//
archives

ΠΡΟΣΩΠΑ

This category contains 228 posts

Κυκλοφορεί το νέο τεύχος του Άρδην (τ. 109 ) με αφιέρωμα στην Οκτωβριανή Επανάσταση

Κυκλοφορεί σε βιβλιοπωλεία και περίπτερα όλης της χώρας 

τεύχος 109, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2017

Περιεχόμενα 

Κίνημα Άρδην, Ένας πρώτος απολογισμός
Το οργανωτικό ζήτημα
Για την «οργάνωση της οργάνωσης»
Άρδην Πειραιά, Η κηλίδα που δε βγαίνει με τίποτα
Γιώργος Ρακκάς, Σημειώσεις πάνω στην ισπανική κρίση
Γιώργος Καραμπελιάς, Οι γερμανικές εκλογές, η Ευρώπη, η Ελλάδα
Γιώργος Ρακκάς, Η «αιώνια λιακάδα» του γερμανικού κατεστημένου σκοτεινιάζει
Αλβάρο Λινέρα, Η παγκοσμιοποίηση απεβίωσε

Αφιέρωμα: 1917-2017, 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση

Της Σύνταξης, 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση 
Κώστας Παπαϊωάννου, Η Ολοκληρωτική εξουσία
Αλ. Σκιρντά, Από τον Μίχελς στον Λένιν
Ιντελιγκέντσια και εργάτες μετά τον Οκτώβρη
Ζακ Σαπίρ, εργάτες και εργασιακές σχέσεις στην ΕΣΣΔ
Γιώργος Καραμπελιάς, Η απόπειρα μιας αντιγραφειοκρατικής επανάστασης
Γιώργος Καραμπελιάς, Μια ριζωμένη προκατάληψη κατά των Ελλήνων
Γιάννης Ξένος, Οι Γερμανοί μαρξιστές και το Ανατολικό Ζήτημα
Γ. Καραμπελιάς, Άγγελος ή διάβολος, Ο Οκτώβρης, ο Στάλιν και η Ελλάδα

Διεθνή, Πολιτισμός, Ιδέες
Ευάγγελος Κοροβίνης, Ρατσισμός και πολυπολιτισμικότητα
Aditya Chakrabortty, Οικονομοκρατία
Μάικ Γκονζάλες, Βενεζουέλα
Δ. Ν. Γιαννάτος, Μπαλίτσα όπως παλιά
Γιάννης Τσέγκος, Συλλείτουργο στον Υμηττό
Γιώργος Ρακκάς, Μετουσιωμένος άνθρωπος
Μιχάλης Μερακλής, Γ. Καραμπελιάς, Το Δημοτικό Τραγούδι

Βιβλιοπαρουσιάσεις
Βλάσης Αγτζίδης, Μικρά Ασία
Οντέτ Βαρών – Βασάρ, Η Ενηλικίωση μιας γενιάς

Διαβάστε και διαδώστε το Άρδην, το περιοδικό του δημοκρατικού πατριωτικού εναλλακτικού χώρου.

To Άρδην μπορείτε να το βρείτε στα εξής βιβλιοπωλεία:

Αθήνα:

Χώρος πολιτισμού και πολιτικής του Άρδην, Ξενοφώντος 4, Σύνταγμα

Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37, Αθήνα, τηλ.: 210 38.02.644

Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1, 210-3600235

Αθ. Χριστάκης, Ιπποκράτους 10, τηλ.: 210 36.07.876

 Βιβλιοπωλείο Ιανός, Σταδίου 24

 Βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5

Ναυτίλος, Χαρ. Τρικούπη 28, 210 3616204

Εν Αθήναις – Σίμος Αχιλλέας, Μαυροκορδάτου 9, 2103830491

Ευριπίδης, Αν. Παπανδρέου 11, Χαλάνδρι

Βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα, Σισμανογλείου 10, Βριλήσσια, 211-41-09-989

Θεσσαλονίκη:

Πολυχώρος Άρδην Θεσ/κης, Βαλαωρίτου 1 & Δωδεκανήσου, τηλ.: 2310 543751

 Κέντρο Βιβλίου, Λασσάνη 3, τηλ.: 2310 237463

 Βιβλιοπωλείο Ιανός, Αριστοτέλους 7

Πάτρα:

Στέκι Κοινοτικόν, Ηφαίστου 50

Βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31

Advertisements

Jean Claude Michéa – Για να τελειώνουμε με την Αριστερά/Δεξιά

Συνέντευξη του Γάλλου φιλόσοφου Jean Claude Michéa στο περιοδικό Les Inrocks  (Ιανουάριος 2017). Δημοσίευση στα ιταλικά: Nazione Indiana 

Την αναδημοσιεύουμε από την ιστοσελίδα www.respublica.gr

Μτφρ.: Γιώργος Κουτσαντώνης

Στο βιβλίο σας Notre ennemi, le capital (Ο εχθρός μας, το κεφάλαιο), προαναγγέλλετε μια «σκέψη με την Αριστερά κατά της Αριστεράς.» Ωστόσο, πολλοί αριστεροί διανοούμενοι εξακολουθούν να είναι αδιαπέραστοι, για να μην πω σε πλήρη αντίθεση με τα γραπτά σας. Πρόκειται για την τελική ρήξη ενός πιθανού διαλόγου;

Εάν ισχύει κάτι τέτοιο, σίγουρα δεν οφείλεται σε δικό μου σφάλμα! Προφανώς, δεν αρνούμαι να συζητήσω με κάποιον μόνο και μόνο γιατί «δεν συμφωνεί με τα γραπτά μου.» Αλλά θα πρέπει να πρόκειται για έναν γνήσιο διάλογο και όχι για μια αστυνομική έφοδο. Το πρόβλημα αυτό –που ο André Perrin το έχει δείξει έξοχα στο Scènes de la vie intellectuelle en France– είναι ότι η αρχαία κουλτούρα του διαλόγου είναι πλέον έτοιμη να δώσει οριστικά τη θέση της στον εκφοβισμό και στο κυνήγι μαγισσών. Στο εξής ένας συγγραφέας δεν κρίνεται γι’ αυτό που πραγματικά έχει γράψει (ακόμα και όταν πρόκειται για έναν μυθιστοριογράφο όπως ο Michel Houellebecq), αλλά βάσει των σκοτεινών προθέσεων που του αποδίδονται, είτε διαμέσου της «αηδιαστικά» εργαλειακής χρήσης των έργων του. Αυτές οι ανησυχητικές τάσεις -οι οποίες δείχνουν πολλά, για να παραμείνουμε εντός θέματος, για το συναίσθημα του πανικού που έχει καταβάλει τμήμα των πανεπιστημιακών και μιντιακών βαρόνων- δεν μπορεί παρά να οδηγήσουν στο να δικαιολογούνται «διανοητικά» χονδροειδέστατες παραποιήσεις καθώς και υπεραπλουστεύσεις. Και σας το λέω αυτό επειδή κάτι γνωρίζω σχετικά.

Γιατί οι «συντηρητικοί» διανοούμενοι είναι περισσότερο συντονισμένοι με τα έργα σας σε σχέση με αυτούς που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε της «Αριστεράς»;

Για τον ίδιο λόγο, υποθέτω, που ένας θαυμαστής του Chesterton ή του Bernanos συμμερίζεται πιο εύκολα ένα κείμενο του Proudhon, του William Morris και του Guy Debord απ’ ότι ένα δοκίμιο του Bernard Henry Lévy, του Raphael Glucksmann και του Alain Minc. Εδώ όμως στην ουσία τίθεται το παλαιάς κοπής ερώτημα που αφορά την ιστορική σχέση της «Αριστεράς» με το σοσιαλιστικό κίνημα. Η Αριστερά, πράγματι, πάντα καθοριζόταν ως «το κόμμα του κινήματος», «της προόδου» και της «πρωτοπορίας» σε όλα. Κόμμα του οποίου πρώτος εχθρός δεν μπορεί παρά να είναι, εξ ορισμού, η «αντίδραση» ή ο «παλαιός κόσμος». Ωστόσο, εάν αντιθέτως η αρχική σοσιαλιστική κριτική επανατοποθετούσε στο λογαριασμό της τις περισσότερες καταγγελίες του παλαιού καθεστώτος (Ancien Régime) ή της δύναμης της Εκκλησίας, θα οδηγούνταν, πριν από όλα, σε αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε «οικονομικό νόμο κίνησης της σύγχρονης κοινωνίας».

Απέχοντας κατά πολύ από το να αποδεχτούν τις αυταπάτες της Αριστεράς του δέκατου ένατου αιώνα, σχετικά με τα οφέλη της νέας βιομηχανικής κοινωνίας και του Αφηρημένου Δικαίου, οι πλέον ριζοσπάστες σοσιαλιστές στοχαστές είχαν καταλάβει, εξ αρχής, την θεμελιωδώς ασαφή και αμφίσημη φύση της ιδέας της «Προόδου». Σκεφτείτε για παράδειγμα το μέλλον που μας επιφυλάσσει αυτές τις μέρες, η Silicon Valley ή η γεωργία βιομηχανικής κλίμακας. Γι’ αυτό, κάθε σκέψη που εξακολουθεί να είναι της «Αριστεράς», και μόνο της Αριστεράς, αναπόφευκτα εκτίθεται σε μια σειρά από αυτοκτονικές τάσεις. Στην πραγματικότητα, παρά είναι εύκολη η σύγχυση της ιδέας ότι «δεν μπορεί να διακοπεί η πρόοδος», με την ιδέα ότι «δεν μπορεί να αναχαιτιστεί ο καπιταλισμός». Αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι η πιο σταθερή φιλοσοφική ρίζα όλων των κακοτυχιών της σύγχρονης Αριστεράς.

Ο δημοσιογράφος Alexandre Devecchio (Le Figaro) αφιερώνει ένα κεφάλαιο στο τελευταίο του βιβλίο, «Τα νέα παιδιά του αιώνα«, στη «γενιά Michéa», στην οποία τοποθετεί τους: François Xavier Bellamy, Madeleine Bazin de Jessey, Mathieu Bock-Côté ή Eugénie Bastié. Τι πιστεύετε πάνω σε αυτό; Θεωρείτε ότι έχετε επηρεάσει μια νέα γενιά διανοουμένων ή πολιτικών ακτιβιστών;

Εάν υποθέσουμε ότι η ανάλυση του Devecchio είναι ορθή, αυτό θα σήμαινε ότι ένας συγγραφέας ο οποίος πάντα αρνιόταν να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε τηλεοπτική εκπομπή, τα βιβλία του οποίου πωλούν μόνο μερικές χιλιάδες αντίγραφα -και όχι «δεκάδες χιλιάδες» όπως ισχυρίζονται προσωπικότητες αλά Jean-Loup Amselle- ο οποίος αποστάζει τις συνεντεύξεις με το σταγονόμετρο, έχει την ικανότητα και την δύναμη να επηρεάσει μια ολόκληρη «γενιά»! Ομολογώ ότι είμαι ιδιαίτερα σκεπτικιστής πάνω σε αυτό. Αλλά αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ήταν μάλλον παρήγορο. Γιατί θα έδειχνε τουλάχιστον ένα πράγμα, ότι δηλαδή είναι ακόμη δυνατό να περάσει κανείς από το πλέγμα του σουρωτηριού.

Κατά τη γνώμη σας, οι λαϊκές τάξεις έχουν καταλάβει ότι τα δύο μεγάλα κόμματα του φιλελεύθερου μπλοκ καταστρέφουν σταδιακά τα κοινωνικά κεκτημένα, αλλά ταυτόχρονα καταφεύγουν στην αποχή ή σε μια ψήφο διαμαρτυρίας (εθνικισμός + κοινωνικά μέτρα). Πώς μπορεί να αξιοποιηθεί αυτή η πραγματικότητα για μια αριστερή εναλλακτική λύση;

Οι λαϊκές τάξεις είναι αυτές που, εξ ορισμού, σηκώνουν το βάρος όλων των στρεβλώσεων του καπιταλιστικού συστήματος. Ωστόσο, αυτό το σύστημα, σε αντίθεση με τις κοινωνίες του παρελθόντος, χαρακτηρίζεται κυρίως από το γεγονός -όπως έγραψε ο Μαρξ- ότι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων εκφράζονται ουσιαστικά υπό τη μορφή μιας σχέσης μεταξύ πραγμάτων (ο «φετιχισμός του εμπορεύματος» ήταν μόνο η πιο ορατή καθημερινή εκδήλωση αυτής της «αποκάλυψης»). Με άλλα λόγια, η κυριαρχία του Κεφαλαίου είναι κατά κύριο λόγο αυτή μιας ανώνυμης και απρόσωπης λογικής που επιβάλλεται σε όλους, ακόμα και στις ίδιες τις ελίτ –ανεξάρτητα, εκτός των άλλων, από την πραγματική απληστία και την απεριόριστη ματαιοδοξία αυτών των ελίτ. Έχοντας λοιπόν η Αριστερά απαρνηθεί πλήρως, στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, αυτή τη σοσιαλιστική ερμηνεία –πράγμα που έδειξε για μια ακόμη φορά σε μεγάλο βαθμό και η πιο κοντινή στο σήμερα κρίση του 2008 – δεν θα μπορούσε να αφήσει στα λαϊκά στρώματα παρά μόνον μια πολιτική διέξοδο: να εξατομικεύσουν δηλαδή στο έπακρο την συστημική προέλευση των καθημερινών τους δεινών και την αυξανόμενη εξαθλίωση τους, αποδίδοντάς την στην απλή ύπαρξη μεταναστών, εβραίων ή της φορολογίας. Σε αυτή την παραίτηση από κάθε ριζοσπαστική κριτική της εξαθλιωτικής και οικολογικώς καταστροφικής δυναμικής του καπιταλισμού, βρίσκεται η συνεχής εξέλιξη της αντισυστημικής ψήφου. Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα άκμασε, λόγω αυτού που ο Renaud Garcia έχει τόσο ορθά ορίσει ως «έρημο της κριτικής.» Και ασφαλώς δεν θα έρθει η οποιαδήποτε αλλαγή από τα ηθικολογικά κηρύγματα της πνευματικής ελίτ και των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Υποστηρίζετε ότι ακόμη και μια ανανέωση της αρχικής ριζοσπαστικότητας της Αριστεράς δεν θα αρκούσε ώστε αυτή να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των λαϊκών τάξεων. Ωστόσο, η θέση «ούτε Αριστερά ούτε Δεξιά» καταλαμβάνεται από την Marine Le Pen και τον Emmanuel Macron. Μιλάμε για αδιέξοδο;

Το 1874, οι εξόριστοι της Κομμούνας που βρήκαν καταφύγιο στο Λονδίνο υπενθύμιζαν σε όλους τους τόνους και σε όσους «μπορούσαν να μπουν στον πειρασμό να ξεχάσουν» ότι οι Δεξιοί Βερσαλλιέζοι και οι Αριστεροί Βερσαλλιέζοι πρέπει να είναι ίσοι και όμοιοι μπροστά στο μίσος του λαού. Αυτή ήταν στην πραγματικότητα, μέχρι την υπόθεση Dreyfus, η κυρίαρχη θέση του σοσιαλιστικού κινήματος (το 1893, ο Jules Guesde και ο Paul Lafargue έκαναν έκκληση στους εργάτες: «κυνηγήστε τους κλέφτες και από τα δεξιά και από τα αριστερά»). Ριζοσπαστική θέση η οποία εκφράζεται με τον ίδιο τρόπο σήμερα, στο διάσημο σύνθημα των Podemos: «εμείς δεν είμαστε ούτε Αριστεροί ούτε Δεξιοί, είμαστε οι από τα κάτω ενάντια στους από τα πάνω». Ο λόγος που η Le pen κατάφερε τόσο εύκολα να μετατρέψει αυτό το παλιό σοσιαλιστικό μότο προς όφελός της -ενώ ταυτόχρονα εξασφάλισε και την αποφυγή των πιο ριζοσπαστικών συνεπειών- είναι ακριβώς επειδή η Αριστερά, μόλις μετασχηματίστηκε από την οικονομία της αγοράς, παραχώρησε απλόχερα το μονοπώλιο της καταγγελίας των ανθρωπολογικά και κοινωνικά καταστρεπτικών οικονομικών και πολιτιστικών επιδράσεων της δυναμικής της κεφαλαίου. Και αυτό χωρίς το Εθνικό Μέτωπο να χρειαστεί να παραιτηθεί και τόσο από τον μύθο της «μεγέθυνσης». Ενώ παράλληλα η Αριστερά καταγγέλλει, με τρόπο άβολο και αντιφατικό φυσικά, γιατί, η «εθνική ενότητα» με την «ταξική πάλη» δεν μπορούν να γιορτάζουν ταυτόχρονα. Όσον αφορά το ούτε Δεξιά, ούτε Αριστερά του Macron θα ήταν σκόπιμο να εισάγουμε την διαφορά μεταξύ του ούτε Δεξιά, ούτε Αριστερά, αλλά από τα πάνω, και του ούτε Δεξιά, ούτε Αριστερά, αλλά από τα κάτω. Έτσι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα. Στην πραγματικότητα -και έχετε απόλυτο δίκιο σε αυτό το σημείο- αυτό είναι το σημερινό αδιέξοδο!

Γιατί για εσάς αποτελεί πολιτική προτεραιότητα, για την καταπολέμηση του καπιταλισμού, να ξεπεραστεί το χάσμα μεταξύ Δεξιάς/Αριστεράς;

Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι. Από τη μια πλευρά ο διαχωρισμός Αριστερά/Δεξιά, όπως τον βλέπουμε σήμερα, μας οδηγεί πάντα να αντιτάξουμε έναν «Αριστερό λαό» απέναντι σε έναν «Δεξιό λαό» (εδώ, βρίσκεται το νόημα της πρόσφατης εισαγωγής των εκλογικών «Primary Results» από το σύστημα των ΗΠΑ). Στην πραγματικότητα, η μόνη πολιτικά γόνιμη διαχωριστική γραμμή είναι εκείνη που αντιθέτως θα καλούσε για ένωση των λαϊκών τάξεων εναντίον αυτής της φιλελεύθερης ολιγαρχίας η οποία δεν φαίνεται ότι έχει καμία διάθεση να σταματήσει το έργο της διάλυσης του συγκεκριμένου τρόπου ζωής στα «παγωμένα νερά του εγωιστικού λογισμού». Επιπλέον, το νόημα αυτής της διαίρεσης έχει σχεδόν αλλάξει πλήρως. Σήμερα δεν βρίσκονται πλέον σε αντίθεση, όπως τον 19ο αιώνα, από την μια οι υποστηρικτές της θείας τάξης με την αγιαστική της εκ γενετής ανισότητας και από την άλλη οι κληρονόμοι του Διαφωτισμού. Αντ’ αυτού η τωρινή διαίρεση οδηγεί σε δύο επισήμως αντιφατικά πεδία. Από τη μία πλευρά βρίσκονται εκείνοι που, με την παράδοση του Adam Smith και του Turgot, βλέπουν το πρώτο θεμέλιο της ατομικής ελευθερίας στη συνεχή επέκταση της αγοράς. Και από την άλλη πλευρά, όποιος πιστεύει ότι είναι μάλλον η αόριστη επέκταση των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» το κύριο ζήτημα.

Όμως από τη στιγμή που ο οικονομικός φιλελευθερισμός της σύγχρονης «Δεξιάς» πρέπει να ορίζεται σύμφωνα με τον τρόπο του Hayek, δηλαδή ως το απόλυτο δικαίωμα «να παράγεις, να πουλάς και να αγοράζεις ό,τι μπορεί να παραχθεί ή να πωληθεί» (ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται για ρολόι που συνδέεται στο ίντερνετ, μια δόση κοκαΐνης ή την μήτρα μιας παρένθετης μητέρας), είναι σαφές ότι κάποιος δεν πρόκειται ποτέ να σταθεί και να αναπτυχθεί δίχως, αργά ή γρήγορα, να ακουμπήσει στον πολιτιστικό φιλελευθερισμό της «Αριστεράς» (αποκρύπτοντας, σε αυτή την περίπτωση για καθαρά εκλογική χρήση, μια ορισμένη Δεξιά «συντηρητική» ρητορική). Με άλλα λόγια, ο Hayek θέτει υπό αμφισβήτηση τον Foucault και ο Foucault τον Hayek. Αρκεί να πούμε ότι θα έχουμε όλο και περισσότερο να κάνουμε -αν δεν αλλάξει κάτι- με αυτούς που ο Guy Debord ονόμαζε «ψεύτικους θεαματικούς αγώνες μεταξύ των αντίπαλων μορφών διαχωρισμένης εξουσίας». Αγώνες, των οποίων ο μόνος αληθινός νικητής -το Podemos αυτό το έχει καταλάβει πολύ καλά – μπορεί να είναι μόνο το Κεφάλαιο και η «αέναη κίνηση, του πάντα ανανεωμένου κέρδους» (Μαρξ).

Γιατί κοροϊδεύετε τους διανοούμενους αλά François Cusset, υποστηρικτές της υπόθεσης ότι ολόκληρη η κοινωνία κατευθύνεται προς τα δεξιά; Η υπόθεση αυτή σας φαίνεται αβάσιμη;

Η χρήση αυτής της μιντιατικής άποψης πάσχει από δύο βασικά ελαττώματα που της στερούν οποιοδήποτε νόημα. Πρώτον, μας καλεί να θεωρήσουμε την «Κοινωνία» ως ένα ομοιογενές μπλοκ. Αυτό οδηγεί στην απόκρυψη του διαζυγίου, που βρίσκεται σε εξέλιξη, ανάμεσα στoν εκσυγχρονιστικό λόγο των ελίτ του συστήματος -των οποίων το βλέμμα δείχνει στραμμένο ολοένα και περισσότερο προς την Silicon Valley- και την σταδιακά αυξανόμενη απόρριψη αυτού του συστήματος από τις λαϊκές τάξεις. Από την άλλη πλευρά, τείνει επίσης να ομογενοποιήσει την έννοια της «Δεξιάς». Στην πραγματικότητα, αυτή είναι, εξ ορισμού, πλουραλιστική. Η δεξιά μπορεί εξίσου εύκολα να οδηγήσει τόσο στη νομιμοποίηση της πλήρους ουμπεροποίησης (ubérisation) της ζωής, κατά την επιθυμία των φιλελεύθερων, όσο στη χρήση του ολοκληρωτικού κράτους, όπως στην περίπτωση του φασισμού. Αλλά ίσως, τελικά, η υπόθεση του «δεξιού προσανατολισμού», να αποσκοπεί στην εκ νέου ανακάλυψη των επονομαζόμενων «παραδοσιακών» αξιών -όπως η αίσθηση του ανήκειν, η ανάγκη για την κουλτούρα και την αίσθηση πληρότητας του παρελθόντος, που πάντα λειτουργούν ως φρένο, για τις λαϊκές τάξεις, κατά της ατομοποίησης του κόσμου, της οποίας ο καπιταλισμός είναι ο δομικός πρωταγωνιστής. Σε αυτή την περίπτωση αυτός δεν θα ήταν παρά ένας από τους πολλούς τρόπους με τους οποίους οι φιλελεύθερες ελίτ συνηθίζουν να στιγματίζουν αυτές τις «υποδεέστερες» τάξεις για «αναδίπλωση στον εαυτό τους» και τάση προς «παραδοσιοκρατία». Ωστόσο, ο G. Debord είχε ανταποκριθεί, εκ των προτέρων, σε αυτό το είδος κριτικής. «Όταν το να είσαι απολύτως μοντέρνος επιβληθεί με ειδικό νόμο και διακηρυχθεί από τον τύραννο, αυτό που θα φοβάται κάθε έντιμος σκλάβος, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι ότι μπορεί να κατηγορηθεί για παραδοσιοκρατία».

Πιστεύετε ότι η αριστερά έχει χάσει την ψυχή της εγκαταλείποντας τον ταξικό αγώνα υπέρ της υπεράσπισης των μειονοτήτων. Οι εν λόγω αγώνες σας μοιάζουν ανταγωνιστικοί; Πιστεύετε πραγματικά ότι κάποιοι αγώνες έχουν προτεραιότητα σε σχέση με άλλους;

Δεν πρόκειται για προτεραιότητες. Το πραγματικό ερώτημα είναι, πάνω απ’ όλα, η οικοδόμηση μιας διαλεκτικής σχέσης μεταξύ του αγώνα κατά του κεφαλαίου και της «προστασίας των μειονοτήτων». Όμως, καθώς η σύγχρονη Αριστερά έχει καταστεί ανίκανη να προτείνει και να αρθρώσει έναν τέτοιο λόγο, μπορεί απλώς να συνοδεύσει την ιστορική διαδικασία που οδηγεί, σύμφωνα με τη φόρμουλα του Wolfgang Streeck, στον «τερματισμό της δημοκρατικής διάστασης του καπιταλισμού με τη διαγραφή οποιασδήποτε οικονομικής διάστασης της δημοκρατίας». Γι’ αυτό στο βιβλίο μου δίνω τόσο μεγάλη σημασία στα πολιτικά μαθήματα, της υπέροχης ταινίας του Matthew Warchus με τίτλο Pride. Σε αυτή φαίνεται, στην πραγματικότητα πολύ ξεκάθαρα, ότι η καταπολέμηση της ομοφοβίας, για να αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα, ποτέ δεν είναι τόσο αποτελεσματική όσο όταν καταφέρει να βρει τη θέση της στο πλαίσιο των λαϊκών αγώνων ενάντια στην καπιταλιστική κυριαρχία. Το αντίθετο, εν συντομία, της καθαρά φιλελεύθερης προσέγγισης της Christiane Taubira και των καλλιτεχνών της «cyoyens».

Όταν παραιτήθηκε από την υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές, ο Francois Hollande δήλωσε ότι «ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ο προστατευτισμός», εξισώνοντάς τον έτσι με τον εθνικισμό. Πιστεύετε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι εξακολουθούν να είναι ευαίσθητοι σε μια τέτοια προειδοποίηση;

Το καπιταλιστικό σύστημα βασίζεται, αξιωματικά, στην αύξηση της παραγωγής των αγαθών, τα οποία προορίζονται κυρίως προς πώληση σε μια αγορά, όπου θεωρητικά ο ανταγωνισμός πρέπει να είναι «ελεύθερος και ανόθευτος.» Στο φιλελεύθερο όραμα, όλα τα «προστατευτικά» μέτρα μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την εκτεταμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Δεδομένου ότι έχει γίνει πιο δύσκολο σήμερα -λόγω του διάσημου «δεξιού προσανατολισμού της κοινωνίας»- να παρουσιαστεί αυτός ο ελεύθερος καπιταλιστικός ανταγωνισμός ως μια «αριστερή αξία» (ωστόσο, αυτό ακριβώς πρότεινε το 1985 ο Francois Hollande με το La gauche Bouge), σήμερα φαίνεται πολύ πιο προσοδοφόρο για μια φιλελεύθερη Αριστερά, να υποστηρίξει ότι οποιαδήποτε κριτική του παγκοσμιοποιημένου ελεύθερου εμπορίου, στην πραγματικότητα, εκπορεύεται από ένα «εθνικιστικό» ή «εκφασιστικό» πνεύμα. Εδώ βρίσκουμε, με άλλα λόγια, το παλιό σόφισμα που έγινε δημοφιλές χάρη στον Bernard Henry Lévy στο Idéologie française: Όταν η ακροδεξιά καταγγέλλει τον καπιταλισμό, αυτή είναι η απόδειξη ότι οποιαδήποτε κριτική του καπιταλισμού προέρχεται από την ακροδεξιά.

Αν και αρχικά συμμετείχαν κυρίως τα μεσαία στρώματα των μεγάλων πόλεων, το κίνημα Nuit Debout δεν θα μπορούσε να είναι ένα σημείο σύγκλισης με τις λαϊκές τάξεις;

Το πρόβλημα είναι ότι αυτό κίνημα, πράγματι πολύ ελπιδοφόρο στην αρχή, καταπνίγηκε σχεδόν αμέσως από τις πλέον αλλόκοτες καρικατούρες της «ριζοσπαστικής» Αριστεράς του Παρισιού (θυμηθείτε τις περίφημες «μη-μικτές συναντήσεις»!). Και, ξαφνικά παρουσιάστηκε με την μεγαλύτερη δυνατή εύνοια από τα περισσότερα μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Πράγμα που ασφαλώς αποδείχθηκε ότι δεν είναι ο καλύτερος τρόπος ώστε να διευρυνθεί γρήγορα η κοινωνική βάση του κινήματος και επομένως να ανταποκριθεί στην ενθουσιώδη ηχώ της Γαλλίας των προαστίων!

Βλέπετε θετικά τον απολογισμό του Podemos καθώς το θεωρείτε «το μοναδικό ριζοσπαστικό ευρωπαϊκό κίνημα» που έχει κατανοήσει την επιτακτική ανάγκη να ξεπεραστούν οι παραδοσιακές διαιρέσεις. Γιατί δεν αναπτύχθηκε αυτό το μοντέλο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες; Η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα οφείλεται στην αγκίστρωσή του προς τα αριστερά;

Η επιτυχία του Podemos οφείλεται κυρίως σε τρεις παράγοντες: την έκταση της ισπανικής οικονομικής κρίσης, την ύπαρξη μιας ομάδας διανοουμένων, του Pablo Iglesias ή του Juan Carlos Monedero, που τράφηκαν με τις αναγνώσεις του Gramsci και τις γνώσεις των επαναστατικών αγώνων της Λατινικής Αμερικής και την αντίστοιχη ικανότητα αυτών των διανοουμένων να συντονιστούν με τις λαϊκές τάξεις. Προφανώς, άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν έχουν ακόμη φθάσει εκεί. Όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, αρχικά ξεκίνησε με παραπλήσιες πολιτικές βάσεις, η αποτυχία του μπορεί να εξηγηθεί με τον θρίαμβο της γραμμής Τσίπρα γραμμή απέναντι στη γραμμή Βαρουφάκη. Με άλλα λόγια, η αποτυχία του σηματοδοτήθηκε από την ψευδαίσθηση ότι η ολιγαρχία των Βρυξελλών θα μπορούσε να εξυπηρετήσει άλλα συμφέροντα, πέρα από εκείνα των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών. Πραγματικά αυτό πάει να πει ότι στο ΣΥΡΙΖΑ γνώριζαν ελάχιστα την Angela Merkel.

Πολλοί γράφουν ότι το φιλελεύθερο σύστημα «μπάζει από παντού» και ότι η εξαφάνισή του είναι «αναπόφευκτη». Βρισκόμαστε σε μια προ-επαναστατική κατάσταση; Ποια πολιτική εναλλακτική λύση θα μπορούσε να το αντικαταστήσει;

Η μετα-δημοκρατική πορεία του καπιταλισμού έχει ήδη αρχίσει να έρχεται αντιμέτωπη με τρεις σημαντικούς περιορισμούς. Έναν ηθικό γιατί καταστρέφει σταδιακά την ανθρωπολογική βάση όλης της ζωής. Έναν οικολογικό, δεδομένου ότι η επ’αόριστον μεγέθυνση είναι προφανώς αδύνατη σε ένα πεπερασμένο υλικό κόσμο. Και έναν συστημικό, γιατί με την είσοδό του στη σφαίρα του «πλασματικού κεφαλαίου» – όπως έδειξαν οι Lohoff και Trenkle στο έργο του με γαλλικό τίτλο «La grande dévalorisation»- ο καπιταλισμός οδηγείται στην τελική του φάση. Το σύγχρονο βασίλειο του πλασματικού κεφαλαίου και η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου -λόγω της ατελείωτης τεχνολογικής καινοτομίας- βασίζεται όλο και λιγότερο στην εργασία των ανθρώπων, αλλά περισσότερο σε μια πυραμίδα χρεών που δεν θα μπορέσουν να αποπληρωθούν ποτέ. Όμως τίποτε δεν μας εγγυάται ότι -σε αυτό το πεδίο με τα ερείπια που η Αριστερά έχει αφήσει πίσω της- ότι η περίοδος των καταστροφών θα έχει ένα αίσιο τέλος. Θα μπορούσε εξίσου εύκολα να οδηγήσει στην εμφάνιση ενός μετα-καπιταλιστικού κόσμου που θα θυμίζει, με πρωτοφανή τρόπο, κάτι από την ταινία «Μπραζίλ» του Τέρρυ Γκίλλιαμ με στοιχεία Mad Max. Αυτή άλλωστε ήταν  και η ζοφερή προειδοποίηση που έκανε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, πριν από σχεδόν έναν αιώνα.

Ο Βαρουφάκης, ο Γαβράς και η παρακμή- ελληνική και ευρωπαϊκή

Του Γιώργου Καραμπελιά 

Ο Κώστας Γαβράς, σε παρουσίαση του νέου ογκώδους πονήματος του Γιάνη Βαρουφάκη, δήλωσε πως θα γυρίσει σε κινηματογραφικό έργο τον αγώνα του Γιάνη «ενάντια στο παγκόσμιο σύστημα», συνεπικουρούμενος και από τον Βασίλη Βασιλικό, ο οποίος επίσης συμμετείχε στη συγκεκριμένη εκδήλωση.

Ο Βασίλης Βασιλικός έγινε γνωστός στην Ελλάδα και στο εξωτερικό για το βιβλίο του, «Ζ», που κυκλοφόρησε το 1966 και περιέγραφε τα γεγονότα της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη και την αποκάλυψη των ηθικών και φυσικών αυτουργών της, εξαιτίας και της επιμονής ενός νέου τότε ανακριτή, του Χρήστου Σαρτζετάκη. Αμέσως μετά, το 1969, στη διάρκεια της δικτατορίας, ο Κώστας Γαβράς μετέβαλε σε κινηματογραφικό έργο, με τεράστια κινηματογραφική επιτυχία, λόγω της δικτατορίας στην Ελλάδα, το βιβλίο του Βασιλικού. Ο Βασιλικός, ο Γαβράς και ο Σαρτζετάκης, εκείνη την εποχή, είχαν πραγματοποιήσει ένα σημαντικό έργο. Στη συνέχεια –όπως πάντα συμβαίνει στον κόσμο που ζούμε–, έδρεψαν από αυτήν τους τη στάση ως καρπούς, αναγνώριση και χρήμα. Ο ένας ανακηρύχθηκε και πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας και δεν ήταν καθόλου χειρότερος, παρά τα αντιθέτως λεγόμενα, από αυτούς που ακολούθησαν.

Οι άλλοι δύο, σε πολύ προχωρημένη ηλικία πλέον –έχουν περάσει πάνω από πενήντα χρόνια από την υπόθεση Λαμπράκη και το βιβλίο του Βασιλικού–, επανέρχονται με ένα νέο «αφήγημα». Τότε, περιέγραψαν τον αγώνα του Λαμπράκη, τον τραγικό του θάνατο και τις προσπάθειες να αποκαλυφθούν οι συνθήκες της δολοφονίας του, σε μια χώρα που αγωνιζόταν να κατακτήσει στοιχειώδεις πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες, και σύντομα θα έπεφτε κάτω από τη μπότα της δικτατορίας. Σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, έρχονται να περιγράψουν έναν άλλο «ηρωικό αγώνα», τον «αγώνα» ενός διεθνούς καμποτίνου να καταστρέψει τη χώρα του, πράγμα το οποίο κατόρθωσε να επιτύχει μέσα σε έξι μήνες!

Εξ ου, ίσως, και το αξιοσημείωτο του θέματος και της προσωπικότητας. Ποιος άλλος θα κατόρθωνε να αναδειχθεί, μέσα σε δύο ή τρία χρόνια, σε εθνική και διεθνή προσωπικότητα, έστω και αμφιλεγόμενη; Ποιος άλλος θα κατόρθωνε να φεσώσει εκατό δισεκατομμύρια ευρώ μια χειμαζόμενη χώρα; Ίσως, γι’ αυτόν τον λόγο, και ο Costas Gavras – παρ’ ολίγον πρόεδρος της Δημοκρατίας με τις ευλογίες του Τσίπρα, εάν δεν βαριόταν να ζει στην επαρχιακή Αθήνα– αποφάσισε πως αξίζει τον κόπο για μια ακόμα παγκόσμια επιτυχία!

Ο Γαβράς, πριν μερικά χρόνια, το 2005, γύρισε ένα όντως ωραίο έργο, Το τσεκούρι, όπου περιγράφει πώς ένας γιάπης, που κινδυνεύει η σταδιοδρομία του, εξοντώνει με ένα τσεκούρι όλους τους δυνητικούς ανταγωνιστές του! Πόσω μάλλον ο Γιάνης που εξόντωσε 10 εκατομμύρια Έλληνες, ενώ επιπλέον τον ζητωκραύγαζαν και τον είχαν εκλέξει και πρώτο βουλευτή.

Η πρώτη μου και μοναδική γνωριμία με τον περιβόητο Γιάνη έγινε στην Ξενοφώντος 4, στην Αθήνα, στον χώρο Πολιτικής και Πολιτισμού Ρήγας Βελεστινλής, όπου ήταν ομιλητής σε εκδήλωση που είχε πραγματοποιηθεί το 2013. Σε αυτή, ανάμεσα σε άλλα αξιοσημείωτα τα οποία δήλωσε –κορδακιζόμενος και ναρκισσευόμενος όπως πάντα–, υποστήριξε πως, εάν «ήταν για μία εβδομάδα υπεύθυνος της Κομισιόν για την ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική, θα “έλυνε” το οικονομικό πρόβλημα της Ευρώπης» – διότι προφανώς, η Ελλάδα ήταν πολύ μικρή για τα μεγέθη του. Μέχρι τότε, ένιωθα μία αυθόρμητη απώθηση γι’ αυτόν τον άνθρωπο, εξαιτίας της συμπεριφοράς του και του έντονου ναρκισσισμού του. Ωστόσο, επειδή είχα ακούσει τόσα και τόσα από τις χιλιάδες των θαυμαστών του, είχα αποφασίσει να παρακολουθήσω με προσοχή τα λεγόμενά του. Άρκεσε λοιπόν αυτή η απόφανσή του για να τον κατατάξω οριστικά στους αθεράπευτους ντενεκέδες που περιφέρονταν ανά τις πλατείες και τα κανάλια, κάνοντας κουρκούτι τα μυαλά των παραζαλισμένων από την απρόκλητη καταιγίδα των μνημονίων Ελλήνων. Την καταιγίδα που είχε πυροδοτήσει ο Γιωργάκης Παπανδρέου – έχοντας βεβαίως ως σύμβουλό του και τον Βαρουφάκη!

 

Βασίλης Βασιλικός και Γ. Βαρουφάκης, από την πρόσφατη παρουσίαση του νέου βιβλίου του Γ. Βαρουφάκη

Τώρα πλέον, σε έναν νέο ρόλο, μεταβλήθηκε σε επαναστάτη: ικανός σε μία εβδομάδα να… απαντήσει στο ζήτημα της ανάδυσης της Κίνας ως νέου παγκόσμιου οικονομικού πόλου, ανάδυση η οποία και προκαλεί την κρίση της Δύσης! Ο Γιάνης θα το έλυνε και αυτό σε μία εβδομάδα!

Προφανώς, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ο ίδιος, ούτε τα άθλια κανάλια τα οποία τον επεδείκνυαν καθημερινά, μαζί με άλλους ήρωες αντίστοιχου διαμετρήματος –Κατρούγκαλους και κομπανία–, ούτε βέβαια ο αγράμματος νεαρός που γοητεύτηκε  από την ευφράδειά του και τον ανακήρυξε Τσάρο της Οικονομίας. Δυστυχώς, το ζήτημα αφορά την παρακμή των Ελλήνων που ήταν ενθουσιασμένοι με τον Βαρουφάκη και τις τεράστιες ικανότητές του!

Μετά από τόσα παθήματα, με τις καταστροφές που έχει επισωρεύσει ένας άνθρωπος σαν τον Βαρουφάκη, θα έπρεπε να κρύβεται και να αποφεύγει να κυκλοφορεί στην Ελλάδα, όπου εξάλλου θα έπρεπε τον περιμένει το ειδικό δικαστήριο και η φυλακή. Και όμως, εμφανίζεται και ως πολιτική προσωπικότητα, η οποία πιθανώς θέλει να διεκδικήσει και την ψήφο των πολιτών, επιθυμώντας να εξοντώσει και τον «ευεργέτη» του, πρωθυπουργό, που τον ανέδειξε – εμφανιζόμενος πια ως ο ανένδοτος απέναντι στον «προσκυνημένο» Τσίπρα.

Το δε κερασάκι στην τούρτα είναι η μεταβολή, από τον Γαβρά –με την συνεπικουρία του Βασιλικού– «του ταγκό ενός γελοίου» σε κινηματογραφικό έργο… μετά το «Ζ»!

Καθώς τα τελευταία χρόνια επαναλαμβάνω μονόχορδα και κατ’ εξακολούθηση πως οι Έλληνες βρίσκονται σε παρακμή, και σε αυτήν πρωτοπορούν όλες οι ελίτ της χώρας –εκτός από τις ελάχιστες περιπτώσεις όσων έχουν αποσυρθεί από τον δημόσιο βίο–, πολλοί φίλοι θεωρούν πως πρόκειται για υπερβολή και εμμονή του γράφοντος. Δυστυχώς, όμως, η πένα μου κοκκινίζει ήδη γι’ αυτά που είναι υποχρεωμένη να γράψει, πόσο μάλλον εάν τολμούσε να γράψει όλα όσα θα έπρεπε. Και μόνη μας παρηγοριά είναι πως μια ανάλογη αθλιότητα χαρακτηρίζει όλες τις ελίτ της Δύσης:  έχουν σαν πρόεδρο τον Τραμπ και θαυμάζουν, μαζί με τον Κώστα Γαβρά και τον Αντόνιο Νέγκρι, τον Γιάνη Βαρουφάκη.

Το δυστύχημα, πάντως, είναι πως όσα είπε ο Σόιμπλε για τον Βαρουφάκη, ότι «δεν μπορεί να τον πάρει στα σοβαρά», αντανακλούν πάνω στη σύγχρονη Ελλάδα που έγινε για άλλη μια φορά καταγέλαστη. Στην Ισπανία, εξάλλου, η El Pais εισήγαγε τη λέξη kolotumba για να χαρακτηρίσει τη στάση του προέδρου της Καταλονίας μετά το πρόσφατο δημοψήφισμα, λέγοντας πως εμπνέεται από το παράδειγμα του Τσίπρα.

Αν κάποτε ο Τσόρτσιλ έλεγε πως «οι ήρωες πολεμούν ως Έλληνες», σήμερα οι Ευρωπαίοι θα μπορούσαν να εισαγάγουν μια νέα λέξη στο λεξιλόγιό τους, το varoufakis ως συνώνυμο του γελοίου – κάτι που, ευτυχώς για μας και δυστυχώς γι’ αυτούς, αφορά και τους ίδιους!

Πηγή: http://ardin-rixi.gr/archives/205689

Ολοκληρωτικός «μαρξισμός» ως αποθέωση της μεθόδου ενάντια στη φύση και την ελευθερία

Κι αν ο Τρότσκι λεγόταν Ιωσήφ;

Το ότι δεν ασπαζόμαστε τον συμψηφισμό κοινωνικών συστημάτων και θεωριών, που οδηγεί ενίοτε σε μηδενισμό της ανθρώπινης εμπειρίας και ιστορίας, δεν σημαίνει ότι θάβουμε τους εφιαλτικούς παράδρομους της «επιστημονικής σοσιαλιστικής» ιδέας, επειδή πρέπει να αναγνωρίζουμε αγνές προθέσεις στους δημιουργούς της. Είναι γνωστή η ρεαλιστική αμφισβήτηση και η αναθεώρηση της μαρξιστικής οντολογίας, από ένα πλήθος διανοητών και κινημάτων.

Ξεκινώντας από τους αναρχικούς, που πρώτοι ένιωσαν στο κορμί τους την «προσαρμογή» της σοβιετικής επανάστασης στην αποθέωση των αντικειμενικών συνθηκών, προχωράμε στον Καστοριάδη, τον Κώστα Παπαϊωάννου, την Χάννα Άρεντ, και άλλους αιρετικούς διανοητές ή απόκληρα παιδιά του Μαρξ, που μπροστά στην αλήθεια, δεν προτίμησαν την σιωπή και τη μεταφυσική σκέψη.

Ο Όττο Ρύλε, ο Άρης Αλεξάνδρου, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Αλμπέρ Καμύ, ο Λούις Μάμφορντ, ο Ζάκ Ελλύλ, η Σχολή της Φραγκφούρτης, ο  Σαρλ Φουριέ, ο Άλντους Χάξλευ, ο Τζώρτζ Όργουελ, 0 Εντγκάρ Μορέν, ο Ιβάν Ίλιτς, οι Καταστασιακοί με τον Ντεμπόρ, ο Ζακ Κλώντ Μισεά και ένα πλήθος ετερόκλητων προσώπων, μας φωτίζουν και μας ανοίγουν το μυαλό με το έργο τους. Κι αν είναι αναγκαίος, ο απολογητικός αυτός πρόλογος, είναι επειδή τα αριστερά, τα ακροαριστερά και ψευδοαντιεξουσιαστικά ιερατεία, με το μένος παρεκκλησιαστικών οργανώσεων, εγκαλούν ως «πράκτορες του ιμπεριαλισμού» στην καλύτερη και φασίστες στην χειρότερη, όσους συνεχίζουν να σκέφτονται εναλλακτικά. Εγκαθιστώντας την μεταφυσική της απαράβατης αναγκαιότητας ενός ολοκληρωτικού «επαναστατικού» πεπρωμένου, ακρωτηριάζουν εντέλει, τη συνολική απελευθέρωση του ανθρώπου ως συνολικό πρόσωπο μέσα στην συλλογική πάντα εξέλιξη του κόσμου. Παραμένοντας ανήλικα πληγωμένα παιδιά, που πασχίζουν να μην τους λιώσουν την ψευδοεπαναστατική καραμέλα και βγουν από τον αμνιακό κόσμο τους.

Οι πηγές του ολοκληρωτισμού στην σκέψη και την «υλοποίηση» του μαρξισμού, είναι παράγωγο της ακραίας νεωτερικότητας που οδήγησε τον άνθρωπο, στις κοινωνίες του «χαμένου κέντρου» (για να θυμηθούμε τον Ζήσιμο Λορεντζάτο). Οι αδυσώπητοι νόμοι της Ιστορίας και της Παραγωγής, από τον Κάντ και τον Ντεκάρτ μέχρι τον Ντε Σάντ, τον Χίτλερ και τον …Στάλιν, κυριαρχούν ολοκληρωτικά για να θάψουν την ολιστική αρχαιοελληνική σκέψη (ή την πολύπλευρη οργανική πραγματικότητα των «πρωτόγονων» λαών, όπως μας έμαθε ο Μάμφορντ) και να αγκαλιαστούν με τον αστικό τεχνοκρατισμό. Όλοι τους παιδιά του βιομηχανισμού και της αποθέωσης του μονοδιάστατης σκέψης του εκτροχιασμένου Διαφωτισμού, που πάλεψε να απο-ιεροποιήσει τα πάντα, για να πανηγυρίζει πάνω από πτώματα, την νίκη των αδήριτων ιστορικών νόμων ενάντια την φύση. Την απόλυτη νίκη του ατόμου, ως άνθρωπος εργαλείο, που χαλιναγωγεί την ολότητα της φύσης, φτάνοντας στον τεχνοφασισμό και, αλίμονο, στον μετα-άνθρωπο.

Κι αν σωστά κατηγορείται ο Στάλιν, όταν στο κείμενό του «Διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός», βαπτίζει κυρίαρχη την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ως φυσιολογική εξέλιξη των κοινωνιών, πάντα με την «φωτισμένη» επιστήμη των κυρίαρχων σχεδιαστών τους (βλέπε γραφειοκρατεία και τεχνοκρατισμός), σχεδόν πάντα ξεχνιούνται κάποιες «λεπτομέρειες». Πρώτον, ότι το «πνεύμα» που τον διαπότιζε ήταν απολύτως συμβατό με την ολοκληρωτική κυριαρχία με κάθε τρόπο της  «θρησκείας της προόδου», κοινής με το αποικιοκρατική και δουλοκτητική ειδωλολατρεία  του δυτικού ορθολογισμού και δεύτερον, ότι αυτά δεν τα έλεγε μόνον αυτός, μέσα στην περιπέτεια του μαρξισμού.

«Όταν ένας τρόπο παραγωγής βρίσκεται στην ανοδική φάση της εξέλιξής του, επευφημείται ακόμη κι από αυτούς που θίγονται από τον αντίστοιχο τρόπο διανομής», έλεγε ο Ένκελς (καμιά αμφιβολία πια για το γεγονός ότι οι Συριζαίοι, είναι γνήσιοι μαρξιστές!).

 

«Είναι αλήθεια ότι η αναγκαστική εργασία είναι πάντα αντιπαραγωγική; (…) είναι αλήθεια όσον αφορά το πέρασμα από την φεουδαρχική στην αστική κοινωνία. Αλλά πρέπει να είναι κανείς φιλελεύθερος ή στην εποχή μας καουτσκιστής για να δίνει αιώνιο χαρακτήρα σ’αυτή την αλήθεια και να την επεκτείνει στην εποχή μας, εποχή μετάβασης από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό» (3ο Πανρώσικο Συνέδριο των Συνδικάτων-1920). Κι αν η παράγραφος αυτή θα μπορούσε να δικαιολογηθεί σύμφωνα με την «ανάγκη της τακτικής για έναν ιδανικό σκοπό» (συνηθισμένα λόγια στα τροτσκιστικά και άλλα γκρουπούσκουλα), είναι εντέλει η ίδια η ουσία της μεσσιανικής σκέψης ερήμην του ίδιου του ανθρώπου, που οδηγεί στο «δικαίωμα του κράτους να αναγκάζει οποιονδήποτε πολίτη να κάνει οποιαδήποτε εργασία σε οποιοδήποτε μέρος επιλέξει το κράτος» (…) «την εργατική τάξη δεν μπορούμε να την αφήσουμε να περιφέρεται σε όλη τη Ρωσία. Πρέπει να πάμε τους εργάτες σε συγκεκριμένα μέρη, να τους διορίσουμε, να τους διατάξουμε, ακριβώς όπως τους στρατιώτες» (…)  «Στην εκτέλεση των οικονομικών καθηκόντων, η καταπίεση είναι ένα αναγκαίο όπλο της σοσιαλιστικής δικτατορίας».(Τρότσκυ). 

Και από κει και πέρα, η ελευθερία θα υποτασσόταν στην αναγκαιότητα και μάλιστα χωρίς την αυτόνομη, σύμφωνη και αυτεξούσια θέληση των ίδιων των ανθρώπων και θα οδηγούσε στον σοσιαλιστικό «τοίχο των δακρύων» για τα πλήθη των εργατών που θα διαφωνούσαν: «κανείς σοβαρός σοσιαλιστής δεν θα αρνηθεί στην εργατική κυβέρνηση το δικαίωμα να συλλάβει τον εργάτη εκείνο που θα αρνηθεί να εκτελέσει το έργο που του έχει ανατεθεί», ενώ «όσοι λιποτακτούν από την εργασία πρέπει να σχηματίσουν σωφρωνιστικά τάγματα ή να μπουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης»(Τρότσκυ).

Ισοπέδωση, λοιπόν; όχι βέβαια. Απλά, διαλεκτική κριτική σκέψη… Ο αιώνιος αγώνας του συλλογικού ανθρώπου, να γνωρίσει τον εαυτό του ως μέρος της φύσης, προσπαθώντας και ρισκάροντας να συνθέσει συμφιλιώνοντας τις αντιθέσεις και αντιφάσεις που μας ορίζουν, αναζητώντας κάτι πραγματικά απελευθερωτικό, αναπόφευκτα συνεχίζεται…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Αν θέλετε (και συναισθηματικά αντέχετε)…μελετήστε: 
«Η αποθέωση της ιστορίας» – Κώστας Παπαϊωάννου (Εναλλακτικές Εκδόσεις – 1992).
«Πέρα από τον σοσιαλισμό: μια νέα ουτοπία»- Γιώργος Καραμπελιάς (εκδόσεις Κομμούνα – 1984)
«Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς: Η Υπέρβαση»- Γιώργος Καραμπελιάς (Εναλλακτικές εκδόσεις – 2016)
« Η μοριακή επανάσταση»-,Φ. Γκουαταρί, (εκδ. Κομμούνα, 1984
«Το ολοκληρωτικό σύστημα» – Χάνα Άρεντ ( Ευρύαλος – 1988)
«Τρομοκρατία και Κομμουνισμός»- Λ. Τρότσκυ, (εκδ. Αλλαγή, 1979,
«Το αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ: Οι εκλεκτικές συγγένειες Αριστεράς και Φιλελευθερισμού» – Ζαν Κλώντ Μισεά (Εναλλακτικές Εκδόσεις – 2008)
«Τα μυστήρια της αριστεράς: από το ιδεώδες του Διαφωτισμού, στον θρίαμβο του απόλυτου καπιταλισμού» – Ζαν Κλώντ Μισεά (Εναλλακτικές Εκδόσεις – 2014)
«Ολοκληρωτισμός, φασισμός, δημοκρατία, κομμουνισμός: οι αιχμάλωτες λέξεις» – Τα παιδιά της γαλαρίας (μπροσούρα).
«Ο Αγώνας ενάντια στο Φασισμό» – Κλάρα Τσέτκιν, Μαρξιστική Σκέψη, τεύχος 5, 2012

 

 

 

 

Ο Σαββόπουλος για την ελληνική γλώσσα!

Ένα ταξείδι στην Αλεξάνδρεια και στο βίωμα της ελληνικής γλώσσας

Ακόμα με παιδεύει ο Μπαγάσας! Έχω θυμώσει μαζί του, έχω απογοητευτεί, τον έχω γκρεμίσει από το βάθρο που τον είχα κάποτε αλλά…, αλλά ο Νιόνιος είχε ένα μαγικό χάρισμα να μιλά τόσο βαθιά για κάποια ζητήματα που δεν χωράνε στις ιδιοτέλειες που τον παρέσυραν στην προσωπική του διαδρομή. Κι όταν ένα τέτοιο ζήτημα είναι η βαθιά ιστορική, φιλοσοφική και πολιτισμική συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, μας δίνει τόσο οικουμενικά διδάγματα, αφηγήσεις και αλήθειες που έχουμε ανάγκη εκείνο τον απολογητικό και προφητικό του λόγο, ιδιαίτερα στις μέρες μας που η αλλοτρίωση κατακυριεύει την ύπαρξή μας ως συλλογικό υποκείμενο!

Το απόσπασμα στο βίντεο είναι από την επίσκεψη του Σαββόπουλου στην Αλεξάνδρεια του Καβάφη, του οικουμενικού ελληνισμού και της σύνθεσης που διαμόρφωσε την ελληνική γλώσσα στο πέρασμα των αιώνων. Το «ταξείδι»αυτό πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της εκπομπής  «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι, που δημιούργησε ο Νιόνιος στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Απολαυστικός!

Δημήτρης Ναπ.Γ.

 

Ο ψυχίατρος Φελίξ Γκουαταρί για τα όρια των κοινωνικών κινημάτων…

Οι απόψεις του ψυχίατρου Φελίξ Γκουαταρί, για τα όρια των κοινωνικών κινημάτων στην εποχή του ενσωματωμένου μεταβιομηχανικού καπιταλισμού, δε σημαίνει ότι απορρίπτουμε τα κινήματα. Επισημαίνει, ότι το περιεχόμενο των κινημάτων δεν είναι ποσοτικό και σωρευτικό (όσο πιο πολλά, τόσο πιο καλά), αλλά χρειάζεται να συνδέεται με ένα ευρύτερο και ανώτερο πολιτικό σχέδιο μετασχηματισμού. Σε κάθε άλλη, περίπτωση η ιστορία έδειξε, ότι το ίδιο το εμπορευματικό και θεαματικό σύστημα, θα απαντήσει στην δράση των κινημάτων, με μια αντίδραση και εντέλει με την λειτουργική ενσωμάτωσή τους και την προσήλωση στον «ιερό» στόχο του εμπλουτισμού και της αναπαραγωγής της εμπορευματικής κυριαρχίας του.

«…Η λογική δράση-αντίδραση είναι η λογική πάνω στην οποία στηρίχτηκε το εργατικό κίνημα από την εποχή του Λένιν και ακόμα νωρίτερα. Ο κόσμος θ’αντιδράσει. Σίγουρα όμως ο παγκόσμιος ενσωματωμένος καπιταλισμός, οι εξουσίες, θ’αντιδράσουν στην αντίδραση. Κάποια μέρα θα μας σερβίρουν ένα νόμο για τις καταλήψεις… Πιστεύω ότι ο παγκόσμιος ενσωματωμένος καπιταλισμός έχει μια μεγάλη ικανότητα να αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα.

Πιστεύω ότι οι ελίτ που βρίσκονται στην εξουσία θα έχουν όλο και πιο συχνά να κάνουν με τέτοιας φύσης προβληματικές. Και σήμερα βλέπουμε ότι σε σχέση με το πρόβλημα της οικολογίας, για παράδειγμα, όχι μόνο απαντούν μέσα στα πλαίσια της σχέσης δράση – αντίδραση. αλλά η οικολογία στη Γαλλία μεταβάλλεται αυτή τη στιγμή σε μια από τις κυριότερες βιομηχανίες. Οι οικολόγοι δεν είναι πια απλά ένα κίνημα διαμαρτυρίας, είναι ένα επάγγελμα του μέλλοντος. 

Ζήτω οι φεμινίστριες, ζήτω η εναλλακτική ψυχιατρική! Ιδού τα επαγγέλματα του μέλλοντος, γίνετε όλοι αμφισβητίες! Να λοιπόν γιατί δεν πιστεύω τόσο στη σωρευτική δυνατότητα του φαινομένου δράση-αντίδραση, στη συσσώρευση των συστημάτων αντίδρασης. 

(…) Όσο αυτά τα κοινωνικά κινήματα παραμένουν απλές απαντήσεις, θα εξακολουθούν να είναι απολύτως αφομοιώσιμα. 

(…) Έχουμε, αν θέλετε, αυτό το παράδοξο, που εκφράστηκε ιστορικά, με δραματικό τρόπο, στην Ιταλία. Έχουμε δηλαδή το σύνολο των κοινωνικών κινημάτων που αναπτύχθηκαν στο λεγόμενο χώρο της αυτονομίας με μια τέτοια ζωτικότητα από την οποία επωφελήθηκε ο ιταλικός καπιταλισμός. Γιατί δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως αν ο ιταλικός καπιταλισμός παραμένει ένας από τους δυναμικότερους στην Ευρώπη, αυτό είναι συνέπεια των δομών της υπόγειας οικονομίας».

απόσπασμα από το βιβλίο:  «Μοριακή επανάσταση»-Φελίξ Γκουαταρί – Εκδόσεις Κομμούνα-1982

Δημήτρης Ναπ.Γ

Το «έγκλημα» του Γαλιλαίου και η μονοδιάστατη μηχανιστική σκέψη…

Η τεχνολογική μεγαμηχανή ως εργαλείο κυριαρχίας

O Λουίς Μάμφορντ ήταν αμερικανός στοχαστής, ένα εξαιρετικά οξύ και πολύπλευρο μυαλό του 20ου αιώνα. Από τους τελευταίους οικουμενικούς στοχαστές που κινούνταν με άνεση στους τομείς της κοινωνιολογίας, της ιστορίας , της τέχνης, της επιστήμης, της θρησκείας, της τεχνολογίας, χωρίς να απομακρύνεται από την καθημερινότητα του ανθρώπου.

Ταξίδεψε αρκετά, ιδιαίτερα στην Δυτική Ευρώπη και ανατέμνει άριστα τον δυτικό κόσμο και τις ολοκληρωτικές παρεκκλίσεις του. Αγωνίστηκε εναντίον του ναζισμού και της ατομικής βόμβας, εναντίον του μακαρθισμού και του πολέμου στο Βιετνάμ. Η εναντίωσή του στην περιβαλλοντική υποβάθμιση που προκάλεσε η τεχνολογική κυριαρχία του βιομηχανισμού, το αυτοκίνητο και ο ανορθολογικός μαζικός σχεδιασμός των πόλεων τον συγκαταλέγει και στους διανοητές της οικοσυστημικής-οικολογικής σκέψης.

Η μεγάλη συμβολή του όμως είναι η μελέτη του πάνω στην κυριαρχία του μηχανικού-τεχνολογικού κόσμου, έναντι του πολύπλευρου εαυτού του ανθρώπου. Η υπερίσχυση της τεχνικής ως ύβρη, με την ταυτόχρονη υποβάθμιση της θεώρησης του ανθρώπου ως συσσωρευμένη κουλτούρα και ολότητα. Ο ορισμός της Μεγαμηχανής, από τον Μάμφορντ, περιέγραφε την υλικοτεχνική οργάνωση της ισχύος και της εξουσίας μέσα από την ανθρώπινη οργάνωση που δημιούργησε τις πυραμίδες της Αιγύπτου και έφτανε μέχρι την ατομική βόμβα. Εντοπίζει την αρχή της πλοκής αυτής, από την στιγμή που ο δυτικός πολιτισμός, εξοντώνει τη σοφία των προηγούμενων πολιτισμών και βαφτίζει ως νέο μεταφυσικό ιδεώδες την «κατάκτηση της φύσης» και την διαρκή επέκταση. Στην εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού, η πραγματικότητα αυτή ορίζει ως πραγματικότητα ότι είναι μηχανικά και υλικά αποδεκτό και «ορατό», θεωρώντας την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη ως κοσμοεικόνα μιας συνεχώς ανανεούμενης μηχανής.

Ως συστατικό στοιχείο για την κατασκευή των μεγαμηχανών και την συνακόλουθη κυβερνητική ισχύ τους, προσδιόρισε τους «Άιχμανς»(Eichmanns), από το Άντολφ Άιχμαν τον ναζιστικό αξιωματούχο που οργάνωσε την υλικοτεχνική υποστήριξη για το Ολοκαύτωμα. Οι Άιχαμανς είναι οι άνθρωποι που είναι διατεθειμένοι να υλοποιήσουν του στόχους της μεγαμηχανής της ισχύος, αδιαφορώντας για οποιοδήποτε ηθικό όριο.

Θα προσθέταμε ως θεμελιώδη θεωρητική ανακάλυψη του Μάμφορντ, την παραδοχή ότι το μηχανικό ρολόι – τον οποίο αναπτύχθηκε από τους μοναχούς του Μεσαίωνα – και όχι η ατμομηχανή υπήρξε ο πρόγονος της Βιομηχανικής Επανάστασης.

Η μελέτη του αυτή, εντάσσεται στο ευρύτερο πεδίο σκέψης του, εντός του οποίου μας δείχνει ότι δεν πρέπει να υπάρχει μια μονόπλευρη κυριαρχία του Προμηθεϊκού μύθου. Ο άνθρωπος, στο πέρασμα των χιλιετιών, άρχισε να κατασκευάζει σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, τον τεχνικό πολιτισμό και τα εργαλεία. 

Όμως είναι τα σύμβολα που εξανθρώπισαν τον άνθρωπο για να εκφράσει και να εμπλουτίσει ουσιαστικές στιγμές του. Ο άνθρωπος πρωταρχικά κατασκεύασε εικόνες και διαμόρφωσε την γλώσσα του και πολύ μετά κατασκεύασε εργαλεία. Παρ’όλη την πραγματικότητα αυτή, ο Homo Faber  (ο άνθρωπος μηχανή-κατασκευαστής), θα κυριαρχήσει σχεδόν ολοκληρωτικά έναντι του σκεπτόμενου ανθρώπου, Homo Sapiens.

Το «έγκλημα» του Γαλιλαίου

Ας διαβάσουμε πως περιγράφει το… έγκλημα, ο Μάμφορντ: «Μα στην πραγματικότητα, ο Γαλιλαίος διέπραξε ένα έγκλημα πολύ βαρύτερο από αυτά που του καταλόγισαν οι αξιωματούχοι της Εκκλησίας. Γιατί το πραγματικό του έγκλημα ήταν ότι αντάλλαξε την ολότητα της ανθρώπινης εμπειρίας, όχι απλώς τα συσσωρευμένα δόγματα και θεωρίες της Εκκλησίας, με το μικροσκοπικό κομμάτι που μπορεί να παρατηρηθεί σε ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα και να ερμηνευτεί με ορολογία μάζας και κίνησης, ενώ αρνήθηκε τη σημασία των αδιαμεσολάβητων πραγματικοτήτων της ανθρώπινης εμπειρίας, των οποίων μόνον ένα διυλισμένο ιδεολογικό παράγωγο είναι η επιστήμη.

(…) Ο Γαλιλαίος, με κάθε αθωότητα, είχε παραιτηθεί από τα ιστορικά πρωτοτόκια του ανθρώπου, την αξιομνημόνευτη και αναθυμούμενη εμπειρία του ανθρώπου, κοντολογίς, τη συσσωρευμένη κουλτούρα του. 

(…) Το χειρότερο ήταν ότι ο Γαλιλαίος εισήγαγε έναν δυισμό ανάμεσα στον αντικειμενικό και τον υποκειμενικό κόσμο που ήταν ακόμα πιο χονδροειδής από αυτόν που είχε επιβάλλει το χριστιανικό δόγμα χωρίζοντας το επουράνιο, το τέλειο και αιώνιο, από το γήινο, το ατελές και το αμαρτωλό. Γιατί τουλάχιστον ο υποκειμενικός Παράδεισος του χριστιανού έγινε λειτουργικό μέρος της καθημερινής του ζωής, έγινε ορατός σε έξοχες εκκλησίες και καθεδρικούς ναούς, φιλανθρωπίες και κοινοτικές γιορτές. (…) Στη νέα επιστημονική διανομή ρόλων δεν χωρούσε ο οργανικός κόσμος και βέβαια ο άνθρωπος. Όλες οι ζωντανές μορφές πρέπει να εναρμονιστούν με τη μηχανική κοσμοεικόνα λιώνοντας, κατά κάποιο τρόπο, και χυνόμενες σε νέο καλούπι για να συμμορφωθούν σε ένα τελειότερο μηχανικό πρότυπο. Γιατί η μηχανή από μόνη της ήταν η αληθινή ενσάρκωση της νέας αυτής ιδεολογίας (…) Μόνο απορρίπτοντας την οργανική πολυπλοκότητα, καθαρίζοντάς την με αφαίρεση και τη νοητική αποστείρωση, βγάζοντας εσωτερικά όργανα του ανθρώπου και τυλίγοντας τα υπολείμματα σε ένα ιδεολογικό σάβανο μούμιας, μπόρεσε να γίνει ο άνθρωπος τόσο άψογος και τελειωμένος – από όλες τις απόψεις τελειωμένος! – όσο τα νέα μηχανικά του τεχνήματα. Για να λυτρωθεί από το οργανικό, το αυτόνομο και το υποκειμενικό, ο άνθρωπος πρέπει να μετατραπεί σε μηχανή ή ακόμα καλύτερα, να γίνει αναπόσπαστο μέρος μιας ευρύτερης μηχανής…

Από το βιβλίο: Ο Μύθος της μηχανής / Το πεντάγωνος της Ισχύος – Λουίς Μάμφορντ – Εκδόσεις Νησίδες 2005.

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

 

Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς : η υπέρβαση

εισήγηση στο βιβλίο του Γ.Καραμπελιά, Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς : η υπέρβαση

Πολύ συχνά, ο Γιώργος Καραμπελιάς, μιλά για την κατάθλιψη και την καθολική κρίση που έχει ακινητοποιήσει τον Έλληνα, στα χρόνια του μνημονίου. Κατάθλιψη και παθητικότητα που σχετίζεται και με τη χρόνια εξαρτημένη και ετερόνομη φύση του ελληνικού πολιτικού και κοινωνικού σχηματισμού ήδη από το 1821, με κορύφωση τα χρόνια της μεταπολίτευσης και με δραματική ολοκλήρωση στα χρόνια των μνημονίων. Η διάχυτη παρακμή, αποτελεί το εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσουμε για να επιβιώσουμε ως εθνικό συλλογικό υποκείμενο.

Βέβαια, εδώ συνειδητοποιούμε ότι ο Γ. Κ, δεν μένει μόνο στην διάγνωση, την συνειδητοποίηση και την αποδοχή του τραύματος, αλλά με τούτο εδώ το εγχείρημα προτείνει και την θεραπεία. Και νομίζω ότι το βιβλίο αυτό, αλλά και η σκέψη του ΑΡΔΗΝ, είναι μια διεργασία εθνικής, πολιτικής και κοινωνικής ψυχοθεραπείας. Ίσως, η αρχική του επιθυμία να σπουδάσει ψυχίατρος να τον έχει επηρεάσει και το πέρασμά του ως Υπεύθυνος στο Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων ατόμων (ΚΕΘΕΑ), να μην είναι τυχαία, αλλά μια από τις ταυτότητες που έχει ενσωματώσει από το παρελθόν του, ώστε να συνειδητοποιεί με έναν ακόμα τρόπο, ότι η υπέρβαση που προτείνει είναι σύμφυτη με την εθνική καθολική απεξάρτησή μας. (έτσι χάσαμε και μια ευκαιρία να είμαστε συνάδελφοι).

Μια απεξάρτηση, λοιπόν, από αγκυλώσεις, εμμονές, ολοκληρωτισμούς και συσσωρευμένους εμφυλίους που διαπερνούν κάθετα και οριζόντια την καθημερινή μας ζωή. Η υπέρβαση είναι απεξάρτηση, λοιπόν, για να καταλήξει στην σύνθεση, που δεν είναι η ιδεολογική ή η πολιτική σύνθεση των αντιθέσεων σε έναν ιδεολογικό χυλό ανάλογο της παγκοσμιοποίησης, αλλά η απομυθοποίηση κομματικών ναρκωτικών και η συμφιλίωση με μέρη του ελληνικού εαυτού μας, που θάφτηκαν κάτω από τον οικονομισμό, τον τυχοδιωκτικό πολιτικό μεσσιανισμό, την εγωιστική κατανάλωση του άλλου και το άγχος να «γίνουμε εφάμιλλοι των καλύτερων ευρωπαϊκών» παραδειγμάτων.

Έτσι, εκλαμβάνω τουλάχιστον εγώ το νόημα του βιβλίου, αλλά και το άμεσο βίωμα της ομάδας μας ΑΡΔΗΝ-ΡΗΞΗ. Η υπέρβαση, θα γίνει με πόνο και προσωπικές ανατροπές στις δεξιές και αριστερές ιδεοληψίες και βεβαιότητες, εφόσον τα χρονικά όρια της χώρα μας, στενεύουν δραματικά.

Η βαθιά εξαρτημένη Ελλάδα, θυμίζει όντως τους χρήστες ναρκωτικών, που έρχονται για θεραπεία, και θέλουν «να ξεχάσουν το παρελθόν», «να σβήσουν το παρελθόν τους». Οι φράσεις, αυτές αποκαλύπτουν το μέγεθος του πόνου και τραύματος και όχι τι είναι αυτό που θα θεραπεύσει. Η γενικευμένη κατάθλιψη, θυμίζει και τον οριακό άνθρωπο (ανάμεσα στην νεύρωση και την ψύχωση), που αδυνατεί να ενσωματώσει μνήμες και εμπειρίες στο παρόν. Έχει απωθήσει το ιθαγενικό παρελθόν του, μήπως και σωθεί, αλλά όπως τονίζεται και στο βιβλίο, τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από την απώλεια μνήμης.

Τα τελευταία 40 χρόνια, ο ελληνισμός αποπροσανατολίστηκε, καθώς έχασε το πολιτισμικό πλαίσιο αναφοράς του. Μόνο, αν μάθουμε ποιοι είμαστε απομυθοποιώντας τις δεξιές και τις αριστερές αυταπάτες, τα δεξιά και αριστερά αφεντικά της νόησής μας, μπορεί να χωνέψουμε τις παραδόσεις μας και να τις εκσυγχρονίσουμε, ως πρόταση επιβίωσης. Μόνο έτσι, το ελληνικό τραύμα, που στην ουσία σχετίζεται με τον «καημό της ρωμιοσύνης» του Σεφέρη, του Μοσκώφ και του Καραμπελιά, μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε ολόκληροι, μπας και ξαναδομήσουμε τα «κοινώς συμπεφωνημένα υπονοούμενα».

Ως καλό ψυχοθεραπευτικό βιβλίο, λοιπόν, ξεκινά με το τραγικό πρόσφατο σύμπτωμα της αρρώστιας. Την μνημονιακή εμπειρία και ειδικότερα την τυχοδιωκτική συμβίωση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που συνέχισε και ολοκλήρωσε το βάθεμα της εξάρτησης και τον νεοαποικισμό της χώρας από τα πρώτα μνημόνια.

Το σύμπτωμα, όμως δεν είναι η αρρώστια, αλλά το καμπανάκι ότι εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά, καθώς από κάτω, συνεχίζεται ο οργανικός παρασιτισμός και η σήψη, που συνάντησε την ανικανότητα πολιτικών και την προδοσία των διανοουμένων. Η Ελλάδα junkie, εξαρτημένη από το διεθνές κεφάλαιο, τον υψηλό δανεισμό και με τους εξαιρετικά αποεθνικοποιημένους οικονομικούς τομείς, τη ναυτιλία και τον τουρισμό, έψαχνε γιατρειά. Και τι θεραπεία της πρότειναν η δεξιά και η κάθε είδους αριστερά.; Η πρώτη, να παίρνει νεοφιλελεύθερα ναρκωτικά και υποκατάστατα απέξω, χωρίς να αλλάζει η παραγωγική δομή της χώρας, αλλάζοντας απλώς την εξάρτηση. Κι όπως μιας λέει ο Αριστοτέλης, οι αλλαγές εντός πλαισίου δεν είναι ουσιαστικές αλλαγές. Οι άλλες (κάθε είδους αριστερές), πρότειναν είτε μια μείωση βλάβης, η οποία θα επανέφερε την εξαρτημένη χώρα στη αλλοτριωμένη «φυσική» κατάστασή της, πριν το 2009, είτε μια μαγική λύση-φάρμακο (φυγή από Ε.Ε, «δραχμούλα», κ.α) που θα έλυνε οριστικά το πρόβλημα.

Αδιέξοδο. Το οποίο εκμεταλλεύονταν, είτε το κράτος και το παρακράτος με την διόγκωση της φασιστικής Χ.Α, είτε αλμπάνηδες τύπου Σώρρα και Λεβέντη. Τι κατάφεραν όλοι αυτοί με την συνέργια του διεθνούς κεφαλαίου, του ΔΝΤ, του ΟΟΣΑ, των γερμανικών εταιριών, των αμερικανικών πολυεθνικών ασφαλιστικών, κ.α,; μα, την πλήρη αποικιοποίηση και την αποσύνθεση της ίδιας της προσωπικότητας του εξαρτημένου, την αποσύνθεση δηλαδή της ιδιοπροσωπείας του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού ελληνικού τρόπου σχετίζεσθαι και σκέπτεσθαι, την μικροιδιοκτησιακή δομή του τόπου μας. Κι αν, κατά το παρελθόν, η δομή αυτή ευτελίστηκε στην αεριτζήδικη και εγωκεντρική νοοτροπία του μικρομάγαζου της μικρομεσαίας ψευοδημοκρατίας υπό την ηγεμονία μιας «λούμπεν μεγαλοαστικής τάξης», τώρα, μοιάζει η μόνη προοπτική. Αυτό που σε πλήγωσε στο παρελθόν, αυτό μπορεί και να σε γιατρέψει, αφού αλλάξει, βέβαια και ανανεωθεί. Το ίδιο το τραύμα, εμπεριέχει και τα υλικά της γιατρειάς μας.

Χρειάζεται, όμως, πρώτα να ειπωθεί ένα τεράστιο όχι. Όχι σαν αυτό, του αλαζονικού και τυχοδιωκτικού δημοψηφίσματος του Τσίπρα, αλλά αυτό της συνολικής άρνησης  της λογικής που γεννά πολιτικούς και συναισθηματικούς ολοκληρωτισμούς.

Η υπερεθνική και ταυτόχρονα απο-εθνικοποιημένη συμμαχία του παγκόσμιου κεφαλαίου, ενισχύει την καταπίεση έθνους από έθνος και εγκαθιστά νέες πλανητικές αποικιοκρατικές σχέσεις, κάτι που το βιώνουμε εφιαλτικά, στα μνημονιακά χρόνια, ανάμεσα στην αυταρχική Δύση και την νεοοθωμανική Ανατολή. Όμως, η πολιτική, οικονομική και κοινωνική κυριαρχία στην Ελλάδα, υλοποιήθηκε, αφότου συντελέστηκε η πολιτισμική-ιδεολογική αποικιοποίηση του φαντασιακού μας, στην επιστήμη, στην τέχνη, στην καθημερινή ζωή, στη λαϊκή μας παράδοση. Που ακρωτηριάστηκαν από τις «νέες αξίες» μιας ουδέτερης, ανθρωπιστικής προόδου, που ούτε ουδέτερη είναι, ούτε ανθρωπιστική, ούτε πρόοδος. Οι μάσκες, που έκρυβαν το ανανεωμένο πρόσωπο του νεοφιλελεύθερου οικονομικού και πολιτισμικού ιμπεριαλισμού, δημιούργησαν έναν δήθεν αισιόδοξο κόσμο, ανανέωσης και καινοτομίας που εκμηδένισε τις αντιστάσεις του ελληνισμού, ενάντια στην πηγή της εκμετάλλευσής του, καθώς κανείς συνετός άνθρωπος «δεν πάει ενάντια σ’εναν κόσμο που αλλάζει», όπως μας λένε.

Η αποδόμηση αρχών και αξιών, ένωσαν τους φιλελεύθερους καπιταλιστές και σοσιαλιστές, σε μια κοινή γλώσσα. Ιδιαίτερα, η παγκοσμιοποιητική και «αντιαυταρχική» αριστερά και ένας ψευδεπίγραφος αναρχικός χώρος (όχι αυτός του Κροπότκιν και των ουτοπιστών σοσιαλιστών αλλά του ναρκισσιστικού ατομισμού του Στίρνερ και του Νετσάγιεφ), αλλοτριωμένοι από το …φάντασμα του καπιταλισμού, προωθώντας την δήθεν πολιτισμική χειραφέτηση του ατόμου, μέσα από την λάγνα αλλοτρίωση του, «Θέλω να είμαι τα πάντα και τίποτα», επιτρέπει στην ισοπεδωτική παγκοσμιοποιημένη οικονομία, να επιχειρεί τα πιο μεγάλα άλματα προς τα μπρος. Στο πλαίσιο του καταναλωτισμού, του οικολογικού αδιεξόδου, της εμπορευματοποίησης και της κοινωνίας του Θεάματος. Γνωρίζοντας καλά,  τον μηδενιστικό σχετικισμό, η «αριστερά» αυτή, θρέφει τη … «φαντασιακή θέσμιση» του καπιταλισμού και μάλιστα θεωρώντας τον εαυτό της, εξεγερμένο και «αντι-εξουσιαστικό»! Ο ιστορικός υλισμός, είναι η πνευματική συνείδηση του καπιταλισμού, θα πει με αυτοκριτική κάποτε ο Τζώρτζ Λούκατς.

Αυτή η διεθνής κατανομή ρόλων (Αριστερά – Δεξιά), ανατέμνεται έξοχα στο βιβλίο αυτό.  Συνεχίζοντας την κριτική που ξεκίνησε, ο Καραμπελιάς και η ομάδα, ήδη από την δεκαετία του ’70, στην ίδια την φύση του μαρξισμού περισσότερο και λιγότερο του ίδιου του Μάρξ. Μια κριτική, στη μεγαλύτερη ίσως κοινωνική ουτοπία που η παραγωγίστικη μονοδιάστατη λογική της, κοινή με τον φιλελευθερισμό, συνέτριψε την ελευθερία που ευαγγελιζόταν για χάρη της ισότητας που επεδίωκε. Όμως εδώ, το βιβλίο αυτό είναι μια σύγχρονη Οδύσσεια, που ο ελληνισμός πρέπει να ξαναπεράσει και όπως ο Οδυσσέας να ξανατυφλώσει τον Πολύφημο μέσα στο σπήλαιό του που είναι εντέλει η αποικιοποιημένη σκοτεινή ψυχή μας, και το ένα μάτι του, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή η μονόφθαλμη, μονοδιάστατη οπτική εξήγησης του κόσμου. Για να γίνει αυτό, όντως χρειάζεται να μείνει κανείς μόνος από παλιούς φίλους ή συντρόφους, όντως χρειάζεται να γίνουμε Κανένας, να μηδενίσουμε και να απομυθοποιήσουμε τις εμμονές και τις παλιές μας ψευδοταυτότητες,  για να ξαναβρούμε και πάλι την ιδιοπροσωπία μας, ώστε να επαναεδαφικοποιήσουμε τον όραμα της ζωής μας. Να αποκαθηλώσουμε την παρακμή της εξάρτησης, εκκινώντας άλλη μια φορά, κυριολεκτικά απ’το μηδέν. Ένα μηδέν, που δεν είναι ο μηδενισμός, των αντιφά : «Να πεθάνει η Ελλάδα, να ζήσουμε εμείς», ή αυτή του ανθρώπου εμπορεύματος, αντάμα με τον άνθρωπο-κατασκευή χωρίς ιδιότητες, φύλο και ιστορία, αλλά είναι η αρχή μιας νέας παραγωγικής συγκρότησης του εαυτού μας, με τα υλικά που μας προσφέρει ο τόπος μας.

Και τι χρειάζεται πάντα η απεξάρτηση, η αναγέννηση; Ένα όραμα, μια νέα Μεγάλη ιδέα, που να σε οδηγήσει σε μια μεγάλη πορεία. Με την λογική αυτή, η σκέψη και η πράξη του ΑΡΔΗΝ, είναι μετανεωτερική, είναι ρομαντικά μεταμοντέρνα για να αποκαταστήσουμε κι αυτή την παρεξηγημένη έννοια. Είναι εναλλακτικά μεταμοντέρνα γιατί όντως θέλουμε να υπερβούμε με ελληνικό τρόπο, την υπερνεωτερική ύβρη του  εργαλειακού διαφωτισμού, απορρίπτοντας την μια και μόνη ερμηνεία του κόσμου και συνθέτοντας όλες τις αντιθέσεις που κινούν τη ζωή του ανθρώπου: την εθνική αντίθεση, την αντίθεση φύσης-ανθρώπου, ατομικού – συλλογικού, άνδρα-γυναίκας, των γενεών, της διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, την οικονομική αντίθεση, την αντίθεση του λόγιου και του λαϊκού, του τοπικού και του πλανητικού. «Εκσυγχρονίζοντας τις παραδόσεις μας», ότι έκαναν ή κάνουν και σήμερα ακόμα και άλλα έθνη και λαοί.

Τον πολιτισμό που ψάχνει ο σύγχρονος άνθρωπος, ο ελληνικός τρόπος τον έχει διαμορφώσει από παλιά. Από το Όμηρο και τον Σωκράτη μέχρι τον Διονύσιο Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη, από την Ιλιάδα μέχρι τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, από την διαλεκτική και την άμεσα δημοκρατία της εκκλησίας του Δήμου, μέχρι την ορθόδοξη κοινοτική μας παράδοση και την υψηλή πνευματική σύλληψη της γενιάς του ΄30 και του ΄60.  Το αντιστασιακό ήθος του ελληνισμού,( κατά Νίκο Σβορώνο) και το όραμα, λέει ο Γ.Κ είναι η ταυτότητά μας, πάνε μαζί.

Το πλαίσιο είναι οι πατρίδα μας, ο τόπος μας, με βάση : 1ον την ανάπτυξη ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, πολυκαλλιεργητικού και συνεταιριστικού στηριζόμενο στην τεχνολογία και στην μαστοριά της παράδοσης, 2ον την αναζήτηση συμμαχιών στην αναγκαστική παραμονή μας στην ΕΕ, περπατώντας στις Βαλκανικές συμμαχίες του Ρήγα, σε μια Ευρώπη από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια 3ον με την ενίσχυση της παραγωγικής μας αυτονομίας και της αμυντικής μας ικανότητας, έναντι της επεκτατικής Τουρκίας. 4ον την ενίσχυση του ρόλου των πολιτών, με τον εκσυγχρονισμό της κοινοτικής δημοκρατικής μας παράδοσης , ενάντια στην κυριαρχία του κομματοκεντρικού  πολιτειακού συστήματος 5ον την πνευματική και πολιτική ολοκλήρωση της ταυτότητάς μας.

Για να σταματήσουμε να είμαστε «παρασιτική απόφυση της Δύσης» από τη μια και υποτελείς νεοφαναριώτες, από την άλλη. Η πολιτισμική μας ανάπτυξη είναι η μόνη μεγέθυνση που αποδεχόμαστε ενάντια στον γιγαντισμό της καπιταλιστικής πολυεθνικής μεγαμηχανής που στην πιο δύσκολη χώρα του πλανήτη κινδυνεύουμε να μας εξαφανίσει ως εθνικό συλλογικό υποκείμενο.

Δημήτρης Ναπ.Γ

Γιάπικος μηδενισμός εναντίον αστικού πολιτισμού

Τις τελευταίες δύο ημέρες, βρέχει στην πόλη μας ανθρώπους. Μια μεγάλη μερίδα ψηφοφόρων του Γιάννη Μπουτάρη πέφτουν από τα σύννεφα, καθώς βλέπουν τον άνθρωπο που ψήφισαν για να σώσουν τον αστικό πολιτισμό από την παπαγεωργοπούλεια παρακμή, να τον ενταφιάζει με πράξεις όπως το κλείσιμο του 12ου Δημοτικού Σχολείου, την έγκριση ώστε να καταπατηθεί ο δημόσιος χώρος στον πεζόδρομο της Αγίας Σοφίας και στα πάρκα της νέας Παραλίας από τα τραπεζοκαθίσματα, την ταύτιση του τουριστικού προφίλ της πόλης με αστέρα του… Σαρβάιβορ, την ανάδειξη ενός αποκρουστικά αλαζονικού προφίλ διακυβέρνησης από τους νεώτερους συνεργάτες του δημάρχου.

Είναι πλέον σαφές πως οι υποσχέσεις που έδωσε το πολιτικό σχήμα που διοικεί την πόλη, ώστε να εκλεγεί ως διοίκηση, έχουν πάει περίπατο. Εκείνο όμως που δεν έχει συζητηθεί σε βάθος είναι ότι αυτή η εξέλιξη ήταν αναπόφευκτη εξαιτίας των ίδιων των προσανατολισμών και του προφίλ που θα δώσει ο δήμαρχος στην διοίκησή του. Σε όλο τον κόσμο, ο αστικός πολιτισμός απειλείται σοβαρά από τις εξόχως τοξικές αντιλήψεις που ο δήμαρχος προβάλλει ως «αρετές»: Την κυριαρχία των big business, την υποτίμηση της τοπικό-αυτοδιοικητικής αυτοτέλειας χάριν της συνεργασίας με οργανισμούς και ιδρύματα της αρπακτικής παγκοσμιοποίησης ή χάριν των σχέσεων με προξενεία και μεγάλα γεωπολιτικά συμφέροντα, την εμπορευματοποίηση των πάντων, και την υποτίμηση κάθε αξίας που δεν έχει αντίκρισμα στον κόσμο του αστραπιαίου κέρδους. Κοινώς, πώς μπορεί κανείς να προάγει την ζωή σε μια πόλη που έχει κλείσει αισίως… 23 αιώνες αστικού βίου όταν την διαχειρίζεται σαν οικόπεδο και αποικία;

Πριν μερικές εβδομάδες, ο Δήμαρχος δημοσίευσε άρθρο στην εφημερίδα Μακεδονία όπου προσπάθησε να μας συστηθεί ως «θεωρητικός των τραπεζοκαθισμάτων». Στην κατακλείδα του, θα γράψει: «Η πόλη προχωρά, ζει, εξελίσσεται. Δεν ξαποσταίνει ποτέ. Εμείς την ακούμε και την οδηγούμε μπροστά». Στην πραγματικότητα, αυτό που περιγράφεται εδώ είναι άκρως εφιαλτικό· μια πόλη «που δεν ξαποσταίνει ποτέ», είναι υποταγμένη στους ρυθμούς του κέρδους και της απληστίας, λειτουργεί ως τύραννος για τους ίδιους τους κατοίκους της. Αυτό είναι το μείζον μήνυμα που έχει να κομίσει το διεθνές κίνημα των «Αργών Πόλεων» (Slow Cities), και που επιβεβαιώνεται σήμερα, καθώς στην Βαρκελώνη και την Βενετία –πόλεις ιστορικές με μια αίγλη που θα μπορούσε να διεκδικήσει, αντίστοιχα, και η Θεσσαλονίκη–, οι κάτοικοι ξεσηκώνονται εναντίον της βαριάς βιομηχανίας του τουρισμού, καθώς νοιώθουν μπάτλερ, γκαρσόνια, θυρωροί μέσα στα ίδια τους τα σπίτια. Ιδού το λαμπρό μέλλον που μας επιφυλάσσουν ιδεοληψίες του τύπου «η πόλη που ποτέ δεν ξαποσταίνει».

«Οι πολιτισμοί είναι συνέχειες», θα γράψει ο Φερνάντ Μπρωντέλ. Τα βιβλία του μπορεί να είναι στην Κεντρική Βιβλιοθήκη του Δήμου, αυτό που θέλει να πει όμως δεν ακουμπάει καν την μενταλιτέ του γιαπισμού που κυριαρχεί στους διαδρόμους της διοίκησης του Δήμου. Ωστόσο, αν δεν έχει κανείς συνείδηση αυτών των 23 αιώνων ιστορικού βίου, τότε δεν μπορεί να καταλάβει πως είναι γελοίο να κάνεις τουριστική πολιτική στην Θεσσαλονίκη με τους μονομάχους του Survivor. Δεν μπορεί η διοίκηση να καταλάβει την βαρύτητα που έχει ένα σχολείο στην αναπαραγωγή της κοινωνίας, γι’ αυτό και το αφήνει επί τρία χρόνια, για να κλείσει το θέμα «πετώντας την μπάλα» στην γραφειοκρατική εξέδρα. Δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι η μόνη λύση ώστε να υπάρξει αντίσταση στην αλόγιστη επέκταση των τραπεζοκαθισμάτων είναι η επένδυση σε πράσινο, ώστε να αξιοποιηθεί καλύτερα ο ελεύθερος χώρος παρέχοντας βιοκλιματικές ωφέλειες σε όλους. Η διοίκηση δεν μπορεί να διανοηθεί ότι αν το μέτωπο της νέας παραλίας κηρυχθεί πάρκο που συνδυάζει τα περιβαλλοντικά οφέλη με πολιτιστικές δραστηριότητες, το αποτέλεσμα για την πόλη, τους κατοίκους, και τους επισκέπτες της θα είναι απείρως θετικότερο, απ’ ό,τι τώρα που αποπειράται να επεκτείνει την κατάσταση που κατέστρεψε την φυσιογνωμία της παλιάς παραλίας και στην νέα.

Οι γιάπηδες δεν καταλαβαίνουν πως η ιστορία αφορά στο παρόν, και όχι στο παρελθόν της πόλης. Η μεγάλη παράδοση της Θεσσαλονίκης αναδεικνύει πρότυπα αστικού βίου: Τις ιστορικές στιγμές όπου η πόλη είχε πραγματικά διεθνές αποτύπωμα, στα ελληνορρωμαϊκά ή τα βυζαντινά χρόνια, αυτό οφειλόταν στην πνευματική της συμβολή στις τέχνες και τα γράμματα, στα θαυμαστά αρχιτεκτονήματα, στον ξακουστό δημόσιο βίο, και τις αγορές της. Αυτή η παράδοση αποτελεί την βάση για τον μόνο δυνατό εκσυγχρονισμό, που θα αναβαθμίσει και δεν θα ρημάξει την ποιότητα ζωής των Θεσσαλονικέων.

Ωστόσο, από τον (αναγκαστικό) συγχρωτισμό μας με τους ανθρώπους που κρατούν στα χέρια τους το τιμόνι της πόλης, μπορούμε να σας διαβεβαιώσουμε ότι αυτή η παράδοση δεν αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ.

Πηγή: https://menoumethess.wordpress.com/2017/07/13/%ce%b3%ce%b9%ce%ac%cf%80%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%82-%ce%bc%ce%b7%ce%b4%ce%b5%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82-%ce%b5%ce%bd%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%bf%ce%bd-%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf/

 

Για τον Ιούλη του 1965…!

Για τα Ιουλιανά, πρωτάκουσα από τον πατέρα μου. Μέσα από την αχλύ του χρόνου, μισοθυμάμαι, να μας μιλά για κάποιον Ιούλη που ο «γέρος της δημοκρατίας», με τον «ανένδοτο αγώνα» του, τα έβαλε με το παλάτι και τη σκύλα Φρειδερίκω, όπως την έλεγαν κοροιδευτικά και κεφαλονίτικα οι γονείς μας. Και πλήθος κόσμου ήταν κάθε μέρα στο δρόμο γιατί δεν το ήθελε το άδικο.Και αυτό το άδικο – στην εφηβεία – μ’έκανε από την μια να απορώ, μα και να γλυκαίνω ταυτόχρονα με την απορία μου, πως ο Γεώργιος Παπανδρέου, μπορεί να χαρακτηριζόταν δημοκράτης…

Όπως μας μιλούσε και για τα Δεκεμβριανά, ατάραχα, ιστορικά και φυσιολογικά! Χωρίς το μένος που φορτίζει τις λέξεις της ιδεολογικής στράτευσης…ένθεν και ένθεν. Τα Δεκεμβριανά για τον πατέρα, ήταν απλά τότε που το ΕΑΜ ήθελε να πάρει την εξουσία. Τόσο απλά! Ίσως γιατί πάνω απ’ολα οι αφηγήσεις του, οι εμπειρίες του, ήθελε να μας μπάσουν σε όσα συνέβαιναν στη Ελλάδα, να μας οδηγήσουν στην ιστορία την ίδια, αυτής της χώρας.

Αυτός ο βενιζελικός, ο επιλοχίας του αλβανικού μετώπου, ο κεντρώος, ο «συντηρητικός», ο καθοδηγητικός-υποστηρικτικός δημοκράτης, που ζούσε το συνεχές «μεροκάματο» της ζωής, ως την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να επιβιώσει μέσα στην πατρίδα του. Αυτός που έζησε και πλούσια και φτωχά, με το αδιάψευστο μοιρογνωμόνιο της ζωής του,  μου έμαθε την σχετικότητα των κοινωνικών συνθηκών, προτού γκρεμοτσακιστώ στις «παραμορφωμένες» γνώσεις των πανεπιστημίων! Και ήταν εκπληκτικό, αυτόν που πάντα μια ζωή, πάλευε μέσα στο ελεύθερο επάγγελμα, δεν το άκουσα ούτε μια φορά να λοιδορεί, να σιχτιρίζει τους δημοσίους υπαλλήλους ή τον κράτος. Με τον τρόπο του μου έδειχνε ενα άλλο, διαφορετικό μέτρο, μια άλλη ματιά. Γιατί τα πράγματα είναι απλά, φυσιολογικά, η ζωή είναι λειτουργικός κύκλος στον οποίο δεν οφελεί να προβάλλεις τις προσωπικές σου εμμονές…σε ξεπερνά. Μάθε από αυτήν, επέστρεψε σ’αυτήν. Το παρακάτω κείμενο, αφιερωμένο στα «Ιουλιανά» του πατέρα μου…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Ιουλιανά 1965: Μετά είκοσι έτη

του Γιώργου Καραμπελιά

Αντικρίζοντας σήμερα, μετά από 20 χρόνια, τα γε­γονότα του Ιούλη 1965 αντιλαμβανόμαστε την κομβικότητα και τη σημασία των γεγονότων εκείνου του μακρινού Ιούλη που εξακολουθεί να πυροδοτείται μέσα στη σημερινή πραγματικότητα. Μόνο και μόνο η παρουσία δύο πρωταγωνιστών και αντιπάλων του ‘65 στην ηγεσία των δύο μεγάλων κομμάτων της χώ­ρας, του Ανδρέα και του Μητσοτάκη, θα αρκούσε για να καταδείξει τη σημασία του.

Βλέποντας σήμερα το 1965 κατανοούμε πως αποτέ­λεσε τόσο τη συμπύκνωση αντιθέσεων που εκρήγνυ­νται στην τότε πραγματικότητα όσο και την αρχή μιας άλλης περιόδου που θα έρθει να ολοκληρωθεί με τη μεταπολίτευση.

Ταυτόχρονα οι 70 μέρες αδιάκοπων διαδηλώσεων, που άρχισαν τον Ιούλη και τέλειωσαν τον Σεπτέμβρη, σημαδεύουν και οριοθετούν εκείνη τη ριζοσπαστικό-τητα και την ιδιαιτερότητα της πολιτικο-κοινωνικής συγκρότησης που θα ξεδιπλωθεί στη συνέχεια στην περίοδο μετά τη μεταπολίτευση και θα πάρει την πιο ολοκληρωμένη μορφή της με το ΠΑΣΟΚ. Ίσως δε το 1985 να αποτελεί μια καμπή, ένα «τέλος εποχής» –και από αυτή την άποψη, ότι δηλαδή αυτή η ριζοσπαστικότητα έχει πια οδηγηθεί στο τέλος της με την ιδιαίτερη μορφή που αναπήδησε το 1965. Το 1965 υπήρξε η εκδήλωση των ίδιων δυνάμεων –βασικά– που κινήθηκαν στη μεταπολίτευση, ήταν το κλεί­σιμο της «μικρής μεταπολίτευσης», 1963-65, ως της πρώτης απόπειρας ριζικού εκδημοκρατισμού της ελληνικής κοινωνίας μετά τον εμφύλιο. Και η ήττα –τότε– ήρθε να πυροδοτήσει –από απόσταση– την ωρίμαν­ση των δυνάμεων που 9 χρόνια αργότερα θα ξεκινού­σαν τη μεγάλη κίνηση της μεταπολίτευσης. Αλλά ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά.

Οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα

Εκ των υστέρων μπορούμε να προτείνουμε μια συ­γκεκριμένη περιοδολόγηση της ελληνικής οικονο­μίας και κοινωνίας. Η περίοδος 1950-1961 είναι η εποχή της «ανοικοδόμησης», της κατασκευής υποδο­μής, η εποχή των «έργων» του πρώτου Καραμανλή, μια εποχή κατά την οποία το κέντρο βάρους πέφτει στους δρό­μους, το ηλεκτρικό δίκτυο, την ανοικοδόμηση των καταστροφών της δεκαετίας 1940-1950, της ανασύν­θεσης του κοινωνικού ιστού σε μια νέα βάση. Εκείνη την πρώτη δεκαετία διαμορφώνεται ο χαρακτήρας της ανάπτυξης που θα σφραγίσει την μετέπειτα Ελλά­δα.

Όπως έχουμε δείξει εκτενέστερα στο βιβλίο Μι­κρομεσαία Δημοκρατία, ο δρόμος που πήρε από το 1945 και μετά η ελληνική οικονομία και κοινωνία ήταν αποτέλεσμα της ταξικής σύγκρουσης της δεκαε­τίας 1940-1950. Απέναντι στην κρίση των μικροϊδιοκτητικών και μικροαστικών δυνάμεων γενικότερα, που στην Κατοχή τροφοδότησε την Αντίσταση και τη διόγκωση των δυνάμεων του ΚΚΕ, το «κατεστημένο» και οι Αμερικάνοι καθοδηγητές τους δεν απάντησαν μόνο με μέτρα στρατιωτικής καταστολής, αλλά προ­σπάθησαν να οικοδομήσουν και ένα σύνολο από τα­ξικές συμμαχίες και να συγκροτήσουν κοινωνικές δομές που να επιτρέ­πουν τη διευρυμένη αναπαραγωγή του συστήματος. Κεντρικός στόχος σ’ αυτή την κατεύθυνση ήταν η αποφυγή της προλεταριοποίησης των παλιών μεσαίων στρωμάτων και η αναπαραγωγή σε διευρυμέ­νη κλίμακα νέων μικρομεσαίων στρωμάτων που θα έμπαιναν φραγμός στον «κομμουνιστικό κίνδυνο». Ακολουθείται λοιπόν μια συνειδητή πολιτική «δια­σποράς της ιδιοκτησίας» και άρνησης της καπιταλι­στικής συγκέντρωσης, όσο αυτό ήταν δυνατό. Το νέο μοντέλο που προωθείται είναι η επέκταση των μικρο­μεσαίων στρωμάτων και όχι απλά η ανασύσταση των παλιών κατεστραμμένων μικροϊδιοκτητών. Τότε γεν­νιέται εκείνο το μοντέλο της μεταπολεμικής ανάπτυ­ξης που δε στηρίζεται στη βιομηχανική συγκέντρω­ση αλλά στην κατασκευή υποδομής, την εκτέλεση έργων, την επέκταση της αγροτικής παραγωγής, ενώ από την άποψη της βιομηχανικής παραγωγής στηρί­ζεται απλά στην ανασύνταξη και ανανέωση του πα­λιού βιομηχανικού δυναμικού. Όλα αυτά βέβαια μέ­σα σε ένα πλαίσιο γενικευμένης καταστολής, αντικομουνιστικού κράτους, συντηρητισμού, παλατια­νής κυριαρχίας, πιστοποιητικών νομιμοφροσύνης, χαφιεδοκρατίας, δικών για κατασκοπεία, κλπ.

Τα τέλη της δεκαετίας του 50 αποτελούν μια τομή σ’ αυτή την πολιτική. Η συγκυρία μεταβάλλεται. Η μεταπολεμική επέκταση του δυτικο-ευρωπαϊκού κα­πιταλισμού αρχίζει να επηρεάζει και την Ελλάδα. Η κυβέρνηση Καραμανλή υπογράφει τη συμφωνία σύν­δεσης με την ΕΟΚ που μετά από μια μεταβατική περίοδο 22 χρόνων θα οδηγούσε σε ένταξη. Η εποχή της «υποδομής» έχει τελειώσει. Αρχίζει η εποχή της «μεγάλης ανάπτυξης». Για 12 χρόνια περίπου, από το 1961 μέχρι το 1973, η Ελλάδα γνωρίζει μια από τις σημαντικότερες περιόδους οικονομικής επέκτασης της ιστορίας της, ενώ ταυτόχρονα ο κοινωνικός ιστός ανασυντίθεται. Αρχίζει η μεγάλη εποχή της οικοδο­μής που ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 φέρνει την Ελλάδα σε μια από τις πρώτες θέσεις στην οικοδομή σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στη βιομηχανία αρχίζει, μέσα από τη διεύρυνση της άμεσης και παραγω­γικής κατανάλωσης, η δημιουργία εκείνης της «μο­ντέρνας βιομηχανίας» που σφραγίζει και τη σημερι­νή παραγωγική δομή. Τσιμέντα, διυλιστήρια, ναυπη­γεία, χαλυβουργίες, αλουμίνιο, αναπτύσσονται ξαφ­νικά κάτω από την ώθηση του ξένου κεφαλαίου. Πεσινέ και Έσσο-Πάππας γίνονται τα σύμβολα αυ­τής της νέας ανάπτυξης και εισβολής του ξένου βιο­μηχανικού κεφαλαίου. Ταυτόχρονα αρχίζει η μεγάλη έξοδος της αγροτιάς. Η μετανάστευση στην Αθήνα και την Ευρώπη παίρνει τεράστιες διαστάσεις. Περί­που 150.000 άτομα το χρόνο μεταναστεύουν στο εξω­τερικό. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη έξοδο μετά την καμπή του αιώνα και τη μετανάστευση στην Αμερι­κή.

Το παλιό κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο τρίζει. Νέες κοινωνικές δυνάμεις περνάνε στο προσκήνιο. Οικοδόμοι και βιομηχανικοί εργάτες κάνουν αισθη­τή την παρουσία τους, με επίκεντρο τους οικοδόμους. Εκατόν πενήντα χιλιάδες οικοδόμοι στην Αθήνα –ο «εργάτης-μάζα» της ελληνικής ανάπτυξης, με κέ­ντρο τους μπεταζήδες– αποτελούν τις κεντρικές δυ­νάμεις αυτής της αυθεντικής «στρατιάς της αλλαγής». Και η κυριαρχία της Αριστεράς είναι σχεδόν απόλυ­τη. Ήταν μια «εκδίκηση της ιστορίας». Οι παλιοί αριστεροί, διωγμένοι από το δημόσιο και τις μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις από την Ασφάλεια και τα πι­στοποιητικά νομιμοφροσύνης, καταφεύγουν στην οι­κοδομή. Όταν μετά το 1960 ο κλάδος διογκώνεται με την είσοδο χιλιάδων αγροτών που διώχνονται από τα χωριά, η Αριστερά κατέχει μια στρατηγική θέση στον κλάδο. Παράλληλα αναπτύσσεται η νέα εργατική τά­ξη της βιομηχανίας.

Η ανατροπή προφανώς δεν περιορίζεται στις κατώ­τερες τάξεις. Γεννιέται μια νέα βιομηχανική και επι­χειρηματική αστική τάξη που δε στοχεύει απλώς στην εισαγωγή και τη συναρμολόγηση, μια αστική τάξη που θεωρεί τη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς ως ανάγκη. Για πρώτη φορά αναπτύσσονται τα «νέα με­σαία στρώματα». Τεχνικοί και τεχνοκράτες, οικονο­μολόγοι και μάνατζερ κάνουν την εμφάνιση τους στο ελληνικό στερέωμα. Παράλληλα ο φοιτητικός χώρος μεταβάλλεται σε κεντρικό χώρο ζύμωσης, προβληματισμού, συζήτησης. Η Ελλάδα έμπαινε σε μια περίοδο μεγάλης αλλαγής!

Το παλιό πλαίσιο, αποδείχτηκε ανίκανο να χωρέ­σει τη νέα πραγματικότητα. Οι εκλογές του 1961 απο­τελούν μια τομή. Η παλιά δομή της δεξιάς, η δομή του χαφιέδικου κράτους, των θυρωρών, των ψιλικατζή­δων με πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης, των εργολά­βων, της παλιάς ολιγαρχίας, του Παλατιού, του στρα­τού των καραβανάδων, των ασφαλιτών, των Κυπατζήδων και των πρακτόρων της CΙΑ, αποδείχνεται ανίκα­νη να χωρέσει τις νέες κοινωνικές δυνάμεις και μετα­σχηματισμούς. Το 1961 γίνεται η πρώτη αγωνιώδης απόπειρα να κρατηθεί στην εξουσία απέναντι στην «Ένωση Κέντρου» που νεκρανασταίνεται με τη βοήθεια της ίδιας της αμερικάνικης πρεσβείας που τρομάζει από το 25% της ΕΔΑ στις εκλογές του 1958. Οι εκλο­γές της «βίας και νοθείας» της Δεξιάς το 1961 είναι η πρώτη λυσσαλέα αντίδραση του παλιού χαφιέδικου κράτους, η πρώτη μιας σειράς αντιδράσεων που θα οδηγήσουν μέχρι τη δικτατορία του 1967 και θα κλεί­σουν μόνο με την κατάρρευση της, δεκατρία χρόνια αργότε­ρα, ενώ οι κοινωνικές και πολιτικές της προσβάσεις θα περιορίζονται αδιάκοπα.

Οι εκλογές της «βίας και νοθείας» του 1961 και η σύγκρουση που ακολούθησε, για να κορυφωθεί το 1965, επιτρέπουν μια νέα αναδιάταξη των δυνάμεων, μια αναδιάταξη που θα σφραγίσει την επόμενη εικο­σαετία. Η νέα αντιπαράθεση που αρχίζει από το 1961 θα είναι η αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυνάμεις του «σκότους» και του «φωτός», ανάμεσα στις «προοδευ­τικές» δυνάμεις και την «αντίδραση», ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και την καθυστέρηση. Έτσι η παλιά αντιπαράθεση ανάμεσα σε αριστερά και «εθνικόφρονες» (γιατί, παρά τις διαφορές τους, δεξιοί και κε­ντρώοι, είχαν αντιμετωπίσει ενιαία την Αριστερά στη διάρκεια του εμφύλιου) αρχίζει να περνάει σε δεύτερο πλάνο. Η ελληνική κοινωνία μπαίνει σε κίνηση. Μια κίνηση που θα διαρκέσει τουλάχιστον είκοσι χρόνια, και που οι κατευθύνσεις της θα διαγραφούν αδρά σ’ αυτή την αρχική περίοδο σχηματισμού.

 Η ανατροπή του παλιού μπλοκ

Αρχίζει ο ανένδοτος αγώνας που θα σημαδέψει αυ­τή τη νέα τομή, αυτό το νέο διπολισμό της ελληνικής κοινωνίας, διπολισμό που η μεταπολίτευση θα έρθει να ολοκληρώσει και να μεταθέσει σε τελευταία ανά­λυση σε νέα πεδία. Αλλά ας μείνουμε στο θέμα μας: Το παλαιό «Κέντρο», οργανωμένο κάτω από την πρωτοβουλία των ίδιων των Αμερικανών και διαθέτοντας πρό­σκαιρα την εύνοια του Παλατιού, προβάλ­λει πλέον ως ο φορέας μιας εναλλαγής, μετά από δέκα χρόνων κυριαρχία δεξιών κυβερνήσεων. Αλλά ο μακιαβελισμός του Παλατιού θα αποδειχτεί παιδαριώδης. Μπορεί στην ηγεσία του Κέντρου να βρίσκονταν οι ίδιοι φθαρμένοι και δοκιμασμένοι αντικομουνιστές, ο Βενιζέλος, ο Παπανδρέου, ο Στεφανόπουλος, αλλά το «περιεχόμενο» δεν ήταν πλέον το ίδιο. Δεν επρόκειτο για μια εναλλαγή του τύπου της εναλ­λαγής δεξιών και κεντρώων κυβερνήσεων της δεκαε­τίας του ’40 και του ’50. Με έναν ιδιότυπο τρόπο, πίσω από τον φθαρμένο τίτλο της «Ένωσης Κέντρου», συ­γκεντρώνονταν οι νέες δυνάμεις της ελληνικής κοι­νωνίας. Ο «ανένδοτος αγώνας» του Γεώργιου Παπαν­δρέου μπορεί να φάνταζε σαν προεκλογική μανούβρα ενός γερασμένου πολιτικού με παρωχημένα ρητορι­κά σχήματα, ωστόσο επέτρεπε την ανάπτυξη δυνάμε­ων που δεν έβρισκαν τρόπο να εκφραστούν μέσα από την παλιά Αριστερά.

Το «κατόρθωμα» του Ανδρέα Παπανδρέου μετά το 1974, η δημιουργία δηλαδή ενός μεγάλου κόμματος και η απογύμνωση της παραδοσιακής Αριστεράς από συνθήματα και ανθρώπους είχε ήδη πραγματοποιη­θεί, σε άλλες συνθήκες και με άλλους όρους, από τον πατέρα του. Η ΕΔΑ, που το 1958 με το 25% των ψήφων έμοιαζε πως έβαζε στα σοβαρά υποψηφιότητα για τη μεταβολή της στο δεύτερο πόλο της ελληνικής πολι­τικής ζωής, γρήγορα ξεπεράστηκε και υποβιβάστηκε σε εκείνο το 14% που και σήμερα δείχνει να αποτελεί το «μοιραίο» όριο της παραδοσιακής Αριστεράς. Η προσκόλληση της στη Ρωσία και βέ­βαια η ήττα της στον Εμφύλιο, όπως και η αδυναμία της να κινηθεί έξω από τα κλασικά της σχήματα, την έκαναν ανίκανη να εκφράσει τη νέα δυναμική. Από το 1961 και μετά, εκτός από κάποια μικρά διαλείμματα, θα μεταβληθεί σε δορυφορική δύναμη κάποιου Πα­πανδρέου, του Πρώτου ή του Δεύτερου. Στο βάθος αυτής της αδυναμίας της παραδοσιακής αριστεράς θα πρέπει βέβαια να αναζητηθεί η ιδιαίτερη κοινωνική δομή της Ελλάδας. Μια χώρα όπου οι μισθωτοί δεν ξεπερνούσαν –τότε– το 35% και σήμερα μόλις φτά­νουν το 50%, μια χώρα όπου οι μικροϊδιοκτήτες αγρό­τες κυμαίνονταν ανάμεσα στο 50% το 1960 και το 25% το 1985, ο παπανδρεϊσμός, τόσο του «γέρου» όσο και του «Ανδρέα» στη συνέχεια, δεν εξέφραζε παρά τη φυσική πορεία της ριζοσπαστικοποίησης μιας μικροϊδιοκτητικής κοινωνίας.

Η πολιτική της δεξιάς για την ενίσχυση της μικροϊδιοκτησίας, αμέσως μετά το 1945, μεταβάλλεται σε μπούμεραγκ κάποια δοσμένη στιγμή. Γιατί αυτή η πολιτική δεν επέτρεψε μια γενικευμένη επέκταση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και αν πράγματι α­πέτρεψε τον σχηματισμό ενός συμπαγούς βιομηχανι­κού προλεταριάτου, ταυτόχρονα απετέλεσε εμπόδιο και στο σχηματισμό μιας αναπτυγμένης και ισχυρής σύγχρονης αστικής τάξης. Έτσι ο «εκσυγχρονι­σμός» δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί ικανο­ποιητικά από μια ισχυρή αστική τάξη, όπως έγινε σε ένα βαθμό σε χώρες όπως η Ισπανία, ή στις δυτικο­ευρωπαϊκές χώρες μετά τον πόλεμο, αλλά οδήγησε αντίθετα σε μια γενικευμένη περίοδο κοινωνικής α­ναταραχής, ανατροπών, κλπ.· και τελικά σφραγίστη­κε με μια δικτατορία που κατέρρευσε με την ήττα της Ελλάδας στην Κύπρο και που πληρώθηκε στη συνέ­χεια από την ίδια την αστική τάξη με την μετεξέλιξη της παλιάς Ένωσης Κέντρου σε σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ και τη γενικευμένη κρατικοποίηση ενός μεγά­λου αριθμού επιχειρήσεων.

Αλλά ας μην προτρέχουμε. Το 1963-64, με τις δύο αλλεπάλληλες εκλογικές νίκες της Ε.Κ., όλα φαίνο­νταν πιθανά για το αστικό εγχείρημα του εκσυγχρονι­σμού. Η αστική τάξη, πραγματοποιώντας μια ευρεία εκσυγχρονιστική κίνηση και έχοντας αφαιρέσει το 35% της δύναμης της παραδοσιακής Αριστεράς, φά­νηκε πως μέσα σε μια ευνοϊκή οικονομική συγκυρία –με ρυθμούς βιομηχανικής επέκτασης που ξεπέρναγαν συχνά το 10% το χρόνο, με την εξαγωγή των πλεονασματικών χεριών στο εξωτερικό, την εισαγω­γή συναλλάγματος, τη διόγκωση του, τουρισμού, της ναυτιλίας, με ένα νόμισμα αρκετά σταθερό κ.λπ..– θα πετύχαινε έναν «ήρεμο εκσυγχρονισμό», με τις ευλογίες των Αμερικάνων και του Παλατιού.

Το παλιό συγκρότημα εξουσίας, η παλαιά Δεξιά έμοιαζε να έχει πάρει την κάτω βόλτα για μια μεγάλη περίοδο, περιορισμένη στο 35% των ψήφων. Ο Καραμανλής, υποχωρώντας μπροστά στον Παπανδρέου, εγκατέλει­πε την Ελλάδα με ψευδώνυμο. Η Ελλάδα έμπαινε στον αστερισμό του εκσυγχρονισμού.

Και πράγματι ήταν καιρός. Το εγχείρημα άρχιζε σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το αντίστοιχο της Δυτι­κής Ευρώπης. Η ιστορική καθυστέρηση ήταν τερά­στια.

Η Πολιτιστική Επανάσταση του ’60

Και όπως γίνεται πάντα, αυτή η μεγάλη πολιτική και κοινωνική κίνηση, αυτή η απελευθερωτική κίνη­ση της ελληνικής κοινωνίας από τα μετεμφυλιακά δεσμά, συνοδεύτηκε και ή προετοιμάστηκε από μια πολιτιστική επανάσταση που όμοια της δεν είχε γνω­ρίσει η μεταπολεμική Ελλάδα. «Επανάσταση» που συμβάδιζε με την παγκόσμια πολιτιστική επανάστα­ση που διαπερνούσε τον πλανήτη μας, από την Κίνα μέχρι το Μπέρκλεϋ και από τη Λατινική Αμερική μέχρι την Αφρική. Αυτός ο συντονισμός της ελληνι­κής με την παγκόσμια κίνηση είχε σα συνέπεια μια άνθηση μεγάλης κλίμακας[1].

Το Πανεπιστήμιο μεταβάλλεται σε έναν χώρο προβληματι­σμού που όμοιος του ίσως δεν έχει υπάρξει στη σύγ­χρονη Ελλάδα. Για πρώτη φορά εισβάλλουν όλα τα ρεύματα σκέψης, έστω και σε μικροκλίμακα. Η «Πανσπουδαστική» γίνεται το πρώτο όργανο προβληματι­σμού. Τα βιβλία του Λένιν και του Μαρξ αρχίζουν και πάλι να κυκλοφορούν. Από τότε γνωρίζουμε τον Καίσλερ και φτάνουν οι πρώτοι απόηχοι της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα. Ο Γκεβάρα, ο Κάστρο, ο Μάο, το Κράτος και Επανάσταση του Λένιν, τα βιβλία του Πουλιόπουλου, κ.λπ. Αλλά στην άκρα αρι­στερά θα επανέλθουμε. Ας δούμε τι γίνεται στον το­μέα της γενικότερης πολιτιστικής και ιδεολογικής κίνησης.

Στην ποίηση είναι η εποχή της κριτικής αποτίμη­σης του παρελθόντος και της αποφασιστικής αλλα­γής στη μορφή. Ο Αναγνωστάκης, ο Κύρου, ο Λεοντάρης, ο Ρίτσος εκείνης της εποχής. Ανακαλύπτεται και πάλι ο Κατσαρός, και περιοδικά όπως οι Μαρτυ­ρίες και η Επιθεώρηση Τέχνης σπάνε τα παλιά δεσμά του «δογματισμού» (έστω και αν οι Μαρτυρίες το κάνουν από μια «τροτσκιστική» επαναστατική σκοπιά και η Επιθεώ­ρηση Τέχνης από πρώιμη «ευρωκομμουνιστική»). Ο Σεφέρης παίρνει το Νόμπελ και ο Ελύτης μεσουρα­νεί. Η Ελλάδα ανακαλύπτει τον Μπρεχτ, τον Σαρτρ, και στο θέατρο προβάλλει πια η «νέα ελληνική δρα­ματουργία», Καμπανέλλης, Αναγνωστάκη, Κουν, κ.λπ. Στο τραγούδι έχουμε την «επανάσταση» του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη ενώ ήδη το 1963-64 εμφανίζε­ται ο Σαββόπουλος. Στον κινηματογράφο ανατέλλει ο «νέος ελληνικός κινηματογράφος», Μανθούλης, Πανουσόπουλος, Αγγελόπουλος, Δαμιανός, κ.λπ. Δη­μιουργούνται και λειτουργούν δυο κινηματογραφικές λέσχες στην Αθήνα. Στην πεζογραφία η κυριαρχία της παλιάς γενιάς του τριάντα σπάει με την εμφάνιση του Τσίρ­κα, του Κουμανταρέα, του Βασιλικού, του Χατζή, και άλλων. Στην κριτική, στο δοκίμιο, κ.λπ. εμφανίζονται ήδη ο Μαρωνίτης, ο Σταματίου, ο Μπακογιαννόπουλος, ο Ραφαηλίδης, ο Γεωργουσόπουλος, κ.λπ. Και αν συνεχίσουμε την απαρίθμηση θα διαπιστώσουμε ότι όλο το πνευματικό κατεστημένο της μεταπολίτευσης και της Αριστεράς που σήμερα θεσμοθετεί και κυ­ριαρχεί στην πολιτιστική ζωή, αναπτύσσεται και δια­μορφώνεται σε κείνη την κοσμογονική για την Ελλά­δα και τον κόσμο αρχή της δεκαετίας του 1960. Αλλά τότε βέβαια κάτω από άλλους όρους. Χωρίς χρήματα και παχυλούς μισθούς, καταδιωγμένοι από την Ασφά­λεια και το πολιτιστικό και ιδεολογικό κατεστημένο των εθνικοφρόνων. Τότε, παρ’ όλο που εν πολλοίς επρόκειτο για μια ρεφορμιστική αρι­στερά, ήταν όμως μια μαχόμενη αριστερά μέσα σε δύσκολες συνθήκες.

Αυτή η πολιτιστική επανάσταση αγκαλιάζει το­μείς που μέχρι τότε είχαν μείνει ακίνητοι, έξω από κάθε προβληματισμό. Από τον Οικονομικό Ταχυδρό­μο θα ξεπηδήσει ο νεαρός αρθρογράφος —παλιός Επονίτης— για να γίνει υπουργός της κυβέρνησης Παπανδρέου, Θανάσης Κανελλόπουλος·. Τα new Ιοοκ Αμέρικα μπόυς που ήρθαν στην Ελλάδα στις αποσκευές του Ανδρέα Παπανδρέου, οι κεϋνσιανοί και νεο-κευνσιανοί, θα συσπειρωθούν γύρω από το περιοδικό Νέα Οικονομία, Φίλιας, Παπασπηλιόπουλος, Καράγιωργας, Νοταράς (η μετέπειτα «Σοσιαλι­στική Πορεία»). Η θεωρία της υπανάπτυξης,, ο «τριτο-κοσμισμός», ξαπλώνονται. Σε όποιο τομέα και να κοι­τάξουμε έχουμε αυτή την αίσθηση αναβρασμού και κίνησης. Τότε είναι η μεγάλη εποχή της ανακάλυψης του Μακρυγιάννη, του Θεόφιλου, του «λαϊκού» και του ρεμπέτικου, ακόμα βέβαια σε στενούς κύκλους μιας «πρωτοπορίας».

Ο χώρος της αριστεράς είναι το επίκεντρο όλων αυτών των κινήσεων. Και οι κινήσεις είναι σημα­ντικές. Η ρήξη του χρουστσωφισμού με την παλιά σταλινική ορθοδοξία ανοίγει το δρόμο για αναθεω­ρήσεις και προβληματισμούς. Προβληματισμούς που ενώ στην αρχή ξεκινάνε με τη μορφή μιας απλής «προσαρμογής» στα πλαίσια της εποχής και ένα σκιώδη πρωτο-ευρωκομμουνισμό, με εκφραστή από τότε τον Λεωνίδα Κύρκο και τον Ανδρέα Λεντάκη στο χώρο της νεολαίας, σύντομα αυτή η φάση αρχίζει να ξεπερ­νιέται, ιδιαίτερα στη νεολαία, που την απομάκρυνση από το δογματισμό δεν την βλέπει μόνο σαν αποτίνα­ξη του Ζαχαριάδη και πέρασμα σε έναν τολιατισμό, αλλά, παίρνοντας όλο και πιο έντονα τα μηνύματα από την επανάσταση στον Τρίτο Κόσμο –Κούβα, Αλγερία, Βιετνάμ, Κογκό κ.λπ.– όπως και από τη γέννηση του «νέου κινήματος» στη Δύση –Μπέρκλεϋ, «πρόβος» στην Ολλανδία, κ.λπ.–, αρχίζει να βάζει όλο και πιο προχωρημένα αιτήματα. Στο χώρο της Νεολαίας της ΕΛΑ αρχικά και των Λαμπράκηδων από το 1964 και μετά, οι προβληματισμοί πολλαπλα­σιάζονται. Όταν μάλιστα εμφανίζεται η κινέζικη διαφωνία, οι κινήσεις αυτές βρίσκουν μια βάση και στο παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα. Η νεολαία μεταβάλλεται σε «διαρκές πρόβλημα» για την ηγεσία της αριστεράς που προσπαθεί να αντιμετωπίσει αυτή την πολύμορφη ετεροδοξία που επεκτείνεται. «Κινέζοι», «τσαουσεσκικοί», «κοινοβίτες» (από την ομάδα που ανήκε ο Σωτήρης Πέτρουλας, ο Μάκης Παπούλιας, ο Παναγιώτης Γου­λιέλμος, και που έβαζε σαν στόχο την κοινοβιακή ζωή), «Φινιχίτες» (από την ομάδα που έβγαζε αρχικά το περιοδικό Φίλοι Νέων Χωρών με τον Νίκο Ψυρούκη και στη συνέχεια το περιοδικό Αντιϊμπεριαλιστής), τροτσκιστές που γνώριζαν μια νέα εξάπλωση στη νεολαία μετά από πολλά χρόνια, και τέλος «Αναγεννητές», από το 1964 και μετά, δηλαδή εκείνοι που είχαν συσπειρωθεί γύρω από το περιοδικό Ανα­γέννηση που έβγαζαν παλιοί ζαχαριαδικοί όπως ο Γιάννης Χοτζέας που μόλις είχαν γυρίσει από την εξορία, και που ταυτόχρονα υποστήριζαν την κινέζι­κη πολιτική, ακόμα και μερικοί «σομπίτες», δηλαδή υποστηρικτές του περιοδικού Socialisme ou Barbarie και του Καστοριάδη. Η νεολαία Λαμπράκη είναι ένα τεράστιο χωνευτήρι διαφορετικών ομάδων, φρα­ξιών, απόψεων, κινήσεων.

Αποτέλεσμα εικόνας για οικοδομοι απεργιες 1960

Η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος

Αυτή η πολιτιστική, οικονομική και πολιτική α­ναταραχή που διαπερνούσε όλη την κοινωνία δεν ήταν δυνατό να αφήσει απ’ έξω το ερ­γατικό κίνημα. Μάλιστα, το αναπτυσσόμενο εργατι­κό κίνημα αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά των ανατρο­πών που περιγράψαμε.

Όπως τονίσαμε ήδη, το κέντρο του νέου κινήμα­τος είναι οι οικοδόμοι, που γνώρισαν μια τεράστια αύξηση αυτή την περίοδο. Μέσα σε λίγα χρόνια οι οικοδόμοι, που το 1950 ήταν γύρω στα 70.000 άτομα, έφτασαν τις 200.000. Ήταν ένα προλεταριάτο νέο, δυναμικό, που εμφάνιζε όλα τα χαρακτηριστικά του «εργάτη-μάζα». Ας επιμείνουμε λίγο σ’ αυτό. Η οικο­δομή εκείνης της εποχής ελάχιστα μοιάζει με τη ση­μερινή. Σε κάθε γιαπί δούλευαν ταυτόχρονα δεκάδες ή ακόμα και εκατοντάδες ανειδίκευτοι εργάτες που κουβαλούσαν με τα χέρια το τσιμέντο και τη λάσπη και κατασκεύαζαν επί τόπου το σιδερένιο σκελετό. Δεν υπήρχαν ούτε αναβατόρια, ούτε προκατασκευα­σμένο σκυρόδεμα. Όλα γίνονταν επί τόπου και με την άμεση μυϊκή δύναμη. Χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες νέοι από αγροτικές περιοχές ήρθαν να επανδρώσουν τον κλάδο, ενώ οι παλιοί αριστεροί οικοδόμοι έγιναν εργολάβοι και τεχνίτες. Την ίδια στιγμή που στην Ευρώπη αναπτυσσόταν (με κέντρο τον εργάτη αλυσί­δας της αυτοκινητοβιομηχανίας, και γενικά τον εργά­τη της αλυσίδας παραγωγής) το φαινόμενο του «ερ­γάτη-μάζα», στην Ελλάδα ο μόνος τομέας της παρα­γωγής που εμφάνιζε αντίστοιχα χαρακτηριστικά ή­ταν ο τομέας των κατασκευών. Ο Έλληνας «εργάτης -μάζα» ήταν ο οικοδόμος στα τέλη του ’50 αρχές του ’60. Και αυτός ο εργάτης παρουσίαζε αντίστοιχα κοι­νωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά με εκείνον της Ευρώπης: πολιτική και κοινωνική ριζοσπαστικότητα, πάλη στο επίπεδο της παραγωγής  –μεροκάματο και ωράριο– χρησιμοποίηση της προλεταριακής βίας, εξισωτισμός, επέκταση των αγώνων. Όμως τα επίσημα συνδικάτα της ΓΣΕΕ του Μακρή και τα οι­κοδομικά του Λυκιαρδόπουλου, δεν ήταν παρά παρα­κρατικοί μηχανισμοί. Δημιουργούνται έτσι καινού­ρια σωματεία, τα περιβόητα «115» οικοδομικά σωμα­τεία που στη συνέχεια επεκτείνονται και σε άλλους κλάδους και φτάνουν πάνω από 500 σωματεία εκτός επίσημης ΓΣΕΕ. Οι αγώνες που δίνουν είναι υποδειγ­ματικοί, είναι αγώνες οικονομικοί και πολιτικοί. Εί­ναι αγώνες για τη μείωση του ωραρίου εργασίας – οι οικοδόμοι κέρδισαν μια κατάκτηση με έναν τρόπο μοναδικό σε παγκόσμιο επίπεδο, μείωσαν τις ώρες δουλειάς σε 7 τη μέρα χωρίς τη συμφωνία των αφεντι­κών και του κράτους, την αποφάσισαν και την εφάρ­μοσαν μονομερώς χωρίς να ρωτήσουν κανένα! Ταυ­τόχρονα οι αγώνες των οικοδόμων δεν περιορίζονται σε αγώνες με μόνο στόχο τα οικονομικά αιτήματα. Πρωτοστατούν στις πολιτικές κινητοποιήσεις, απο­τελούν μαζί με τους φοιτητές το «δίδυμο» της δεκαε­τίας του ’60, το δίδυμο των Ιουλιανών. Και η ίδια η σύνθεση και η φύση των οικοδομικών αγώνων βοηθά­ει σε κάτι τέτοιο. Δεν πρόκειται για αγώνες που στρέ­φονται ενάντια σε κάποια μεγάλα αφεντικά. Η φύση της παραγωγής στην οικοδομή είναι τόσο διάσπαρτη ώστε η σύγκρουση έχει σαν αντίπαλο το ίδιο το κρά­τος. Οι αγώνες των οικοδόμων είναι άμεσα αντικρατικοί αγώνες, γι’ αυτό και άμεσα πολιτικοί. Επιπλέον είναι αγώνες που διεξάγονται στα κέντρα των πόλεων και ιδιαίτερα στο κέντρο της Αθήνας. Την εποχή αυτή το κέντρο της Αθήνας είναι ένα απέραντο γιαπί. Πώς να ξεχάσουμε εκείνες τις διαδηλώσεις των Ιου­λιανών, ακόμα και τις φοιτητικές διαδηλώσεις της εποχής που πέρναγαν από τα μεγάλα γιαπιά, οι οικο­δόμοι σταμάταγαν τη δουλειά και χειροκροτούσαν, φώναζαν συνθήματα ή κατέβαιναν να ενωθούν με τους διαδηλωτές! Η παρουσία των οικοδόμων ήταν άμεση, φυσική, απτή στα κέντρα των πόλεων. Και οι αγώνες τους σφραγίζουν ακριβώς εκείνη την περίοδο ή μάλ­λον αποτελούν αποφασιστικό στοιχείο εκείνων των αγώνων.

Αλλά μετά τη βιομηχανική επέκταση που αρχίζει στη δεκαετία του ’60 οι αγώνες δεν περιορίζονται μόνο στους οικοδόμους, επεκτείνονται και στα εργοστά­σια. Η μεγάλη κινητοποίηση των εργατών του Καρέλα στο Λαύριο το 1964, επί κυβέρνησης Παπανδρέου, που αντιμετωπίστηκε με στρατό, σηματοδοτεί την εί­σοδο του βιομηχανικού προλεταριάτου στον αγώνα. Σε συνθήκες πτώσης της ανεργίας, όπως στις αρχές της δεκαετίας του ’60, με το άνοιγμα της μετανάστευ­σης και την επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας, οι εργατικοί αγώνες δεν έχουν χαρακτήρα αμυ­ντικό, «υπεράσπισης της δουλειάς», αλλά επιθετικό, για το μεροκάματο, το ωράριο, τις συνθήκες δου­λειάς. Η πτώση της Δεξιάς και η άνοδος της κυβέρνη­σης Παπανδρέου πυροδοτούν πια ένα εργατικό κίνημα που όμοιο του ίσως δεν είχε γνωρίσει η Ελλάδα, τουλάχιστον η μεταπολεμική.

Η Ελλάδα του 1964 και του 1965 είναι πρώτη χώρα στον κόσμο σε μέρες απεργίας! Το παλιό τοπίο ανα­τρέπεται άρδην. Στη χώρα που μέχρι τότε σκιάζονταν από τον ασφαλίτη, το χαφιέ, το συνδικαλιστικό της Ασφάλειας, το κυνήγι και το πέρασμα στο μαυροπί­νακα των αριστερών εργατών, ξεκινάνε αγώνες μεγά­λης έντασης και πνοής. Καθημερινά η Αθήνα διασχί­ζεται από διαδηλώσεις και απεργούς.

Παράλληλα ξεσηκώνονται οι αγρότες. Οι ελληνι­κές πόλεις γνωρίζουν για πρώτη φορά μια νέου είδους κινητοποίηση. Την εισβολή των τρακτέρ στα κέντρα των πόλεων. Δυο δεκαετίες καταπίεσης, τρομοκρα­τίας και αθλιότητας ανατρέπονται βίαια. Η Ελλάδα γνωρίζει μια πρώιμη και πολύ πιο εκρηκτική «μετα­πολίτευση», που όμως δεν κράτησε πάνω από 18 μή­νες. Η αστική τάξη, το Παλάτι, οι Αμερικάνοι, τρο­μαγμένοι οπισθοχωρούν και ανατρέπουν την κυβέρ­νηση Παπανδρέου. Δίπλα βέβαια στους οικοδόμους, τους βιομηχανικούς εργάτες, τους αγρότες, υπάρχουν και οι φοιτητές.

Η φοιτητική άνοιξη

Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο της «πολιτιστι­κής επανάστασης» που περιγράψαμε πιο πάνω είναι η «φοιτητική άνοιξη» που όμοια της δεν είχε γνωρίσει η Ελλάδα. Αυτή η «φοιτητική άνοιξη», που αρχίζει από τα τέλη της δεκαετίας του 50 και φτάνει μέχρι το 1966-67, φέρνει την Ελλάδα και το φοιτητικό χώρο από συνθήκες φοβερής υπανάπτυξης στην πρωτοπο­ρία νέων αγώνων, πρωτόγνωρων στις ελληνικές συν­θήκες. Το ελληνικό Πανεπιστήμιο γνωρίζει εκείνη την περίοδο την πρώτη του μεγάλη διεύρυνση· από 20 χιλιάδες φοιτητές φτάνει τους 50-60 χιλιάδες, γεννιέται το μαζικό Πανεπιστήμιο.

Ταυτόχρονα η καθυστερημένη και αναχρονιστική ιδεολογία της Δεξιάς σαρώνεται. Οι νέες ανάγκες της παραγωγής αλλά και της διαμόρφωσης ενός σύγχρο­νου κράτους σπρώχνουν στην αναμόρφωση του εκ­παιδευτικού συστήματος. Η πίεση για εκσυγχρονι­σμό είναι τεράστια. Ένας από τους βασικότερους αγώνες που οδήγησαν στην πτώση της Δεξιάς είναι ο αγώνας για να δοθεί το 15% του κρατικού προϋπολο­γισμού στην παιδεία, το περιβόητο Κίνημα του «15%». Τότε το φοιτητικό κίνημα διεκδικεί ταυτό­χρονα σε όλα τα επίπεδα, τη βελτίωση και τη ριζική αλλαγή της υλικοτεχνικής βάσης, την κατάργηση των υποχρεωτικών παρουσιών στις παραδόσεις, το γκρέμισμα της από καθέδρας διδασκαλίας, την αλλα­γή του περιεχόμενου της εκπαίδευσης, που ήταν συ­χνά όχι απλά αναχρονιστικό και απαρχαιωμένο αλλά ανοιχτά φασιστικό και καθαρευουσιάνικο. Η πλειο­ψηφία των καθηγητών στις θέσεις-κλειδιά είναι είτε μεταξικοί είτε διορισμένοι στον εμφύλιο. Οι αποβο­λές, τα πειθαρχικά, το κόψιμο για συνδικαλισμό είναι καθημερινή πραγματικότητα. Μέχρι τη δεκαετία του 60 χρειάζεται πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης για να μπορείς να γραφτείς στο Πανεπιστήμιο και οι τραμπούκοι της ΕΚΟΦ, οι Φύσσας, ‘Εβερτ, Ιωαννίδης και άλλοι σημερινοί ήρωες του «νεοφιλελευθερισμού», σε συνεργασία με το σπουδαστικό τμήμα της Ασφάλειας, τους Καραπαναγιώτη, Κραβαρίτη, Μπάμπαλη, κλπ, επιβάλλανε τον νόμο της τρομοκρατίας μέσα στα Πανεπιστήμια.

Η κατάσταση αλλάζει σταδιακά από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50, όταν αρχίζει ένα κίνημα με βάση αρχικά το Κυπριακό και το αίτημα της «αυτοδιάθε­σης» και που στη συνέχεια ριζώνει στη συνδικαλιστι­κή οργάνωση των φοιτητών. Από τους φοιτητές της νεολαίας της ΕΔΑ, που συχνά ανήκουν και στην ΕΠΟΝ, ξεκινάει η πρώτη συνδικαλιστική οργάνωση των φοιτητών, η ΔΕΣΠΑ, που οργανώνει τους φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη Θεσσαλονίκη η ΦΕΑΠΘ τραμπουκοκρατείται. Και μόνο στη δεκαε­τία του ’60 η ΕΦΕΕ θα εμφανιστεί σαν το πρώτο συλλογι­κό συνδικαλιστικό όργανο των φοιτητών. Η νεολαία της ΕΔΑ, οι Λαμπράκηδες στη συνέχεια, πρωτοστα­τούν στην οργάνωση της, αλλά από το 1964 και μετά η νεολαία της Ένωσης Κέντρου παίρνει το πάνω χέρι. Ταυτόχρονα όμως η νεολαία Λαμπράκη υπερφαλαγ-γίζεται και από τα αριστερά της. Γεννιέται η αριστερή αμφισβήτηση. Αυτή η πορεία του φοιτητικού κινήμα­τος δε γίνεται εν κενώ. Πρόκειται για μια εποχή πλού­σια σε αντιπαραθέσεις.

Οι ιδεολογικές συγκρούσεις εναλλάσσονται με τη διαδήλωση, με τη σύγκρουση στο δρόμο, με τη σύ­γκρουση με τους Εκοφίτες, κ.λπ. κ.λπ. Και μέσα σ’ όλα αυτά, όπως δείξαμε, η εισβολή νέων ιδεών και «ακουσμάτων» από το εξωτερικό.

Γεννιέται το σύγχρονο φοιτητικό κίνημα στην Ελ­λάδα. Οι φοιτητές, από μια μικρή και συχνά αντιδρα­στική ελίτ, αρχίζουν να μεταβάλλονται σε μια ευρύ­τερη νεολαιίστικη κατηγορία, σε ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο που γνωρίζει τη συνδικαλι­στική οργάνωση, την καθημερινή διεκδίκηση, την πάλη στο δρόμο και τα οδοφράγματα. Περνάμε από το φοιτητικό χώρο, απλή «αντανάκλαση» των κοινωνι­κών αντιθέσεων —όπως οριζόταν από τους «κλασι­κούς»— στο φοιτητικό χώρο σαν ένα νέο μαζικό χώρο, όχι απλά αντανάκλαση των ταξικών διαχωρισμών αλλά νέα συνιστώσα της ταξικής πάλης. Αυτή η νο­σταλγία που διαπερνάει σήμερα όλα τα κείμενα των μεσόκοπων της γενιάς του 114 για εκείνη την εποχή, είναι η νοσταλγία για μια εποχή που το φοιτητικό κίνημα γεννιόταν και έσπαγε τους κυματοθραύστες που συναντούσε στο διάβα του. Ήταν πράγματι μια ανεπανάληπτη εποχή, μ’ όλες τις αντιφάσεις της. Η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η «ανάπτυξη», ο «εκσυγ­χρονισμός», η ανατροπή της εξάρτησης. Αυτές οι ιδεολογικές συνιστώσες δίνουν και τα ιδεολογικά όρια αυτού του φοιτητικού κινήματος, που έρχεται να εξαντληθεί στα μεταπολιτευτικά πλαίσια μέσα από μια ενσωμάτωση στην ανάπτυξη και τον εκσυγχρονι­σμό. Ταυτόχρονα όμως, ακριβώς γιατί αυτά τα αιτή­ματα αποτελούσαν τότε αιτήματα πραγματικής πά­λης, δύσκολα ενσωματώσιμα, μπορούσαν άμεσα να συνδυάζονται με ανατρεπτικές πρακτικές και να διεκ­δικούνται στο πεζοδρόμιο. Μπορούσαν ταυτόχρονα να συνδυάζονται με προβληματικές που ξεπερνούσαν τον εκσυγχρονισμό και στόχευαν στην ανατροπή. Εξάλλου από το 1965 και μετά οι αριστερές τάσεις δυναμώνουν και τείνουν να κεντράρουν στην ανάγκη ενός ιδεολογικού βαθέματος του κινήματος.

Μετά το 1965 δε θα υπάρξει πια «γενιά του 114», τα αιτήματα θα τείνουν να γίνουν πιο ριζοσπαστικά και οι Λα­μπράκηδες θ’ αρχίσουν να υπερφαλαγγίζονται από τα αριστερά τους. θα έρθει όμως η χούντα να δώσει τη δική της απάντηση, πριν αυτό το κίνημα μπορέσει να εξελιχθεί. Πάντως, από το 1964-1965 ο «αριστερισμός» αρχίζει να ξαπλώνεται ανάμεσα στους φοιτη­τές, φυσικά με μεγαλύτερο βάρος στις «μ-λ» απόψεις και με αναφορά στην Κίνα. Στο εσωτερικό πεδίο, η «αντιϊμπεριαλιστική» και «αντικαπιταλιστική» κριτι­κή αρχίζει να ξεπροβάλλει πίσω από την απλή ανα­φορά στη δημοκρατία και τον εκσυγχρονισμό. Όλα αυτά μέσα στο πλαίσιο της εποχής, μέσα σε ένα πλαί­σιο όπου η σύγκρουση με το Παλάτι, με τη Δεξιά, τη στρατοκρατία, έχει ένα συγκεκριμένο, απτό και πραγματικό περιεχόμενο…

Σκίτσο του Μποστ δημοσιεύτηκε στην Αυγή τον Αύγουστο του 1964 και σατιρίζει Τούρκο αεροπόρο που είχε συμμετάσχει στον βομβαρδισμό της Τηλλυρίας  

Η λειτουργία του πυροδότη

Παράλληλα με τις εσωτερικές ταξικές αντιθέσεις κινητοποιούνται και οι αντίστοιχες εξωτερικές, και πάνω απ’ όλα το Κυπριακό. Το καθεστώς της Ζυρί­χης τινάζεται στον αέρα. Η τρίχρονη λειτουργία του κυπριακού «κράτους» έδειξε πόσο αγεφύρωτη είναι η αντίθεση ανάμεσα στην τουρκοκυπριακή μειοψηφία και τη συντριπτική ελληνική πλειοψηφία, έδειξε πως το κράτος τη Ζυρίχης είναι ένα τεχνητό κατασκεύα­σμα που δεν έχει προοπτικές επιβίωσης. Ταυτόχρονα στην Κύπρο αναπτύσσεται κιόλας, γύρω από τον Μα­κάριο και τον νεοδημιουργημένο κρατικό μηχανισμό, γύρω από μια μερίδα της αστικής τάξης και την πα­ντοδύναμη εκκλησία, μια πτέρυγα που δεν επιζητεί πια την ένωση με την Ελλάδα. Μια πτέρυγα που παύει να θεωρεί πια τη συμφωνία της Ζυρίχης σαν ένα απλό τακτικό βήμα προς την πολυπόθητη αυτοδιάθεση, που αποδέχεται έμμεσα αλλά σαφώς τη βιωσιμότητα του Κυπριακού κράτους ως αυτόνομου κράτους και που προσπαθεί να την κατοχυρώσει πίσω από μια τυπική αναφορά στην «ελληνικότητα». Αυτή η πολι­τική ευνοείται και από τη Ρωσία, που προτιμάει βέ­βαια μια «ανεξάρτητη» Κύπρο από μια Κύπρο ενταγ­μένη στη νατοϊκή Ελλάδα.

Απέναντι στην εδραίωση του Ζυριχικού κράτους αντιδράει μόνο μια μερίδα των παλιών «ενωτικών», με τον Γρίβα επικεφαλής, που προσπαθεί να προκαλέσει μια σύγκρουση με τους Τουρκοκύπριους και να ανα­τρέψει τους συσχετισμούς της Ζυρίχης. Αρχίζει η εσωτερική αντιπαράθεση στην Κύπρο, αντιπαράθε­ση που φτάνει μέχρι τον βομβαρδισμό ελληνικών χωριών από την τούρκικη αεροπορία, αποστολή ελ­ληνικού στρατού στο ύψος της μεραρχίας και ενεργό παρέμβαση των Αμερικάνων. Τότε διαμορφώνεται το περίφημο σχέδιο «’Ατσεσον» που, μετά από διαδοχι­κές επεξεργασίες, καταλήγει σε ένα σχήμα ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, με ταυτόχρονη παραχώ­ρηση στους Τούρκους μιας νοικιασμένης βάσης στην Καρπασία και πιθανά την παραχώρηση του Καστελό­ριζου. Οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας φτάνουν τελικά σε μια αρχική συμφωνία κάτω από πίεση των Αμερικάνων που δεν έχουν καμιά διάθεση να δυναμιτίσουν την νότιο-ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και επιθυμούν μια «σταθερή» λύση. Αντίθετοι είναι βέβαια οι Άγγλοι που βλέπουν πως θα χάσουν τις βάσεις τους, ο Μακάριος και η δεμένη με τα αγγλι­κά συμφέροντα κυπριακή εμπορική και μεταπρατική αστική τάξη. Την ίδια θέση από τη δική τους πλευρά έχουν και οι Ρώσοι που κινητοποιούν στην Ελλάδα και στην Κύπρο την Αριστερά ενάντια στο «ξεπούλη­μα» του σχεδίου Άτσεσον. Η τούρκικη κυβέρνηση, που είχε δεχτεί το σχέδιο Άτσεσον μόνο κάτω από τις πιέσεις των Αμερικάνων, αδράχνει κάθε ευκαιρία για να το σαμποτάρει. Ταυτόχρονο; και ο ίδιος ο Πα­πανδρέου, που το είχε δεχτεί, υπαναχωρεί και αρνεί­ται στη Νέα Υόρκη να καμφθεί στις πιέσεις του Τζόνσον, μια και το σχέδιο Άτσεσον ταυτίζεται πια μέσα στη λαϊκή συνείδηση με ένα νέο «ξεπούλημα» της Κύπρου. Έτσι τα πράγματα στην Ελλάδα αλλάζουν, γεννιέται ο σύγχρονος αντιαμερικανισμός!

Η Ελλά­δα που εκτός από την αριστερά ήταν φιλοαμερικάνικη στην πλειοψηφία της μέχρι το 1960 περίπου, αρχί­ζει να αλλάζει χρώμα. Οι Κεντρώοι μετακινούνται σταδιακά σε αντιαμερικανικές θέσεις. Το σχέδιο Μάρσαλ έχει τελειώσει, ο ψυχρός πόλεμος έχει εξα­σθενήσει και η απειλή της αριστεράς έχει περιορι­στεί πια στα μάτια των παλιών αντικομουνιστών. Η «φιλοτουρκική» στάση της Αμερικής και η υποστή­ριξη από πλευρά τους του Παλατιού σπρώχνει σε μετακινήσεις μεγάλης κλίμακας.

Η Κύπρος, ο μεγάλος πυροδότης των πολιτικών εξελίξεων σε όλη την μεταπολεμική ιστορία μας, παρεμβαίνει και πάλι. Αυτή η κίνηση για αποτίναξη της αμερικάνικης εξάρτησης που βαθαίνει μέσα στη λαϊκή συνείδηση δεν είναι μόνο συνέπεια του Κυ­πριακού και της ύφεσης στο διεθνές πεδίο. Εκφράζει βαθύτερες τάσεις της ελληνικής οικονομίας και κοι­νωνίας. Η Ελλάδα, μέσα από τη βιομηχανική και γενικότερη οικονομική της ανάπτυξη, προσεγγίζει στην Δυτική Ευρώπη, που μεταβάλλεται σταδιακά στον πρώτο εταίρο της ελληνικής οικονομίας. Ο ατλαντισμός αρχίζει να εξασθενεί σε όφελος του ευρωπαισμού. Αρχίζει η μεγάλη στροφή που θα οδηγήσει την Ελλάδα, είκοσι χρόνια μετά, σε σχέσεις με την Αμερική παρόμοιες με εκείνες της Δυτικής Ευρώπης, ενός μικρού εταίρου, και όχι πια ενός προτεκτοράτου, όπως ήταν στη δεκαετία του 50. Όμως η κίνηση μόλις αρχίζει.

Η αποτυχία της αριστεράς και το «νέο» Κέντρο

Όπως τονίσαμε παραπάνω η μεγάλη άνοδος της Αριστεράς στις εκλογές του 1958 αποτέλεσε το σήμα κινδύνου για τους Αμερικάνους και την αστική τάξη, για το Παλάτι. Σπρώχνουν τότε στην ανασυγκρότη­ση και ενοποίηση του παλιού Κέντρου, που είχε πε­ράσει σε παρακμή.

Πράγματι μέχρι το 1952, το παλιό Κέντρο — Φιλε­λεύθεροι, ΕΠΕΚ, Παπανδρέου, Σοφούλης, Πλαστήρας, Βενιζέλος κ.λπ. — αποτέλεσε την κύρια δύναμη που έφερε σε πέρας τον εμφύλιο και την επανεπιβεβαίωση της καθεστηκυίας τάξης μετά τη μεγάλη κρί­ση της δεκαετίας του ’40. Οι Άγγλοι, και οι Αμερικά­νοι στη συνέχεια, δεν ευνοούσαν κυβερνήσεις της Δεξιάς που ήταν πολύ σφιχτά και πρόσφατα δεμένες με τα Τάγματα Ασφαλείας, το δωσιλογισμό, τη συνερ­γασία με τον καταχτητή. Τον εμφύλιο και τη σύ­γκρουση με την Αριστερά τον ανέλαβαν κύρια οι Κεντρώοι και κεντρογενείς. Ο εμφύλιος θα αρχίσει το Δεκέμβρη με το τσιράκι του Σκόμπυ, Παπανδρέου, και θα συνεχιστεί με τον Σοφούλη, τον Ζέρβα, τον Πλαστήρα, κ.λπ. Μετά το τέλος του εμφύλιου, είναι πια τόσο ξεζουμισμένοι ώστε παραμερίζονται από τα αφεντικά τους και μπαίνουν στο περιθώριο, ενώ ένας μεγάλος αριθμός από κεντρώους πολιτευτές περνάει με τη Δεξιά. Δεν πρέπει εξάλλου να ξεχνάμε ότι ο ζογκλέρ Γεώργιος Παπανδρέου εκλέγεται με τον Συναγερμό το 1952, ενώ ο Αβέρωφ ήταν παλιό μέλος του κόμματος των Φιλελευθέρων. Το Κέντρο περνάει στην ανυποληψία και τον κατακερματισμό μέσα σε εμφύλιες διαμάχες και συγκρούσεις των κεντρώων κομματαρχών. Ανοίγεται ο δρόμος για την άνοδο της Αριστεράς που με τη μορφή της ΕΛΑ φτάνει όπως είπαμε στο 25% στις εκλογές του 1958.

Οι Αμερικάνοι και το Παλάτι δε διστάζουν λοιπόν να ωθήσουν σε μια διαδικασία ενοποίησης του πα­λιού Κέντρου, ώστε να προσφέρουν μια νέα δυνατό­τητα εναλλαγής στις μάζες που έχουν αρχίσει να αντιδρούν απέναντι στην πολιτική της Δεξιάς. Ό­μως, όπως συμβαίνει συχνά στην ιστορία, η επιτυχία τους σ’ αυτό το εγχείρημα ήταν τελικά πύρρεια. Γιατί η οικοδόμηση ενός κόμματος που κατόρθωσε να εκ­φράσει ένα μεγάλο ποσοστό των παλιών εαμογενών μαζών και να περιορίσει τη δεξιά στο 35% του 1964 και του 1981, ανέτρεψε την πολιτική ισορροπία στην Ελλάδα. Γιατί υποχρέωσε τους παλιούς και φθαρμέ­νους πολιτικούς του Κέντρου να μεταβληθούν σε όρ­γανο μιας μεταρρύθμισης που σήμαινε τεράστιες αλ­λαγές για την Ελλάδα, σήμαινε απομάκρυνση από την αμερικάνικη ηγεμονία, περιορισμό της δύναμης του Παλατιού, αποδυνάμωση του φασιστικού και ατ­λαντικού στρατού, άνοδο της αγοραστικής δυνατότη­τας των μαζών, καταστροφή του παλιού δοσιλογικού «κατεστημένου», αλλαγή στους ταξικούς συσχετι­σμούς, εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, κ.λπ. κ.λπ. Μπο­ρεί το Παλάτι και οι Αμερικάνοι να απόφυγαν τον κίνδυνο της παραδοσιακής αριστεράς μέσα από την ανασυγκρότηση του Κέντρου, δεν μπορούσαν όμως να φανταστούν ότι άνοιγαν μια διαδικασία που θα την πλήρωναν ακριβά στη συνέχεια και. που είκοσι χρό­νια αργότερα θα είχε σαν συνέπεια την αντικατάστα­ση του Κέντρου από ένα σοσιαλιστικό κόμμα βγαλ­μένο μέσα από τα σπλάχνα αυτού του παλιού κέντρου. Το Κέντρο και στη συνέχεια το ΠΑΣΟΚ ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας τα οράματα της παραδοσιακής Αρι­στεράς. Η ιστορία παίζει παράξενα παιχνίδια. Φυσι­κά η ίδια η παραδοσιακή Αριστερά μπήκε σε μια μακρόχρονη και περίεργη κρίση «περικύκλωσης» και ξεπεράσματος της απ’ αυτό το νέο «Κέντρο».

Η ΕΛΑ και το ΚΚΕ, που συνέχιζε να αποτελεί την ραχοκοκαλιά της και να την καθοδηγεί, μεταβάλλο­νται σταδιακά σε δευτερεύοντα πόλο της αντίθεσης. Ενώ μετά τη δεκαετία του ’40 οι παραδοσιακές αντιθέ­σεις ανάμεσα στα αστικά κόμματα υποχωρούν μπρος στην αντίθεση τους συνολικά με το ΚΚΕ, από τη δεκαετία του ’60 και μετά τα πράγματα αντιστρέφο­νται, η αντίθεση του αναγεννημένου Κέντρου με τη Δεξιά τείνει να αποκτήσει νέα χαρακτηριστικά, να μεταβληθεί σε αντίθεση «προοδευτικών» — «αντι­δραστικών» και έτσι να εγκλωβίσει και την παραδο­σιακή αριστερά που μεταβάλλεται απλά στην αριστε­ρή πτέρυγα του «προοδευτικού» στρατοπέδου. Η Ε­ΔΑ, κουβαλώντας και το κόμπλεξ του ηττημένου, δεν κατορθώνει να μπει μπροστά στην αντιπαράθεση της ελληνικής κοινωνίας, αλλά μεταβάλλεται σύντομα σε ουρά του Παπανδρέου και του Κέντρου. Τελικά όλα παίχτηκαν το 1961, στις ανεπανάληπτες εκλογές του 1961, εκλογές «βίας και νοθείας», όπου ψήφισαν τα δέντρα και οι πεθαμένοι, όπου κάλπες έκαναν φτε­ρά και υπήρξαν ακόμα και νεκροί αριστεροί, όπου τα ΤΕΑ εξορμούσαν με τα όπλα και οι βουλευτές της ΕΛΑ δεν μπορούσαν να κάνουν προεκλογική εκστρα­τεία στους παραμεθόριους, «απαγορευμένους», νο­μούς (η προσπέλαση σ’ αυτούς απαιτούσε άδεια από το φρουραρχείο!)

Μετά από αυτές τις εκλογές η ΕΔΑ περιορίστηκε σε απλές διαμαρτυρίες και το Κέντρο άδραξε την ευκαιρία. Άρχισε ο «ανένδοτος αγώνας» του «Γέ­ρου». Τα πράγματα έχουν πια παιχτεί. Τον αγώνα ενάντια στη Δεξιά θα τον αναλάβει πολιτικά το Κέ­ντρο και ο «Γέρος», ενώ οι αριστεροί θα είναι οι νεροκουβαλητές και τα θύματα. Από τότε, τουλάχιστον οι μισοί αριστεροί και εαμογενείς ψηφοφόροι μεταναστεύουν μόνιμα πια στο Κέντρο και αργότερα στο ΠΑΣΟΚ. Μέσα από τη συγκόλληση των αποτυ­χημένων πολιτικών του παλιού Κέντρου γεννήθηκε ένα «νέο» Κέντρο που ανέλαβε να εκφράσει τις νέες δυναμικότητες και πραγματικότητες της ελληνικής κοινωνίας. Όσο για την παραδοσιακή αριστερά, όσο περισσότερο ξαπλώνονταν οι απόψεις της τόσο πε­ριοριζόταν ο πολιτικός της ρόλος.

Και σύντομα η ανάληψη αυτού του νέου ρόλου από το παλιό Κέντρο άρχισε να μεταλλάσσει κι αυτό το ίδιο το κόμμα του Κέντρου. Η νεολαία του, η ΕΔΗΝ, τραβάει σταδιακά, ιδιαίτερα μετά το 1965, προς τα αριστερά, αρχίζει να ορίζεται όλο και περισσότερο σαν σοσιαλιστική, πορεία που θα ολοκληρωθεί με την έλευση της χούντας. Στην ίδια την κοινοβουλευ­τική ομάδα ξεχωρίζουν πια οι «ριζοσπάστες» —με επικεφαλής τον Ανδρέα— από τη δεξιά πτέρυγα που θα αποτελέσει τη βάση της αποστασίας, τους Μητσο­τάκη, Στεφανόπουλο, τον παλιό «εαμικό» Τσιριμώ­κο, κ.λπ. Είναι προφανές ότι μετά το 1965 η ριζοσπαστικοποίηση της βάσης, αλλά και του μεγαλύτερου μέρους του κόμματος, επιταχύνεται, έχει κιόλας δη­μιουργηθεί η βάση, ο πυρήνας του μελλοντικού ΠΑ­ΣΟΚ.

Να λοιπόν πού οδήγησε ο «έξυπνος ελιγμός» των Αμερικάνων και του Παλατιού.

Οι αντιθέσεις εκρήγνυνται

Τελικά η Ένωση Κέντρου με την άνοδο της στην εξουσία δεν κατόρθωσε να προωθήσει ένα σενάριο απλού εκσυγχρονισμού του καθεστώτος. Στριμωγμέ­νη ανάμεσα στη λαϊκή κινητοποίηση και το «κατε­στημένο», η Ένωση Κέντρου γίνεται κομμάτια στο εσωτερικό της και σπρώχνεται στην αντιπαράθεση με το Παλάτι και τους Αμερικάνους.

Η κατάκτηση κάποιων στοιχειωδών ελευθεριών και η καθαίρεση της Μακρικής ηγεσίας της ΓΣΕΕ επιτρέπουν μια πρωτοφανή επέκταση των εργατικών αγώνων που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε η κατα­στολή ούτε οι υποσχέσεις. Οι εργατικοί αγώνες, οι κινητοποιήσεις των αγροτών, οι φοιτητικές διαδηλώ­σεις και το Κυπριακό αποδείχνουν στην αστική τάξη πως δεν είναι δυνατό η μεταρρύθμιση να μείνει μόνο στα πλαίσια ενός απλού εξωραϊσμού του καθεστώτος. Το Κέντρο αποδείχνεται επικίνδυνο για το Παλάτι, τους Αμερικάνους, την αστική τάξη, ακριβώς γιατί δεν μπορεί να ελέγξει την λαϊκή κίνηση, αντίθετα σπρώχνεται απ’ αυτή. Το φιλελεύθερο πείραμα του «κατεστημένου» αποδείχνεται αδιέξοδο, οι λαϊκές και εργατικές κινητοποιήσεις βάζουν αιτήματα που το ξεπερνούν. Πολύ σύντομα οι ίδιοι οι υποστηρικτές του Παπανδρέου τον εγκαταλείπουν και το Παλάτι προκαλεί ανοιχτά την κυβέρνηση σε παραίτηση, για να «λυθεί» το Κυπριακό, να επιβληθεί λιτότητα, και να ξαναγυρίσουν οι μάζες στα σπίτια τους, «για να ξαναγυρίσει το πεζοδρόμιο στα υπόγεια και να πά­ψουν οι Λαμπράκισσες με τις μαύρες κάλτσες να παρασύρους τους εθνικόφρονες φαντάρους», όπως γρά­φει στην Καθημερινή η αφιονισμένη Ελενίτσα!

Ένα κομμάτι των πολιτευτών του κέντρου ακούει τη φωνή του κυρίου του, αλλά η φοβερότερη λαϊκή κινητοποίηση στην ελληνική ιστορία, εκτός από την Αντίσταση και την Κατοχή, δεν επιτρέπει την απο­σύνθεση του Κέντρου, αντίθετα σπρώχνει το ίδιο το Κέντρο προς τα αριστερά. Τώρα πια η τομή έχει γίνει πραγματικότητα. Το σύνθημα «πάρ’ τη μάνα σου και μπρος, δε σε θέλει ο λαός» κυριαρχεί στις «70 μέρες του Ιούλη»· παρά τους πυροσβέστες της ΕΔΑ και του Κέντρου, το «καθεστωτικό» έχει μπει αντικειμενικά, και «καθεστωτικό» στις ελληνικές συνθήκες σημαί­νει πολλά ακόμα, σημαίνει το ζήτημα του στρατού και της εξάρτησης, σημαίνει κράτος της Δεξιάς και μια δοσμένη μορφή κατασταλτικής κυριαρχίας πάνω στις μάζες.

Ο Ιούλης του ’65 παίρνει έτσι την πραγματική του σημασία και αναδείχνεται σαν το τέλος της παλιάς αντιπαράθεσης που είχε σφραγιστεί με τον εμφύλιο και την ήττα της αριστεράς. Ο Ιούλης του ’65 σήμαινε το οριστικό τέλος της αντιπαράθεσης εθνικοφρόνων και κομμουνιστών και τη μετάθεση της αντίθεσης σε ένα νέο πεδίο, τη σύγκρουση «προόδου» και «συντήρησης», που θα εξελιχτεί στη συνέχεια σε αντιπαράθεση «αστι­κού» και «σοσιαλιστικού» στρατοπέδου. Εκεί, σ’ αυ­τές τις μέρες του Ιούλη, σφυρηλατήθηκε ένα νέο μέ­τωπο, που ξεκινούσε από την άκρα αριστερά και έ­φθανε μέχρι αυτό το νέο «Κέντρο», ένα μέτωπο που αντικειμενικά θα διαμορφώσει τα σημεία της πολιτι­κής αντιπαράθεσης για μια εικοσαετία και θα οδηγη­θεί στην εξουσία το 1981[2].

«Ιουλιανά» και Μεταπολίτευση

Στον Ιούλη του 1965 θα βρει κανένας όλα τα συνθή­ματα, τις προβληματικές, τις ταξικές συμμαχίες που αποτελούν το «σοσιαλιστικό κατεστημένο» του σή­μερα, που αποτέλεσαν τη βάση της αντιχουντικής συμμαχίας, του Πολυτεχνείου, κ.λπ. Εκεί θα συναντή­σει κανείς αυτές τις ταξικές συμμαχίες ανάμεσα στα μικροαστικά στρώματα, τους εργάτες, τους φοιτητές τους αγρότες και του νεόκοπους τεχνοκράτες που αποτέλεσαν κι εξακολουθούν οριακά να αποτελούν το μπλοκ της «αλλαγής». Και παρά την αντιφατικό­τητα αυτού του μπλοκ, τις εσωτερικές του αντιφάσεις και αντιθέσεις, η κατάσταση είχε ένα χαρακτήρα πραγματικά εκρηκτικό, επαναστατικό θα λέγαμε. Γιατί αφενός μεν ήταν κυριολεκτικά ανεξέλεγκτη, μια και οι οργανωμένες δυνάμεις των κομμάτων ήταν τότε ελάχιστες –δεν υπάρχει καμιά σύγκριση με το σήμερα– και αφετέρου γιατί οι εχθροί αυτού του κι­νήματος ήταν τότε παντοδύναμοι. Το 1965 δεν ήταν το 1974. Το 1974 το Παλάτι είχε ήδη διωχτεί από την χούντα, ο στρατός είχε κυριολεκτικά διαλυθεί από την ήττα του στην Κύπρο, οι Αμερικάνοι έκαναν τον ψόφιο κοριό και η Δεξιά πραγματοποιούσε το εκσυγ­χρονιστικό της άλμα για να διαχωριστεί από τη χού­ντα. Ουσιαστικά η μεταπολιτευτική αλλαγή έγινε σχεδόν χωρίς σύγκρουση, έγινε με την ψήφο και την οργάνωση στα κόμματα και τα συνδικάτα. Η οργάνω­ση και η ψήφος αντικατέστησαν τη λαϊκή σύγκρου­ση και το οδόφραγμα, με αποτέλεσμα το φρούτο της εξουσίας να πέσει ήσυχα-ήσυχα στα χέρια της «αλ­λαγής» χωρίς να ανοίξει μύτη. Γιατί οι μύτες είχαν ήδη ανοίξει σ’ όλη την προηγούμενη περίοδο! Γι’ αυτό οι άκαπνοι βρέθηκαν στην εξουσία πατώντας στους, αγώνες που κάποιοι άλλοι είχαν διεξαγάγει παλαιότε­ρα.

Την περίοδο όμως που ανοίγεται με τον Ιούλη του 1965 η ανατροπή της παλιάς τάξης πραγμάτων είχε αντικειμενικά έναν επαναστατικό χαρακτήρα και ά­νοιγε προφανώς μια διαδικασία «διαρκούς επανάστα­σης», δηλαδή μιας περιόδου αλλεπάλληλων ανατρο­πών που οδηγούσαν αναπόφευκτα στο άνοιγμα μιας επαναστατικής κρίσης. Γι’ αυτό και το «κατεστημένο» έβαλε μπροστά τα μεγάλα μέσα: Το βασιλικό πραξικόπημα το 1965 και, όταν αποδείχτηκε ότι το κίνημα όχι μόνο δεν υποχωρούσε αλλά με τις εκλογές θα πραγματοποιούσε ένα νέο ποιοτικό άλμα, το 1967, η δικτατορία της 21ης Απρίλη. Το παλιό καθεστώς αποπειρόταν να ανακόψει τη διαδικασία της ανατροπής της παλιάς τάξης πραγμάτων. Γι’ αυτό έβγαλε στην επιφάνεια όλα τα αποθέματα κτηνωδίας και χυδαιότητας που διέθετε. Ανέσυρε τους βασανιστές της Μακρονήσου, τους στρατοδίκες, τους δοσίλογους, τους χαφιέδες επαρχιακούς δικηγό­ρους και τους πράκτορες της ΣΙΑ και τους έβαλε στην κυβέρνηση. Αυτή ήταν πια η κατάντια της εθνικοφροσύνης.

Οι εκλογές του 1967 που θα οδηγούσαν σε σάρωμα της Δεξιάς και των αποστατών θα αποτελούσαν αντι­κειμενικά ένα δημοψήφισμα ενάντια στο Παλάτι, τους Αμερικάνους και την ίδια την αστική ομαλότη­τα.

Η χούντα, παρ’ όλη την χυδαιότητα της, δεν ήταν τελικά, ούτε αποδείχτηκε στη συνέχεια, «βλακεία» έστω και αν σήμερα πληρώνεται ακριβά από τους πρωτεργάτες της. Για το καθεστώς λειτούργησε σω­τήρια. Τα 7 1/2 χρόνια της δικτατορίας σύντριψαν το φοβερό λαϊκό κίνημα του 65 που βρισκόταν σε εξέλι­ξη και όταν ήρθε η μεταπολίτευση τα πράγματα ήταν πια διαφορετικά. Μέσα από τη χούντα διαμορφώθηκε μια νέα φυσιογνωμία του ελληνικού λαού, μια φυσιο­γνωμία ατομισμού, καταναλωτισμού, μια φυσιογνω­μία «φίλαθλου». Το καταπληκτικό πολιτικό υποκείμενο του 1965 είχε εξαφανιστεί για πάντα. Οι οικοδόμοι του 1965, ο εργάτης-μάζα με τις επαναστατικές από­ψεις, δεν ήταν πια παρά κάποιοι «υψηλόμισθοι» κα­ταναλωτές σκυλάδικων και τα μικροϊδιοκτητικά λαϊ­κά στρώματα του 1965, που αποτελούσαν την εαμογενή μάζα, είχαν μεταβληθεί σε καταναλωτικούς μικροαστούς. Οι φοιτητές, αφού πέρασαν μέσα από τις συμπληγάδες της χού­ντας και του αντιχουντικού αγώνα, μετά την μεταπο­λίτευση θα μετακινηθούν προς την ΚΝΕ, σε αντίθεση με το φοιτητικό κίνημα της Ευρώπης και θα μεταβλη­θούν σε «χρυσή νεολαία» του μεταπολιτευτικού καθεστώτος.

Αυτή η φοβερή λαϊκή διαθεσιμότητα που είχε το κίνημα του 1965 χάθηκε για πάντα. Εκείνο το κίνημα που για 70 μέρες αψηφούσε την αστυνομία και τους πυροσβέστες των κομμάτων έγινε πια αδιανόητο στις νέες συνθήκες. Και ναι μεν τα αιτήματα εκείνου του κινήματος στη συντριπτική τους πλειοψηφία πραγματώθηκαν μετά τη μεταπολίτευση, αλλά πραγ­ματοποιήθηκαν με τρόπο «δοτό», από τα πάνω, από τα κόμματα και όχι μέσα από την διαδικασία που είχε ανοίξει το ’65 μέσα από την άμεση λαϊκή αντιπαράθε­ση. Έτσι συνέβη αυτό που τόσες φορές έχει συμβεί στην ιστορία. Η αντεπανάσταση διακόπτει κάποια επαναστατική διαδικασία και στη συνέχεια, αφού τσακίσει τις επαναστατικές δυνάμεις, πραγματοποιεί εν πολλοίς το πρόγραμμα του κινήματος, αφού όμως βγάλει το άμεσο υποκείμενο από το προσκήνιο!

Ενώ το 1965 είναι η εποχή που ο ριζοσπαστισμός των μαζών πυροδοτείται από τα κάτω, από τις δυνά­μεις του ίδιου του λαϊκού κινήματος, και προσκρούει στην αντίδραση του «συστήματος», ακόμα και των φιλολαϊκών κομμάτων, μετά τη μεταπολίτευση ο νέος ριζοσπαστισμός ελέγχεται και «καναλιζάρεται» από τα πάνω. Στη μεταπολίτευση, ο Ανδρέας, το ΚΚΕ, ακό­μα και ο Καραμανλής, ελέγχουν αυτό το ριζοσπαστι­σμό και τον μεταβάλλουν σε κομματική ισχύ. Γι’ αυτό και στις νέες συνθήκες οι πραγματι­κές αλλαγές που γίνονται στη ζωή των μαζών δεν εκφράζονται μέσα από ένα επαναστατικό κίνημα αλ­λά έρχονται μέσα από την «επαναστατικοποίηση» του «κατεστημένου». Οι εφημερίδες γίνονται σοσια­λιστικές, ο σοσιαλισμός είναι μια ανέξοδη και εν πολλοίς αποδοτική ιδεολογία και το νέο κατεστημένο της Ελλάδας είναι ένα σοσιαλιστικό κατεστημένο. Οι παλιοί φουκαράδες δημοσιογράφοι του 1965 που ψωμολυσσούσαν γίνονται οι καλοπληρωμένοι γιάπηδες του εκσυγχρονισμού, οι αριστεροί διανοούμενοι, που γνώ­ριζαν προβλήματα βιοπορισμού και αποκλεισμού, σήμερα καθορίζουν τα σχολικά προγράμματα, την τηλεόραση και το εθνικό θέατρο, ενώ η αφόρητη πολυθεσία τους κάνει να μοιάζουν με καλοφαγωμένα χταπόδια που απομυζούν από παντού.

Η χούντα λοιπόν πέτυχε· πέτυχε να σπάσει την επαναστατική δυναμική του κινήματος του 1965. Δεν πέτυχε βέβαια –και γι’ αυτό οι πρωτεργάτες της βρίσκονται στη φυλακή– να εμποδίσει την πραγμα­τοποίηση με μεταρρυθμιστικό τρόπο και από τα πάνω των αιτημάτων εκείνου του κινήματος. Άλλωστε αυ­τό το τελευταίο ήταν αδύνατο. Η δυναμική που άνοιξε το 1965 ήρθε να εκφραστεί μετά τη μεταπολίτευση με τη μεγάλη μεταρρύθμιση που συντάραξε για δέκα χρόνια την ελληνική κοινωνία.

Κοιτάζοντας τώρα, 43 χρόνια πίσω, μπορούμε να έχουμε μια σφαιρική εικόνα της εξέλιξης. Μιας εξέ­λιξης που ήταν αντιφατική. Από τη μια η ολοκλή­ρωση των αιτημάτων του 1965, των αιτημάτων της δημοκρατίας, της αποπομπής του Παλατιού, του ξεδοντιάσματος των στρατοκρατών, της αλλαγής του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στις λαϊκές τάξεις και την ολιγαρχία, της σχετικής μείωσης της εξάρτησης από την Αμερική. Όλα αυτά έγιναν πράξη. Μ’ αυτή την έν­νοια ο μεγάλος αγώνας του 1965 δεν πήγε χαμένος. Το πρόγραμμα του νίκησε. Η ζωή των ανθρώπων άλλαξε. Εκείνο βέβαια που δεν έγινε ήταν πως το 1965 δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει άμεσα, μέσα από τη λαϊκή κίνηση, αυτά τα αιτήματα! Το Παλάτι διώχτη­κε από τη χούντα, ο στρατός κλείστηκε στους στρα­τώνες μετά την ήττα του στην Κύπρο, την απόσταση από τους Αμερικάνους την πήρε ο ίδιος ο Καραμαν­λής, και η μείωση των ωρών δουλειάς από 48 σε 40 έγινε μέσα από την προσαρμογή στο καθεστώς της τότε ΕΟΚ! Και αυτός ο τρόπος εκπλήρωσης του «προ­γράμματος» του 1965 δεν επέτρεψε τη διαμόρφωση επαναστατικών δυνάμεων που θα ήθελαν να οδηγή­σουν τη διαδικασία πιο πέρα, σε μια επαναστατική ανατροπή με μεγαλύτερο βάθος. Γι’ αυτό οι επανα­στατικές δυνάμεις ηττήθηκαν ενώ το «πρόγραμμα» κέρδισε!

Τα Ιουλιανά παραμένουν λοιπόν μια μεγάλη στιγμή, μια επαναστατική στιγμή στην εξηντάχρονη μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας. Μια στιγμή που άνοιξε τη νέα διαδικα­σία μιας ταξικής σύγκρουσης με νέους όρους, μιας ταξικής σύγκρουσης όπου η παλιά αντίθεση αριστεράς-δεξιάς ενσωματώνεται σιγά-σιγά στην αντίθεση «προοδευτικών-συντηρητικών» του αστικού στρατο­πέδου. Με τη διαδικασία που άρχισε στη δεκαετία του 60 τα αιτήματα που έβαλε η Αριστερά στη δεκαετία του 40 τείνουν να απορροφηθούν από το στρατόπεδο του αστικού εκσυγχρονισμού και να διαμορφωθεί ένα νέο στρατόπεδο, αυτό που με σύγχρονους όρους θα ονομάζαμε «στρατόπεδο της αλλαγής». Και αν το 1965 τα κόμματα ήταν ανέτοιμα για κάτι τέτοιο, δέκα χρό­νια μετά ήταν πια ικανά να οδηγήσουν τη μεγάλη μεταρρύθμιση, έχοντας υποτάξει τις μάζες σε υποδεέ­στερη θέση, ενώ αντίστροφα το 1965, τα κόμματα και το σύστημα βρίσκονταν πίσω από την κίνηση των μαζών. Το Κέντρο, όπως είχαμε πει, είχε φτιαχτεί σαν κόμμα κάτω από τις ευλογίες των Αμερικάνων, η Δεξιά μιλούσε ακόμα τη γλώσσα του εμφύλιου και έστηνε συνομωσίες, υπήρχε το Παλάτι και ο ΙΔΕΑ. Ακόμα και η ΕΔΑ ήταν εντελώς ανίκανη να ελέγξει τα πράγματα, απλά τα παρακολουθούσε. Αντίθετα, μετά τη μεταπολίτευση, τα κόμματα και το σύστημα εμφανίζονται εντελώς ανανεωμένα, έτοιμα να χωνέ­ψουν τον έτσι κι αλλιώς αμβλυμμένο –αλλά υπαρκτό σε επίπεδο αιτημάτων– ριζοσπαστισμό των μαζών.

Να λοιπόν η μεγάλη διαφορά των Ιουλιανών και της μεταπολίτευσης. Στα Ιουλιανά η πρωτοβουλία έρχεται από τα κάτω, είναι έκφραση μιας ανεπανάληπτης κίνησης μαζών, ενώ δέκα χρόνια αργότερα η πρωτοβουλία έρχεται από τα πάνω, από το σύστημα των κομμάτων το σύστημα έχει ανανεωθεί για να χωνέψει με τους λιγότερους δυνατούς κραδασμούς τα αιτήματα του 1965. Το αποτέλεσμα είναι βέβαια η συρρίκνωση των επαναστατικών δυνάμεων. Είκοσι χρόνια μετά το ’44, η εκπλήρωση κάποιων από τα αιτήματα του ήταν ακόμα «επανάσταση». Σαράντα χρόνια αργότερα αποτέλεσε πραγματωμένη μεταρ­ρύθμιση. Γι’ αυτό το 1965 είναι ο συνδετικός κρίκος, η μεγάλη στιγμή, ανάμεσα στο 1944 και το 1985.

Κοιτάζουμε λοιπόν γύρω μας και βλέπουμε πραγ­ματωμένα –στο μεγαλύτερο ποσοστό– τα αιτήματα του 1965 ενώ ταυτόχρονα ζούμε σε μια κοινωνία τέ­τοιας εμπορευματοποίησης και χυδαιότητας που τσι­μπιόμαστε, μήπως και ονειρευόμαστε. Και όμως όχι, έτσι είναι η ιστορία! Το επαναστατικό κίνημα του 1965 περιθωριοποιήθηκε υποκειμενικά και ταυτό­χρονα νίκησε! Dura lex!

* Από το βιβλίο Ιούλης του 65, η έκρηξη.

[1]  Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η αντίστοιχη κίνηση που παρατηρείται μετά τη μεταπολίτευση δεν έχει πλέον τα στοιχεία της ζωντάνιας και του δυναμισμού που είχε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, για πολλούς λόγους· κατ’ αρχάς διότι η μετά το 1974 κίνηση δεν ήταν παρά μια συνέχεια και επέκταση των χαρακτηρι­στικών που είχαν διαμορφωθεί στη δεκαετία του 1960, εν συνεχεία διότι η ελληνική κίνηση μετά το 1974 δεν βρίσκεται πια σε συντονισμό με την παγκόσμια κίνηση, αντίθετα το εκκρεμές σε παγκόσμια κλίμακα βαδίζει αντίστροφα και γι’ αυτό δεν έχουμε τον τρομερό συντονισμό της «μεγάλης δεκαετίας». Τέλος, αλλά όχι ελάχιστο. γιατί εκείνο που το 1960 ήταν καινούριο, επαναστατικό ή και ριζοσπαστικό, έμοιαζε κιόλας ξαναζεσταμένο φαΐ, δεκαπέντε χρό­νια αργότερα και ενταγμένο πλέον στην κυρίαρχη δομή. Οι επανα­στατικές ή ριζοσπαστικές ιδέες του 1960, δεκαπέντε ή είκοσι χρό­νια μετά, έμοιαζαν στοιχεία της διαλεκτικής της εξουσίας. Γι’ αυτό άλλωστε έχουμε το περίεργο, από πρώτη άποψη, φαινόμενο που παρουσιάζει ιδεολογικά, πολιτικά και πολιτιστικά το τέλος της δεκαετίας του 70 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του 80. Ενώ η μεταπολίτευση αποτελεί μια περίοδο που στο συνολικό επίπεδο της κοινωνίας διαπιστώνουμε πρωτοφανέρωτες αλλαγές και η κοινωνία καλύπτει καθυστέρηση δεκαετηρίδων, αντίθετα στο επίπεδο των πρωτοποριών, πολιτικών, πολιτιστικών, στο τομέα των ιδεών, η μεταπολίτευση φαντάζει σαν ένα απέραντο τέλμα! Κι αυτό γιατί το ιδεολογικό πολιτιστικό και θεωρητικό οπλοστάσιο είτε έχει παρα­χθεί είκοσι χρόνια πριν, είτε έχει εισαχθεί από έξω. Η παραγωγή και η ριζοσπαστικότητα κάποιων νέων ιδεών και ρευμάτων, διακό­πτονται τόσο χρονικά όσο και από την άποψη των ίδιων των φορέων τους. Έτσι μόνο μπορούμε να ορμηνέψουμε και την ιδιότυ­πη σχέση του ΠΑΣΟΚ με τους αριστερούς διανοούμενους και το κόμμα τους, το ΚΚΕ εσωτ. και εν μέρει το ΚΚΕ. Το ΠΑΣΟΚ πήρε τις ιδέες και τις πρακτικές που γεννήθηκαν πριν δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια μέσα στη μαχόμενη αριστερή διανόηση των αρχών της δεκαετίας του 60 και τις μετέβαλε σε μαζική πρακτική ενός κόσμου χωρίς «κουλτούρα» και αριστερή παράδοση, σε μαζική πρακτική και ιδεολογίες ενός κόσμου με πρόσφατη αγροτική προέλευση.

Έτσι γεννήθηκε το «βλαχο-σοσιαλιστικό» στιλ –το στιλ «Μπακάλικος»– που τόσο πολύ απεχθάνονται όλοι οι παλιοί διανοούμενοι της αριστεράς. Γιατί αυτοί μεταβλήθηκαν ταυτόχρο­να σε «κατεστημένο», που ό,τι είχαν να παράγουν το παρήγαγαν πριν 10 ή 20 χρόνια, ενώ τις ιδέες τους ης υλοποίησε ένα κόμμα χωρίς «κουλτούρα» και παράδοση. Τελικά το να είσαι αριστερός από τα γεννοφάσκια σου αποτελεί μια ιδιότυπη αριστοκρατία και αυτό θα το διαγνώσουμε τόσο στο κόμπλεξ των Πασοκτζήδων προς τους παλιούς αριστερούς, τους «αγωνιστές», όσο και στην περι­φρόνηση και συχνά στο μίσος των αριστερών διανοούμενων προς τους «βλάχους» του ΠΑΣΟΚ. Το μίσος των διανοούμενων του «Εσωτερικού» για το ΠΑΣΟΚ είναι σε ένα βαθμό έκφραση αυτής της ιδιομορφίας. Απ’ αυτή την αντιφατικότητα της λειτουργίας του ΠΑΣΟΚ βγαίνει και η δική μας αντιφατική στάση απέναντι του. Ενώ από τη μια δεν μπορούμε να χωνέψουμε την «εκ του ασφαλούς» ριζοσπαστικοποίησή του, την «κατόπιν εορτής», από την άλλη δεν μπορούμε να μη διακρίνουμε την ιδιαίτερη λειτουργία του σε σχέση με τις πρόσφατα αστικοποιημένες μάζες και την αγροτιά, όπου συχνά οι Πασοκτζήδες είναι πολύ πιο προοδευτικοί και ανοιχτοί σε νέες ιδέες από τους παραδοσιακούς αριστερούς.

Το ΠΑΣΟΚ σε επίπεδο διανοουμένων συγκέντρωνε τους πλέον καριερίστες και αγράμματους, αλλά σε επίπεδο μαζών ο κόσμος του ήταν πιο δεκτικός, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, από εκείνον των αριστερών κομμάτων. Πιστεύουμε ότι αυτό το παράδοξο θα ανεβρεθεί ακριβώς σ’ αυτή τη διακοπή της αντιπαράθεσης που δινόταν στις αρχές της δεκαετίας του 60, τότε που οι νέες ιδέες και ρεύματα επιβάλλονταν με πραγματική πάλη, όπου το να είσαι, για παράδειγμα, δημοτικιστής μαθητής στο Γυμνάσιο, σήμαινε ακόμα και αποβολή και οι αριστεροί καθηγητές αποτελούσαν σχεδόν άγνωστο είδος· η πολιτιστική επανάσταση που διαπερνούσε την ελληνική κοινωνία αποτελούσε μια μαχόμε­νη πραγματικότητα. Αντίθετα μετά το 1974 και το 1981, διάφοροι πρώην χουντικοί, φασίστες και κρυπτοφασίστες δημοσιογράφοι και ανεγκέ­φαλοι «διανοούμενοι» γίνονται διαπρύσιοι κήρυκες ενός σοσιαλι­σμού που έγινε πια καθεστώς.

 Οι «καημένοι» οι αριστεροί φανταζόντουσαν πως μετά τη δικτατορία θα ξανάρχιζαν οι «παλιοί δύ­σκολοι αγώνες» και γι’ αυτό οι μεν ακροαριστεροί κράταγαν την παρανομία τους για καιρό και ετοιμαζόντουσαν για «μεγάλες μάχες με το «σύστημα»», ενώ οι Εσωτερικοί πρότειναν δειλά-δειλά την ΕΑΔΕ. Οι μόνοι που κατάλαβαν τη νέα πραγματικότητα σε βάθος ήταν ακριβώς εκείνοι που την… έκφραζαν. Πρώτα απ’ όλους οι Πασοκτζήδες. Δεν υπήρχαν πια «μεγάλες μάχες» να δοθούν παρά μόνο σε επίπεδο ντουντούκας και ψήφου. Η μάχη στο επίπεδο της διαμόρφωσης ρευμάτων και ιδεών είχε δοθεί και κερδηθεί δέκα ή δεκαπέντε χρόνια πριν. Τώρα πια θα κέρδιζε όποιος θα γινόταν ο πιο φανατικός υποστηριχτής τους. Γι’ αυτό έμειναν εμβρόντητοι οι διανοούμενοι του Εσωτερικού, της Σοσιαλιστικής Πορείας και οι «αγωνιστές» της ακροαριστερός να βλέπουν τους «άξεστους» Πασοκτζήδες και τους άκαπνους Κνίτες να περνάνε στην πρώτη γραμμή για να δρέψουν τους καρπούς μιας μάχης που είχε ήδη δοθεί. Εξάλλου τι άλλο έκανε ο Μιττεράν στη Γαλλία, από το 1972 και μετά; Ενώ λοιπόν έχουμε, από το 1974 και μετά, κοσμοϊστορι­κές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία, δεν έχουμε καμιά πολιτιστι­κή ανάταση. Αυτή είχε ήδη γίνει! Και ο νέος κυρίαρχος τύπος διανοούμενου είναι ο απλός αναμεταδότης και γλείφτης της εξου­σίας.

[2] Ωστόσο, εύλογα τίθεται το ερώτημα πώς, μετά απ’ αυτή την έξαρση των Ιουλιανών, η χούντα της 21ης Απριλίου μπόρεσε να επιβληθεί τόσο εύκολα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η χούντα ήρθε 20 μήνες μετά τον Ιούλη, αφού πρώτα οι μάζες είχαν χάσει πια την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και ήταν σχετικά κουρασμένες από την αδυναμία των κομμάτων. Είναι όμως φανερό πως η βέβαιη συντριβή της δεξιάς των αποστατών και πάνω απ’ όλα του Παλα­τιού και των Αμερικάνων στις εκλογές του Μάη θα άνοιγε μια νέα περίοδο αντιπαράθεσης και μάλιστα σε ανώτερη κλίμακα. Έτσι η επιλογή της στιγμής για το πραξικόπημα ήταν η πιο σωστή για τη Δεξιά, σε μια στιγμή κούρασης των μαζών και πριν από τη νέα στροφή που θα ανοιγόταν με τις εκλογές.

 

 

 

Στατιστικά

  • 35,404 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Οκτώβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  
Πατήστε την εικόνα για περισσότερα...

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!