν σε συνέλευση την Κυριακή. Με αφορμή την αναζωπύρωση,  αξίζει τον κόπο μία ιστορική αναδρομή.

Από τότε, που οι ρωμαιοκαθολικοί Βαυαροί κρατικοποίησαν την Εκκλησία της Ελλάδας(1833), έχουν γίνει κι άλλες απόπειρες να καταλυθεί το καθεστώς της Συναδελφικής Εκκλησίας. Πρόκειται για εκκλησίες, που ανήκουν στους ενορίτες τους και όχι στο Ν.Π.Δ.Δ. «Εκκλησία της Ελλάδας». Συναδελφικές Εκκλησίες υπάρχουν μόνο στα Επτάνησα και σε κάποια νησιά του Αιγαίου. Πρόκειται για θεσμικό απομεινάρι της Λατινοκρατίας. Το Ν.Π.Δ.Δ. «Εκκλησία της Ελλάδας» ουδέποτε αναγνώρισε τον θεσμό της Συναδελφικής Εκκλησίας, αλλά, επί 150 χρόνια, τον αποδέχθηκε σιωπηλά.

Σήμερα η διαφορά ενοριακού και συναδελφικού ναού βρίσκεται μόνο στα διοικητικά και στα οικονομικά. Στις ενοριακές εκκλησίες ο ορισμός Συμβουλίου και η περιουσία είναι αρμοδιότητες του εκπροσώπου του ΝΠΔΔ. Στις συναδελφικές, το Συμβούλιο εκλέγεται από τη συνέλευση των ενοριτών και η περιουσία διαχειρίζεται από τους εκλεγμένους. Η Εκκλησία της Ελλάδας είχε αποδεχθεί αυτή την ιδιαιτερότητα, εγκρίνοντας ό,τι αποφάσιζαν οι ενορίτες και διαθέτοντας ιερέα. Αυτό το «κενό» του Νόμου υπάρχει, για να στοιχειοθετούνται νομικά «δικαιώματα»,  από νόμους, που αντιστρατεύονται το πνεύμα και το γράμμα της παράδοσης. Το νομικό πρόσωπο Εκκλησία της Ελλάδας αναγνωρίζει μόνο ιδιόκτητους ναούς και κάποιοι ξεχνάνε ότι, ουσιαστικά, η συναδελφική εκκλησία είναι συνεταιριστική ιδιοκτησία. Λέω «ουσιαστικά», γιατί ούτε αυτό ισχύει τυπικά. Σε όλα τα χρόνια των ξενικών κατοχών, οι Αδελφότητες και οι Συντροφίες, που διαχειρίζονταν ναούς και εκκλησιαστικές περιουσίες, ήταν κάτι πολύ ανώτερο ποιοτικά και πρακτικά από τους δυτικοφερμένους συνεταιρισμούς. Ήταν όλη η ζωή και η διευθέτηση της, με τρόπο κοινοτικό, συναδελφικό και αλληλέγγυο.

Το σημερινό νομικό πρόσωπο «Εκκλησία της Ελλάδας» έχει πολιτικούς λόγους, που κάνει όλα αυτά: Αναγνωρίζει το εκκλησιαστικό καθεστώς των Βαυαρών, για το οποίο, ο Κολοκοτρώνης, όταν έστειλε επιστολή στον Ρώσο πρέσβη, παραπονούμενος για τις βαυαρικές αλλαγές,  καταδικάστηκε σε θάνατο, για εσχάτη προδοσία. Το τι σήμαιναν εκείνες οι αλλαγές προκύπτει από επιστολή του Όθωνα προς τον πατέρα του(θα τη βρείτε στα σχολικά βιβλία):

«…Η πνευματική αρχή του κλήρου της χώρας θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνη για τον κοσμικό άρχοντα, αν ο ανώτερος κλήρος συνιστούσε μια ομάδα, καθόσον ολόκληρος ο κλήρος κατόπιν θα έπαιρνε το λαό με το μέρος του εναντίον του άρχοντα. Νομίζω ότι θα μπορούσαμε να υπερβούμε όλες αυτές τις δυσκολίες αν δημιουργούσαμε μια σύνοδο υπό τη διεύθυνση κάποιου Μητροπολίτη που θα ήταν κάτι σαν τους προέδρους των δικών μας επιτροπών και ουσιαστικά δε θα είχε εξουσία. Σε ορισμένα χρονικά διαστήματα ο άρχοντας θα μπορεί να διαλέξει τα μέλη αυτής της συνόδου»(13/5/1833).

Δύο πράγματα έκαμαν οι Βαυαροί τότε: Κατέλυσαν, μέσα σε λίγους μήνες, τους από αιώνων θεσμούς της κοινότητας και της εκκλησίας των Ελλήνων. Όντας αυθεντικοί λαϊκοί θεσμοί, ήταν ιδιαίτερα απειλητικοί για το νέο καθεστώς.

Ο αείμνηστος καθηγητής  Ν.Ι. Πανταζόπουλος έγραψε:

«Ο νεοέλληνας νομοθέτης, παγιδευμένος στα πλέγματα των ξένων προτύπων, που φιλοδοξούσε κάθε φορά να επιβάλει στον τόπο, δεν στάθηκε ικανός να αντιληφθεί το γνήσιο λαϊκό δημοκρατικό μήνυμα του κοινοτισμού[…] Από άγνοια ή από ξενομανία παραγκώνισε ή παραγνώρισε το γνήσιο πολιτιστικό πρότυπο για χάρη ξένων ή νόθων σχημάτων[…] Οι κοινότητες από αυτάρκεις και αυτοδύναμες πολιτιστικές μονάδες τείνουν να εξελιχθούν σε παρασιτικούς αποδέκτες οικονομικών συστημάτων και τρόπων ζωής που, και όταν ακόμη βελτιώνουν επιφανειακά τη στάθμη ζωής των κατοίκων τους, αυτό γίνεται σε βάρος της πολιτιστικής τους ταυτότητας» (“Ο Ελληνικός Κοινοτισµός και η νεοελληνική κοινοτική παράδοση”, 1993).

Ο γεννημένος στην Κεφαλονιά, Κωνσταντίνος Καραβίδας, είχε γράψει το 1931: (οι κοινοτικοί θεσμοί)«αν και υστερούσαν, τεχνικώς και ποσοτικώς, όντες κατώτεροι και πενιχρότεροι, βιολογικώς όμως ήσαν απολύτως πληρέστεροι και ζωντανότεροι από τους εν εξελίξει ακόμα και σήμερον ευρισκόμενους σχηματισμούς του καπιταλισμού… είχαν διευθετήσει τα εγγενή εις κάθε παραγωγικόν σχηματισμόν καθαρώς οικονομικά ζητήματα –το της οργανώσεως της παραγωγής δηλαδή, το της πίστεως, το της ασφαλίσεως, το της αποσβέσεως, το της κεφαλαιοποιήσεως… παραλλήλως είχε επιτευχθή οργανική λύσις όχι μόνον δια το κοινωνικόν λεγόμενον ζήτημα(μοιραία συγκέντρωσις δηλαδή του πλούτου και σχέσεις πλουσίων προς πτωχούς) αλλά και το ηθικόν και ψυχολογικόν ευρύτερα(σχέσεις ανθρώπου προς άνθρωπον και προς την ανάγκην της εργασίας και προς την φύσιν)». Ενώ ο καπιταλισμός, όπως λέει, «στηριχθείς επί ενός άκρατου ατομικισμού», έλυσε τα στενώς οικονομικά ζητήματα, «ουδεμίαν όμως βάσιμη κατεύθυνσιν δια την λύσιν  του κοινωνικού και ηθικού ζητήματος» έδωσε(από το βιβλίο του “Αγροτικά”).

Πριν τους Βαυαρούς, οι κοινοτικοί θεσμοί στήνονταν πάντα γύρω από έναν ναό, και η αντιστοιχία με την αγορά της αρχαίας Ελλάδας ήταν απόλυτη. Παρά τις αντίθετες φιλολογίες, ο διαχρονικός και αδιαμφισβήτητος τρόπος των Ελλήνων ήταν η Εκκλησία, είτε του Δήμου είτε των Πιστών.  Αυτό κατάργησαν οι Βαυαροί και έβαλαν τα θεμέλια αυτού που αποκαλείται «νεοελληνικό κράτος».

Τα χρόνια πέρασαν, αλλά εξακολουθούμε να έχουμε κατοχή με τον τρόπο, που την επέβαλαν οι Βαυαροί. Σήμερα οι Βαυαροί λέγονται «Ευρωπαϊκή Ένωση» και κάποιοι θέλουν να ολοκληρώσουν ό,τι ξεκίνησε το 1833-34. Οι δεσποτάδες, αντί να πράξουν αυτό που φοβόταν ο Όθωνας, συνεισφέρουν;

Όπως πάντα, σε κάθε κατοχή υπάρχουν και εκείνοι οι Έλληνες, που τη στηρίζουν και κάποιοι, ανεξάρτητα από δικαιολογίες, θα πρέπει να μάθουν και να ξανασκεφτούν τι είναι αυτό που στηρίζουν.

Κάποιοι δεν θέλουν να ξαναγίνουμε εκκλησία, κοινότητα, αδελφότητα και διαγράφουν την ιστορία, τόσο από τα βιβλία, όσο και από τη ζωή. Η Συναδελφική Εκκλησία – Κοινότητα είναι ό,τι πιο επικίνδυνο, για τους εχθρούς μας, μπορούμε να δημιουργήσουμε. Και κάποιοι το ξέρουν και πράττουν, κατά τη δική τους ατομική ή/και εξουσιαστική συνείδηση.

Γιάννης Κων. Κρούσος

άνεργος, ανασφάλιστος και σε λίγο άστεγος.

Ενορίτης του Ναού Αγίου Νικολάου Φαρακλάτων, συναδελφικά, στους συγχωριανούς του άλλου ναού.

9/6/2017

ΥΓ:

1)Για να χειροτερέψω λίγο τα πράγματα, η λογική της «Συναδελφικής Εκκλησίας», δηλαδή του αυτοδιοίκητου της κοινότητας των πιστών, στην Ελλάδα αναγνωρίζεται μόνο για τους Εβραίους στο θρήσκευμα συμπατριώτες. Είδος αυτοδιοίκητου έχουν και οι Μουσουλμάνοι, Έλληνες υπήκοοι (σαρία). Οι ορθόδοξοι να πάνε να πνιγούν, με τις ευλογίες της κάθε είδους εξουσίας. Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου. Ας μη γράψω τι άλλο σκέφτομαι.

2) Η πραγματική ουσία του χριστιανισμού βρίσκεται στις συναδελφικές εκκλησίες. Οι ψευδάδελφοι, που παριστάνουν τους χριστιανούς της Κυριακής,  ας λάβουν υπόψη τους ότι, από τα χρόνια των Αποστόλων, οι πόρτες των εκκλησιών ήταν ανοιχτές και γι’ αυτούς. Αλλά «Οὐαὶ δὲ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι· διὰ τοῦτο λήψεσθε περισσότερον κρῖμα».

3)Αν επανέλθω, εξηγώντας γιατί μόνο στα Επτάνησα υπάρχουν Συναδελφικές Εκκλησίες, τα πράγματα θα είναι πολύ πιο ντροπιαστικά, για όσους υποστηρίζουν ένα καθεστώς, που λεηλατεί και σκοτώνει τους ανθρώπους αυτής της πατρίδας. –

ΠΗΓΗ: http://www.kefalonitikanea.gr/2017/06/blog-post_47.html#sthash.AWuKAeAb.dpuf

Η no limits ιδεολογία της απόρριψης κάθε ηθικού ορίου! – Ζαν Κλωντ Μισεά

του Ζαν Κλώντ Μισέα

[…ένα σύστημα που δεν διστάζει καν να απορρίπτει κάθε ιδέα ηθικού ορίου ή γεωγραφικού συνόρου…]

Όταν οι «σοσιαλιστές» υπεύθυνοι του πολεοδομικού συγκροτήματος του Μονπελιέ αποφάσισαν – τον Οκτώβριο του 2012 – να επιλέξουν τον επίσημο λογότυπο, που συμβολίζει τη σταθερή τους φιλοσοφία της τοπικής ανάπτυξης (εφόσον η «επικοινωνία» αποτελεί στο εξής το κλειδί κάθε μοντέρνας πολιτικής) , η πρώτη ιδέα που επιβλήθηκε αμέσως στο ανανεωτικό τους πνεύμα ήταν φυσικά αυτή του Montpelllier Unlimited/Μονπελιέ Χωρίς Όρια (θα εκτιμήσουμε, παρεμπιπτόντως, τη συγκινητική αποτίμηση φόρου τιμής στις οξιτανικές ρίζες της περιοχής)!).

Όμως γιατί μας εκπλήσσει μια τέτοια μεταστροφή-κοινότοπη πλέον- στη φιλελεύθερη λατρεία του no limit; Θα έπρεπε να ήταν προφανές, αντίθετα, πως μια αριστερή πόλη άξια του ονόματός της (δηλαδή, ένας «αστικός πόλος» δυναμικός, μοντέρνος και «ευρωπαϊκός») δεν μπορεί πια να έχει άλλο λόγο ύπαρξης, στην εποχή τους διαδικτύου, από το να προσελκύσει τους «οικονομικούς παράγοντες» όλου του κόσμου, «σε ένα έδαφος καινοτομίας και αριστείας». Τελικά, το όνομα Κόκα Κόλα Σίτι θα έκανε το ίδιο καλά τη δουλειά του.

Η Μνημοσύνη αγαπά τον ποιητή Σταύρο Βαβούρη!

 

Μια μέρα σαν τη σημερινή αξίζει να θυμηθώ τον ποιητή και καθηγητή μου Σταύρο Βαβούρη. Φέτος που ξαναβρισκόμαστε, στην καμπή των χρόνων, με παλιούς συμμαθητές. Σήμερα, που η ασταμάτητη βροχή, σκίζει τον προβλέψιμο και ασφαλή ήλιο του Μαΐου. Γιατί έτσι ήταν ο φιλόλογος-ποιητής μας στο Γυμνάσιο. Βρεγμένα αστροπελέκια το κατακαλόκαιρο και οργιώδης ήλιος τον χειμώνα. Απρόβλεπτος! Θεατρικός και παραστατικά φωνακλάς. Αυστηρός και λάτρης κάθε ταπεινού και φανταχτερού αντικειμένου και ειδώλου. Μελαγχολικός και γοητευτικός. Πάντα στα άκρα, απόλυτος.

Όπως τον περιγράφει ο Γιώργος Χρονάς, όταν θυμάται κάποιον θρασύ Γιάννη, να ονομάζει σε άρθρο του τον Βαβούρη, ποιητή του αποκλίνοντος ερωτισμού. «Πως τόλμησε να μιλήσει για τις επιθυμίες του;(…) Γιατί υπερέβη το πλατωνικό σύμπαν του εγώ; Δεν ήξερε πως αν ο Θεός συγχωρεί τα πλάσματά του, αυτός, ο Σταύρος Βαβούρης, ποτέ δεν συγχωρεί;»

Κι όμως, θαρρώ, εμάς μας συγχώρησε! Άνοιξε η πόρτα, στην Α΄Γυμνασίου και όταν πρόβαλλε για πρώτη φορά ο καθηγητής μας, σηκωθήκαμε και δεν… «άντεξα». Το πνιχτό γέλιο μας, εμένα και του κολλητού μου Γιώργου, τρύπησε τη σιωπή. Βλάσφημη στιγμή μια ανώριμης νιότης ή τραγική προσπάθεια ν’αντέξουμε την θλίψη για την «αλλοπρόσαλη» περπατησιά του, ενθύμιο παιδικής ασθένειας που δεν καθηλώθηκε σε καροτσάκι, αλλά προτίμησε να πορευτεί με «αναπηρία» περήφανη, όπως η τραγική Ελλάδα που μου έμαθε. Μας έριξε ένα αυστηρό βλέμμα και συνέχισε περήφανος πρός την έδρα, πρός την αιωνιότητα!

Πάντα κοκέτης, εμφανίσιμος και περιποιημένος, διεισδυτικός και αθυρόστομος, αιχμηρός και είρων, παθιασμένος αλλά πάντα αξιοπρεπής. Μεταξωτά φουλάρια και πουκάμισα, καραμέλες Μentos και τσιγάρα Salem menthol, που συχνά πυκνά «παράγγελνε» από τον Γρήγορη, που τότε ο πατέρας του ακόμα ήταν ναυτικός. Κι αν χαιρόμαστε που απουσίαζε συχνά, είμαι σίγουρος ότι το μυαλό δεν είχε συνειδητοποιήσει ποιος ήταν ο δάσκαλός μας,μέσα στα κρυφά γέλια, τα σχόλια και συχνά τη λοιδορία μας για την ακαταλαβίστικη ποίηση. Μα είμαι σίγουρος ότι το ένιωθε η καρδιά μας και σήμερα το επιβεβαιώνει η μνήμη που δεν λαθεύει. Μια μνήμη, μεταξωτή κλωστή, μια πολύτιμη γλώσσα που παλεύει να σώσει την Ελλάδα που χάνεται, με το πνεύμα και την διονυσιακή μανία μιας Ελλάδας που δημιουργούσε πολιτισμό. Λαϊκό και λόγιο.

Αυτή ήταν η μήτρα του δασκάλου μας. Ο Καβάφης και οι καταραμένοι ποιητές, οι βροχεροί δρόμοι του κέντρου και της αέναα νωπής απουσίας, η Μεγάλου Αλεξανδρου και το Μεταξουργείο, η λαγνεία και η ταυτόχρονη απεγνωσμένη αναζήτηση τρυφερότητας. Ο μύθος των Ατρειδών, ο Ηρόδοτος, ο Θουκιδίδης, ο Ελύτης και ο …Μπωντλέρ. Η Κλυταιμνήστρα, η Ηλέκτρα, η Μήδεια και η Μεσαλίνα. Η Ηλιάδα, ο Αχιλλέας και ο Ευρύλοχος, ο μοναδικός σύντροφος του Οδυσσέα που δεν έγινε «γουρούνι» απ΄την Κίρκη. Να μας παιδεύει και να μας εκπαιδεύει.

Τα είχα αγοράσει τα ποιήματα, «Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»», που «προκλητικά» μας πρότεινε, σίγουρος για την τέχνη του. Δεν αντιστάθηκα, τυχερός νιώθω. Είναι ενθύμιο και ξόρκι για δίσεκτους καιρούς.

Ο Γιώργος Χρονάς, Έλληνας και συλλέκτης στιγμών μοναδικών, καταγράφει για τον ποιητή: «Την πρώτη φορά που τον συνάντησα έμενε στο νεοκλασικό που γεννήθηκε, στο Μετaξουργείο. Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ποιητές και ταλαντούχοι συγγραφείς ήταν ο κύκλος του. Τούς διάλεγε με αυστηρότητα. Τους σεβόταν, αλλά ταυτόχρονα μπορούσε να μπορούσε να τους κάνει σκουπίδι για μια πράξη τους. Να τους πετάξει έξω. Ήταν ευέξαπτος, αλλά και μελαγχολικά σοφός. Καθηγητής φιλόλογος που η τέχνη τους, της ποιήσεως, τον συνόδευε σφόδρα. Τα βιβλία του στις εκδόσεις Ερμής. Η κυρία Λένα Σαββίδη ήταν φίλη του. Το μόνο πρόσωπο που αγαπούσε μέχρι το τέλος. Που δεν τσακώθηκε ποτέ. Όταν είδε την παράσταση της Ηλέκτρας του, στους Δελφούς, από τη Μέμη Σπυράτου σκηνοθετημένη, ένα δάκρυ κύλησε από το μάγουλό του. Με ένα λευκό μαντήλι το απορρόφησε. Το βράδυ στην ταβέρνα, δίπλα στον θεό Διόνυσο και στον Ηνίοχο, ου δεν του άρεσε ως άγαλμα, προτιμούσε τον Ερμή του Πραξιτέλη, ευχήθηκε στην υγεία της θεάς Αθηνάς και της κόρης της Δήμητρας, Περσεφόνης. Που τ’όνομά της τον ταράζει.  (…) Τον ξαναείδα πολλές φορές. Αλλού και με άλλους. Πάντα γοητευτικός. Θηριώδης. Με ψυχή παιδιού. Μια από τις στιγμές της ζωής μου όπου θα θυμάμαι, τον ποιητή-ηθοποιό που συνάντησα. και είδα αυτό που ήταν και που ευφυώς περιέφερε. Ή έκρυβε;»

Αυτός ήταν ο δάσκαλός μας. Μια φιγούρα αλλόκοτη, αλαφροίσκιωτη και σοφή. Τυχεροί που ήρθε στη ζωή μας, μέσα από δρόμους παράξενους και, ίσως, σε λάθος στιγμές. Δεν θα μπορούσε, όμως να είναι αλλιώς. Πάντα ακούς και συλλογίζεσαι, όταν είσαι έτοιμος γι’αυτό. Και αυτό θέλει χρόνο…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Ελένη όπως Ελλάδα (video)

[Αφιερωμένο στον φίλο Νίκο Λ. που το ανέσυρε από την αφάνεια!!!]

Από συνέντευξη του Τζιμάκου στον Σωτήρη Κακίση: 

» -Σωτήρης Κακίσης: Σας βλέπω αμυνόμενο τον τελευταίο καιρό. Έτσι δείχνει η θεματολογία των τραγουδιών σας.
-Τζίμης Πανούσης: Αν θέλετε ν’ αποκαλύψουμε μυστικά της δουλειάς μου, ας σας πω μερικά. Παίζω με σύστημα. Έχω ποδοσφαιρικές δομές. Παίζω άμυνα με ξαφνικές αντεπιθέσεις. Τα προγράμματά μου είναι σαρανταπεντάλεπτα με δεκαπεντάλεπτο ημίχρονο. Τριπλάρω αυτοσχεδιαστικά, ανάλογα με το αμυντικό σύστημα του αντίπαλου κοινού. Επιδιώκω ισοπαλία και πρόκριση.
-Από την άλλη, στο τραγούδι Ελένη όπως Ελλάδα, είστε πολύ επιθετικός. Πάτε να μας φέρετε την Αγιά Σοφιά και την Κυρήνεια.
-Ό,τι μπορώ κάνω. Πρέπει να εφεύρουμε έναν Έλληνα Ράμπο με ιδανικά, δικά μας ή δανεικά. Αν δεν καταφέρουμε να πάρουμε την Πόλη, τουλάχιστον να κρατήσουμε αυτά που έχουμε. Αλλά έχουμε τίποτα; Ή οι αυτόκλητοι διαχειριστές μας μας έχουνε πάρει φαλάγγι; Πόσα αεροπλάνα μπορούμε να σηκώσουμε σε περίπτωση αμερικανικής τιμωρίας;
-Με πιάνετε απροετοίμαστο.
-Να σας πω εγώ: Δεν θα χρειαστεί. Τι να τιμωρήσουν οι Αμερικανοί; Τη σπουδαγμένη ηγεσία μας σε αμερικανικά πανεπιστήμια; Τον Χατζηαβατισμό μας; Ή τα Δούρεια πολυεθνικά άλογά τους που σταυλίζουμε;
-Μήπως ο Χατζηαβάτης τιμωρείται περισσότερο;
-Ο Χατζηαβάτης επιβιώνει και φυτοζωεί. Παίρνει δάνεια για να προσαρμοστεί βιομηχανικά, κι αυτός αγοράζει Μερσεντές-τροχοβίλα, βαράει κανόνι, και ξεφτιλίζει το προγονικό μας «έλαθεν βιώσας» κάνοντάς το λούφα και δημοσιοϋπαλληλικό νιρβάνα. Σ’ αυτό συμφωνώ: ο Χατζηαβάτης αυτοτιμωρείται. Εμείς όμως οι Καραγκιόζηδες καλούμεθα να βγάλουμε γέλιο. Τραγέλαφος, παντού.».
(Από την «Ελευθεροτυπία», Μάϊος 1988 κι αναδημοσίευση στη σελίδα 97 του βιβλίου του Τζίμη Πανούση «Υγιεινή Διαστροφή», εκδόσεις opera, 1996).

Στο Σταθμό Λαρίσης…!

του Νίκου Γ. Λεμονή

Ο Σταθμός Λαρίσης δεν λέγεται (επισήμως) Σταθμός Λαρίσης. Λέγεται Σιδηροδρομικός Σταθμός Αθηνών αν και στην πραγματικότητα μέχρι το 2005 αποτελούσε μόνο το 50% του Σιδηροδρομικού Σταθμού Αθηνών. Το υπόλοιπο 50% ήταν ο Σταθμός Πελοποννήσου που επίσης δεν λεγόταν επισήμως Σταθμός Πελοποννήσου, αλλά (τι πρωτοτυπία!) Σιδηροδρομικός Σταθμός Αθηνών κι αυτός.

Ας μην σταθούμε όμως σε τυπικότητες. Αυτός που όλο το έως σήμερα γνωστό σύμπαν γνωρίζει ως Σταθμό Λαρίσης, κατασκευάστηκε το 1904 αρκετά χρόνια μετά τον παρακείμενο Σταθμό Πελοποννήσου. Ο τελευταίος ανήκε στον ΣΠΑΠ (που θα πει: Σιδηρόδρομος Πειραιώς, Αθηνών, Πελοποννήσου) ενώ ο Σταθμός Λαρίσης στον ΣΕΚ, δηλαδή στους Σιδηροδρόμους Ελληνικού Κράτους. ΣΠΑΠ και ΣΕΚ, δύο δημόσιες εταιρείες που αργότερα συγχωνεύθηκαν και δημιουργήθηκε ο γνωστός μας σημερινός ΟΣΕ (Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος).

Το κτήριο είναι διώροφο και αποτελεί τυπικό δείγμα νεοκλασικισμού με ορισμένα εκλεκτικιστικά στοιχεία. Και τα δύο είναι σχεδόν αδύνατο να τα παρατηρήσουμε σήμερα, καθώς μια σειρά από μεταγενέστερες παρεμβάσεις έχουν μεταλλάξει προς το πολύ χειρότερο την αισθητική του.

«Λαρίσης» ονομάστηκε στην κοινή αθηναϊκή συνείδηση ο συγκεκριμένος σταθμός, διότι από εδώ έφευγαν τα σιδηροδρομικά δρομολόγια για τη Λάρισα, τελευταία τότε πόλη προς βορρά της επικράτειας του ελληνικού κράτους, που δεν συμπεριλάμβανε ακόμη τη Μακεδονία και τη Θράκη. Η αλήθεια είναι πως ο τελευταίος σταθμός των τρένων που ξεκινούσαν από την Αθήνα προς τα πάνω δεν ήταν η Λάρισα, αλλά ένα χωριό ονόματι Παπαπούλι. Πάντως δεν ονομάστηκε ποτέ «Σταθμός Παπαπουλίου».
Τα σύνορα άλλαξαν, το ελληνικό κράτος μεγάλωσε, ήρθαν εποχές που τα ελληνικά τρένα έφταναν πολύ πιο πέρα από τη Λάρισα, ως τη Σόφια, το Βελιγράδι, τη Βενετία και το Μόναχο, αλλά ο Σταθμός Λαρίσης πεισματικά δεν άλλαξε όνομα. Μάλιστα πρόσφερε την ονομασία του σε όλη την γύρω περιοχή.

Ο Σταθμός Λαρίσης για ‘μένα ήταν κάτι σαν την παιδική Γη της Επαγγελίας. Στην προσχολική και στην πρώτη σχολική μου ηλικία στα μισά της δεκαετίας του ’70, κάθε απογευματινή βόλτα με τον παππού μου κατέληγε στις αποβάθρες του Σταθμού. Εκεί συνήθιζε να μου αφηγείται πως σαν αμαξάς με έδρα την Πλατεία Ιπποδαμείας στον Πειραιά, μετέφερε συχνά ανθρώπους και εμπορεύματα από το Λιμάνι στον Σταθμό Λαρίσης. Σήμερα μου φαίνεται περίεργο αυτό, καθώς ξέρω πως ο Πειραιάς είχε κι αυτός τους δικούς του Σταθμούς Πελοποννήσου και Λαρίσης. Ποιος ξέρει γιατί κάποιοι προτιμούσαν να επιβιβαστούν στο τρένο από την Αθήνα;

Τέλος πάντων στις αποβάθρες του Σταθμού χάζευα με τις ώρες τον κόσμο. Θυμάμαι τον σταθμάρχη με ένα κόκκινο καπέλο, μια σφυρίχτρα και ένα παράξενο στρογγυλό σημαιάκι δύο όψεων που έδινε την εντολή για αναχώρηση στην «ταχεία αμαξοστοιχία». Επίσης θυμάμαι να μου μιλούν οι πάντες για κάποιο ή κάποια περίφημο ή περίφημη «οτομοτρίς». Το μόνο που κατάλαβα μεγαλώνοντας είναι πως η λέξη είναι γαλλική και δηλώνει κάποιο είδος μηχανής. Τα υπόλοιπα – και γιατί στην εποχή της ήταν τόσο σημαντική – τα αγνοώ ακόμη. Τέλος θυμάμαι πολλούς, πάρα πολλούς, άπειρους φαντάρους να ανεβοκατεβαίνουν στα τρένα. Είμαι βέβαιος πως ήταν οι καλύτεροι πελάτες του σιδηροδρόμου.

Στην πραγματικότητα μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’70 ο Σταθμός Λαρίσης ήταν το βασικό σημείο αναφοράς της γειτονιάς μας. Αυτός καθόριζε τη φυσιογνωμία της περιοχής μας, άλλωστε ακούγαμε ακόμη καθαρά, σε πολλά οικοδομικά τετράγωνα απόσταση, το σφύριγμα των τρένων που έμπαιναν στον Σταθμό.
Λόγω της γειτνίασης με τον Σταθμό (και βεβαίως με την Ομόνοια και το κέντρο της πόλης) στην συνοικία λειτουργούσαν πολλά ξενοδοχεία. Συγκέντρωναν επαρχιώτες, τουρίστες και τουρίστες. Για χάρη των τελευταίων άνθισε στη γειτονιά μας το κλασικό πρότυπο του greek kamaki και «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’αγόρι μου» με σπουδαίες επιτυχίες στο ενεργητικό του.

Επιπλέον το «Βουναλάκι», δηλαδή η πλατεία ακριβώς απέναντι από την κεντρική είσοδο του Σταθμού Λαρίσης, γέμιζε κάθε βράδυ με υπνόσακους νεαρών και χίπηδων στο πνεύμα της εποχής, αγοριών και κοριτσιών, που θα έπαιρναν το επόμενο τρένο ή απλώς περίμεναν να απολαύσουν το αττικό φως το ξημέρωμα . Εκεί στο «Βουναλάκι» υπήρχε ένας φύλακας του Δήμου που ήταν επιφορτισμένος με το μοναδικό καθήκον να μας κυνηγάει όταν παίζαμε μπάλα μέσα στα παρτέρια, που στην παιδική μας φαντασία ήταν κάτι σαν τον χλοοτάπητα του Μαρακανά. Έτσι βρισκόμασταν αλληλέγγυοι στην παρανομία εμείς κι οι χίπηδες που κοιμόντουσαν την νύχτα στα ίδια παρτέρια. Ευτυχώς το βράδυ ο φύλακας την έκανε για το σπίτι και τουλάχιστον ο ήσυχος ύπνος εξασφαλιζόταν.

Παρά την τόση μου συνάφεια με τον Σταθμό Λαρίσης και τον σιδηρόδρομο, μπορώ να πω ότι αν έπρεπε να βάλω έναν τίτλο στην παιδική μου ηλικία αυτός θα ήταν: «ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν». Πράγματι με τρένο ταξίδεψα για πρώτη φορά στη ζωή μου στα 16 μου. Και μάλιστα όχι σε ελληνικό τρένο, αλλά στην Ιταλία. Για κάποιον που από τα πέντε του χρόνια ζει στα 150 μέτρα απόσταση από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της χώρας, το λες και γελοίο. Αλλά δυστυχώς είναι τραγικό. Γιατί ενώ σε όλον τον υπόλοιπο πλανήτη το τρένο, και οι κρατικές σιδηροδρομικές εταιρείες προσφέρουν αξιόπιστες υπηρεσίες και προάγουν τον πολιτισμό και την επικοινωνία των ανθρώπων, στην Ελλάδα ο σιδηρόδρομος απαξιώθηκε σταθερά για να εξυπηρετηθούν ιδιωτικά συμφέροντα ανταγωνιστικών μέσων μεταφοράς (με πρώτα από όλα τα χουντικά ΚΤΕΛ).

Η τελευταία, αλλά όχι λιγότερο σημαντική, συνεισφορά του Σταθμού Λαρίσης στη γειτονιά μας είναι κι αυτή: Στα 1927 οι εργάτες του «Λαρισαϊκού Σιδηροδρόμου» που εργάζονταν στον Σταθμό μας αποφάσισαν να φτιάξουν μια ποδοσφαιρική ομάδα. Έτσι γεννήθηκε ο Αθλητικός και Ποδοσφαιρικός Σύλλογος Λαρισαϊκός. Σήμερα, 90 χρόνια μετά ο «Lary» μας είναι το πιο ζωντανό κοινωνικό και αθλητικό κύτταρο στη γειτονιά και στο κέντρο της Αθήνας.

ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΩΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

του Γιώργου Αλεξάτου

Ανεξαρτήτως του αν και κατά πόσο μπορεί κάποιος να ενδιαφέρεται για το ποδόσφαιρο ως άθλημα και ως θέαμα, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει το γεγονός ότι έχει αναδειχθεί παγκοσμίως, εδώ και έναν αιώνα περίπου, στο πλέον δημοφιλές σπορ. Πώς το ‘λεγε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, σε εκείνο το τραγούδι; «Αρχίζει το ματς, αδειάσαν οι δρόμοι…».

Το ποδόσφαιρο, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο άθλημα, προκαλεί καθημερινές συζητήσεις, εν μέσω αστεϊσμών, αλλά και αντεγκλήσεων, ενίοτε και καβγάδων. Διαθέτει οπαδούς ενθουσιώδεις και πολύ συχνά φανατικούς. Και αποτελεί στοιχείο του λαϊκού πολιτισμού στις σύγχρονες κοινωνίες, αντικείμενο μελέτης της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας.

Βασικό του χαρακτηριστικό η λαϊκότητα. Το έχουν αγκαλιάσει τα εργατικά και λαϊκά κοινωνικά στρώματα και δένονται μαζί του. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι δήμοι με τις περισσότερες τοπικές ποδοσφαιρικές ομάδες είναι αυτοί που έχουν εργατική-λαϊκή πληθυσμιακή σύνθεση, σε αντίθεση με τους δήμους όπου ζουν κυρίως αστικά και μεσοαστικά κοινωνικά στρώματα. Έτσι, έχουμε περίπου 15 ποδοσφαιρικούς συλλόγους σε Κερατσίνι-Δραπετσώνα, σε Νίκαια-Ρέντη και στο Περιστέρι, ενώ μόλις έναν σε Φιλοθέη-Ψυχικό, στη Βούλα κ.ά. Νιώθουν εξοικειωμένοι οι λαϊκοί άνθρωποι με το ποδόσφαιρο κι αυτό για πολλούς λόγους.

Ποδόσφαιρο μπορεί να παίξει η όποια παρέα πιτσιρικάδων, αν εξασφαλίσει δυο απλές προϋποθέσεις. Έναν ανοιχτό χώρο, όπου δυο σημάδια απ’ τη μια πλευρά και δύο από την άλλη ορίζουν τα σημεία του τέρματος, και μια μπάλα, που δεν χρειάζεται να είναι απαραιτήτως ποδοσφαιρική. Κάποτε, μια μπάλα από κομμάτια παλιών υφασμάτων, σφιχτά δεμένων μεταξύ τους, μπορούσε να κάνει θαυμάσια τη δουλειά της, μέχρι να διαλυθεί, οπότε έληγε και ο αγώνας. Κάτι που συμβαίνει ακόμη και σήμερα σε φτωχές χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής.

Ποδόσφαιρο έπαιζαν σχεδόν όλοι οι πιτσιρικάδες στις λαϊκές γειτονιές. Κάποιοι ήταν οι αναγνωρισμένοι «μπαλαδόροι». Συμμετείχαν όμως ακόμη και παιδιά που καλούνταν να πάρουν μέρος, μόνο και μόνο για να συμπληρωθεί η ομάδα. Κι όταν λέμε ομάδα εννοούμε τρεις, πέντε, οχτώ παίχτες. Καμιά φορά, αν ήταν μεγάλη και η αλάνα, συμπληρωνόταν κι η επιδιωκόμενη εντεκάδα.

Έτσι, κάθε γειτονιά είχε τη δική της «Ακαδημία Ποδοσφαίρου», χωρίς κανένας να έχει φροντίσει για την ίδρυση και τη λειτουργία της. Κι έτσι, έβγαιναν από τις λαϊκές γειτονιές τα νέα ταλέντα, που όταν έφταναν στην εφηβεία στελέχωναν τις ομάδες των τοπικών συλλόγων. Κι ανάμεσά τους ξεχώριζαν αυτοί που πραγματοποιούσαν το όνειρο και εντάσσονταν στις μεγάλες ομάδες και γίνονταν γνωστοί στο πανελλήνιο. Αυτοί που ξεκινώντας απ’ τις αλάνες δοξάζονταν στα εθνικά και διεθνή στάδια.

Ανάδειξη στη βάση των πραγματικών ικανοτήτων του καθενός, που σπάνια, τουλάχιστον μέχρι και τη δεκαετία του 1950, συνοδευόταν και από οικονομικές απολαβές. Βιομηχανικοί εργάτες, λιμενεργάτες, οικοδόμοι, ανθρακωρύχοι ήταν στη μεγάλη τους πλειονότητα οι βρετανοί, ιταλοί, λατινοαμερικάνοι και άλλοι παγκοσμίως γνωστοί θρύλοι των γηπέδων. Το ποδόσφαιρο εξαιρετικά σπάνια συνέβαλε στον βιοπορισμό τους.

Το 1950 νεαρός ποδοσφαιριστής, που τον διεκδικούσε ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης, υπέγραψε τελικά με τον ΠΑΟΚ, γιατί του παρείχε δωρεάν τα αθλητικά παπούτσια! Ένα γάιδαρο πήρε ως «μπόνους» ο κορυφαίος του Ολυμπιακού Γιώργος Μουράτης, αντικαθιστώντας έτσι το γέρικο ζώο με το οποίο γυρνούσε τις γειτονιές του Πειραιά, ως πλανόδιος μανάβης!

Το ποδόσφαιρο αποτέλεσε στοιχείο αναγνώρισης της κοινωνικής συνοχής της συνοικίας, χάρη στους μικρούς τοπικούς συλλόγους που ξεφύτρωναν ακόμη και κατά ενορία. Κάποιοι σύλλογοι σηματοδοτούσαν τη διαφορετικότητα της καταγωγής των κατοίκων. Κυρίως σύλλογοι προσφυγικοί, αλλά όχι μόνο. Άλλες φορές –κι αυτές οι περιπτώσεις δεν ήταν λίγες- η ίδρυση ενός ποδοσφαιρικού σωματείου εξέφραζε και την πολιτική τοποθέτηση ενός κόσμου. Έτσι, εκεί που ένας τοπικός σύλλογος είχε ιδρυθεί από αριστερούς ή είχε τεθεί υπό τον έλεγχό τους, οι δεξιοί φρόντιζαν να δημιουργήσουν τον δικό τους, στην ίδια συνοικία. Κι αυτό συνέβαινε και αντιστρόφως. Ιδιαίτερα στις δεκαετίες 1930-60.

Ο αγώνας της τοπικής ομάδας την Κυριακή, άλλες φορές Σάββατο και κάποιες λίγες φορές μεσοβδόμαδα, ήταν γεγονός για τη συνοικία.  Το γήπεδο -συνήθως μια αλάνα, όπου είχαν τοποθετήσει δοκάρια για τέρματα, ενίοτε και χωρίς δίχτυ, και φυσικά ούτε λόγος για γρασίδι και κερκίδες- ήταν τόπος συνάντησης και μαζικής εκτόνωσης.

Εκεί μπορούσε να φωνάξεις όσο θέλεις, να βρίσεις και να βλαστημήσεις ακόμη και τα θεία, χωρίς νομικές επιπτώσεις, δίπλα και στον χωροφύλακα ή τον αστυφύλακα, να καλαμπουρίσεις, να χλευάσεις και να αμφισβητήσεις τη μικροεξουσία του διαιτητή και του τοπικού ποδοσφαιρικού (και συνήθως όχι μόνο) παράγοντα. Κυρίαρχη η αγανάκτηση, αλλά και ο αυτοσαρκασμός, όταν η ομάδα «σερνόταν», η περηφάνια και η έπαρση, όταν «σάρωνε» τον αντίπαλο.

Ανθρώπινα πράγματα, δηλαδή, απαραίτητα για την ψυχική ισορροπία ανθρώπων που ζούσαν στα όρια μεταξύ φτώχειας και εξαθλίωσης, σε πολιτικές συνθήκες έκτακτης ανάγκης και απαγορεύσεων, που σ’ αυτόν εδώ τον τόπο κράτησαν, με τη μια ή την άλλη μορφή, κοντά μισό αιώνα και σημάδεψαν τον ψυχισμό του ελληνικού λαού.

Στο καφενείο αδιαχώρητο, όταν μεταδίδονταν από το ραδιόφωνο ποδοσφαιρικοί αγώνες της Α΄ Εθνικής, του Κυπέλλου ή της Εθνικής Ελλάδος. Οι «τυχεροί», αυτοί που έφταναν νωρίτερα -συνήθως όσοι είχαν τη δυνατότητα να παραγγείλουν καφέ, ούζο, κονιάκ ή μπύρα- έπιαναν τις καρέκλες. Οι άλλοι όρθιοι κι όλοι μαζί συγκεντρωμένοι «ν’ ακούσουν μπάλα» συλλογικά, ώστε να ‘χει περισσότερο ενδιαφέρον, αλλά και τον σχετικό χαβαλέ, η υπόθεση. Αλλά και γιατί ελάχιστα σπίτια είχαν την πολυτέλεια να διαθέτουν ραδιόφωνο. Ακόμη και το 1964, στην Ελλάδα αναλογούσαν 81 ραδιόφωνα ανά 1.000 κατοίκους (περίπου ένα ανά τέσσερα νοικοκυριά), όταν στην Ιταλία η αναλογία ήταν 126, στη Δυτική Γερμανία 308 και στις ΗΠΑ 944.

Λαϊκό και συνάμα δημοκρατικό άθλημα το ποδόσφαιρο. Και όχι μόνο γιατί ήταν η αθλητική διέξοδος για τα παιδιά των εργατικών-λαϊκών συνοικιών που παίζοντας διαμόρφωναν συνείδηση της αξίας της συλλογικής προσπάθειας, αλλά και λόγω των σχέσεων μεταξύ των φιλάθλων.

Ποιος εργάτης και ποιος λεφτάς; Ποιος αγράμματος και ποιος επιστήμονας; Όταν ανοίγει η κουβέντα για το αμφισβητούμενο πέναλτι, ο καθένας νομιμοποιείται να έχει άποψη, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου, κοινωνικής θέσης και οικονομικής επιφάνειας. Συχνά, είναι ο εργάτης του δημοτικού που αναγνωρίζεται από τον φίλαθλο γιατρό πως έχει δίκιο. Κι η κουβέντα ανάβει, με απεύθυνση στον ενικό. Από όλους προς όλους.

Μοιάζει παράταιρη με το γενικό κλίμα μια φράση του τύπου, «δεν έχετε δίκιο, κύριε καθηγητά! Οφσάιντ ήταν. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό και θεωρώ πως πρέπει να επανεξετάσετε το ζήτημα». Το άλλο ακούγεται καλύτερα: «Στα μαθηματικά δεν ξέρω, για να ‘σαι καθηγητής καλός θα ‘σαι. Αλλά από μπάλα έχεις μεσάνυχτα. Στραβώθηκες απ’ το πολύ διάβασμα καημένε κι ούτε το οφσάιντ δεν μπόρεσες να δεις!»

Υπήρχαν, βεβαίως, και τα άλλα. Οι παραγοντισμοί, η αξιοποίηση της δραστηριότητας στο ποδοσφαιρικό σωματείο για την προώθηση ιδιοτελών συμφερόντων. Ο μεγαλομαγαζάτορας της συνοικίας, που εξαργύρωνε την προσφορά της φανέλας στους παίχτες ή των εξόδων ενός ταξιδιού εκτός έδρας, με την αύξηση της πελατείας του, ο δικηγόρος που εκτός από πελάτες προσδοκούσε και σε ψήφους στις δημοτικές εκλογές κ.λπ.

Κι αν έχει δεχτεί επικρίσεις το ποδόσφαιρο! Σε κάποιες περιπτώσεις όχι άδικα. Σε άλλες, απλώς εκφράζονταν και εκφράζονται συμπλεγματικές αντιμετωπίσεις.

Είναι αλήθεια πως η ενασχόληση με το συγκεκριμένο άθλημα ήταν υπόθεση καθαρά αντρική, αν και για λόγους που δεν έχουν καμιά σχέση με την ίδια του τη φύση. Άλλωστε, υπάρχει πλέον και αναπτύσσεται και το γυναικείο ποδόσφαιρο, ενώ σημαντικό ποσοστό γυναικών εντάσσεται στο φίλαθλο κοινό. Οι αιτίες που αναδείχθηκε ως κατεξοχήν αντρικό άθλημα αναζητούνται στις συνολικότερες κοινωνικές σχέσεις, που περιόριζαν τη γυναίκα στον ιδιωτικό χώρο. Και το ποδόσφαιρο ήταν και είναι υπόθεση του δημόσιου χώρου.

Επικρίθηκε το ποδόσφαιρο ως μέσο μαζικού αποπροσανατολισμού και αποχαύνωσης. Χαρακτηρίστηκε «σύγχρονο όπιο του λαού» και χρησιμοποιήθηκε από αυταρχικά αντιλαϊκά καθεστώτα, που προσπαθούσαν να αντλήσουν κύρος από τις νίκες στα γήπεδα. Ας θυμηθούμε τη δική μας περίπτωση με το Γουέμπλεϊ και τη Χούντα.

Και για την έξαρση του εθνικισμού και του μίσους κατά άλλων λαών έχει επικριθεί. Μόνο που όλα αυτά και πολλά άλλα που του καταλογίζονται, δεν αποτελούν παρά φαινόμενα συγκυριακά, που επίσης δεν απορρέουν από τη φύση του αθλήματος. Συνιστούν εκφράσεις ενίοτε κοινωνικά κυρίαρχων ιδεολογικών τάσεων, που βρίσκουν έδαφος να εκδηλωθούν και σ’ αυτό το πεδίο.

Οι συμπλεγματικές αντιμετωπίσεις έχουν αφετηρία την απέχθεια κύκλων της κυρίαρχης τάξης και της ελιτίστικης διανόησης προς ό,τι λαϊκό και δημοκρατικό και στη συγκεκριμένη περίπτωση προς τον λαϊκό και δημοκρατικό χαρακτήρα των σχέσεων που διαμορφώνονται μέσα κι έξω από το γήπεδο. Ενοχλεί ο εξισωτισμός των οπαδών, που καταργεί τη διάκριση μεταξύ κοινωνικών τάξεων και μεταξύ μορφωτικών επιπέδων, όπως ενοχλεί και η δυνατότητα του παιδιού της συνοικίας να γίνεται, με μόνες τις ικανότητές του, λαϊκό ίνδαλμα ακόμη και στα είκοσί του χρόνια.

Σ’ εκείνους που εντάσσονται στους κύκλους της διανόησης και βρίσκουν φτηνό το ποδόσφαιρο ως θέαμα, έχει απαντήσει κατάλληλα ο μεγάλος ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ, γράφοντας στη «Σύντομη Ιστορία του 20ού αιώνα» πως «όποιος έχει δει την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Βραζιλίας στις ένδοξες μέρες της θα μπορούσε άραγε να αρνηθεί ότι πρόκειται περί τέχνης;»

Εντούτοις, η επαγγελματοποίηση του ποδοσφαίρου συνοδεύτηκε από μια σειρά άλλες αρνητικές εξελίξεις. Η σύνδεση των μεγάλων ποδοσφαιρικών σωματείων, που μετατράπηκαν σε εταιρίες, με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, ο παραγοντισμός, ο ευτελισμός και το φαινόμενο της «παράγκας» τείνουν να κυριαρχήσουν. Από την άλλη, ο αφανισμός των ανοιχτών ελεύθερων χώρων σε πόλεις πνιγμένες στο τσιμέντο, το γεγονός ότι όλο και λιγότερα παιδιά ξεχύνονται στους δρόμους για να παίξουν μπάλα –και για την ακρίβεια για να παίξουν οτιδήποτε- έχει επίσης σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις.

Ο χουλιγκανισμός είναι μία από τις συνέπειες αυτών των εξελίξεων. Η τυφλή βία αποτελεί αυτόματη λειτουργία εκτόνωσης σε συνθήκες κοινωνικής απομόνωσης και μοναξιάς, που επιχειρείται να καλυφθεί με την οπαδοποίηση με όρους μίσους προς το άλλο, το διαφορετικό και στην προκειμένη περίπτωση τους οπαδούς της άλλης ομάδας. Η αβεβαιότητα και τα προσωπικά αδιέξοδα βρίσκονται στη βάση της τάσης να τίθενται νέα παιδιά λαϊκής προέλευσης στην υπηρεσία των συμφερόντων μεγαλοσχημόνων παραγόντων.

Όμως και παρ’ όλα αυτά, το ποδόσφαιρο παραμένει ένα άθλημα  αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με τον σύγχρονο λαϊκό πολιτισμό. Και κατά συνέπεια, αξίζει να μελετηθεί ως τέτοιο. 

Κούνδουρος: Η σημερινή Ελλάδα μοιάζει σαν να μην έχει πολιτισμό

cover_koundouros_final150-600x400

Συνέντευξη του Νίκου Κούνδουρου στον Απόστολο Διαμαντή που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» το 2001. Την αναδημοσιεύουμε από το tvxs.gr 

Ο Νίκος Kούνδουρος είναι ένας άνθρωπος με χιούμορ. Δηλητηριώδες. Mιλάει γρήγορα, με μιά ανάσα, περνώντας αδιόρατα από το σοβαρό στο αστείο. Ίσως γιατί βιάζεται να τελειώσει την καινούργια ταινία του, που τον οδηγεί στο Kαμπράλ, κάπου μεταξύ  Iορδανίας και Συρίας- εκεί κάνει τα γυρίσματα.

«Δεν έχω μυαλό για συνεντεύξεις, τρέχω στα στούντιο. Δεν μ’ αρέσει εξάλλου και το επάγγελμά σας, τα βλέπετε όλα πολύ πρόχειρα. Ορίστε, ρωτήστε με».

Ο κ. Kούνδουρος δεν γνωρίζει προφανώς πως αφενός λατρεύω τις ταινίες του και πως αφετέρου λατρεύω τους διαξιφισμούς.

«Kαταλαβαίνω την απέχθειά σας για τις συνεντεύξεις, ωστόσο όμως τις δίνετε». Mε κοιτάζει ανέκφραστος και συνεχίζει. «Φυσικά τις δίνω. H δουλειά μας απαιτεί και λίγη εκπόρνευση. Πρέπει να παίρνεις υπόψη σου τα μέσα για να επικοινωνείς με το κοινό». Ωραία αρχίσαμε.

Kάθεται σε ένα μεγάλο γραφείο της εταιρίας «Lexicon». Γύρω μας οι όμορφες συνεργάτιδές του, οι Mικρές Aφροδίτες, ο Δράκος, το Mπορντέλο, ξύλινα έπιπλα, ανάκλινδρα- μια αίσθηση αναμενόμενης χαλαρότητος και καλού γούστου που με αποκαρδιώνει.

«Γυρίζετε κάποια ταινία νομίζω. Aς αρχίσουμε λοιπόν απ’ αυτό. Περί τίνος πρόκειται;». Eπιθυμώ να είμαι σαφής και απλός- όχι διανοουμενισμούς. Διότι έχω το προαίσθημα πως θα τους απεχθάνεται. Kαλώς το έχω. «Γυρίζω ταινία είπατε; Πολύ ωραία. Γυρίζω γύρω απ’ τον εαυτό μου και φτιάχνω μια ταινία».

H ANTIΓΟNH TΟY KAMΠPAΛ

Ο Nίκος Kούνδουρος πιθανόν να είναι ο σπουδαιότερος έλληνας σκηνοθέτης σήμερα. Όχι λόγω βραβείων, ούτε μόνον λόγω φήμης. Eξ’ αντικειμένου. Eξ’ αιτίας των πολλών και σπουδαίων ταινιών του, που έμειναν σπουδαίες για πάντα, που κράτησαν ζωντανή μια χαρακτηριστική  εικόνα της Eλλάδας και του πολιτισμού της, που αγαπήθηκαν από τον κόσμο πολύ. Δεν πρόκειται φυσικά να του πω τέτοια πράγματα, αλλά ο δημοσιογράφος έχει το πλεονέκτημα της τελευταίας λέξης. Tον αφήνω λοιπόν να λέει- ότι πείτε θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σας.

Mιλάει στο τηλέφωνο και μετά με ξανακοιτάζει περίεργα. Πάλι θα με ειρωνευτεί; Όχι. Mιλάει σοβαρά. «Λοιπόν η νέα ταινία μου, ‘η Aντιγόνη του Kαμπράλ’, είναι μια σύγχρονη εκδοχή της Aντιγόνης. Που έψαχνε το σώμα του νεκρού αδελφού της, περιφέροντας την μικρή ψυχούλα της, μόνη της, ένα έρημο κορμάκι, απέναντι στην αδυσώπητη εξουσία. H σύγχρονη Θήβα είναι ένα μεταλείο ασημιού στην Iορδανία. Eκεί γυρίζουμε, εκεί γίνονται οι εμφύλιοι πόλεμοι. H Aντιγόνη προσπαθεί να σώσει την ψυχή της, να ορθώσει το ανάστημά της. Kαι οι άνθρωποι στο σημερινό χάος μοιάζουν απροστάτευτοι, μέσα στην παγκόσμια φρίκη της φτώχιας και των πολέμων».

Έτσι άρχισαν και οι ερωτήσεις.

– Aυτό είναι ένα σοβαρό θέμα. Έχει κάτι να προτείνει ο ελληνισμός γι’ αυτούς τους κατατρεγμένους;

«Aν μιλάμε για τους χιλιάδες πρόσφυγες, αλλοδαπούς και Έλληνες, που έρχονται, τότε μπορούμε να πούμε πως πρέπει το κράτος να τους νομιμοποιήσει. Nα τους ελέγξει, να τους δώσει μια ταυτότητα, να ξέρει ποιοί είναι. Ήταν μια σωστή κίνηση η χορήγηση κάρτας, αλλά από τις 600.000 την πήραν πολύ λίγοι».

– Eίναι πολύ περισσότεροι. Kαι το κύμα συνεχώς αυξάνει. Ο κόσμος δείχνει ανασφαλής, παίρνει τα όπλα, μια έντονη ξενοφοβία υπάρχει. Ήρθαν και το ’22 οι πρόσφυγες, αλλά σιγά σιγά ομαλοποιήθηκε η κατάσταση.

«Πως ομαλοποιήθηκε; Aυτοί ξέρουν τι τράβηξαν, τι αποκλεισμούς, τι δράματα, μέχρι να βρουν το δρόμο τους. Kαι να δείξουν αργότερα πως έφερναν έναν τεράστιο πολιτισμό μαζί τους, μια ποιότητα που μας έκανε όλους μας καλύτερους».

– Δεν είναι το ίδιο. Tώρα μοιάζει αδύνατη η, έστω και σταδιακή, ενσωμάτωση.

«Φυσικά. Διότι οι σημερινοί πρόσφυγες είναι εντελώς διαφορετικοί. Eίναι άνθρωποι εξαγριωμένοι από τη ζωή τους στις σοσιαλιστικές κοινωνίες που κατέρρευσαν. Aυτή είναι δυστυχώς η αλήθεια. Δεν έχουν κανένα μέτρο, δεν πιστεύουν σε κανόνες. Δεν είναι εύκολο να πιστέψουν σε νομιμότητες, σε μια κοινωνία που δεν έχει το μαχαίρι να κρέμεται απειλητικά πάνω από το κεφάλι τους. Eίδατε; Eίπαμε να μιλήσουμε για κινηματογράφο και τελικά η συζήτηση πήγε αλλού. Διότι πολιτισμός είναι κάτι που έχει σχέση με την καθημερινότητα όπως τη ζούμε. H σημερινή Eλλάδα μοιάζει σαν να μην έχει πολιτισμό».

Αποτέλεσμα εικόνας για Νίκος Κούνδουρος δρακος

ΠAΛIΟΣ KAI NEΟΣ EΛΛHNIKΟΣ KINHMATΟΓPΑΦΟΣ

Mιλήσατε για ποιότητα; Aυτή η λέξη περιφέρεται παντού. Στις επιτροπές πρίσης των ταινιών ας πούμε. Ποιός κρίνει την ποιότητα;

«Kάποιος που αποφασίζει. Ποιός έκρινε τον Eλύτη για Nόμπελ; Aσφαλώς εμείς όλοι που τον αγαπήσαμε, και η Aκαδημία με τα δικά της κριτήρια. Eίναι αναπόφευκτο αυτό, όταν μπαίνεις σε μια διαδικασία κρίσης».

– Eφόσον δεν υπάρχουν πλέον ιδιώτες παραγωγοί κινηματογράφου, το σινεμά μπαίνει υπό κρατική προστασία. Γιατί έκλεισαν οι μεγάλες εταιρίες παραγωγής, εκεί γύρω στο 70;

«Για οικονομικούς λόγους. H τηλεόραση, αυτός ο μεγάλος εχθρός του κινηματογράφου, έφερε την κρίση των εισητηρίων και έτσι δεν υπήρχε οικονομικό κίνητρο. Tώρα ξαναρχίζει πάλι ο κόσμος να πηγαίνει σινεμά και πιθανόν να ξαναγυρίσουν και οι παραγωγοί. Aυτό είναι το πιο υγιές κλίμα για τον κινηματογράφο».

– Nοιώθετε καλύτερα όταν δουλεύετε με έναν παραγωγό ή προτιμάτε την κρατική επιχορήγηση;

«Πουθενά δεν νοιώθω καλύτερα ως σκηνοθέτης. Mίλησα για υγιές κλίμα από την εμπορική άποψη του πράγματος. Tίθενται κριτήρια αγοράς, εισητηρίων- αυτό εννούσα».

– Aγαπάτε τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο;

«Eίναι ο πιο τίμιος, ο πιο ανθρώπινος, ο πιο ευχάριστος. Kαι για όλους αυτούς τους λόγους περισσότερο χρήσιμος από τον νέο, που προβάλλει ως υπέρτατη αξία την πρσωπικότητα του δημιουργού του. Aς προσθέσουμε ένα επιπλέον στοιχείο: Aυτό της θανάσιμης πλήξης που συνοδεύει τις 8 από τις 10 ταινίες του λεγόμενου νέου ελληνικού κινηματογράφου».

– Nομίζω πως το πρόβλημα βρίσκεται στην αφόρητη ιδεολογικοποίηση του ελληνικού κινηματογράφου. H πραγματική ζωή είναι εκτός. Kαι ακόμη και κάποιες πρόσφατες ταινίες που ξεφεύγουν απ’ αυτό και ξαναφέρνουν τον κόσμο στις αίθουσες, το κάνουν κάπως άτσαλα.

«Kυττάξτε: Nέο κοινό, νέοι άνθρωποι, νέες συμπεριφορές. Ο λαός- καταναλωτής δηλώνει τις επιθυμίες του και ορίζει την ιδεολογία και την πορεία του κινηματογράφου. Οι εξαιρέσεις είναι πάντα εξαιρέσεις, καθώς η παντοδύναμη ‘μάζα’ θα κατασπαράσσει ό,τι δεν της είναι αρεστό».

– Στην Eυρώπη τι συμβαίνει, υπάρχει και εκεί μια ανάλογη κατάσταση; Διότι νομίζω πως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες επέζησε η κινηματογραφική βιομηχανία.

«Tίποτε δεν επέζησε. Δείτε το επί της ουσίας. Όλοι μιλάνε για τη κυριαρχία του αμερικανικού σινεμά και για το χαμηλό επίπεδο του σημερινού κινηματογράφου. Eίναι αλήθεια. Που είναι οι μεγάλοι ευρωπαίοι σκηνοθέτες σήμερα; Πού είναι ο ιταλικός κινηματογράφος, αυτή η μεγάλη μεταπολεμική σχολή; Πού είναι το γαλλικό ή το γερμανικό σινεμά; Tο ευρωπαϊκό σινεμά είναι ανυπόληπτο, ανύπαρκτο. Eπομένως κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί, όχι μόνον εμείς».

Ο HΟMΟ XERΟX

Ίσως στη βάση αυτού του προβλήματος να βρίσκεται η παγκόσμια ομοιομορφία, η ισοπέδωση, που είναι και οικονομικός μηχανισμός. Όλοι μοιάζουν, όλο και περισσότερο. Eπομένως δεν μπορεί το γαλλικό σινεμά να έχει ταυτότητα, εφόσον δεν έχει δική του ζωή να δείξει.

«Πιθανόν. Mόνον οι πολύ απελπισμένοι, οι φτωχοί λαοί δεν έχουν μπει ακόμη σ’ αυτό το πλαίσιο. Όχι για άλλους λόγους, αλλά λόγω φτώχιας και καθυστέρησης. Kανείς δεν πρόκειται να αντισταθεί. Ένας φίλος μου είπε μιαν ανατριχιαστικά ακριβή φράση. Σήμερα έχουμε τον Homo XERΟX. Eίναι σαν να βγαίνουν οι άνθρωποι σε κόπιες».

– Πολύ καταστροφολογικά ακούγονται όλα αυτά. Δεν πιστεύετε στην πρόοδο;

«Πιστεύω σε ό, τι βλέπω. Άκουγα σήμερα στο ραδιόφωνο έναν διάσημο έλληνα μουσικό, ο οποίος ζει στο εξωτερικό, προστατευμένος από το ευρωπαϊκό κέλυφος. Kαι έλεγε πως δεν είναι δυνατόν να παίζουν τα ραδιόφωνα συνεχώς αυτή την απαράδεκτη, την κακή ελληνική μουσική.  Eξεπλάγην ο άνθρωπος απ’ αυτό το απερίγραπτο χάλι της μουσικής μας. Aυτή όμως είναι η πραγματικότητα».

– Πως εξηγείτε το γεγονός, να έχουμε το 40,  50 και το 60 τόσο ωραία μουσική και σήμερα, μετά το έντεχνο διάλειμμα του Xατζιδάκι, του Mίκη και του Γκάτσου να βρισκόμαστε στο χάος. Mήπως αυτό το διάλειμμα έκανε τελικώς κακό; Mήπως σοβάρεψε πολύ το τραγούδι και σήμερα βλέπουμε την αντίδραση;

«Tα πράγματα δεν εξελίσσονται με σχέδια, με αποφάσεις κάποιων εγκεφάλων. Yπάρχουν υπόγειες διεργασίες που έχουν τη δική τους λογική. Aπλώς άλλαξε ο πολιτισμός μας και δεν παράγει ωραία πράγματα. Xάθηκε το δημοτικό τραγούδι, το λαϊκό ή το ελαφρό. Έμεινε ο πολιτισμός της τηλεόρασης, το κηνυγητό του χρήματος. H μουσική, το σινεμά και η τέχνη γενικώς, καθρεφτίζουν απολύτως το κοινό γούστο. Aδιόρατα, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, επιβάλλουμε εμείς οι ίδιοι αυτό το συνολικό κλίμα. Δεν το αποφασίζουν οι εταιρείες δίσκων ή οι εγκέφαλοι του Xόλυγουντ».

– Tι επιζεί από το παρελθόν; Yπάρχει μια ωραία έκφραση: «Eλληνικό πνεύμα». Έχει νόημα να την μνημονεύουμε  σήμερα;

«Πριν λίγες μέρες μου έστειλε κάποιος αυτούς τους ογκώδεις τόμους που βλέπετε. Πρόκειται για μια μελέτη της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Eίναι μια εξαιρετική δουλειά, από έναν άνθρωπο που μου είναι εντελώς άγνωστος και ο οποίος προφανώς δεν εντάσσεται σε κάποια επίσημη δραστηριότητα. Λοιπόν είναι εκπληκτικό, κάποιος χωρίς καμμία βοήθεια, εντελώς μόνος, να καταβάλλει τόσο μόχθο και να παράγει ένα σημαντικό έργο. Eσείς στη δουλειά σας υποθέτω πως παίρνετε ένα μισθό. Προσφέρετε κάτι στο Έθνος με το έργο σας;».

Ομολογώ πως αιφνιδιάστηκα. Διότι ασφαλώς και δεν προσφέρω κάτι σημαντικό στο Έθνος, κάτι το οποίον να δικαιολογεί αμοιβή. Aλλά το βρήκα. Tο Έθνος είναι λέξις ντεμοντέ, οπότε το ξεπερνάμε.

«Nτεμοντέ είπατε; Δεν μιλάω για εθνικισμούς και τέτοια. Δεν αναφέρομαι σε ιδεολογικά ζητήματα. Mιλάω για το έθνος, όπως το έλεγε ο Mακρυγιάννης. Οι λέξεις, ξέρετε, δεν συγχωρούν. Σπάνε κόκκαλα καμμιά φορά, δεν μπορείς να τους ξεφύγεις».

Kαι κάπου εκεί μας διέκοψαν για κάποιο τηλεφώνημα, ενώ ο κ. Kούνδουρος αμέσως μετά εξαφανίστηκε, τρέχοντας προς την σύγχρονη Aντιγόνη του.

* Η συνέντευξη του Νίκου Κούνδουρου δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» το 2001

Πηγή:http://ardin-rixi.gr/archives/202903

ΟΧΙ ΣΗΜΕΡΑ. ΓΙΟΡΤΑΖΩ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ…

lesbos-oi-foties-ai-gianni-klidona

με αφορμή την γιορτή του Αγ.Βαλεντίνου, ένα υπέροχο κείμενο του Γιάννη Κων. Κρούσσου 

(Η ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΑ ΜΥΑΛΑ ΜΑΣ)

Δεν φτάνει που αγοράζουμε και ψηφίζουμε ό,τι διαφημίζεται. Γιορτάζουμε με τον τρόπο που αγοράζουμε. Αυτό που αυτοαποκαλείται «δυτικός πολιτισμός» είναι περασμένο στις πιο μύχιες σκέψεις και συναισθήματα μας.
Ζούμε καθ’ υπαγόρευση, γιατί δεν έχουμε ταυτότητα.
Δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να ξέρουμε ούτε τι θέλουμε, ούτε πώς να το αποκτήσουμε.
ΔΕΝ γιορτάζω τη «γιορτή των ερωτευμένων».
Γιορτάζω το θερινό ηλιοστάσιο, τη γιορτή του έρωτα και της φωτιάς.

Στην Αρχαία Ελλάδα η νύχτα του Ηλιοτρόπιου, ήταν η γιορτή μιας ερωτικής μαγείας, με τους νέους να ανταλάσσουν ερωτικούς όρκους και να πηδούν πάνω από τις φωτιές για να εξαγνίσουν αυτούς τους όρκους αποδιώχνοντας κάθε επιβουλή. Ήταν οι φωτιές της τύχης, πηδώντας πάνω από τις φλόγες τρεις φορές. Στη νεώτερη γιορτή, όλα τα έθιμα παραπέμπουν στην ερωτική μαγεία και στην αναζήτηση του ερωτικού ταιριού.

Του Άη Γιάννη, του Λαμπαδάρη, του Ριζικάρη, του Θεριστή, του Φανιστή, Ο Άη Γιάννης είναι ο Άγιος του Έρωτα.
Όλα τα έθιμα της άγιας μέρας, σ’ αυτόν παραπέμπουν. Ο μικρός Θεός του έρωτα έγινε Άγιος και μέσα στο θερινό ηλιοστάσιο, κοντά στην πιο μεγάλη μέρα του χρόνου, κι όπως το συνηθίζει ο έρωτας, άναψε φωτιές. Φωτιά και έρωτας για αγόρια και κορίτσια.
Στις φωτιές του Άη Γιάννη καίνε το στεφάνι του Μάη. Η γιορτή της κορύφωσης της Άνοιξης τελειώνει την κορύφωση του καλοκαιριού. Το τέλος μιας εποχής είναι η αρχή μιας άλλης και τα στεφάνια της κάθε γιορτής δεν είναι για τα σκουπίδια. Καίγονται με τρόπο γιορτινό. Οι ζωή είναι εποχές, κύκλος κι όχι ευθύγραμμος χρόνος «προόδου». Το έσχατο είναι αρχή και αιωνιότητα.
Κάθε έθιμο αυτής της μέρας, κρυμμένο στη χριστιανική γιορτή της πιο μεγάλης μέρας του χρόνου έχει μέσα του έρωτα. Στις φωτιές καίγονται και οι απαγορεύσεις. Καίγονται και τα παλιά σκιάχτρα, οι γενίτσαροι των χωραφιών. Μήτε το θείο μήτε το εθνικό γλιτώνει από την τιμή που τους πρέπει στις γιορτές του λαού.
Η αρχαία μαντική τέχνη αποθεώνεται. Είναι η γιορτή με την πιο εμφανή διατήρηση της μαντικής λειτουργίας, μέσα στα έθιμα, όπου οι κόρες αναζητούν το μήνυμα που θα προσδιορίσει το ταίρι της.

revolutionlove

Στον κλήδονα, το κορίτσι θα δει τη μορφή του ανθρώπου που θ’ αγαπήσει. Στο νερό του πηγαδιού το καθρέφτισμα του προσώπου του αγοριού που θα παντρευτεί. Το αμίλητο νερό των κοριτσιών, είναι μέρος της ιεροτελεστίας του κλήδονα. Τα τρία πρόσωπα που θα δει η κοπελιά στον καθρέφτη, είναι δύο των δαιμόνων και το τρίτο το καλύτερο, του δικού της αγοριού. Το πρώτο αρσενικό όνομα, που θα ακούσει του Άη Γιάννη ανήμερα είναι του αυριανού δικού της άλλου μισού.
«Κι οπ’ αγαπάει στη γειτονιά τη βλέπει αυγή και βράδυ».
Όλα για των αγοριών και των κοριτσιών τις αγάπες. Για δυο παιδιά που αγαπιούνται και θα αγαπηθούν. Ο Άγιος των μελλούμενων και της επερχόμενης χαράς.

Η άσκηση της μαντικής τέχνης περιορίστηκε στην αναζήτηση του ιδανικού ζευγαριού. Ο Αη Γιάννης είναι μια γιορτή ύμνος στο ζευγάρωμα, στον έρωτα και τους ερωτευμένους. Ένας ύμνος στην αναζήτηση της ιδανικής αγάπης και τίποτα περισσότερο.
Η φωτιά, το κάψιμο του πρωτομαγιάτικου στεφανιού, των ξερών χόρτων, της παλιάς ρίγανης, των σκιάχτρων, που κάπου τα λένε «γενίτσαρους», και το πήδημα της φωτιάς συμβολίζουν, επίσης, τον εξαγνισμό και την κάθαρση. Ο έρωτας πάει μαζί με τον εξαγνισμό και την κάθαρση;
Ο έρωτας είναι μαγεία, ηδονή, γέννα, ζωή, εξαγνισμός, κάθαρση. Αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητό –δεν είναι επιτρεπτό- από την τυποποιημένη ορθολογική δογματική.
Ο έρωτας είναι ανατροπή :
«καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν».

ΠΟΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΥΟ ΓΙΟΡΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΗ;
Ο Έρωτας είναι Επανάσταση.
ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
(Υπερχρεωμένων το Ανάγνωσμα)

 

Η μνήμη της Κύπρου, δική μας μνήμη! (video).

hqdefault

Θυμόμουν για χρόνια τα δακρυσμένα πρόσωπα των παιδιών εκείνο το βράδυ του 1976. Και η αλήθεια είναι ότι εκείνο το γκρίζο κοριτσίστικο προσωπάκι, τα νωτισμένα μάγουλα και τ’αναφιλητά, που έμεινε να κλείσει την εκπομπή, ποτέ δεν σβήνει από την μνήμη μου. Τη μνήμη της Κύπρου! Οκτώ χρονών, ήμουν δεν ήμουν και ένιωθα να με έχει ρουφήξει ολοκληρωτικά εκείνο το βλέμμα, εκείνο το δάκρυ. Η στιγμή, μ’εδεσε με το ελληνικό δράμα της Κύπρου, τα κατεχόμενα και τους αγνοούμενους, ξεκαθαρίζοντας ακόμα καλύτερα τον ιούλη του ΄74, που θυμόμουν καθαρά 2 χρόνια, πρίν.Ήταν το «πρόσωπο» της Κύπρου.

Οι γονείς μου, δεν φρόντισαν να με αποσύρουν και να κλείσουν τον διακόπτη, για να μην στενοχωρηθώ με ότι συνέβαινε σε μια γωνιά του ελληνισμού, όπως πιθανά, κάνουν τώρα οι «μοντέρνοι γονείς», σε αντίστοιχα θέματα, για να μην ενοχοποιηθεί το παιδί, που περνά «καλά»! Ευτυχώς! Γιατί, έτσι, το δακρυσμένο αυτό «στοιχειό», μου θυμίζει πάντα τι συμβαίνει στην Κύπρο, που «οι εμπόροι την μισούνε». Τι συμβαίνει στις γωνιές της καρδιάς μας, όταν αφήνουμε τους εμπόρους να καπηλεύονται τις μνήμες μας και να τις κάνουν…αναμνήσεις. Αναμασήματα, δηλαδή, αναθεωρήσεις και αναδομήσεις, με πλήθος διαμεσολαβητές και μεσάζοντες!

Αργότερα, η ματιά αυτή, συνέδεσε το «Κυπριακό» με την ελλαδίτικη, τουλάχιστον, αριστερά, εφόσον για το ΑΚΕΛ, ούτε λόγος. Μίκης Θεοδωράκης, οι διαδηλώσεις για την Κύπρο που έβλεπα στα ντοκιμαντέρ και διάβαζα στα βιβλία, το έγκλημα της χούντας στην Κύπρο, το σύνθημα στα τέλη του΄80: «Ελλάδα – Κύπρος-Παλαιστίνη, Αμερικάνος δεν θα μείνει» και το παλιότερο που σαν απόηχος σε πορείες της αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς, ερχόταν στ’αυτιά μου: «Ελλάδα-Κύπρος, ένας λαός, αγώνας κοινός» . Ένα θέμα εθνικό, σχετιζόμενο με την κοινωνική απελευθέρωση που μένει πάντα εγκλωβισμένη, όταν φυλακίζεται εντός της αποικιοκρατικής «ανεξαρτησίας».  Τώρα…; τι να πούμε τώρα! ας ξαναδούμε εκείνη την εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού για την Κύπρο, με έμφαση στο τελευταίο πεντάλεπτο…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

Στατιστικά

  • 32,246 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Ιουνίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!