//
archives

ΠΡΟΣΩΠΑ

This category contains 337 posts

Διονύσιος Λ. Σακκάς Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής – «Η Διαλεκτική Αλληλοεπίδραση Οικογενειακών και Κοινωνικών Σχέσεων και η Επιρροή τους στη Θεραπευτική Σχέση»

Ελληνική Προσωποκεντρική και Βιωματική Εταιρεία ΕΠΒΕ
Διημερίδα 2019
Σάββατο & Κυριακή 2 & 3 Μαρτίου 2019
Σχολή Μωραΐτη, Λεωφ. Καποδιστρίου 104, Νέα Ιωνία

ΘΕΜΑ: «Κοινωνικές Ταυτότητες, Αξίες, Θεσμοί, Σχέσεις σε μια Νέα Πραγματικότητα»
Η σύγχρονη ψυχοθεραπευτική πρακτική μπροστά στις ποικίλες και διαρκώς μεταβαλλόμενες διαμορφώσεις του σήμερα

Προσκεκλημένος ομιλητής
Διονύσιος Λ. Σακκάς
Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής, M.D., Ph.D., E.C.P.
Προσφώνηση: Παύλος Ζαρογιάννης

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ
«Η Διαλεκτική Αλληλοεπίδραση Οικογενειακών και Κοινωνικών Σχέσεων και η Επιρροή τους στη Θεραπευτική Σχέση»

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ – Διονύσιος Λ. Σακκάς
Ψυχίατρος, Ψυχοθεραπευτής, Εκπαιδευτής – Επόπτης Οικογένειας, Ομάδας και Οργανισμών. Μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Οικογενειακής Θεραπείας (EFTA ) της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας (EAP) και της Αμερικανικής Εταιρείας Θεραπείας Ομάδας (AGPA).Συνεργάτης του Αθηναϊκού Κέντρου Μελέτης του Ανθρώπου (ΑΚΜΑ). Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Συστημικής Θεραπείας (ΕΛΕΣΥΘ). Αντιπρόεδρος του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Αττικής. Έχει διατελέσει Συντονιστής Διευθυντής του Ψυχιατρικού Τομέα του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Γ. Γεννηματά» , όπου και είχε ευθύνη στην ίδρυση και λειτουργία Μονάδας Ψυχοθεραπειών. Εκπαιδευτής στο Οικογενειακό Πρόγραμμα της Θεραπευτικής Κοινότητας «Στροφή – ΚΕΘΕΑ», Υπεύθυνος της νέο ιδρυθείσης Μονάδας Πρόληψης – Εκπαίδευσης του ΟΚΑΝΑ. Επίσης Εμπειρογνώμων στο Μείζον Πρόγραμμα Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών του Υπουργείου Παιδείας και ερευνητής, εκπαιδευτής ,επόπτης σε ποικίλα συστήματα.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Τα Κοινωνικά Συστήματα και οι ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις εξελίσσονται συνήθως αδρά σε τρεις φάσεις:
α) δημιουργίας , δόμησης ,παραγωγής
β) ανάπτυξης ,συντήρησης, ροής
γ) μετασχηματισμού, αποδόμησης-αναδόμησης μέσα και από χαοτικές αλλά και ανοτροπικές διαδικασίες αυξανόμενης συμπλοκότητας και σπειροειδούς ανέλιξης.

Οι Γιώργος και Βάσω Βασιλείου ορίζουν τον Άνθρωπο ως συναπετολούμενο από διεργασίες βιολογικές, ψυχοκοινωνικές, κοινωνικοοικονομικές και κοινωνικοπολιτισμικές διεργασίες σε αμοιβαία μεταξύ τους αλληλεπίδραση.

Η Ισομορφικότητα σε δομές και λειτουργίες κοινωνικών, οικογενειακών και θεραπευτικών σχέσεων διαπιστώνεται σε κάθε ευκαιρία και μας οδηγούν σε μία πολυεπίπεδη και πολυεστιακή προσέγγιση.

Άλλοτε η ποικιλότητα των συστημάτων (εξού και η επανεμφάνιση των εννοιών της διαλογικότητας και της πολυφωνικότητας), και άλλοτε οι αναπτυσσόμενες συνθετικές διεργασίες φαίνεται να συνιστούν προϋποθέσεις επιβίωσης και ανάπτυξής τους.

Η φιλότης και το νείκος του Εμπεδοκλή κάνουν εμφανή τη διαλεκτική σχέση τους σε διπολικότητες όπως έργο-σχέση, Ιθάκη-διαδρομή, άτομο-ομάδα κ.α. σε αναζήτηση του ‘’άμα Άνθρωπος άμα Ομάδα’’ των αρχαίων.

Όταν οι θεραπευτές, οι προσεγγίσεις τους, τα θεραπευτικά πλαίσια, οι συμβουλευόμενοι – θεραπευόμενοι και τα προβλήματά τους είναι σε ένα συνεχές γίγνεσθαι, τότε η μη προβλεψιμότητα καθίσταται προβλέψιμη.

Παρά ταύτα, κι ενώ φαίνεται ότι όλα αλλάζουν κάποια σαν να μένουν ίδια, κλασσικά, αρχετυπικά, επανεμφανιζόμενα φρακταλ μέσα στην γενικότερη απροσδιοριστία τους, όπως θα μας έλεγαν οι σύγχρονες επιστήμες.
Κοινές πανανθρώπινες ανάγκες, επιθυμίες και ερωτήματα αναδύονται αναζητώντας απαντήσεις σε μεταβαλλόμενα πλαίσια.

Η ανάδυση νέων νοημάτων και ατομικών αλλά και συλλογικών οραμάτων είναι αναπόφευκτη.
Η κλειστότητα αλλά και η υπερβολική ανοικτότητα είναι κίνδυνος για τα συστήματα (σκέψεις, δράσεις κ.λ.π) που ούτως ή άλλως , κατά τη θεωρία της μη πληρότητας, είναι καταδικασμένα να πορεύονται μεταξύ σκύλας και Χάρυβδης, δηλαδή ελλειμματικότητας και αντιφάσεων.

Ο διάλογος, η αντοχή στην αποσταθεροποίηση και στην αβεβαιότητα ,η αυτονόμηση μέσα από και για την αλληλεξάρτηση, η οικειότητα -κοντινότητα των ανθρώπων που δουλεύουν με τον Άνθρωπο, το “γνώθι σαυτώ’’, όπως έγραφε στη προμετωπίδα το μαντείο των Δελφών και οι διεργασίες σύνθεσης των διαφορών, όπου αυτό είναι δυνατό , μπορούν να προσφέρουν κάποια από τα χρειαζούμενα.

Πηγή: https://www.youtube.com/watch?v=cg6rMUywE8w

O «άλλος» Μάρξ – Γιατί το Κομμουνιστικό Μανιφέστο είναι παρωχημένο!

by Norbert Trenkle

Τουλάχιστον από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ο Karl Marx για άλλη μια φορά ορθώς θεωρείται υπερβολικά σημερινός. Ωστόσο, οι νέοι και παλιοί φίλοι του επικεντρώθηκαν σε αυτό το μέρος της θεωρίας του που είναι από καιρό  ξεπερασμένο: η θεωρία της ταξικής πάλης μεταξύ της αστικής τάξης και του προλεταριάτου.

Αντίθετα, ο «άλλος Μαρξ», αυτός που επέκρινε τον καπιταλισμό ως μια κοινωνία βασισμένη στη γενική παραγωγή των αγαθών, στην αφηρημένη εργασία και στη συσσώρευση της αξίας, έλαβε ελάχιστης σοβαρή προσοχής. Αλλά ακριβώς αυτό το μέρος της θεωρίας του Μαρξ μας επιτρέπει να αναλύσουμε επαρκώς την τρέχουσα κατάσταση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και της διαδικασίας κρίσης του.

Η θεωρία της ταξικής πάλης, αντιθέτως, δεν συμβάλλει καθόλου στην κατανόησή μας για το τι συμβαίνει σήμερα, ούτε είναι ικανή να διαμορφώσει μια νέα προοπτική κοινωνικής χειραφέτησης. Για το λόγο αυτό, πρέπει να πούμε ότι το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι σήμερα παρωχημένο. Έχει μόνο ιστορική αξία.

Με την πρώτη ματιά, αυτό μπορεί να φαίνεται εκπληκτικό. Διαβάστε μεμονωμένα, μερικές φράσεις στο Μανιφέστο που διαβάστηκαν σαν εξαιρετικά επίκαιρες διαγνώσεις της εποχής μας. Για παράδειγμα, όταν ο Μάρξ και ο Ένγκελς γράφουν ότι η αστική τάξη, με την αδιάκοπη επιθυμία της να επεκταθεί, «έχει κάνει την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών κοσμοπολίτικη» και «έριξε το εθνικό έδαφος της βιομηχανίας μακριά από τα πόδια της» (Marx / Engels 1848 , 466), διαβάζεται σαν μια προκαταρκτική διάγνωση της επονομαζόμενης παγκοσμιοποίησης. Ο καπιταλισμός έχει αναμφισβήτητα εδραιωθεί με τεράστιο ρυθμό σε όλο τον πλανήτη, καταστρέφοντας ή περιθωριοποιώντας σχεδόν όλους τους άλλους τρόπους παραγωγής και διαβίωσης: έχει μετατρέψει τη συντριπτική πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού σε πωλητές της εργατικής δύναμης, η κοινωνική πόλωση έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις, και ο οικονομικός πλούτος συγκεντρώνεται στα χέρια μιας μικροσκοπικής μειονότητας ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν σε επισφαλείς συνθήκες. Δεν φαίνεται προφανές ότι πρέπει να συζητούμε για μια εντατικοποίηση της παγκόσμιας ταξικής αντίφασης υπό την έννοια του Μανιφέστο και ενός «Νέου Κλάδου Αγώνα» (Žižek 2015) ή να επικαλεστεί μια «Νέα Κλασσική Πολιτική» (Friedrich 2018);

Αλλά οι εμφανίσεις αυτές μπορεί να είναι παραπλανητικές. Όπως είναι σωστό με αυτές τις διαγνώσεις της ιστορικής δυναμικής του καπιταλισμού, το πρότυπο του ταξικού ανταγωνισμού δεν προσφέρει επαρκείς εξηγήσεις για τις τρέχουσες εξελίξεις. Πρώτον, υπάρχει ένας θεμελιώδης  λόγος για αυτό: η αντίθεση του κεφαλαίου και της εργασίας ήταν και δεν είναι σε καμία περίπτωση μια ανταγωνιστική αντίφαση που θα καταργήσει αναγκαστικά τον καπιταλισμό, όπως το περιέγραψαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς στο Μανιφέστο και όπως επαναλήφθηκε ατέλειωτα από τότε . Αντίθετα, πρόκειται για μια ενυπάρχουσα έμμεση σύγκρουση συμφερόντων μέσα σε ένα κοινό κοινωνικό πλαίσιο που βασίζεται στη γενική παραγωγή αγαθών και στην οποία ο κοινωνικός πλούτος αναλαμβάνει την αφηρημένη μορφή αξίας.

Η παραγωγή αφηρημένου πλούτου είναι ένα ιστορικά χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού. Είναι μέρος της εσωτερικής φύσης της. Είναι αφηρημένη υπό την έννοια ότι όλες οι υλικές ιδιότητες των δημιουργηθέντων προϊόντων και οι συγκεκριμένες συνθήκες παραγωγής τους παραβλέπονται στην κατηγορία της αξίας. Το μόνο που μετράει είναι ο μέσος χρόνος εργασίας που απαιτείται σε μια κοινωνία για την παραγωγή τους, που αντιπροσωπεύεται από την αξία των προϊόντων και, μετά από διάφορα ενδιάμεσα βήματα, εμφανίζεται εμπειρικά με τη μορφή χρημάτων.

Συνεπώς, η εργασία κατέχει κεντρική θέση στην παραγωγή αφηρημένου πλούτου. Αλλά και εδώ δεν μετράει το περιεχόμενο του συγκεκριμένου υλικού της εργασίας. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η εργασία (δηλαδή η αφηρημένη εργασία) δεν δαπανάται.

Αυτή η κεντρική θέση της εργασίας δεν είναι τίποτα παρά αυτονόητο. Είναι η ίδια το ιστορικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ή, πιο συγκεκριμένα, είναι το κεντρικό χαρακτηριστικό του. Αυτό που ουσιαστικά διακρίνει αυτόν τον τρόπο παραγωγής από όλους τους άλλους μέχρι σήμερα είναι, πρωτίστως, ο κοινωνικός κατακερματισμός σε άτομα που απομονώνονται το ένα από το άλλο, τα οποία θεωρούν το ένα το άλλο αναδρομικά και εξωτερικά για να εγκαταστήσουν το κοινωνικό πλαίσιο σχέσης τους

Το κρίσιμο στοιχείο γι ‘αυτό είναι η αντίφαση ότι αυτή η κοινωνικοποίηση γίνεται με τη μορφή της ιδιωτικότητας. Τα μεμονωμένα άτομα παράγουν προϊόντα ως ιδιωτικοί παραγωγοί προκειμένου να δημιουργήσουν μια σχέση με άλλους ιδιωτικούς παραγωγούς μέσω αυτών των προϊόντων. Το προϊόν, επίσης μπορεί να είναι αυτοί οι ίδιοι με την πώληση της δικής τους εργατικής δύναμης (Trenkle 2019). Επομένως, η εργασία έχει μια λειτουργία που δεν είχε σε καμία άλλη κοινωνία: καθιερώνει κοινωνική διαμεσολάβηση (Postone 2003). Από την πλευρά της, η αξία της δεν είναι τίποτα άλλο από την τεκμηριωμένη αντιπροσώπευση αυτής της ιστορικά συγκεκριμένης μορφής κοινωνικής σχέσης, η οποία εκφράζεται πρώτα σε αγαθά, στη συνέχεια σε χρήματα και τελικά στην ατελείωτη κίνηση του κεφαλαίου ως αυτοσκοπό.

Επομένως, η εργασία είναι μια κεντρική, θεμελιώδης κατηγορία στην καπιταλιστική κοινωνία. Δεν είναι αντίθετη προς την κατηγορία του κεφαλαίου, αλλά αποτελεί τη βάση της. Αυτό ισχύει όχι μόνο με τη συμβατική έννοια ότι το κεφάλαιο βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας. Η κατηγορία της αξίας, και κατά συνέπεια και του κεφαλαίου, λογικά απορρέει από την ιστορικά ειδική μορφή της κοινωνικής διαμεσολάβησης μέσω της εργασίας. Έτσι, η εργασία και το κεφάλαιο βασικά αναφέρονται μεταξύ τους. Είναι δύο στιγμές μιας κοινής κοινωνικής σχέσης. Ως τέτοια, ωστόσο, αντιπροσωπεύουν και αντικρουόμενα συμφέροντα.

Το γεγονός ότι αυτή η σύγκρουση συμφερόντων εκδηλώθηκε ξανά και ξανά σε βίαιους αγώνες είναι μέρος της λογικής του θέματος. Το κεφάλαιο υπόκειται στον συστηματικά αμείλικτο καταναγκασμό προς την αξιοποίηση και αυτό σημαίνει ότι επιδιώκει μόνο έναν σκοπό: την ατελείωτη μετατροπή της αξίας σε μεγαλύτερη αξία. Αυτό, ωστόσο, προϋποθέτει την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, διότι είναι το μοναδικό εμπόρευμα που κατέχει τη μοναδική αξία χρήσης που παράγει περισσότερη αξία από το ίδιο το κόστος.

Επομένως, είναι προς το συμφέρον του κεφαλαίου να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η αξία της εργασίας (εκφρασμένη σε μισθούς). Αντίθετα, οι πωλητές της εργατικής δύναμης θέλουν φυσικά να πουλήσουν το εμπόρευμά τους για την υψηλότερη δυνατή τιμή: μόνο με επαρκή αμοιβή μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση στον πλούτο της κοινωνίας των βασικών προϊόντων. Με άλλα λόγια, μόνο τότε μπορούν να αγοράσουν τα καταναλωτικά αγαθά που χρειάζονται για να ζήσουν. Τελικά, αυτή είναι μια σύγκρουση διανομής. Πρόκειται για μια σύγκρουση σχετικά με τον τρόπο κατανομής της μάζας της παραγόμενης αξίας μεταξύ των δύο μερών, του κεφαλαίου και της εργασίας.

Επειδή όμως και οι δύο πλευρές βρίσκονται στον πυρήνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, έχουν κοινό ενδιαφέρον και για τη διατήρηση της παραγωγής αφηρημένου πλούτου, παρά τις διαφορές τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σέβονται γενικά τους κανόνες του παιχνιδιού που υπαγορεύονται από αυτή τη μορφή πλούτου.

Και για τα δύο μέρη, αυτό σημαίνει πρωτίστως ότι η συσσώρευση κεφαλαίου πρέπει να συνεχιστεί. Διαφορετικά, το κεφάλαιο δεν θα μπορέσει να συνεχίσει την κίνηση του να μετατρέψει τα χρήματα σε περισσότερα χρήματα, ούτε οι πωλητές της εργατικής δύναμης θα έχουν τα χρήματα που χρειάζονται για να ζήσουν. Αυτή η βασική συνάφεια είναι ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο η αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και το εργατικό δυναμικό δεν έχει ξεπεράσει τον καπιταλισμό, όπως προέβλεπε το Μανιφέστο, αλλά μάλλον υποβλήθηκε συνεχώς σε νέους τρόπους διαπραγμάτευσης και πολιτικής ρύθμισης της ισορροπίας μεταξύ αυτών των διαφορετικών συμφερόντων κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Ιστορικά, η κορυφή αυτής της ρύθμισης των συμφερόντων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας ήταν στην εποχή των φορντιστών. Αυτό δεν είναι τυχαία συγκυρία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το κεφάλαιο επεκτάθηκε με ιστορικά μοναδικό ρυθμό και συνεπώς χρειάστηκε συνεχώς νέους εργαζόμενους. Αντίστροφα, αυτό επέτρεψε στους πωλητές της εργατικής δύναμης να διαπραγματευτούν σχετικά καλές συνθήκες πώλησης του εμπορεύματός τους (εργατική δύναμη) και να συμμετάσχουν στον κοινωνικό πλούτο σε βαθμό που δεν ήταν δυνατόν να φανταστεί κανείς (Trenkle 2006).Η διακοπή αυτού του ιστορικού αστερισμού δεν έγινε με την κατάρρευση του επονομαζόμενου σοσιαλισμού, όπως συνήθως υποστηρίζεται σήμερα. Αντίθετα, μπορεί να τοποθετηθεί μια δεκαετία νωρίτερα. Ο λόγος για αυτό ήταν το τέλος της φορντιστικής έκρηξης, που συνοδεύτηκε από την εμφάνιση της Τρίτης Βιομηχανικής Επανάστασης.

Αυτό σήμαινε ένα ποιοτικό άλμα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, επειδή με αυτό η γνώση έγινε η κύρια παραγωγική δύναμη, εκτοπίζοντας την εργασία που είχε προηγουμένως τη θέση αυτή, όπως ακριβώς πρόβλεπε ο Μαρξ στην Grundrisse. Το αποτέλεσμα ήταν ο μαζικός εκτοπισμός του εργατικού δυναμικού από την παραγωγή. Αυτή η βελτιωμένη θέση διαπραγμάτευσης του κεφαλαίου, του επέτρεψε να μειώσει τους μισθούς και να επιδεινώσει τις συνθήκες εργασίας. Ταυτόχρονα όμως, μαζί με την εργασία μεγάλης κλίμακας, έχασε και τη βάση για την αξιοποίησή του. Συνέπεια αυτού ήταν μια βαθιά κρίση στην αξιοποίηση του κεφαλαίου, η οποία διήρκεσε πολύ καλά μέσα στη δεκαετία του 1980.

Παρά όλα τα σκληρά νεοφιλελεύθερα μέτρα για την αποδυνάμωση της θέσης των συνδικαλιστικών οργανώσεων και την απελευθέρωση των συνθηκών εργασίας, η ανανέωση της παραγωγικής βάσης της αξιοποίησης δεν επέτρεψε την έξοδο από την κρίση. Αυτό όμως δεν ήταν δυνατό, διότι, μόλις επιτευχθεί, ένα επίπεδο ανάπτυξης της παραγωγικότητας δεν μπορεί έπειτα να αντιστραφεί. Δεν μπορεί επομένως να υπάρξει επιστροφή σε έναν αστερισμό στον οποίο αξιολογείται το κεφάλαιο με την εκμετάλλευση της εργασίας σε μεγάλη κλίμακα. Αντίθετα, η νεοφιλελεύθερη απελευθέρωση και διακρατικοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών άνοιξε την πόρτα σε μια νέα εποχή συσσώρευσης κεφαλαίου που δεν βασιζόταν πλέον και κυρίως στην αξιοποίηση κεφαλαίου. Ο κύριος ρόλος της παραγωγής υπεραξίας αντικαταστάθηκε από τη συσσώρευση πλασματικού κεφαλαίου (Lohoff / Trenkle, 2

Το πλασματικό κεφάλαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσδοκία για μελλοντική αξία, αξία που δεν έχει ακόμη παραχθεί, αλλά που έχει ήδη αποτέλεσμα στο σήμερα. Τα τεχνικά μέσα για την επίτευξη αυτού του σκοπού είναι οι χρηματοπιστωτικοί τίτλοι που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις για ορισμένα χρηματικά ποσά και ο πολλαπλασιασμός τους μέσω τόκων ή μερισμάτων. Η μαζική παραγωγή αυτών των χρηματοοικονομικών τίτλων (μετοχές, ομόλογα, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης κ.λπ.) και η διαπραγμάτευσή τους στις χρηματοπιστωτικές αγορές επέτρεψε στο κεφάλαιο να συνεχίσει να αναπτύσσεται για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες τώρα, παρότι η βάση για εκτεταμένη παραγωγή πλεονάζουσας αξίας έχει από καιρό παύσει να υπάρχει.

Η θεμελιώδης κρίση της αξιοποίησης του κεφαλαίου, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970, δεν έχει επομένως επιλυθεί.  Αντίθετα, καταστέλλεται από τη μαζική συσσώρευση πλασματικών κεφαλαίων στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Αυτή η «συσσώρευση κεφαλαίου χωρίς αξιοποίηση» (Lohoff 2014) δεν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα, διότι οδηγεί σε αυξανόμενη συσσώρευση δυνητικών κινδύνων εκρηκτικής κρίσης στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η οποία εξαπλώνεται σε όλο και πιο βίαιες συγκρούσεις και υπονομεύει όλο και περισσότερο το νομισματικό σύστημα.012).

Ωστόσο, υπήρξε η κινητήρια δύναμη μιας τεράστιας δυναμικής καπιταλιστικής επέκτασης που οδήγησε στην τελική επιβολή της καπιταλιστικής παραγωγής και της διαβίωσης σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Ωστόσο, ταυτόχρονα, σε αυτή την εποχή του πλασματικού κεφαλαίου, η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας έχει αλλάξει τόσο θεμελιωδώς, ώστε η θεωρία της «ταξικής αντίθεσης» τελικά έχασε κάθε βάση της. Με την πρώτη ματιά, αυτή η δήλωση μπορεί να φαίνεται εκπληκτική. Προφανώς, η συντριπτική πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού σήμερα εξαρτάται –  περισσότερο από ποτέ άλλοτε στην ιστορία – από την μισθωτή εργασία και την παραγωγή βασικών προϊόντων. Ταυτόχρονα, όμως, το κεφάλαιο παραδόξως έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητο από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, επειδή η εστίαση της συσσώρευσης έχει μετατοπιστεί στη σφαίρα του πλασματικού κεφαλαίου. Φυσικά, αυτό δε σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι η εργασία δεν είναι πλέον εκμεταλλεύσιμη. Ο ισχυρισμός αυτός θα ήταν απολύτως αντίθετος προς τα πραγματικά γεγονότα.

Ωστόσο, η παραγωγή υπεραξίας έχει πάψει πάρα πολύ να είναι ο κινητήρας της συσσώρευσης κεφαλαίου και έχει γίνει η ίδια μια εξαρτημένη μεταβλητή που κινείται από τη δυναμική του πλασματικού κεφαλαίου στις χρηματοπιστωτικές αγορές (Lohoff / Trenkle 2012, Trenkle 2016).

Πουθενά δεν είναι πιο εμφανής από ό, τι στον τομέα των κατασκευών, ο οποίος είναι σήμερα ο πιο δυναμικός τομέας της «πραγματικής οικονομίας». Οι επενδύσεις γίνονται εδώ μόνο εφόσον η κερδοσκοπία σε ακίνητα – η οποία αποτελεί κεντρικό σημείο αναφοράς για τη συσσώρευση πλασματικών κεφαλαίων – παραμένει σε κίνηση. Μόνο τότε οι άνθρωποι είναι σε θέση να πουλήσουν τη δουλειά τους εκεί – κυρίως με αόριστους όρους – ενώ συγχρόνως δεν μπορούν πλέον να αντέξουν οικονομικά να ζήσουν επειδή τα πλασματικά κεφάλαια οδηγούν μόνιμα τις τιμές των ακινήτων.

Η εξάρτηση των δραστηριοτήτων στην πραγματική οικονομία (και συνεπώς στις δαπάνες εργασίας) μέσα στη δυναμική των χρηματοπιστωτικών αγορών αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο στην εποχή του πλασματικού κεφαλαίου. Αυτό εξηγεί επίσης την τεράστια επέκταση του τριτογενούς τομέα, η οποία είναι σε μεγάλο βαθμό αντιπαραγωγική με την έννοια της κεφαλαιοποίησης – δηλαδή δεν παράγει αξία ή υπεραξία. Ακόμα και εάν, ωστόσο, μπορεί να προσφέρει το μεγαλύτερο μέρος των θέσεων εργασίας σε όλο τον κόσμο σήμερα, αυτό γίνεται μόνο και μόνο επειδή τροφοδοτείται από τα εισοδήματα και τα κέρδη που παράγονται κυρίως από πλασματικό κεφάλαιο εν αναμονή της μελλοντικής αξίας.

Η τιμή που πρέπει να πληρώσει η εργασία για αυτήν την εξάρτηση είναι, φυσικά, εξαιρετικά υψηλή. Δεδομένου ότι το κεφάλαιο δεν εξαρτάται πλέον από την εργασία για το κίνημά του συσσώρευσης, μπορεί σε μεγάλο βαθμό να υπαγορεύει τους όρους πώλησης. Αυτός είναι ο αποφασιστικός λόγος για την καθολική ανασφάλεια και την εντατικοποίηση της εργασίας, η οποία συμβαδίζει με την εκτεταμένη απώλεια εξουσίας μεταξύ των συνδικαλιστικών και των εργατικών κομμάτων. Ταυτόχρονα, υπάρχει μια τεράστια συγκέντρωση πλούτου σε όλο και λιγότερα χέρια, επειδή το πλασματικό κεφάλαιο μπορεί να συσσωρευτεί στις χρηματοπιστωτικές αγορές σε άμεση σχέση με τον εαυτό του, χωρίς την ενοχλητική παράκαμψη μέσω της απασχόλησης της εργασίας στην παραγωγή αγαθών (Trenkle 2018) .

Παρά τη μετατόπιση της δυναμικής συσσώρευσης στις χρηματοπιστωτικές αγορές, ωστόσο, επιταχύνεται η αδίστακτη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Ακριβώς επειδή η παραγωγή πραγματοποιείται σε ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο παραγωγικότητας, η κατανάλωση υλικών αυξάνεται τρομακτικά. Η μεμονωμένη μονάδα βασικών προϊόντων αντιπροσωπεύει ολοένα και λιγότερη αξία επειδή μπορεί να παραχθεί με ελάχιστη εργατική δύναμη. Προκειμένου να αντισταθμιστεί τουλάχιστον εν μέρει αυτό, η παραγωγή και η διανομή των αγαθών έχει μόνιμα αυξηθεί. Η δικαιολογημένα επικριθείσα «επιτακτική ανάγκη ανάπτυξης» έχει θεμελιώδη αιτία εδώ.

Συνολικά, στην εποχή του πλασματικού κεφαλαίου, οι συνθήκες εργασίας και διαβίωσης σε όλο τον κόσμο έχουν γίνει όλο και πιο αφόρητες, ενώ το φυσικό περιβάλλον καταστρέφεται σε τρομερό βαθμό. Η αλλαγή του κλίματος είναι η πλέον ακραία και επικίνδυνη έκφρασή του. Αυτό, βεβαίως, προκάλεσε αντίσταση, αλλά οι διάφορες μορφές κριτικής, διαμαρτυρίας και αντίστασης είναι σε μεγάλο βαθμό κατακερματισμένες και στην καλύτερη περίπτωση είναι επιφανειακά σχετικές μεταξύ τους: δεν έχουν κοινό σημείο αναφοράς. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τμήματα της αριστεράς μέχρι πρόσφατα προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν την εργατική τάξη ως μια συνθετική κατηγορία. Αλλά ακόμα κι αν η αξίωση για υπερνίκηση του κατακερματισμού και δημιουργία ενός νέου, διακρατικού αντικαπιταλιστικού κινήματος είναι σωστή, η κατηγορία της τάξης δεν μπορεί να κάνει πολλά γι ‘αυτό. Αυτό που συνδέει τις διαφορετικές προσεγγίσεις της κριτικής, της διαμαρτυρίας και της αντίστασης δεν είναι ότι – προφανώς χωρίς να το γνωρίζουν – όλα αυτά είναι τα θραύσματα μιας παγκόσμιας τάξης που πρέπει να συγκεντρωθούν και να ενωθούν. Αυτό θα σήμαινε ένα κοινό, θετικό μετα-ενδιαφέρον και ένα είδος προϋπάρχουσας τάξης μονάδας που απλά δεν υπάρχει.

Αυτό που συνδέει τις διάφορες μορφές αντίστασης είναι μάλλον ένα αρνητικό σημείο αναφοράς. Όλα αυτά αναφλέγονται με διαφορετικούς τρόπους από τις συγκρούσεις που καθορίζονται από την αυτοκρατορική και καταστροφική δυναμική της παραγωγής αφηρημένου πλούτου. Η σχέση αυτή, ωστόσο, παραμένει αόρατη όταν δεν υπάρχει καμιά κριτική ιδέα αυτής της ιστορικά συγκεκριμένης μορφής παραγωγής πλούτου, διότι οι επιδράσεις αυτής της δυναμικής είναι πολύ διαφορετικές από εμπειρική άποψη σε διάφορους κοινωνικούς τομείς και διαστάσεις.

Επί του παρόντος, τέσσερις σειρές συγκρούσεων είναι ιδιαίτερα μολυσματικές στα καπιταλιστικά κέντρα: το ζήτημα της στέγασης, της κλιματικής αλλαγής, της επισφάλειας των συνθηκών εργασίας και της μετανάστευσης. Όλα προκύπτουν άμεσα από τη συγκεκριμένη τροχιά της αφηρημένης παραγωγής πλούτου στην εποχή του πλασματικού κεφαλαίου και τη θεμελιώδη κρίση της αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Περιέγραψα εν συντομία τις πρώτες τρεις από αυτές τις γραμμές συγκρούσεων παραπάνω, αλλά είναι προφανής και η σύνδεση με τη μεγάλη βιασύνη της μετανάστευσης στα καπιταλιστικά κέντρα. Οι άνθρωποι φεύγουν κυρίως επειδή οι προηγούμενες συνθήκες διαβίωσης τους έχουν καταστραφεί από την δύναμη της κεφαλαιοποίησης, αλλά ταυτόχρονα δεν χρειάζονται ως εργαζόμενοι. Είναι «περιττοί άνθρωποι» (Bauman 2005) που ο καπιταλισμός «παράγει» σε τεράστια κλίμακα στο σημερινό επίπεδο παραγωγικής δύναμης και υπό τις συνθήκες μιας συσσώρευσης που οδηγείται από την πλασματική πρωτεύουσα.

Όποιος προσπαθεί να μειώσει όλα αυτά τα ζητήματα και τις γραμμές σύγκρουσης στον κοινό παρονομαστή ενός κυρίαρχου θολού ταξικού ενδιαφέροντος, θα αναγκαστικά θα αποτύχει. Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως. Τα συμφέροντα κατά μήκος των διαφόρων γραμμών σύγκρουσης είναι συχνά ακόμη και διαμετρικά αντίθετα, όταν τα επισφαλής εργατικά στρώματα στα καπιταλιστικά κέντρα φοβούνται ότι η μετανάστευση θα προκαλέσει περαιτέρω επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και ότι οι τιμές κατοικιών θα αυξηθούν ακόμη περισσότερο ή όταν μέτρα πολιτικής για την αλλαγή του κλίματος, απειλούν θέσεις εργασίας στην αυτοκινητοβιομηχανία και αυξάνουν το κόστος της βενζίνης, της θέρμανσης και της ηλεκτρικής ενέργειας. Με αυτόν τον τρόπο, οι προσπάθειες αντίστασης δεν συγκεντρώνονται, αλλά έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Επομένως, μια αντικαπιταλιστική σύνθεση δεν μπορεί να παραχθεί με βάση τα συμφέροντα, αλλά μόνο σε μια κοινή αντιπαράθεση ενάντια στην καπιταλιστική μορφή της παραγωγής πλούτου.

Αυτό είναι λιγότερο αφηρημένο από ό, τι ακούγεται αρχικά. Αφενός, είναι δυνατόν να δείξουμε πολύ συγκεκριμένα και με βάση κάθε μεμονωμένη γραμμή συγκρούσεων ποιο είναι το αρνητικό τους κοινό έδαφος. Από την άλλη πλευρά, αυτό οδηγεί σε μια κοινή προοπτική της κοινωνικής χειραφέτησης, η οποία μπορεί να συνίσταται μόνο στην κατάργηση (Aufhebung) της αφηρημένης παραγωγής πλούτου και στην πραγματοποίηση μιας κοινωνίας ελεύθερων ατόμων.

Και τελικά, σε αυτό το πλαίσιο, μπορούν να αναπτυχθούν συγκεκριμένα αιτήματα, μέτρα και πρακτικά βήματα που δείχνουν προς την κατεύθυνση αυτή και επιτρέπουν την εμφάνιση φαινομενικά ανόμοιων στιγμών αντίστασης. Έτσι, για παράδειγμα, ο αγώνας για τη στέγαση εντάσσεται σε έναν ευρύτερο αγώνα για την προσαρμογή και τη μετατροπή της κοινωνικής παραγωγής του πλούτου σε συνεταιριστικές δομές που οργανώνονται σύμφωνα με τα κριτήρια της υλικής ορθολογικότητας και στις οποίες όλοι μπορούν να ενεργούν ανάλογα με τις δικές τους ανάγκες και τις ικανότητες. Αυτή η μεταμόρφωση της παραγωγής πλούτου και των κοινωνικών σχέσεων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά από μια επαναστατική αναταραχή της κοινωνίας, αλλά μάλλον πρέπει να είναι μια ουσιαστική στιγμή μιας χειραφετικής διαδικασίας, κατά την οποία η νέα κοινωνία, όπως και αν ήταν, αναδύεται.

Όπου ο ταξικός λόγος, πρωτίστως αναζητά το «ποιος», δηλαδή τον θεωρούμενο πρωταγωνιστή της χειραφέτησης, η αποφασισμένη άρνηση (bestimmte Negation) της αφηρημένης παραγωγής πλούτου παρέχει πολύ σαφείς απαντήσεις στο «τι», δηλαδή στο περιεχόμενο της διαδικασίας της κοινωνικής χειραφέτησης.

Η ερώτηση σχετικά με τους πρωταγωνιστές σε αυτή τη διαδικασία τότε απαντά από μόνη της. Δεδομένου ότι οι πρωταγωνιστές δεν υπάρχουν εκ των προτέρων, μπορούν μόνο να συνθέσουν τον εαυτό τους σε σχέση με το χειραφετημένο περιεχόμενο και κατά μήκος των διαφορετικών γραμμών σύγκρουσης.

Μπορούν να αναφερθούν στο μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος μόνο με έναν σεβασμό: στη μεγάλη επαναστατική ώθηση που μεταφέρει. Όσο αφορά το περιεχόμενο της χειραφέτησης, ωστόσο, πρέπει να αναφερθούν στον «άλλο Μαρξ», σ’εκείνο το μέρος της θεωρίας του Μαρξ, που η παραδοσιακή αριστερά παραμένει σε μεγάλο βαθμό να αγνοεί.

 

 

 

Συμπλήρωμα για τις φοιτητικές εξεγέρσεις – Alvin W. Gouldner

Newton-WilliamBlake

William Blake – Newton (1795)

Μετάφραση – Εισαγωγικό σχόλιο: Θεόδωρος Ντρίνιας

Ο Alvin W. Gouldner (1920-1980) υπήρξε το «τρομερό παιδί» της Αμερικάνικης μεταπολεμικής κοινωνιολογίας (κατά τον James Chriss, ο «τραγικός ήρωάς» της). Ξεκινώντας την διανοητική και επιστημονική του πορεία στο θεωρητικό πεδίο του λειτουργισμού, στη συνέχεια υιοθετεί στοιχεία της μαρξιστικής κριτικής και αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος της διανοητικής του προσπάθειας σε μια σκληρή πολεμική σε βάρος της τότε κυρίαρχης θεωρίας του δομο-λειτουργισμού, του «ημίθεου» της αμερικάνικης κοινωνιολογίας Talcott Parsons. Αφού ολοκληρώσει την αποδόμηση του Parsons και της θεωρίας του, στρέφεται πλέον εναντίον του Μαρξισμού, κατηγορώντας τον για έλλειψη στοχασμού πάνω στην ίδια του την κατάσταση και την προέλευσή του ως θεωρίας προερχόμενης έξω από την εργατική τάξη, η οποία εντούτοις είναι δογματικά βέβαιη ότι κατέχει το κλειδί για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης.

Ο Gouldner, επιτιθέμενος στην κατεστημένη κοινωνιολογία αλλά και στην μαρξιστική άρνησή της, βάζει στην τελευταία φάση της διανοητικής του πορείας το φιλόδοξο στόχο για την προώθηση μιας κοινωνιολογίας που ονομάζει reflexive sociology – αναστοχαστική κοινωνιολογία («ριζοσπαστική, ιστορικά ευαισθητοποιημένη, αυτο-αναλυόμενη, κριτική, αυτόνομη, εμπειρική, κλπ.», κατά τον Νικ. Τάτση). Ασυμβίβαστος, παράτολμος θεωρητικά, απότομος και εριστικός με εχθρούς και φίλους, απέναντι σε κάθε κατεστημένο ή δυνάμει κατεστημένο (νέο και παλιό, «συντηρητικό» και «ριζοσπαστικό/κριτικό»), με απέχθεια στον ακαδημαϊκό συντεχνιασμό αλλά και στον «αντι-επιστημονισμό» των νέων ριζοσπαστικών προσεγγίσεων που εισέβαλαν με ορμή στα ακαδημαϊκά πράγματα μετά το ’70, παθολογικά προσανατολισμένος στην «αλήθεια», βίωσε την αποξένωση στην τελευταία περίοδο της ζωής του και τη σταδιακή αποσιώπηση μετά το θάνατό του. Στην Ελλάδα, όπως είναι φυσικό, το έργο του παραμένει σχεδόν ολοκληρωτικά άγνωστο στους νεώτερους.

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το έργο του «The Future of Intellectuals and the Rise of the New Class» (1979) («Το μέλλον των διανοούμενων και η άνοδος της νέας τάξης»), το οποίο αναμένεται να εκδοθεί στα ελληνικά από τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις» μέχρι το τέλος του έτους. Στο βιβλίο αυτό, από τα τελευταία της ζωής του, ο Gouldner διαπραγματεύεται διεξοδικά την άποψη που είχε διατυπώσει ήδη αρκετά χρόνια νωρίτερα ότι μια νέα τάξη αποτελούμενη από τους διανοούμενους και την τεχνική ιντελιγκέντσια εισέρχεται στο πεδίο του ανταγωνισμού με τις ομάδες που ήδη ελέγχουν την οικονομία της κοινωνίας, είτε είναι επιχειρηματίες (στη Δύση) είτε κομματικοί ηγέτες (στον τότε σοσιαλιστικό κόσμο). Ένας νέος ταξικός ανταγωνισμός και ένα καινούριο ταξικό σύστημα αναπτύσσεται σταδιακά, όπου απέναντι στο χρηματικό κεφάλαιο της παλιάς κεφαλαιοκρατικής τάξης (ή την απόλυτη πολιτική και οικονομική εξουσία της κομματικής γραφειοκρατίας στο σοβιετικό κόσμο) αντιπαρατίθεται το «πολιτισμικό κεφάλαιο» της νέας τάξης. Σε έναν ολοένα και πιο εκτεχνισμένο, εκβιομηχανισμένο και πληροφορικοποιημένο κόσμο, το «πολιτισμικό κεφάλαιο» της νέας τάξης γίνεται απαραίτητος όρος για την αναπαραγωγή και την ίδια την ύπαρξη της παλιάς κεφαλαιοκρατικής τάξης.

Το εν λόγω απόσπασμα είναι μια σημείωση στο τέλος του εκτενούς 11ου κεφαλαίου του βιβλίου («Θέση 11»), στο οποίο, όπως και αλλού στο βιβλίο, ο Gouldner αντιμετωπίζει τις φοιτητικές εξεγέρσεις στη Δύση στα τέλη του ’60 και αρχές ’70 ως στιγμιότυπο του νέου αυτού ταξικού ανταγωνισμού με πρωτοπορία τους φοιτητές, δηλαδή τα «μαθητευόμενα μέλη της νέας τάξης».

***

11.19 Συμπλήρωμα για τις φοιτητικές εξεγέρσεις: Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τη σχέση μεταξύ των φοιτητικών εξεγέρσεων του ’60 και της νέας τάξης; Ακόμα και με μια πρώτη ματιά φαίνονται σημαντικές συσχετίσεις. Πρώτον, οι εξεγερμένοι φοιτητές ήταν οι ίδιοι μαθητευόμενα μέλη της νέας τάξης. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν αναφέρεται γενικά σε μια «αστική καταγωγή» τους – γιατί τότε θα καταργούσε τη διάκριση μεταξύ παλιάς και νέας τάξης – αλλά, μάλλον, συμφωνεί ακριβώς με τον Richard Flacks στο ότι: «Ουσιαστικά όλες οι μελέτες για τους διαδηλωτές δείχνουν ότι το μέσο οικογενειακό εισόδημα των ακτιβιστών είναι υψηλότερο από το χαρακτηριστικό εισόδημα των μη-ακτιβιστών συμφοιτητών τους. Επίσης, η πηγή του εισοδήματος είναι ιδιαίτερη – προέρχεται από εργασίες διανοητικού ή επαγγελματικού χαρακτήρα. Δεν είναι μόνο τα παιδιά των χειρώνακτων και των κατώτερων υπαλλήλων που υπο-αντιπροσωπεύονται στο κίνημα, αλλά και οι γόνοι των στελεχών επιχειρήσεων και των επιχειρηματιών»[1].

Οι ακτιβιστές συχνά ήταν τα παιδιά μιας παλιότερης γενιάς της νέας τάξης, συνήθως φιλελεύθερης, επαγγελματιών των πόλεων που δούλευαν για μεγάλα γραφεία και οργανισμούς και των οποίων οι πρακτικές ανατροφής των παιδιών κατά κανόνα φανέρωναν ενδιαφέρον για την αυτονομία (του παιδιού) και σκεπτικισμό απέναντι στην παραδοσιακή αυθεντία. Οι γονείς αυτοί συνήθως δίδασκαν τα παιδιά τους ότι η αυθεντία δεν ήταν σωστή μόνο και μόνο επειδή ήταν αυθεντία, ότι οι άνθρωποι πρέπει να αιτιολογούν τους λόγους, (αλλά) και να τους εξηγούνται οι λόγοι των πράξεων και των ενεργειών και ότι αυτοί πρέπει να εδράζονται σε κάποιο σύνολο «αρχών». Με άλλα λόγια: οι εξεγερμένοι φοιτητές στις ΗΠΑ και τις υπόλοιπες δυτικές χώρες είχαν συχνά μάθει τις βασικές αρχές της κουλτούρας του κριτικού λόγου από τους γονείς τους πολύ πριν εισαχθούν στο πανεπιστήμιο. Όντως, αν κάποιος ρίξει μια ματιά στους πρώτους εξεγερμένους φοιτητές του ’60, θα διαπιστώσει μια σαφή συνέχεια ανάμεσα στις φιλελεύθερες αξίες των γονιών τους και τη δική τους πάλη για αυτονομία˙ στην πραγματικότητα, περίπου το 1/6 των πρώτων εξεγερμένων φοιτητών, η «μαγιά» του κινήματος, προέρχονταν από αριστερών τάσεων οικογένειες και είχαν συμμετάσχει σε μια συνεχιζόμενη οικογενειακή παράδοση πολιτικής διαφωνίας[2].

Η σπουδαιότητα της κουλτούρας του κριτικού λόγου – δοσμένης από την οικογένεια ή απ’ όπου αλλού –  για την πολιτική αποξένωση των εξεγερμένων φοιτητών υποδηλώνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η εξέγερση ήταν μεγαλύτερη μεταξύ των φοιτητών των ανθρωπιστικών σπουδών, των καλών τεχνών ή των θεωρητικών επιστημών, οι οποίες παραμένουν τα προπύργια της κουλτούρας του κριτικού λόγου στις πανεπιστημιουπόλεις. Αντίστοιχα, η εξέγερση ήταν ισχυρότερη στα ελίτ πανεπιστήμια, όπου η μόρφωση δεν μετατρέπεται εύκολα σε στενή επαγγελματική εκπαίδευση και οι ανθρωπιστικές και θεωρητικές επιστήμες παραμένουν σημαντικές.

Δεν υπήρχε, λοιπόν, καμιά σύνδεση μεταξύ των οικονομικών εξελίξεων και της φοιτητικής εξέγερσης; Πιστεύω ότι υπήρξε αλλά όχι, όπως συνήθως υπονοείται, επειδή οι φοιτητές αντέδρασαν με φόβο απέναντι στην επικείμενη ανεργία ή τις μη-ικανοποιητικές δουλειές. Αντίθετα, θα εστιάσω στη χρηματοδότηση των πανεπιστημιακών τμημάτων εκείνη την περίοδο, είτε τη χρηματοδότηση της έρευνας είτε των ίδιων των μισθών που έγινε (και ακόμα είναι) στενά συνδεδεμένη με την ικανότητά τους να αντλούν χρήματα από εξωτερικές πηγές. Μια συνέπεια της αυξημένης χρηματοδότησης από εξωτερικές πηγές ήταν τα μέλη των τμημάτων να γίνουν πιο ανεξάρτητα και να ανταποκρίνονται λιγότερο στους εσωτερικούς ελέγχους της πανεπιστημιακής διοίκησης. Μια δεύτερη ήταν τα τμήματα που η ερευνητική χρηματοδότηση αυξήθηκε πολύ (για παράδειγμα, στις κοινωνικές επιστήμες) και συνεπώς αυξήθηκαν και οι μισθοί περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλα τμήματα, αφιέρωναν περισσότερο χρόνο στην έρευνα και είχαν λιγότερες «ώρες επαφής» με τους φοιτητές. Η διδασκαλία συχνά μεταβιβαζόταν στους ώμους των σκληρά εργαζόμενων βοηθών διδασκαλίας, οι οποίοι μαζί με τους αυξανόμενους αριθμούς βοηθών ερευνητών, μετατράπηκαν σε ένα είδος κατώτερου προλεταριάτου που σπρώχνονταν στην αγορά με χαμηλό επίπεδο δεξιοτήτων και βαρύ φόρτο εργασίας. Υπό αυτόν τον όρο, το αυξημένο πλήθος μεταπτυχιακών φοιτητών, το οποίο κατέστη δυνατό από τις αυξημένες ερευνητικές χρηματοδοτήσεις, δεν διέφερε και τόσο πολύ από το ίδιο το κατώτερο ακαδημαϊκό προσωπικό. Κοντολογίς, το ακαδημαϊκό «προλεταριάτο» αυξανόταν. Τα λιγότερο τυχερά τμήματα των ανθρωπιστικών σπουδών στάθηκαν ανίκανα να συμβαδίσουν με την έκρηξη των ακαδημαϊκών ερευνητικών χρηματοδοτήσεων στις κοινωνικές επιστήμες και συνεπώς δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν τους μισθούς των μελών τους στο ίδιο επίπεδο˙ βίωναν μια σχετική στέρηση και μια εντεινόμενη αποξένωση που μπορούσε να μεταδοθεί στους φοιτητές τους. Για αυτούς τους λόγους, η πρωτοπορία των φοιτητικών διαμαρτυριών του ’60 βρισκόταν στις ενωμένες δυνάμεις των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών.

Πολλά έχουν ειπωθεί για την ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της φοιτητικής διαμαρτυρίας και του μεγέθους του πανεπιστημίου, με τη διαμαρτυρία προφανώς να αυξάνεται με το μέγεθος. Εν μέρει, το μεγάλο μέγεθος των πανεπιστημίων διευκόλυνε τη διαμαρτυρία ευνοώντας μια γραφειοκρατικοποιημένη, ρουτινιάρικη ακαδημαϊκή ατμόσφαιρα με λιγοστούς προσωπικούς δεσμούς που η ύπαρξή τους θα μπορούσε να περιορίσει τη σύγκρουση. Το μεγάλο μέγεθος των πανεπιστημίων επίσης θα γινόταν ιδιαίτερα ένα στοιχείο απέχθειας εκ μέρους των φοιτητών που προέρχονταν από τη νέα τάξη και ήταν προσανατολισμένοι στην κουλτούρα του κριτικού λόγου. Διότι στην κουλτούρα του κριτικού λόγου είναι εγγενές ένα μοντέλο εκπαίδευσης που περιλαμβάνει αποκριτική κοινωνική επικοινωνία, την προσδοκία ότι δικαιούνται να εκφράζουν την κριτική τους, ότι η «χαμηλή» τους θέση δεν ακυρώνει τις απόψεις τους και δεν δίνει το δικαίωμα στην εξουσία να τις αφήνει απαρατήρητες και αναπάντητες. Με το αυξανόμενο μέγεθος των τάξεων και την αυξανόμενη απομόνωση των ελίτ καθηγητών που ήταν απορροφημένοι στην πλουσιοπάροχα χρηματοδοτούμενη έρευνα, το εκπαιδευτικό πρότυπο που είναι συναφές με την κουλτούρα του κριτικού λόγου ολοένα και παραβιαζόταν. Όσο τα εγώ των χαμηλόβαθμων  γίνονται αποδεκτά στην κουλτούρα του κριτικού λόγου, αφού ακόμα και οι δικές τους πεποιθήσεις έχουν από άποψη αρχής το ίδιο δικαίωμα να ακουστούν όπως εκείνες των υψηλόβαθμων και των μεγαλύτερων σε ηλικία, οι νέοι και οι χαμηλόβαθμοι έχουν κεκτημένο συμφέρον στην κουλτούρα αυτή. Με την παραβίασή της, εξαιτίας των μεγαλύτερων και πιο πειθαρχημένων σχολών, οι φοιτητές βιώνουν ταπείνωση του εγώ τους, ιδιαίτερα εκείνοι οι οποίοι είναι από πριν εξοικειωμένοι με την κουλτούρα του κριτικού λόγου. Το τραυματισμένο εγώ συνδέθηκε με την απόρριψη ολόκληρης της ενήλικης ζωής, σύνηθες βίωμα όσων βρίσκονται σε μορατόριουμ (αναστολή) κοινωνικού ρόλου λόγω της φοιτητικής τους ιδιότητας. Η εξασθένιση του διαλόγου βιώθηκε, συνεπώς, ως κομμάτι της διάψευσης της συμμετοχής στην πλήρη ενήλικη ζωή και σαν επιπρόσθετο εμπόδιο στην ανοδική πορεία των φοιτητών προς την ενηλικίωση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μεγάλες πανεπιστημιουπόλεις δεν είχαν καμία άλλη επίδραση στις φοιτητικές διαμαρτυρίες. Μεγαλύτερες τάξεις σήμαιναν μεγαλύτερο «εύρος ελέγχου», το μέσο μέλος του τμήματος έπρεπε να ελέγχει περισσότερους φοιτητές˙ οι μειούμενες ώρες συνεργασίας φοιτητών-καθηγητών και η αυξημένη χρησιμοποίηση βοηθών αντί καθηγητών στη διδασκαλία, σήμαιναν τη φθίνουσα αποτελεσματικότητα της πανεπιστημιακής εξουσίας. Αυτό δεν συνέβη μόνο στις εγκαταστάσεις του πανεπιστημίου και τις τάξεις αλλά και στις φοιτητικές εστίες και τα φοιτητικά διαμερίσματα, όπου η πανεπιστημιακή εξουσία σχεδόν κατέρρευσε ολοκληρωτικά εξαιτίας των αυξανόμενων εγγραφών. Επιπρόσθετα, καθώς η πανεπιστημιακή στέγαση δεν μπορούσε να παρακολουθήσει την αύξηση του αριθμού των φοιτητών, οι φοιτητές ολοένα και περισσότερο έβρισκαν στέγη εκτός πανεπιστημιούπολης σε φοιτητικά γκέτο, απρόσιτα στον πανεπιστημιακό έλεγχο. Έτσι, η μεγέθυνση σήμαινε την αυξημένη αποξένωση των φοιτητών και τη χαλάρωση ή ακόμα και την κατάρρευση του πανεπιστημιακού ελέγχου πάνω τους. Ο ίδιος παράγοντας που ενέτεινε την αποξένωση των φοιτητών, συνεπώς έβλαψε την ικανότητα των πανεπιστημιακών αρχών να την περιορίσουν.

Γενικά, όμως, έχει δοθεί υπερβολική σημασία στη μεγέθυνση των πανεπιστημιακών σχολών στις ερμηνείες των φοιτητικών εξεγέρσεων του ’60, σε μεγάλο βαθμό επειδή στις τρέχουσες αναλύσεις λείπει, κατά κανόνα, η ιστορική προοπτική και τα διεθνή δεδομένα. Τα φοιτητικά κινήματα και «εξεγέρσεις» σίγουρα δεν είναι καινούριο φαινόμενο: έχουν υπάρξει τα επαναστατικά κινήματα των Ρώσων φοιτητών και των Ναροντνίκων τις δεκαετίες του 1860 και 1870, το Γερμανικό φοιτητικό κίνημα το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα συνδεδεμένο με τον ανερχόμενο Γερμανικό εθνικισμό, το Κινέζικο φοιτητικό κίνημα αμέσως μετά τη Ρωσική Επανάσταση, το Παρισινό φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του 1830 και πολλά ακόμη. Σε καμιά από αυτές τις εξεγέρσεις δεν υπήρχε μαζική εκπαίδευση και τα πανεπιστήμια απείχαν πολύ από το να θεωρούνται «βιομηχανοποιημένα». Το μέγεθος, λοιπόν, αν ιδωθεί σε μια ιστορική και συγκριτική διάσταση, δεν αποτελεί απαραίτητη συνθήκη για την αποξένωση των φοιτητών.


[1] Στο J. Foster and D. Long, eds., Protest: Student Activism in America (New York, 1970), σελ. 137.

[2] Βλέπε Kenneth Keniston, Young Radicals (New York, 1968): «… πολλοί ακτιβιστές έχουν την έγνοια να εκπληρώσουν τις εκφρασμένες αλλά μη-εφαρμοσμένες γονεϊκές αξίες… πολλοί διαδηλωτές «αναπαριστούν στην πράξη» στις κινητοποιήσεις τους τις αξίες στις οποίες απερίφραστα πίστευαν οι γονείς τους…» (σελ. 309). Σχετική, όμως, με την κεντρική μου θέση  είναι η βασική διαπίστωση του Keniston ότι «οι ακτιβιστές δεν προέρχονται από μειονεκτούσες, κοινωνικά προβληματικές, μη-προνομιούχες ή αμόρφωτες ομάδες˙ αντίθετα, στρατολογούνται επιλεκτικά ανάμεσα σε εκείνους τους νεαρούς Αμερικάνους που έτυχαν της πιο ευνοϊκής κοινωνικά ανατροφής» (σελ. 307). Και σχετικά με την παρατήρηση που γίνεται παρακάτω στο κείμενο για τον ιδιαίτερο  ρόλο των βοηθών: «Οι πιο ικανοί ηγέτες της διαμαρτυρίας δεν ήταν οι προπτυχιακοί φοιτητές, αλλά οι βοηθοί διδασκαλίας. Η παρουσία ενός μεγάλου αριθμού εκμεταλλευομένων, κακοπληρωμένων, δυσαρεστημένων και απογοητευμένων βοηθών διδασκαλίας (ή αντίστοιχων μεταπτυχιακών φοιτητών και νεαρών μελών των τμημάτων) είναι ζωτικής σημασίας για την οργανωμένη και συνεχή διαμαρτυρία»  (σελ. 312).

Μάνος Χατζιδάκις (Συνέντευξη)-1989

Στις λαϊκές επαρχίες του ποδοσφαίρου!

Ως λοξίας ποδοσφαιρόφιλος, θεωρώ ανυπέρβλητης αξίας την παραπάνω φωτογραφία, από τη στιγμή που το παγκοσμιοποιημένο ποδόσφαιρο έχει πια τη λάμψη φανταχτερού φαστ φουντ. Με τα τατουάζ σε όλο το «ποδοσφαιρικό» σώμα και μια χαζοχαρούμενη διάθεση καταναλωτικής Ντίσνευλαντ και «πετυχημένων» επενδυτών!!!

Τιμή και δόξα σε ανθρώπους με ασίγαστο ποδοσφαιρικό πάθος αλλοτινών εποχών, όπως οι παραπάνω. Η ζώνη, με την αγκράφα, των διαιτητών, να ξορκίζει το υποποδόσφαιρο των κάθε είδους τεχνολάγνων VAR(βάρων).

Για την ιστορία : Αναγέννηση Καρδίτσας-Γ.Α.Σ. Βέροιας, κάπου στη επαρχιακή δεκαετία του ΄70!!! Από τη Βέροια, αρχηγός ο Τάκης Παπατζίκος και από την Αναγέννηση Καρδίτσας, ο Λάκης Πέτσας, αυτή η φυσιογνωμία του λαϊκού ποδοσφαίρου και αργότερα πρωταγωνιστής στον Α.Ο ΚΑΒΑΛΑΣ. Διαιτητής με αγκράφα ο Γιαννακουδάκης (;;;) – και κατά άλλους ο Σπυρόπουλος ( Θεσσαλονίκης) – και ο επόπτης με αγκράφα και μουστάκι ο Τεκτονίδης!!!!!

Δημήτρης Γ

Τα δικαστήρια των ανθρώπων

Μερικές σκέψεις για τους Γερμανούς και την αντίληψή τους για τον Ευρωπαϊκό νότο με αφορμή την περίπτωση της Ρακέτε

* Αγγελική Παπαγιαννοπούλου

* Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ιστορία Τέχνης στο Technische Universität του Βερολίνου.

 

Αν και τα πνεύματα αυτή τη στιγμή είναι οξυμένα, θα ήθελα να μοιραστώ μια σκέψη πάνω στο θέμα που προέκυψε με την Carola Rackete, διαβάζοντας για τη μεσολάβηση του Βερολίνου σε άρθρο της Καθημερινής (”Βερολίνο: Απελευθερώστε τη Ρακέτε”, 02.07.2019). Δε θα σταθώ στο αν η κοπέλα έπραξε σωστά ή λάθος, ούτε σε αυτό το σημείο έχουμε πλήρη εικόνα των γεγονότων. Εξαρχής καταθέτω τη δεδομένη συμπάθεια μου προς το πρόσωπο της και τη διαφωνία μου απέναντι στους υβριστές της. Διακρίνω όμως μια  ”λεπτομέρεια” στην εξέλιξη των ως τώρα γεγονότων, και αναρωτιέμαι αν γίνεται αντιληπτή και από άλλους.

Αυτή είναι ότι έχουμε μια εθνική κυβέρνηση (τη γερμανική), η οποία, φιλοδοξώντας μάλλον να καταστεί ”υπερεθνική”, ενορχήστρωσε την κρίση των τελευταίων χρόνων. Στο ζήτημα της Ρακέτε, ο Υπουργός Εξωτερικών της, Heiko Maas, δίνει εμμέσως πλην σαφώς, σε ρόλο διοικητού Επαρχίας, απευθείας εντολές σε εκλεγμένο πρωθυπουργό χώρας, παραβλέποντας (;) την εθνική της νομοθεσία – ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι σωστή ή όχι -, ως να επρόκειτο για τοπικό φύλαρχο και όχι ηγέτη εθνικού κράτους. Αυτό το σημείο νομίζω έχει μεγάλη σημασία, αν θέλουμε να αποτιμήσουμε νηφάλια την κατάσταση.

Έχοντας για χρόνια συναναστραφεί με Γερμανούς της ηλικίας μου θέλω να καταθέσω εδώ τη δική μου εμπειρία. Η δική μου παρατήρηση είναι ότι παράλληλα με τον ανθρωπισμό και τις ευαισθησίες των καλλιτεχνιζόντων συμφοιτητών μου, η άποψη που έχουν για το Νότο ουσιαστικά δεν αλλάζει. Έτσι, στο αγαπημένο μας για τις αντιφάσεις του Μπερλίν, έχουμε παιδιά που αγαπούν τα ζώα, αλλά όχι το ”κτήνος- άνθρωπο”, παιδιά μεγαλωμένα στην ευμάρεια του βορρά που ”αγαπούν την αγνότητα των νοτίων” – όσο αυτοί  ανοίγουν τα σπίτια τους τζάμπα το καλοκαίρι – δυστυχώς όμως τον χειμώνα δεν προλαβαίνουν να τους ανταποδώσουν τη χάρη. Παιδιά που καλοπροαίρετα διαδηλώνουν στις διάφορες Unteilbar αφηρημένα κατά της ανόδου της Ακροδεξιάς και υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για τα Κίτρινα Γιλέκα όμως και τη φλεγόμενη Γαλλία δίπλα τους…άκρα του Τάφου σιωπή. Είναι άραγε ο λόγος για αυτήν την αβλεψία, το γεγονός ότι η Γαλλία είναι κατά βάθος ”Νότος”, άρα ευθύνεται αποκλειστικά η ίδια για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει; Άλλη μια αντίφαση που παρατηρώ,στους εκλεκτούς συμφοιτητές μου των gender και post-colonial studies, είναι η αντίδρασή τους, όταν εμείς, κάποιοι Έλληνες του εξωτερικού, θίγουμε το θέμα της κατοχής και των αποζημιώσεων. Συχνά η αναφορά σε αυτά τα θέματα ενώπιον τους πυροδοτεί κάποια ανακλαστικά επιβίωσης, κι αυτόματα ο ”ευγενής Άγριος”, υποβιβάζεται στα μάτια τους σε ”απολίτιστο, παραδοσιοκράτη κι αντιδραστικό”, έτοιμο να τους κατασπαράξει…

Με αυτήν την περιγραφή δεν επιχειρώ να σκιαγραφήσω το προφίλ της Ρακέτε ασφαλώς, αν και οι καταβολές της έχουν ενδεχομένως ομοιότητες. Το λέω, γιατί ο τρόπος που κάποιοι ευαίσθητοι πολιτισμένοι από εκεί ψηλά (βλέπε γερμανικά Μ.Μ.Ε.) κουνούν το δάκτυλο και ωρύονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ανειλικρινείς, κρύβει σκοταδισμό και αντιδραστικότητα. Και, όπως καταλαβαίνω, είναι ένας τρόπος για τη Δύση να κρύβει την ενοχή της και να την απαλλάσσει από τις δικές της υποχρεώσεις προς το Νότο. Καταδικάζοντας τη ”βαρβαρότητά” του.

Ως υστερόγραφο θα ήθελα να επισημάνω σε κάποιους φίλους με πιο μανιχαϊστική, ας πούμε, αντίληψη των πραγμάτων, ότι ο Σοφοκλής, όταν έγραφε την Αντιγόνη, δεν ήθελε να περιγράψει μια αγία, αλλά να αποδώσει δίκαια και στις δύο πλευρές, καταδεικνύοντας την αέναη πάλη μεταξύ δύο πόλων/ αντιλήψεων περί δικαίου και κοινού καλού. Η Αντιγόνη το ξέρει αυτό, και αποδέχεται την τιμωρία της. Το ότι δέχεται να περάσει από το δικαστήριο των ανθρώπων, είναι τελικά και η μόνη απόδειξη ότι υπάρχει κάπου το δικαστήριο των θεών… Αφού τους θεούς δε θα μπορέσουμε με άλλον τρόπο να πλησιάσουμε. ”Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα”, όπως θα μας ψιθύριζε ο Αναγνωστάκης…

Πηγή: https://www.huffingtonpost.gr/entry/ta-dikasteria-ton-anthropon_gr_5d21b249e4b0f31256855a91

Ο φετιχισμός της καινοτομίας

του Χάρη Ναξάκη

« Η θεμελιώδης ώθηση πού θέτει και διατηρεί την καπιταλιστική μηχανή σε κίνηση είναι οι ανάγκες για νέα καταναλωτικά αγαθά… αυτή η συνεχής ανάγκη για το νέο διαρκώς διεγείρει, καταστρέφει την παλιά δομή. Ο καπιταλισμός είναι η αιώνια θύελλα τής δημιουργικής καταστροφής»

Με την παραπάνω οξυδερκή διαπίστωση ο διάσημος Αυστριακός οικονομολόγος Γιόζεφ Σουμπέτερ (1883-1950) στο βιβλίο του, Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία, προέβλεψε ότι η καταναλωτική καινοτομία είναι η ατμομηχανή της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο δημόσιος διάλογος έχει κατακλυστεί τα τελευταία χρόνια από άρθρα και αναλύσεις, ειδικών και μη, ανεξαρτήτως ιδεολογικής απόχρωσης, που η κοινή τους συνισταμένη είναι η λατρεία της καινοτομίας. Η φετιχιστική λατρεία της καινοτομίας στηρίζεται σε ένα αυταπόδεικτο επιχείρημα, η καινοτομία είναι πρόοδος. Ως εκ τούτου το συμπέρασμα είναι σαφές και ενέχει θέση νόμου: όποιος είναι ενάντια στην  καινοτομία είναι οπισθοδρομικός, εχθρός της τάσης του ανθρώπου για συνεχή εξέλιξη. Το άρθρο αυτό είναι οι σημειώσεις ενός αιρετικού του δόγματος ότι η καινοτομία είναι πρόοδος. Αν πρόοδος είναι η πεποίθηση ότι διαμέσου της καινοτομίας το αύριο είναι καλύτερο από το χθες, επειδή καταναλώνουμε περισσότερα προϊόντα πού έχει προγραμματιστεί ο θάνατος τους, τότε οικοδομούμε ένα πολιτισμό των απορριμμάτων.                                                   

     Η καινοτομία βέβαια προσφέρει ένα πλεονέκτημα, αυτό της εξελικτικής προσαρμογής με ευελιξία σε  ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Η μεταβολή όμως του περιβάλλοντος δεν τρέχει με την ταχύτητα του φωτός και για αυτό η προσαρμογή στην μεταβολή δεν γίνεται μέσω ενός αχαλίνωτου ατομικισμού και του συνοδοιπόρου του, του εξατομικευμένου καταναλωτισμού, της άμεσης δηλαδή ικανοποίησης των επιθυμιών και απόλαυσης των ηδονών ,αλλά μέσω της κτήσης και κατανάλωσης αγαθών που καλύπτουν τις βασικές μας ανάγκες και προσφέρουν την υπόσχεση της ασφάλειας, εξυπηρετούν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα μας. Για να εξυπηρετεί όμως η παραγωγή, η κτήση και η κατανάλωση τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα μας πρέπει τα αγαθά αυτά να είναι ποιοτικά, ανθεκτικά και επισκευάσιμα. Γιατί όμως δεν σχεδιάζονται και δεν επιλέγονται σήμερα εκείνες οι καινοτομίες που επιτρέπουν μια βιώσιμη προσαρμογή του ανθρώπου στις αλλαγές του περιβάλλοντος, αλλά η καινοτομική δραστηριότητα εστιάζει στον σχεδιασμό και την παραγωγή αγαθών που έχουν αποκλειστικό στόχο την εφήμερη απόλαυση επιθυμιών και ηδονών; Γιατί οι θεσμοί με την σειρά τους, οι επίσημες πολιτικές ευνοούν την χρηματοδότηση της καταναλωτικής καινοτομίας;

 Το σύνολο σχεδόν της καταναλωτικής καινοτομίας σήμερα έχει ως στόχο την καταστροφή της μακροβιότητας των αγαθών και των υποδομών, που εκτός των άλλων ξοδεύει ανελέητα τους περιορισμένους πόρους του πλανήτη. Η καταναλωτική καινοτομία σχεδιάζεται με μοναδικό γνώμονα την προγραμματισμένη βραχυβιότητα των προϊόντων, την συντόμευση του κύκλου ζωή τους, τον προγραμματισμένο θάνατο τους. Σήμερα τα προϊόντα κατασκευάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να περιέχουν τον προγραμματισμένο θάνατο τους είτε πρόκειται για οικιακές συσκευές είτε για κινητά  τηλέφωνα , ηλεκτρονικούς υπολογιστές και αυτοκίνητα. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στις  εταιρίες κινητής τηλεφωνίας  nokia,Samsung και Lg για τα κόστη αντικατάστασης και επιδιόρθωσης των εξαρτημάτων των κινητών αποκαλύφθηκε ότι στα φθηνότερα κινητά(30 ευρώ) το κόστος συντήρησης είναι ασύμφορο, είναι τριπλάσιο από το να αγοράσεις ένα άλλο μοντέλο, στα κινητά μεσαίου κόστους(100 ευρώ) τα κόστη των εξαρτημάτων είναι όσο η αγορά ενός καινούργιου, ενώ στα κινητά υψηλού κόστους(400 ευρώ) η συντήρηση και η επισκευή κοστίζει το 60% της αρχικής τιμής αγοράς. Η σχεδιασμένη μέσω της καινοτομίας θνησιμότητα των προϊόντων είναι η συνταγή για να δημιουργείται νέα ζήτηση των προϊόντων. Η κοινωνία της απεριόριστης κατανάλωσης μέσω της καινοτομίας απαξιώνει την ανθεκτικότητα, ως χαρακτηριστικό των αγαθών, ταυτίζοντας την με το παλιό και το ακατάλληλο, στη συνέχεια μειώνει τεχνητά το προσδόκιμο ζωής ενός προϊόντος και μέσω του μάρκετινγκ δημιουργεί μια  καταναλωτική κουλτούρα που αποθεώνει το σημερινό προϊόν και αρνείται το χθεσινό. Αυτή η διαρκής ανανέωση των προϊόντων έχει ως στόχο να αισθανόμαστε συνεχώς στερημένοι, δυστυχείς, σε αναμονή για την νέα γενιά καινοτομιών, να χρειαζόμαστε πάντα περισσότερα και να μην έχουμε ποτέ αρκετά.      

                                                                                                                                                                                       

Η καταναλωτική καινοτομία υπονομεύει την ανθρώπινη ανάγκη για σταθερότητα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό,  την παρουσιάζει ως στασιμότητα και οπισθοδρόμηση, προωθεί την ανηλεή πρωτοτυπία εις βάρος της ανθεκτικότητας. Η καινοτομία καταστρέφει συστηματικά την αιώνια σοφία των ανθρώπων και των κοινοτήτων, που θεωρούσε ότι τα γερά είναι καλύτερα και τα λίγα είναι αρκετά. Τα διαρκή, ανθεκτικά, στέρεα και απρόσβλητα από την φθορά του χρόνου αγαθά δίνουν στην κοινωνία ένα αίσθημα μακροπρόθεσμης αναπαραγωγής, σταθερότητας και ασφάλειας από τις ιδιοτροπίες της μοίρας. Στον αντίποδα αυτής της σοφίας για ανθεκτικά αγαθά και υποδομές, που προσφέρουν σταθερότητα και ασφάλεια, η καινοτομία εστιάζει στην εφήμερη απόλαυση επιθυμιών που γεννά με την σειρά της την αιώνια αίσθηση του ανικανοποίητου. Είναι πρόοδος η εσπευσμένη αντικατάσταση των αγαθών, ο καταναλωτικός  ατομικισμός και ηδονισμός, το κυνήγι της καινοτομίας, ο δανεισμός χρημάτων για να αγοράσουμε προϊόντα που είναι προγραμματισμένα να χαλάσουν;

Πηγή: https://antifono.gr/%CE%BF-%CF%86%CE%B5%CF%84%CE%B9%CF%87%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%83-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%83/?fbclid=IwAR1wEshemlSHcxSvgcU2P5fMJnqi-gTQqTkM9JF3Ts3aLJJIQ23UcyPEyJQ

Μια απογείωση από τη λάσπη της καθημερινότητας

συνέντευξη της Όλιας Λαζαρίδου, στους Μαρία Δέδε και τον Βασίλη Κ. Καλαμαρά

Βιολέτα. Βαθύ, ζαλιστικό το άρωμά της. Σαν τη μυρωδιά του Πάσχα. Αυτό των παιδικών μας χρόνων αλλά και των κατοπινών, όταν αναζητάμε κάπου να ακουμπήσουμε. Η θυσία. Ο θάνατος. Η ανάσταση. Στοιχεία του θείου δράματος. Το καθεμέρα της ανθρώπινης ζωής.

«Στου ιερού Λυκαβηττού το σκούφο» συναντήσαμε την Όλια Λαζαρίδου. Κυριακή των Βαΐων. Μεσημέρι. Κοπιαστική η βδομάδα που πέρασε. Των Παθών, αυτή που μόλις ξεκινούσε. Ανάμεσα στις μυρωδιές της άνοιξης, τις μαργαρίτες και τα χαμομήλια που ξεφύτρωσαν σε μια πλαγιά, μέσα στο κέντρο της πόλης, στα Βήματα των νέων ανθρώπων που έστησαν τις δικές τους παρέες και πορεύονταν. Κάτω από τον ήλιο, μπροστά από τις σκιές μας. Η ηθοποιός βιώνει την ιεροτελεστία του Πάσχα όπως τη βίαιη έκρηξη της άνοιξης. Αφουγκράζεται μέσα στην ίδια την ανθρώπινη ζωή το θαύμα της Ανάστασης: «Νομίζω κάθε αλλαγή προϋποθέτει έναν θάνατο, μια παραίτηση από κάτι». Αναπλάθει εικόνες «όταν ο παπάς κλοτσώντας την πόρτα και φωνάζοντας “Αρατε πύλας” ξαναμπαίνει στην εκκλησία μετά την Ανάσταση το βράδυ του Σαββάτου», μα πάνω απ’ όλα είναι αυτό το άρωμα βιολέτας που αναδύεται…

ΕΡ.: Πώς λειτουργεί το Πάσχα για σας;

«Είναι μια συμβολική απογείωση, όπου τα πράγματα που ζει κανείς μέσα σε μια λάσπη καθημερινότητας δικαιώνονται με έναν τρόπο μεταφορικό και συμβολικό…»

ΕΡ.: Εχει αλλάξει το αίσθημά σας απέναντι στο Πάσχα ή είναι όπως τότε που ήσασταν παιδί;

«Έχει ισχυροποιηθεί. Η ζωή μου ήταν ένας χαοτικός αυτοσχεδιασμός. Δεν έχω μνήμες από αυτά τα χρόνια, οπότε μεγαλώνοντας, ως αντίβαρο, ψάχνω να βρω ορισμένες ιεροτελεστίες, κάποιες σταθερές που να σου δίνουν την αίσθηση ότι μπορείς κάπου να ακουμπήσεις. Δυστυχώς, είναι λίγες οι ιεροτελεστίες που μπορούν να με πείσουν. Το Πάσχα και όλη η διαδικασία είναι ένας πολύ βαθύς, γνήσιος και ολοκληρωμένος ποιητικός συμβολισμός. Είναι κάτι που με πείθει. Λειτουργεί επάνω μου και κάθε χρόνο καταφέρνει και με συγκινεί βαθιά.»

ΕΡ.: Λόγω πίστης, θρησκευτικού αισθήματος, τελετουργίας; Ποιο απ’ όλα αυτά;

«Ακολουθώ τα πράγματα που καταφέρνουν να με πείσουν. Επειτα, υπάρχει μια αντιστοιχία στη συγκεκριμένη ιεροτελεστία, στο τυπικό της εκκλησίας και σ’ αυτό που συμβαίνει γύρω μας, ιδίως την άνοιξη, στη φύση. Θυμάμαι κάτι που μ’ έχει συγκινήσει: Σε μια εκκλησία της Σίφνου έμεινα στην αναστάσιμη λειτουργία, που είναι ό,τι πιο σημαντικό υπάρχει στην Ορθοδοξία. Είναι αυτό το “Αρατε πύλας” που λέει ο παπάς. Ήταν ένας πολύ γειωμένος άνθρωπος, ο οποίος ξαναμπήκε στην εκκλησία κλοτσώντας την πόρτα και φωνάζοντας “Αρατε πύλας”. Ηταν τρομακτικά βίαιο. Ετσι σκληρή και βίαιη εποχή είναι και η άνοιξη.»

ΕΡ.: Για τι είδους σκληρότητα μιλάτε;

«Για να γίνει μια ανάσταση, πρέπει να επέλθει πρώτα ένας θάνατος. Πρέπει να νεκρωθεί το παλιό για να φυτρώσει το καινούργιο. Νομίζω κάθε αλλαγή προϋποθέτει έναν θάνατο, μια παραίτηση από κάτι. Αυτό το βιώνει κανείς πάρα πολύ μέσα στην πορεία της ζωής του. Το ξέρει και το αναγνωρίζει σ’ ένα τυπικό μιας τελετής μέσα στην εκκλησία…»

ΕΡ.: Και η έννοια της θυσίας όπως λειτουργεί στο θείο δράμα;

«Και αυτό ισχύει στη ζωή. Όταν λέω παραίτηση, αυτό εννοώ. Για να κερδίσεις κάτι καινούργιο, πρέπει κάτι παλιό να θυσιάσεις.»

ΕΡ.: Εσείς τι θυσιάζετε ή τι θα θυσιάζατε δυνητικά;

«Κάθε άνθρωπος θυσιάζει πάρα πολλά πράγματα για να προχωρήσει. Εγώ φέτος κατάλαβα πως για να κερδίσει κάποιος την ελευθερία τού πνεύματος και της ψυχής του, πρέπει να υπερασπίζεται θυσιάζοντας κάτι, την προσωπικότητά του. Οταν είσαι “δημόσιο πρόσωπο” μπλέκεσαι σ’ ένα παιχνίδι. Την εικόνα που είχαν ή έχουν οι άλλοι για σένα την υιοθετείς και την προφυλάσσεις, ενώ μπορεί να μην είσαι αυτό. Προσπαθώντας να υπερασπιστείς αυτή την εικόνα, καμιά φορά χάνεις την ελευθερία σου…»

ΕΡ.: Η οποία θυσία, τελικά, μήπως κρύβει πίσω της ένα υπερτροφικό, «εγώ», όσο κι αν ακούγεται παράδοξο αυτό;

«Εξαρτάται με ποια μορφή γίνεται. Προσωπικά μ’ αυτές τις έννοιες νιώθω τρομακτικό δέος, γιατί αισθάνομαι ότι οι δικές μου πιθανές θυσίες, που μπορώ να έχω κάνει, είναι σ’ ένα ποιητικό επίπεδο και πολύ μεταφορικό. Σε αντίθεση με τις θυσίες που έχουν κάνει άλλοι άνθρωποι και ίσως δεν θα τις μάθουμε ποτέ. Γι’ αυτό έχω μια επιφύλαξη, γιατί πραγματικά νιώθω ότι, θέλοντας και μη, ένας καλλιτέχνης βρίσκεται μάλλον στον προθάλαμο αυτών των εννοιών. Οι πραγματικά βαθιές θυσίες γίνονται σ’ ένα άλλο επίπεδο. Δεν έχουν σχέση ούτε με τα μίντια ούτε με ποιητικές μεταφορές. Εχουν το ακριβές αντίτιμο της ζωής – μια σταγόνα αίμα, οπότε…»

ΕΡ.: Οπότε δεν έχει νόημα να μιλάμε με ποιητικές μεταφορές ή να δημιουργούμε ποιητικούς συσχετισμούς;

«Αυτό που μπορεί να κάνει ένας καλλιτέχνης είναι να μεταδίδει το αίσθημα και το άρωμα αυτών τών πραγμάτων μ’ όσο πιο ειλικρινή και έντιμο τρόπο.»

ΕΡ.: Μια και μιλήσατε για αρώματα. Το Πάσχα μυρίζει ακόμη στην Ελλάδα; Σας πιάνει μια μυρωδιά στη μύτη;

«Όχι απλώς με πιάνει, με τρελαίνει.»

ΕΡ.: Αρωμα βαρύ, στυφό, γλυκό;

«Για μένα το Πάσχα θα μπορούσε να είναι αυτή η μεθυστική, βαθιά ζαλιστική μυρωδιά της βιολέτας.»

ΕΡ.: Πηγαίνετε στην εκκλησία αυτή την εποχή;

«Ναι, πάω πάντα και κυρίως τα τελευταία χρόνια έχω ανακαλύψει το συγκλονιστικό κομμάτι, μετά την Ανάσταση, στο οποίο μένω. Αυτό το χωρίς περιορισμούς κείμενο του ορθόδοξου τυπικού, που σπάνια κάθεται ο κόσμος να το ακούσει και που με δυο λόγια λέει ότι κι αυτός που έρχεται την τελευταία στιγμή είναι καλοδεχούμενος, γιατί το τραπέζι είναι γεμάτο και τους χωράει όλους.»

ΕΡ.: Είστε εντός του χριστιανικού πνεύματος, το βιώνετε…

«Αυτή η έννοια της απόλυτης δεκτικότητας των πάντων, ότι χωρούν τα πάντα και όλοι εδώ, εμένα μου ταιριάζει πάρα πολύ. Είναι ένα στοίχημα της ζωής το να καταλάβουμε ότι τελικά όλοι στον πυρήνα μας, στο σκληρό κουκούτσι, πέρα από εικόνες, στεγανά και κοινωνικές συνθήκες, είμαστε ίδιοι. Ακόμη και με τον Αλβανό που φοβόμαστε. Ακόμη και με αυτούς τους ανθρώπους, που έχουν καταντήσει ο σκουπιδοτενεκές τού πλανήτη και κάνουν τη βρώμικη οουλεια για λογαριασμό όλων, τα σκιάχτρα και οι μπαμπούλες των φόβων όλων μας, δικαίων ή αδίκων…»

ΕΡ.: Απόλυτη δεκτικότητα;

«Υπάρχει ένας τόπος και μια στιγμή όπου χωράνε όλοι, γιατί είναι ίδιοι.»

ΕΡ.: Ποιο πρόσωπο του θείου δράματος πιστεύετε ότι βρίσκεται πιο κοντά σε εσάς;

«Η Παναγία.»

ΕΡ.: Η Παναγία κάτω από το σταυρό; Αυτή η εικόνα;

«Επειδή είναι ο φορέας του τέλεια στρογγυλού και ακέραιου αισθήματος που για μένα είναι μια απόλυτη εικόνα τού τι είναι θηλυκότητα. Είναι μια πλήρης αγκαλιά.»

ΕΡ.: Πιστεύετε ότι αυτά τα πρόσωπα που μετέχουν στο Θείο Δράμα συναντώνται και στην καθημερινότητα; Είναι ρόλοι που μοιράζονται μια κι έξω ή πού εναλλάσσονται;

«Είναι πτυχές της δικής μας ψυχής και της αντιφατικότητας και της πολυπλοκότητας που έχει η ψυχή ενός ανθρώπου. Οι μαθητές κι όλα τ’ άλλα πρόσωπα του Θείου Δράματος είναι σαν την ψυχή μας – ένα πρίσμα με πολλές πλευρές. Καθένα απ’ αυτά τα πρόσωπα είναι ένα κομμάτι που περιέχει η ψυχή μας.»

ΕΡ.: Η Παναγία σπάει τον καθρέφτη;

«Η Παναγία τα περιέχει όλα. Είναι η πλήρης αγκαλιά, όπου όλα αυτά τα κομμάτια γίνονται ένα μέσα από την απόλυτη αποδοχή… Μόνο μέσα από την απόλυτη αποδοχή και παραδοχή μπορεί ο κάθε άνθρωπος να αισθανθεί ότι όλα αυτά τα κομματάκια μπορούν να ενωθούν. Αυτό είναι το θαύμα της αγάπης, ότι κάνει τα πράγματα που καθρεφτίζονται μέσα σ’ αυτήν, ολόκληρα, τα ενοποιεί και τα δοξάζει…»

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Μεγάλη Τετάρτη, 15 Απριλίου 1998

Πηγή: https://antifono.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7-%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%80%CE%B7/?fbclid=IwAR3e_fSxJ8OmuJLERfJZ-WkgHpCYCY1J05rxH0bc9TcCSEU4YR0aZ2Bes0Q

Η ζωγραφική παράσταση που πλαισιώνει τη σελίδα (“Το προσκύνημα της δεσποινίδος”, 1932) είναι έργο του Θεόφιλου.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας…!

Όταν ο καταστασιακός Γκύ Ντεμπόρ συναντά τον συνδυασμό «Αθήνα για την Ελλάδα: Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων»

Αν κουράζεστε να με διαβάσετε, μείνετε στη γλυκιά προτροπή μου: Ψηφίστε Γιώργο Καραμπελιά: «Αθήνα για την Ελλάδα». Παρόλα αυτά…:

Γεννήθηκα το 1968 και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας, στην ιστορική γειτονιά του Αγίου Παύλου, πολύ κοντά στο Σταθμό Λαρίσης και την πλατεία Βάθη.

Σε αυτή τη μικρή γωνιά, γνώρισα την κοινότητα, η οποία αποτέλεσε – ανά τους αιώνες και κάτω από διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά συστήματα – συστατικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού. Την αποκαλούσα- και την αποκαλώ- συχνά συνοικία, το…συν του οίκου μας. Η πραγματική και πνευματική διεύρυνση της ιδιωτικής μας ζωής, που μεταμορφωνόταν σε δημόσιο βίο.

Ήταν ο δημόσιος χώρος, που αγκάλιαζε το παιχνίδι, τη δημιουργία, τις μικροχαρές και τις μικρολύπες, την ευθύνη μας ως πρόσωπα, απέναντι στη μικρή κοινότητα, «τη λαχτάρα για τον έπαινο του Δήμου και των σοφιστών, για τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε», όπως μας λέει ο Χρήστος Γιανναράς.

Η συνοικία μας, συνδεόταν, παράδοξα και ομόδοξα με όλες εκείνες τις συνοικίες μιας μαγικής πολύβουης πόλης, που απλωνόταν, λίγο πιο πέρα. Η Αθήνα, παρά τις διαφορές της, έμοιαζε μια συνεκτική κοινότητα των συνοικιών και των Προσώπων και όχι η «μοντέρνα» απρόσωπη μεγάπολη, η «α-πολίτιστη» μητρόπολη, όπως κακοποιείται και διαμορφώνεται εδώ και χρόνια, τόσο από το σφυρί ενός κεφαλαιοκρατικού «εκσυγχρονιστικού» παρασιτισμού, όσο και από το αμόνι, ενός αριστερού μηδενιστικού κοσμοπολιτισμού, χωρίς πνευματικό κέντρο.

Επειδή ακόμα και τότε που οι άσχημες πολυκατοικίες της εργολαβίας του Καραμανλή και της χούντας, μας είχαν περικυκλώσει, το καντηλάκι ενός υπαρξιακού πνευματικού «κέντρου», άναβε με ισχυρή φλόγα. Η εκκλησία του Αγίου Παύλου, όριζε και την ομώνυμη Ενορία μας. Εντέλει, «Εν-ορία», δεν ήταν μόνο η πολεοδομική διαίρεση μέσα από τις τοπικές εκκλησίες. Ήταν κάτι περισσότερο και πολύ πιο συμβολικό, σχεδόν «μεταφυσικό».

Όμως, με φυσιολογικό τρόπο, δημιουργούσε τα όρια εντός μας. Τα προσωπικά και δημόσια όριά μας, που δημιουργούσαν την ταυτότητά μας, ως σύν-οικοι. Δηλαδή, ως πρόσωπα που είχαμε αμοιβαίες –ακόμα και στις συγκρούσεις ή στις μικροπρέπειες – κοινοτικές σχέσεις. Στην πλατεία, στα σχολεία, στα καφενεία και τα μικρομάγαζα της γειτονιάς. Η υπαρξιακή αυτή «ενορία» μας, ήταν, καθόλου παραδόξως, ανοικτή και όχι κλειστοφοβική. Όταν περνούσες την οδό Λιοσίων, για να ανοιχτείς στην υπόλοιπη Αθήνα, ήξερες από πού έρχεσαι. Ήσουν αγιοπαυλίτης. Αυτό σου έδινε τόσο ασφάλεια, όσο και την ευδαιμονία της αναζήτησης και της γνωριμίας με άλλες ανάλογες συνοικίες και πρόσωπα.

Καραμπελιάς και Ντεμπόρ

Όταν ο συνδυασμός «Αθήνα για την Ελλάδα: Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων, μιλά για την ανασύσταση των Ενοριών και των γειτονιών, ως κοινωνικών ενοποιητικών θεσμών αλληλεγγύης, μιλά – πέρα από την αντίσταση στον μητροπολιτικό εκχυδαϊσμό των μοντέρνων «πόλεων» – για τον εκσυγχρονισμό εκείνης της συν-οικίας, του «παραδοσιακού» αθηναϊκού κέντρου. Βαθιά επαναστατική ευθύνη μας και υποχρέωση, στους δύσκολους καιρούς μας. Ο Δήμος Αθηναίων, είναι πια μια μαύρη τρύπα της Αττικής, μια πόλη απόγνωση. Αλλοτριωμένη και καθόλου οικουμενική, επειδή οι οικονομικοί και οι πολιτιστικοί τεχνοκράτες θέλουν να είναι «διεθνιστική», παράσιτο της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή. Παρασιτική απόφυση της Δύσης, σε επίπεδο πόλης, όπως έλεγε κάποτε ο Γιώργος Καραμπελιάς για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο. Μια πόλη, όπου οι άνθρωποι δεν ζουν μέσα της παρά μόνο ως άτομα. Και όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, «όποιος δε ζει μέσα στην Πόλη, είναι ή θηρίο ή Θεός». Μα αυτή δεν είναι η εικόνα του αθηναϊκού κέντρου; Μικροί «θεοί» της ψευδοαυτοδιοίκησης που θέλουν να προσαρμόσουν την Αθήνα στις εντολές του πολυεθνικού κεφαλαίου, της διαχείρισης των ανθρώπων ως πράγματα, ή άτομα-θηρία, σε μια κατακερματισμένη μεγάπολη χωρίς το κοινό Αγαθό της συνοχής, του πολιτισμού και της εκκλησίας του Δήμου.

Η πολυπολιτισμικότητα που προτάσσεται στις πόλεις της Δύσης, δεν έχει καμία σχέση με την ετερότητα και τον πλουραλισμό. Είναι ακραία καπιταλιστική εντολή και σε καμία περίπτωση δεν εμπεριέχει ανθρωπιά, Δημοκρατία και ελευθερία. Η παγκοσμιοποίηση της Αθήνας είναι μια μισάνθρωπη οδηγία των δεξιών και των αριστερών εξουσιαστών.  Είναι η κατασκευή κλειστών ψευδοκοινοτήτων. Πολιτισμικά κουτάκια σε πόλεμο μεταξύ τους, εφόσον δεν υπάρχει κανένα ενιαίο πνευματικό και κοινωνικό κέντρο ενός δημοκρατικού πολιτισμού που γέννησε η φωτεινή γεωγραφία τούτης της γης.

Το ψευτομοντέρνο και ψευδοανθρωπιστικό πρότυπο των παγκοσμιοποιημένων Μητροπόλεων (Βερολίνο, Βαρκελώνη, Μανχάταν, Άμστερνταμ, Λονδίνο, κ.α), αποτελούν περισσότερο την υλοποίηση της εφιαλτικής «Μητρόπολης» του Φρίτς Λάνγκ, παρά το «προοδευτικό» όραμα ενός νέου τύπου «πολίτη». Οι απρόσωπες μητροπόλεις είναι οι εγωιστικές πόλεις της νέας «τουριστικής» ατομικής ψευδοελευθερίας. Οι πόλεις Ντίσνευλαντς και σούπερ μάρκετς πολεοδομικών εμπορευμάτων, με τα θεματικά πάρκα, τους αυτοματισμούς και τον τουρισμό ως παρασιτική κυκλοφορία των ανθρώπων-εμπορευμάτων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πρόταση αλλοτριωμένης ελευθερίας των ατόμων και όχι των προσώπων και των συνοικιών. Και όπως, έγραφε ο καταστασιακός φιλόσοφος Γκύ Ντεμπόρ, οι ενσωματωμένες πόλεις του θεάματος, είναι κοινότοπες. Στην ουσία γίνονται ίδιες, «ενοποιούνται», φτάνοντας, όπως τόνιζε, στον απόλυτο εκχυδαϊσμό και μοιάζει να «καταργούνται» εντέλει οι διαφορετικοί τόποι και το έδαφος. Και συνέχιζε, λέγοντας ότι οι πόλεις αυτές «ενώνουν τους ανθρώπους, αλλά τους ενώνουν ως διαχωρισμένους» (…) «Είναι η ακοινώνητη κοινωνικοποίηση του εμπορεύματος και του Θεάματος», ενάντια σε κάθε ιστορική συνέχεια και παράδοση.

Την ίδια στιγμή, οι σύγχρονες μαζικές πρωτεύουσες -μέσα από την «εκσυγχρονιστική» πολεοδομία –   διαχωρίζουν τα άτομα σε ομάδες ατόμων. Κοινωνικές και πολιτιστικές «φυλές» της πόλης, τις ονομάζουν τα περιοδικά τύπου Κοσμοπόλιταν. Οι μεγαπόλεις, ενοποιούν και μαζικοποιούν μέσω της αστικής αρχιτεκτονικής και την ίδια στιγμή, διαχωρίζουν και αποξενώνουν τους κατοίκους. Επειδή, το ενοποιημένο έδαφος (η συνοικία, το χωριό, η κοινότητα, ο Δήμος, κλπ), αποτελεί απειλή για την εξουσία. Ο μονόδρομος, της ευρωπαϊκής  κοσμοπολίτικης πρωτεύουσας, των Ηλιόπουλου, Γερουλάνου, Μπακογιάννη, είναι μια εξουσιαστική απόφαση πολεοδομικής κυριαρχίας η οποία γιγαντώνει την αποξενωμένη από τους κατοίκους της, πόλη. Ο άλλος πόλος, ο ναζιστικός, του Κασιδιάρη, οδηγεί σε έναν κλειστό φυλετικό απομονωτισμό που οδηγεί και αυτός σε μια υποταγή των πολιτών, αφενός σε έναν πρωτόγονο ατομικιστικό πόλεμο ιδεολογιών και την υποταγή του πολίτη σε μια δεσποτική εξουσία. Το δίπολο αυτό, συνειδητά προβάλλεται ως μοναδική προοπτική, ενάντια σε κάθε δημοκρατικά πατριωτική εναλλακτική, ενάντια στον Επιτάφιο του Περικλή, την Αντιγόνη και τη λαϊκή ευχαριστιακή κοινότητα της Ορθοδοξίας που μπορεί να σέβεται και να εμπεριέχει τον Άλλον, ως βιωματική σχέση γειτονιάς.

Και συνεχίζει ο Ντεμπόρ…

Η κοινωνία του Θεάματος, των μητροπόλεων, δεν δημιουργεί πολίτες, αλλά αναπαραστάσεις του ζωντανού άνθρωπου, «αντιπροσώπους του θεάματος». Τα διαφορετικά άτομα ή κοινότητες ατόμων, οι κοινωνικές ή πολιτιστικές φιγούρες της Αθήνας, «μειονότητες» ή «πλειονότητες», παίρνουν «τη θέση στη σκηνή ως «βεντέτες», είναι το αντίθετο του ανθρώπου, ο εχθρός του ατόμου, τόσο μέσα του όσο, προφανώς, και μέσα στους άλλους». (…) «εκείνο που κρύβεται πίσω από τις αντιθέσεις είναι η ενότητα της αθλιότητας», ως κατανάλωση.

Γι’αυτό και η γενική τάση των πόλεων αυτών, οδηγεί στο μονόδρομο της απομόνωσης, επειδή η μεγάλη πρόκληση και προσφορά των αετονύχηδων, είναι να γίνει η Αθήνα, «παρατουριστικό θέρετρο» (AirBnb, κ.α), με συγκροτήματα «πολιτιστικών» κέντρων χωρίς παράδοση και θεματικά «χωριά» μαζικής κατανάλωσης, κ.α. Η πόλη, διαμελίζεται, κοινωνικά, πολιτισμικά και θεσμικά. Όπου προτείνεται, αυτός ο «εκσυγχρονισμός» και η αστική «εκβιομηχάνιση» των γιάπηδων πολυεθνικών Δημάρχων, είναι κατά το σκεπτικό του Ντεμπόρ, μια «εξουσιαστική απόφαση που διαμορφώνει αφηρημένα το έδαφος σε έδαφος αφαίρεσης», φθάνοντας τελικά «στη δυνατότητα επέμβασης στην κληρονομικότητα», κατ’άναλογία της μισάνθρωπης πρότασης των τεχνοκρατών της γενετικής, να παρέμβουν, μεταλλάσσοντας, την ίδια την ουσία του ανθρώπου.

Οι ψευδομοντέρνες πρωτεύουσες της παγκοσμιοποίησης, μισούν την πολιτισμική συνέχεια, έστω κι αν την επικαλούνται, επειδή όπως τονίζει ο Ντεμπόρ, « “οι νέες πόλεις” της τεχνολογικής (διαιρεμένης) ψευδο-αγροτιάς (σ.σ, με την έννοια των ανθρώπων που δυσκολεύονται να αναλάβουν κοινές δράσεις, όπως οι απομονωμένοι αγρότες), αποτυπώνουν καθαρά πάνω στο έδαφος, τη ρήξη με τον ιστορικό χρόνο (σ.σ. την ιστορική συνέχεια, την παράδοση ως κληρονομιά, δηλαδή) πάνω στον οποίον οικοδομήθηκαν. Το έμβλημά τους μπορεί να είναι: “εδώ, δε θα συμβεί ποτέ τίποτα και τίποτα δε συνέβηκε ποτέ”».  Και το μόνο που μπορεί να τους ενώσει είναι ένας συγκεντρωτικός δεσποτισμός και η πλάνη της κατανάλωσης και του Θεάματος. Κάτι που οδηγεί στη «γενική διάλυση που οδήγησε, έτσι, την πόλη στην κατανάλωση του εαυτού της»

Και τότε, ο μόνο εναλλακτικός δρόμος, όπως προτείνει ο Καραμπελιάς και ο Ντεμπόρ, είναι η επανα-οικειοποίηση, όχι μόνο της γειτονιάς και των τόπων, αλλά και της «συνολικής τους ιστορίας».

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

Η κληρονομιά του ΜΑΗ ΤΟΥ ’68 και η μεταμοντέρνα λήθη

People walk by a poster reading » This year May 68 begins in April» in reference to the civil unrest in France during May 1968, in Paris on April 11, 2018. / AFP PHOTO / JOEL SAGET (Photo credit should read JOEL SAGET/AFP/Getty Images)

του Λεωνίδα Χ. Αποσκίτη, υποψήφιου Δημοτικού Συμβούλου με τον συνδυασμό Αθήνα για την Ελλάδα

Ο μεταμοντέρνος μεγάλος μετασχηματισμός των ημερών μας κατέστη δυνατός γιατί είχε ως όχημα μια σειρά φιλοσοφικών εξελίξεων, όπως ισχυρίζεται ο μελετητής του, Ντάνιελ Μπελ, στο έργο του «Ο πολιτισμός της μεταβιομηχανικής Δύσης» (εκδ. Νεφέλη, 1999).
Διέθετε μια μεγάλη δεξαμενή να αντλήσει «από τις σφοδρές επιθέσεις του Νίτσε και του Χάϊντεγκερ στην παραδοσιακή μεταφυσική» (ο.π. σ.334) μέχρι τα «γλωσσικά παιχνίδια» του Βίτγκενστάϊν και την κουλτούρα των σίξτις, η οποία αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ο μεγάλος πνευματικός σπασμός που φάνηκε στην αρχή, αλλά μια κοινωνική μετάλλαξη με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα.

Το «1968», η στιγμή που ενώθηκαν όλα τα νήματα των 60’ς –πολιτικά, ηθικά, σεξουαλικά και καλλιτεχνικά- υπήρξε μια εικονοκλαστική πολιτιστική επανάσταση, εν πολλοίς όπως η Μεταρρύθμιση, η οποία δεν ενείχε την απελευθέρωση. Γκρέμισε κατεστημένους θεσμούς αλλά επέβαλε και στείρες αντιλήψεις στην τέχνη, την εκπαίδευση και την ανατροφή των παιδιών με αρνητικά αποτελέσματα για τις επόμενες γενιές.
Τηλεόραση και κινηματογράφος γέμισαν από μουσικά και καλλιτεχνικά σκουπίδια και στα περισσότερα μουσεία φιλοξενούνται αφηρημένα έργα μοντέρνας τέχνης, ενός καλλιτεχνικού ρεύματος που, αποδεδειγμένα πλέον, η ίδια η CIA χρησιμοποίησε σαν ψυχροπολεμικό «όπλο» σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η νεοσύσταση τότε αμερικανική υπηρεσία αντικατασκοπείας, που είχε στελεχωθεί με αποφοίτους του Χάρβαρντ και του Γέηλ, έφθασε να διευθύνει σε 36 διαφορετικές χώρες γραφεία της σχετικής υπηρεσίας Propaganda Assets Inventory, επηρεάζοντας πάνω από 800 εφημερίδες, περιοδικά και εκδοτικούς οργανισμούς παγκοσμίως για την εκ του ασφαλούς υποστήριξη του αφηρημένου εξπρεσσιονισμού. Οι επιφανέστεροι εκ των ευεργετών του ήταν οι Ροκφέλλερ, συνιδρυτές του μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.
Ο Μπιλ Κλίντον στις ΗΠΑ και ο Βάτσλαβ Χάβελ στην Πράγα, δύο χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της γενιάς του ’60, όπως και πολλοί άλλοι, αποτέλεσαν τον τέλειο συνδυασμό του ναρκισσισμού των baby-boomers, της πολιτικής ορθότητας και της κυνικής επιθετικότητας της νέας τάξης στα Βαλκάνια και την Μέση Ανατολή.
Ο Ανρί Βεμπέρ (Henri Weber), καθηγητής των πολιτικών επιστημών σήμερα και ηγετικό στέλεχος των φοιτητών του Μάη, στην πρόσφατη έκδοση της σχετικής μελέτης του, χωρίς να αρνείται την σπουδαιότητα αυτού του μοναδικού γεγονότος, διατείνεται ότι πρέπει να την υπερβούμε διαφυλάσσοντας όμως το συγκρουσιακό, αντι-ιεραρχικό, μήνυμά της. (Ανρί Βεμπέρ, «Πρέπει να απαλλαγούμε από την κληρονομιά του Μάη του ’68;», εκδ. Ηλίβατον, 2008)

Αν από τον αντικρατισμό της κουλτούρας των 60’ς δημιουργήθηκε ένας εκτρωματικός δίαυλος προς την νεοφιλελεύθερη κοινωνική αντίληψη και την οικονομία του «laissez-faire», χρειάζεται να κάνουμε την αντίθετη, προστατευτική, κίνηση για να βρούμε την ισορροπία και να εμποδίσουμε την καταστροφή.
Να αναζητήσουμε την ρεαλιστική ουτοπία της συμμετοχής στην διαμόρφωση του συλλογικού μας μέλλοντος, της ολοκληρωμένης δημοκρατίας.

 

Στατιστικά

  • 64.866 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Δεκέμβριος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

…που χει λεβέντες νέους, αναρχικούς κι ωραίους!!!

Πατήστε την εικόνα για περισσότερα...

Περισσότερα...

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…