//
archives

ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ …ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

This category contains 13 posts

Λάκτισμα και ημιχρόνιο, στους φιλελέ νεολογισμούς του ποδοσφαίρου!

Από το εναρκτήριο λάκτισμα στην μπαρούφα του «παίζει στον άξονα» στα «βαριά κορμιά» και στο «over lap». 

Συχνά, αναπολώ, μου λείπουν για την ακρίβεια, λέξεις, φράσεις και συναίσθημα από την λαϊκή γιορτή του ποδοσφαίρου. Ως απόηχος από τις μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες -όπου στο βάθος περιέγραφε αγώνα ο Βασίλης Γεωργίου, ο Στάθης Γαβάκης (περιγραφή και Ιπποδρόμου, αυτός),  ο θρυλικός Αντώνης Πυλιαρός (αξέχαστος και στις παρελάσεις), ο παροιμιώδης Βασίλης Κοντοβαζαινίτης και ο αξεπέραστος Διακογιάννης-  ακούγονται στ’αυτιά μου το εναρκήριο λάκτισμα, το γωνιαίο λάκτισμα (κόρνερ), η πλάγια επαναφορά (πλάγιο άουτ), το ημιχρόνιο, το ελεύθερο, ο παίκτης που έπαιζε στα …ντεμί (μεσοεπιθετικός), το μελέ(φάση διαρκείας με κάθε τρόπο για την επίτευξη γκολ), ο μικρός το δέμας επιθετικός, ή  το εκτός παιδιάς (offside). Οι οποίες συνυπήρχαν με τους αγγλικούς όρους, ζυμωμένους σε μια λαϊκή ατμόσφαιρα που δεν ξένιζε ως αγγλικούρα, καθώς ο δημοσιογράφος, η γειτονιά, η παρέα, τις ενσωμάτωνε σε μια «μικτή και πολιτισμικά …νόμιμη» διάλεκτο. Εκεί που το γκολ, λεγόταν και τέρμα!

Έτσι, οι φράσεις και όροι αυτοί, που γεννήθηκαν το ΄50 και το ΄60, αλλά χρωμάτισαν τα ποδοσφαιρικά χρόνια μας, το ΄70 και το ΄80, συνδύαζαν και αγγλικούς όρους, αυτούσια μεταφερόμενους ή λυρικά…παραποιημένους. Έτσι, και το σέντερ φόρ υπήρχε και το σέντερ χάφ, αλλά εκστασιάζομαι όταν τα ξανακούσω, ως …σέντρεφορ και σεντρεχαφ. Μελωδία το πλονζόν (η βουτιά του τερματοφύλακα), όπερα ο μέσα δεξιά και ο μέσα αριστερά, αλλά και ροκ ηχητικός νεωτερισμός το εξτρέμ (που εναλλασσόταν με το ελληνικό ακραίος επιθετικός) και τα …καρέ ( η μικρή και μεγάλη περιοχή).

Στο γήπεδο, στο ποδοσφαιρικό δίτερμα ή μονότερμα της γειτονιάς, στην ποδοσφαιροκουβέντα, θριάμβευσαν οι λέξεις και τα νοήματα αυτά, ώσπου στο όνομα ενός ψευδεπίγραφου διανοουμενισμού των αθλητικών αναμεταδόσεων και στην ρωγμή ενός στρεβλού μεταμοντερνισμού και αθλητικής «επιστημοσύνης», πήξαμε από τα μέσα της δεκαετίας του 90, στις δήθεν ψαγμένες  περιγραφές του Σκουντή (πρώτος στο είδος, που ξεκίνησε από το έτσι κι αλλιώς ευεπίφορο στους γλωσσικούς μιμητισμούς basket ball-καλαθόσφαιριση. Πάουερ φόργουορντ, Σμολ φόργουορντ, Σούτινγκ γκαρντ  και δε συμμαζεύεται.) και του Αλέξη Σπυρόπουλου.

Νέα Ελλάδα, νέοι όροι, νέες λέξεις, για να ξορκιστεί το βέβηλο λαϊκό ποδόσφαιρο ή η παρωχημένη επαρχιώτικη λαϊκή καθαρεύουσα των προηγούμενων χρόνων. Ταυτόχρονα, με τον κοινωικοοικονομικό παρασιτισμό για να προλάβουμε να γίνουμε «εφάμιλλοι των καλύτερων ευρωπαϊκών» παραδειγμάτων. Έτσι, πήξαμε στις Ακαδημίες για να ξεχαστούν τα …τσικό, στους ποδοσφαιριστές που παίζουν άμυνα σε ζώνη, σε αμυντικούς που παίζουν με over lap, σε σταρς που παίζουν στον ….άξονα και παίρνουν τη φάση πάνω τους και οδηγούν την μπάλα και σε ομάδες που έχουν τα σφυρίγματα. Ένας σωρός περιγραφές αγώνων που διεκδικούν θέση στην Lifo και την Athens Voice, αλλά ποτέ στον πυρήνα της ψυχής όλων των μπαλαδόρων, των μπαλαδόφατσων, που από τις νέες μεταγραφές που είναι «βαριά κορμιά», προτιμούν ακόμα το λαϊκά ακαδημαϊκό, μεγάλος ή μικρός το δέμας (ανάλογα τη σωματική διάπλαση του παίκτη)  ή ακόμα καλύτερα το χαμηλοκώλης ή το αξεπέραστα γλαφυρό …κοντοπούτανος!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Δείτε:

Διαβάστε επίσης: http://ourout.blogspot.gr/search?updated-max=2011-06-27T20:40:00%2B03:00&max-results=300&start=18&by-date=false

 

 

Advertisements

ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΩΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

του Γιώργου Αλεξάτου

Ανεξαρτήτως του αν και κατά πόσο μπορεί κάποιος να ενδιαφέρεται για το ποδόσφαιρο ως άθλημα και ως θέαμα, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει το γεγονός ότι έχει αναδειχθεί παγκοσμίως, εδώ και έναν αιώνα περίπου, στο πλέον δημοφιλές σπορ. Πώς το ‘λεγε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, σε εκείνο το τραγούδι; «Αρχίζει το ματς, αδειάσαν οι δρόμοι…».

Το ποδόσφαιρο, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο άθλημα, προκαλεί καθημερινές συζητήσεις, εν μέσω αστεϊσμών, αλλά και αντεγκλήσεων, ενίοτε και καβγάδων. Διαθέτει οπαδούς ενθουσιώδεις και πολύ συχνά φανατικούς. Και αποτελεί στοιχείο του λαϊκού πολιτισμού στις σύγχρονες κοινωνίες, αντικείμενο μελέτης της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας.

Βασικό του χαρακτηριστικό η λαϊκότητα. Το έχουν αγκαλιάσει τα εργατικά και λαϊκά κοινωνικά στρώματα και δένονται μαζί του. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι δήμοι με τις περισσότερες τοπικές ποδοσφαιρικές ομάδες είναι αυτοί που έχουν εργατική-λαϊκή πληθυσμιακή σύνθεση, σε αντίθεση με τους δήμους όπου ζουν κυρίως αστικά και μεσοαστικά κοινωνικά στρώματα. Έτσι, έχουμε περίπου 15 ποδοσφαιρικούς συλλόγους σε Κερατσίνι-Δραπετσώνα, σε Νίκαια-Ρέντη και στο Περιστέρι, ενώ μόλις έναν σε Φιλοθέη-Ψυχικό, στη Βούλα κ.ά. Νιώθουν εξοικειωμένοι οι λαϊκοί άνθρωποι με το ποδόσφαιρο κι αυτό για πολλούς λόγους.

Ποδόσφαιρο μπορεί να παίξει η όποια παρέα πιτσιρικάδων, αν εξασφαλίσει δυο απλές προϋποθέσεις. Έναν ανοιχτό χώρο, όπου δυο σημάδια απ’ τη μια πλευρά και δύο από την άλλη ορίζουν τα σημεία του τέρματος, και μια μπάλα, που δεν χρειάζεται να είναι απαραιτήτως ποδοσφαιρική. Κάποτε, μια μπάλα από κομμάτια παλιών υφασμάτων, σφιχτά δεμένων μεταξύ τους, μπορούσε να κάνει θαυμάσια τη δουλειά της, μέχρι να διαλυθεί, οπότε έληγε και ο αγώνας. Κάτι που συμβαίνει ακόμη και σήμερα σε φτωχές χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής.

Ποδόσφαιρο έπαιζαν σχεδόν όλοι οι πιτσιρικάδες στις λαϊκές γειτονιές. Κάποιοι ήταν οι αναγνωρισμένοι «μπαλαδόροι». Συμμετείχαν όμως ακόμη και παιδιά που καλούνταν να πάρουν μέρος, μόνο και μόνο για να συμπληρωθεί η ομάδα. Κι όταν λέμε ομάδα εννοούμε τρεις, πέντε, οχτώ παίχτες. Καμιά φορά, αν ήταν μεγάλη και η αλάνα, συμπληρωνόταν κι η επιδιωκόμενη εντεκάδα.

Έτσι, κάθε γειτονιά είχε τη δική της «Ακαδημία Ποδοσφαίρου», χωρίς κανένας να έχει φροντίσει για την ίδρυση και τη λειτουργία της. Κι έτσι, έβγαιναν από τις λαϊκές γειτονιές τα νέα ταλέντα, που όταν έφταναν στην εφηβεία στελέχωναν τις ομάδες των τοπικών συλλόγων. Κι ανάμεσά τους ξεχώριζαν αυτοί που πραγματοποιούσαν το όνειρο και εντάσσονταν στις μεγάλες ομάδες και γίνονταν γνωστοί στο πανελλήνιο. Αυτοί που ξεκινώντας απ’ τις αλάνες δοξάζονταν στα εθνικά και διεθνή στάδια.

Ανάδειξη στη βάση των πραγματικών ικανοτήτων του καθενός, που σπάνια, τουλάχιστον μέχρι και τη δεκαετία του 1950, συνοδευόταν και από οικονομικές απολαβές. Βιομηχανικοί εργάτες, λιμενεργάτες, οικοδόμοι, ανθρακωρύχοι ήταν στη μεγάλη τους πλειονότητα οι βρετανοί, ιταλοί, λατινοαμερικάνοι και άλλοι παγκοσμίως γνωστοί θρύλοι των γηπέδων. Το ποδόσφαιρο εξαιρετικά σπάνια συνέβαλε στον βιοπορισμό τους.

Το 1950 νεαρός ποδοσφαιριστής, που τον διεκδικούσε ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης, υπέγραψε τελικά με τον ΠΑΟΚ, γιατί του παρείχε δωρεάν τα αθλητικά παπούτσια! Ένα γάιδαρο πήρε ως «μπόνους» ο κορυφαίος του Ολυμπιακού Γιώργος Μουράτης, αντικαθιστώντας έτσι το γέρικο ζώο με το οποίο γυρνούσε τις γειτονιές του Πειραιά, ως πλανόδιος μανάβης!

Το ποδόσφαιρο αποτέλεσε στοιχείο αναγνώρισης της κοινωνικής συνοχής της συνοικίας, χάρη στους μικρούς τοπικούς συλλόγους που ξεφύτρωναν ακόμη και κατά ενορία. Κάποιοι σύλλογοι σηματοδοτούσαν τη διαφορετικότητα της καταγωγής των κατοίκων. Κυρίως σύλλογοι προσφυγικοί, αλλά όχι μόνο. Άλλες φορές –κι αυτές οι περιπτώσεις δεν ήταν λίγες- η ίδρυση ενός ποδοσφαιρικού σωματείου εξέφραζε και την πολιτική τοποθέτηση ενός κόσμου. Έτσι, εκεί που ένας τοπικός σύλλογος είχε ιδρυθεί από αριστερούς ή είχε τεθεί υπό τον έλεγχό τους, οι δεξιοί φρόντιζαν να δημιουργήσουν τον δικό τους, στην ίδια συνοικία. Κι αυτό συνέβαινε και αντιστρόφως. Ιδιαίτερα στις δεκαετίες 1930-60.

Ο αγώνας της τοπικής ομάδας την Κυριακή, άλλες φορές Σάββατο και κάποιες λίγες φορές μεσοβδόμαδα, ήταν γεγονός για τη συνοικία.  Το γήπεδο -συνήθως μια αλάνα, όπου είχαν τοποθετήσει δοκάρια για τέρματα, ενίοτε και χωρίς δίχτυ, και φυσικά ούτε λόγος για γρασίδι και κερκίδες- ήταν τόπος συνάντησης και μαζικής εκτόνωσης.

Εκεί μπορούσε να φωνάξεις όσο θέλεις, να βρίσεις και να βλαστημήσεις ακόμη και τα θεία, χωρίς νομικές επιπτώσεις, δίπλα και στον χωροφύλακα ή τον αστυφύλακα, να καλαμπουρίσεις, να χλευάσεις και να αμφισβητήσεις τη μικροεξουσία του διαιτητή και του τοπικού ποδοσφαιρικού (και συνήθως όχι μόνο) παράγοντα. Κυρίαρχη η αγανάκτηση, αλλά και ο αυτοσαρκασμός, όταν η ομάδα «σερνόταν», η περηφάνια και η έπαρση, όταν «σάρωνε» τον αντίπαλο.

Ανθρώπινα πράγματα, δηλαδή, απαραίτητα για την ψυχική ισορροπία ανθρώπων που ζούσαν στα όρια μεταξύ φτώχειας και εξαθλίωσης, σε πολιτικές συνθήκες έκτακτης ανάγκης και απαγορεύσεων, που σ’ αυτόν εδώ τον τόπο κράτησαν, με τη μια ή την άλλη μορφή, κοντά μισό αιώνα και σημάδεψαν τον ψυχισμό του ελληνικού λαού.

Στο καφενείο αδιαχώρητο, όταν μεταδίδονταν από το ραδιόφωνο ποδοσφαιρικοί αγώνες της Α΄ Εθνικής, του Κυπέλλου ή της Εθνικής Ελλάδος. Οι «τυχεροί», αυτοί που έφταναν νωρίτερα -συνήθως όσοι είχαν τη δυνατότητα να παραγγείλουν καφέ, ούζο, κονιάκ ή μπύρα- έπιαναν τις καρέκλες. Οι άλλοι όρθιοι κι όλοι μαζί συγκεντρωμένοι «ν’ ακούσουν μπάλα» συλλογικά, ώστε να ‘χει περισσότερο ενδιαφέρον, αλλά και τον σχετικό χαβαλέ, η υπόθεση. Αλλά και γιατί ελάχιστα σπίτια είχαν την πολυτέλεια να διαθέτουν ραδιόφωνο. Ακόμη και το 1964, στην Ελλάδα αναλογούσαν 81 ραδιόφωνα ανά 1.000 κατοίκους (περίπου ένα ανά τέσσερα νοικοκυριά), όταν στην Ιταλία η αναλογία ήταν 126, στη Δυτική Γερμανία 308 και στις ΗΠΑ 944.

Λαϊκό και συνάμα δημοκρατικό άθλημα το ποδόσφαιρο. Και όχι μόνο γιατί ήταν η αθλητική διέξοδος για τα παιδιά των εργατικών-λαϊκών συνοικιών που παίζοντας διαμόρφωναν συνείδηση της αξίας της συλλογικής προσπάθειας, αλλά και λόγω των σχέσεων μεταξύ των φιλάθλων.

Ποιος εργάτης και ποιος λεφτάς; Ποιος αγράμματος και ποιος επιστήμονας; Όταν ανοίγει η κουβέντα για το αμφισβητούμενο πέναλτι, ο καθένας νομιμοποιείται να έχει άποψη, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου, κοινωνικής θέσης και οικονομικής επιφάνειας. Συχνά, είναι ο εργάτης του δημοτικού που αναγνωρίζεται από τον φίλαθλο γιατρό πως έχει δίκιο. Κι η κουβέντα ανάβει, με απεύθυνση στον ενικό. Από όλους προς όλους.

Μοιάζει παράταιρη με το γενικό κλίμα μια φράση του τύπου, «δεν έχετε δίκιο, κύριε καθηγητά! Οφσάιντ ήταν. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό και θεωρώ πως πρέπει να επανεξετάσετε το ζήτημα». Το άλλο ακούγεται καλύτερα: «Στα μαθηματικά δεν ξέρω, για να ‘σαι καθηγητής καλός θα ‘σαι. Αλλά από μπάλα έχεις μεσάνυχτα. Στραβώθηκες απ’ το πολύ διάβασμα καημένε κι ούτε το οφσάιντ δεν μπόρεσες να δεις!»

Υπήρχαν, βεβαίως, και τα άλλα. Οι παραγοντισμοί, η αξιοποίηση της δραστηριότητας στο ποδοσφαιρικό σωματείο για την προώθηση ιδιοτελών συμφερόντων. Ο μεγαλομαγαζάτορας της συνοικίας, που εξαργύρωνε την προσφορά της φανέλας στους παίχτες ή των εξόδων ενός ταξιδιού εκτός έδρας, με την αύξηση της πελατείας του, ο δικηγόρος που εκτός από πελάτες προσδοκούσε και σε ψήφους στις δημοτικές εκλογές κ.λπ.

Κι αν έχει δεχτεί επικρίσεις το ποδόσφαιρο! Σε κάποιες περιπτώσεις όχι άδικα. Σε άλλες, απλώς εκφράζονταν και εκφράζονται συμπλεγματικές αντιμετωπίσεις.

Είναι αλήθεια πως η ενασχόληση με το συγκεκριμένο άθλημα ήταν υπόθεση καθαρά αντρική, αν και για λόγους που δεν έχουν καμιά σχέση με την ίδια του τη φύση. Άλλωστε, υπάρχει πλέον και αναπτύσσεται και το γυναικείο ποδόσφαιρο, ενώ σημαντικό ποσοστό γυναικών εντάσσεται στο φίλαθλο κοινό. Οι αιτίες που αναδείχθηκε ως κατεξοχήν αντρικό άθλημα αναζητούνται στις συνολικότερες κοινωνικές σχέσεις, που περιόριζαν τη γυναίκα στον ιδιωτικό χώρο. Και το ποδόσφαιρο ήταν και είναι υπόθεση του δημόσιου χώρου.

Επικρίθηκε το ποδόσφαιρο ως μέσο μαζικού αποπροσανατολισμού και αποχαύνωσης. Χαρακτηρίστηκε «σύγχρονο όπιο του λαού» και χρησιμοποιήθηκε από αυταρχικά αντιλαϊκά καθεστώτα, που προσπαθούσαν να αντλήσουν κύρος από τις νίκες στα γήπεδα. Ας θυμηθούμε τη δική μας περίπτωση με το Γουέμπλεϊ και τη Χούντα.

Και για την έξαρση του εθνικισμού και του μίσους κατά άλλων λαών έχει επικριθεί. Μόνο που όλα αυτά και πολλά άλλα που του καταλογίζονται, δεν αποτελούν παρά φαινόμενα συγκυριακά, που επίσης δεν απορρέουν από τη φύση του αθλήματος. Συνιστούν εκφράσεις ενίοτε κοινωνικά κυρίαρχων ιδεολογικών τάσεων, που βρίσκουν έδαφος να εκδηλωθούν και σ’ αυτό το πεδίο.

Οι συμπλεγματικές αντιμετωπίσεις έχουν αφετηρία την απέχθεια κύκλων της κυρίαρχης τάξης και της ελιτίστικης διανόησης προς ό,τι λαϊκό και δημοκρατικό και στη συγκεκριμένη περίπτωση προς τον λαϊκό και δημοκρατικό χαρακτήρα των σχέσεων που διαμορφώνονται μέσα κι έξω από το γήπεδο. Ενοχλεί ο εξισωτισμός των οπαδών, που καταργεί τη διάκριση μεταξύ κοινωνικών τάξεων και μεταξύ μορφωτικών επιπέδων, όπως ενοχλεί και η δυνατότητα του παιδιού της συνοικίας να γίνεται, με μόνες τις ικανότητές του, λαϊκό ίνδαλμα ακόμη και στα είκοσί του χρόνια.

Σ’ εκείνους που εντάσσονται στους κύκλους της διανόησης και βρίσκουν φτηνό το ποδόσφαιρο ως θέαμα, έχει απαντήσει κατάλληλα ο μεγάλος ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ, γράφοντας στη «Σύντομη Ιστορία του 20ού αιώνα» πως «όποιος έχει δει την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Βραζιλίας στις ένδοξες μέρες της θα μπορούσε άραγε να αρνηθεί ότι πρόκειται περί τέχνης;»

Εντούτοις, η επαγγελματοποίηση του ποδοσφαίρου συνοδεύτηκε από μια σειρά άλλες αρνητικές εξελίξεις. Η σύνδεση των μεγάλων ποδοσφαιρικών σωματείων, που μετατράπηκαν σε εταιρίες, με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, ο παραγοντισμός, ο ευτελισμός και το φαινόμενο της «παράγκας» τείνουν να κυριαρχήσουν. Από την άλλη, ο αφανισμός των ανοιχτών ελεύθερων χώρων σε πόλεις πνιγμένες στο τσιμέντο, το γεγονός ότι όλο και λιγότερα παιδιά ξεχύνονται στους δρόμους για να παίξουν μπάλα –και για την ακρίβεια για να παίξουν οτιδήποτε- έχει επίσης σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις.

Ο χουλιγκανισμός είναι μία από τις συνέπειες αυτών των εξελίξεων. Η τυφλή βία αποτελεί αυτόματη λειτουργία εκτόνωσης σε συνθήκες κοινωνικής απομόνωσης και μοναξιάς, που επιχειρείται να καλυφθεί με την οπαδοποίηση με όρους μίσους προς το άλλο, το διαφορετικό και στην προκειμένη περίπτωση τους οπαδούς της άλλης ομάδας. Η αβεβαιότητα και τα προσωπικά αδιέξοδα βρίσκονται στη βάση της τάσης να τίθενται νέα παιδιά λαϊκής προέλευσης στην υπηρεσία των συμφερόντων μεγαλοσχημόνων παραγόντων.

Όμως και παρ’ όλα αυτά, το ποδόσφαιρο παραμένει ένα άθλημα  αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με τον σύγχρονο λαϊκό πολιτισμό. Και κατά συνέπεια, αξίζει να μελετηθεί ως τέτοιο. 

The Outsider: Μια ιστορία για τον τερματοφύλακα…

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

του Jonathan Wilson

Ακριβώς επειδή ο Καμύ ήταν ένας τερματοφύλακας, σημαίνει όλοι οι τερματοφύλακες είναι διανοούμενοι;

Ο Jim White απολαμβάνει μια υπέροχη ιστορία των περίπλοκων εξιλαστήριων θυμάτων του ποδοσφαίρου.

Η πιο επαίσχυντη στιγμή στην ασήμαντη ποδοσφαιρική μου καριέρα μου, ήρθε σε πλήρη διάσταση σε ένα παιχνίδι στο μακρινό και ξεπερασμένο Fleet Street League.Η ομάδα της εφημερίδας στην οποία ήμουν αρχηγός είχε κατατροπώθηκε από έναν μεγάλο αντίπαλο. Στον απόηχο της ήττας μου ξέσπασα την απογοήτευση, στον τερματοφύλακα. Οι ακριβείς λέξεις έχουν ευτυχώς χαθεί στην ομίχλη της μνήμης. Αλλά η ουσία της ήταν ότι θα ήταν πιο παραγωγικό να εκτονωθώ σε έναν κώνο προπόνησης ως στόχο, παρά σ’αυτόν. Ειλικρινά, σε αντίθεση με τον άνθρωπο μας, θα είχε τουλάχιστον αρπάξει στον δρόμο μου μια ή δυο βολές.

Είκοσι χρόνια μετά, κάθε φορά που βλέπω τον τερματοφύλακα, τώρα ως διακεκριμένος σχολιαστής στα ΜΜΕ, σε συνέντευξη στην εκπομπή Newsnight, εξακολουθώ να νιώθω έναν κόμπο ντροπής στο στομάχι μου. Αλλά αυτό, σύμφωνα με μια υπέροχη ιστορία Jonathan Wilson, είναι η μοίρα του τερματοφύλακα. Ο πιο εκτεθειμένος παίκτης στο γήπεδο ποδοσφαίρου, τα λάθη του, τόσο πολύ σημαντικά, είναι ο εύκολος στόχος των ευθυνών για την ενοχή που πρέπει να μοιράζεται συλλογικά. Ή, όπως το θέτει ο Wilson: «Η μεγαλύτερη επιρροή της κοινής γνώμης έχει βρει έναν αποδιοπομπαίο τράγο: ο Μαρξ κατηγόρησε το καπιταλιστικό σύστημα, ο Φρόιντ κατηγόρησε το φύλο, Dawkins κατηγόρησε τη θρησκεία, Larkin κατηγόρησε τους γονείς του και ο Δρ Atkins κατηγόρησε την πατάτα. Οι ποδοσφαιριστές κατηγορούν τον τερματοφύλακα. »

Αυτό που ο Wilson θέλει να ξέρει είναι αν αυτή η διαφορετικότητα απαιτεί από τον τερματοφύλακα-θεματοφύλακα, μια μοναδικότητα χαρακτήρα. Λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα ο τερματοφύλακας έχει να ανεχτεί, θα έλεγε κανείς ότι αυτό θα μπορούσε να συμβαίνει. Αν μη τι άλλο χρειάζεται μέταλλο για να διαπραγματευτεί με την κριτική -βιτριόλι που κατευθύνεται πάνω του, από τους προπονητές, τους θεατές και άμυαλους συναδέλφους του.

Όχι ότι τα λόγια είναι το χειρότερο από αυτό. Η ιστορία του Wilson είναι μια ιστορία βίας. Όταν το ποδόσφαιρο άρχισε, οι τερματοφύλακες είχαν ελάχιστη προστασία από τους κανόνες. Θα μπορούσαν να κτυπηθούν, να γρατσουνιστούν και να τσακιστούν, ατιμώρητα. Και έτσι ήταν. Πριν από τον πόλεμο, οι θάνατοι δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο. Ακόμη και στην βιτρίνα του ποδοσφαίρου- τους τελικούς του FA Cup – η βιαιότητα στον τερματοφύλακα ήταν πολύ συχνή. Το 1956 ο  τερματοφύλακας της Μάντσεστερ Σίτι Bert Trautmann, ένας πρώην γερμανός αλεξιπτωτιστής που είχε βιώσει φοβερά πράγματα στο Ανατολικό Μέτωπο πριν μεταφερθεί ως αιχμάλωτος πολέμου στο Lancashire, έσπασε το λαιμό του βουτώντας στα πόδια του αντιπάλου. Συνέχισε να παίζει για το υπόλοιπο του τελικού. Όταν είσαι ένας τερματοφύλακα είναι καλύτερο να μην κάνεις «φασαρία».

7f618cf0eb5eb04a3fa5bbc48241d942_xl

Φορώντας διαφορετικό χρώμα φανέλας, με ένα διαφορετικό ρόλο και αποκλειστική ευθύνη, ο τερματοφύλακας είναι ένας «απόβλητος» της ομάδας, ένας άνθρωπος μόνος. Η εκκεντρικότητα και η εμμονή, επίσης, είναι ένα είδος σε αφθονία. Ο Wilson θυμάται, ότι ο John Burridge, έδινε οδηγία στην σύζυγό του να του ρίχνει φρούτα, όταν ο ίδιος δεν το περίμενε, το καλύτερο για να ακονίσει τα αντανακλαστικά του. Και ο Rene Higuita, ο κολομβιανός, γνωστός ως El Loco ( «ο τρελός»), ο οποίος φωτίσε το Wembley με το αυτοαποκαλούμενο λάκτισμα του σκορπιού, πριν πάει στη φυλακή, βοηθούσε το σπίτι του βοηθώντας τις τοπικές καρτέλ ναρκωτικών στις επιχειρήσεις τους. Ακόμη και ο Peter Shilton, ο ντόμπρος και ευθύς φρουρός της φυλής των τερματοφυλάκων, συνήθιζε να κρεμιέται από τα πόδια του στα κάγκελα, σε μια προσπάθεια να αναπτυχθούν μια- δυο ίντσες, προκειμένου να φθάνει καλύτερα τις ψηλές σέντρες. Αλλά αυτό δεν λειτούργησε.

Κάθε έθνος έχει τους «παλαβούς» τερματοφύλακές του, αν και ορισμένοι θεωρούν δικό τους προσόν την ευθύνη. Ενώ οι Ιταλοί και Άγγλοι έχουν μεγάλη υπερηφάνεια για τη σταθερότητα των γκολκίπερς τους, οι Βραζιλιάνοι και Σκωτσέζοι έχουν συχνά αμηχανία για τους δικούς τους. Όπως ο Wilson επισημαίνει, εκείνη η στιγμή στην όμορφη ταινία Gregory’s Girl, σχετικά με μια σχολική ομάδα σε ένα σκωτσέζικο ενιαίο σχολείο, στην οποία ο ήρωας λέει ότι πρέπει να πάει στο γκολπόστ, γιατί είναι πάρα πολύ άχρηστος για να παίξει μπροστά, έχει γραφτεί με κεφαλαία γράμματα στο βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο. Εκεί ο καθένας θέλει να σκοράρει, όχι να τους σταματήσει. «Για να είναι ένας τερματοφύλακας Wilson παραθέτει ένα ακραίο παλιό Βραζιλιάνικο ρητό, «θα πρέπει να είναι είτε τρελός, είτε «ανώμαλος»»

Και όμως ο συγγραφέας είναι δικαιολογημένα απρόθυμος να φτάσει σε γενικεύσεις. Τερματοφύλακες, όπως ο μεγάλος Ρώσος Λεβ Γιασίν, ο Ιταλός Τζιανλουίτζι Μπουφόν ή ο δικός μας Joe Hart δεν μπορούν να χαρακτηριστούν χωριάτες ή μοναχικοί. Ούτε και χωράνε στην ρομαντική ανάλυση εκείνων που αγαπούν να κάνουν διανόηση το άθλημα. Ασχολούμενος λιγότερο, για ένα μεγάλο μέρος του παιχνιδιού, ο τερματοφύλακας, μπορεί να έχει περισσότερο χρόνο για να σκεφτεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι ανήκουν στην παράδοση των διανοουμένων, όπως ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ΙΙ, ή ο άνθρωπος που περισσότεροι μυστικοποίησης την «τέχνη του τερματοφύλακα», ο Αλμπέρ Καμύ.

«Ακριβώς επειδή ο Καμύ ήταν ένας τερματοφύλακας δεν σημαίνει ότι κάθε τερματοφύλακας έχει την τάση να ταιριάζει σε ψυχολογικές αυτο-αναλύσεις, γράφει ο Wilson. Αν και ειλικρινά, θα μπορούσατε να καταλάβετε αν αυτό είναι χειρότερο από έναν κώνο προπόνησης, που προκαλεί έναν πικρό διαλογισμό.

Η «Αστραπή» κι ο «Κεραυνός», η «Θύελλα» κι η «Φόρεστ»…

alana1 του Νίκου .Γ Λεμονή
Ήταν οι ομάδες που φτιάχναμε σαν πιτσιρίκια. Εκείνες δηλαδή στις οποίες άρχισε και τελείωσε η καριέρα της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων ποδοσφαιριστών. Άρχισε γύρω στα 12-13 όταν αγόρασαν -ρεφενέ συνήθως- μια δερμάτινη μπάλα (μόνο για τους»επίσημους» αγώνες) και τέλειωσε λίγο πάνω-λίγο κάτω από τα 16, όταν άρχισαν να ασχολούνται με τη μουσική ή με κανένα στρογγυλοφάναρο εξάβολτο «παπί» ή με κανένα τσιγαράκι στην καβάτζα ή με μισό μπουκάλι μπύρα ή με τη συμμαθήτρια του τρίτου θρανίου ή με όλα αυτά μαζί… Οι μαρκετίστες της δεκαετίας του 1980 (ναι, υπήρχαν και τότε, απλώς δεν κατείχαν ακόμα το αλάθητο πάπα) θα ήξεραν σίγουρα πως με τα πρώτα του χρήματα ένα παιδί αγόραζε μια μπάλα, με τα δεύτερα ένα φορητό στέρεο με διπλή κασέτα για να γράφεις τις δικές σου και με τα τρίτα το εξάβολτο παπί. Τέλος! Μετά γινόσουν άντρας Όχι όλοι βεβαίως. Υπήρξαν κι εκείνοι που έμειναν πάντα νέοι μετατρέποντας  το παπί σε δυομισάρι εντουράκι και αργότερα σε «μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού» (από αυτές που διαφεύγουν οι ληστές όπως λένε στα ρεπορτάζ). Υπήρξαν οι άλλοι που έκαναν το κασετόφωνο στερεοφωνικό ή κιθάρα ή ντραμς μένοντας πάντα έφηβοι. Και βέβαια υπήρξαν και κάποιοι που δεν ξεκόλλησαν ποτέ απ’ τη  μπάλα και είναι ακόμα παιδιά.
Η παιδική ομάδα γεννιόταν από τη στιγμή που στην πλατεία, το δρόμο ή την αυλή του σχολείου κάποιος έριχνε την ιδέα και αποφασιζόταν «να φτιάξουμε ομάδα». Όμως η επίσημη ημερομηνία ίδρυσης -κάτι σαν την αναγνώριση από το πρωτοδικείο για τα κανονικά σωματεία – ήταν εκείνη της ημέρας όπου , αφού είχαμε μαζέψει με πολύ κόπο και διαρκή έρανο τα απαραίτητα χρήματα, αγοράζαμε φανέλες! Αυτές λόγω περιορισμένων οικονομικών ήταν συνήθως από άθλιο συνθετικό ύφασμα και στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων ήταν λευκές ή γαλάζιες ή και τα δύο μαζί. Η επιλογή των χρωμάτων δεν ήταν τυχαία. Ουσιαστικά το μπλε και το άσπρο αποτελούσαν τον μόνο εφικτό και ανεκτό από όλους συμβιβασμό. Τα «εθνικά» άλλωστε χρώματα δεν έθιγαν ούτε τους ολυμπιακούς, ούτε τους παναθηναϊκούς, ούτες ΑΕΚτζήδες, ΠΑΟΚτζήδες ή «αρειανους» ποδοσφαιριστές της ομάδας.
Ακολούθως έπρεπε να διαλέξουμε αριθμό. Διότι ποδοσφαιρική εμφάνιση χωρίς νούμερα θα ήταν ασυγχώρητος ερασιτεχνισμός, σαν να παίζαμε στην πλατεία, ενώ τώρα που «είχαμε φτιάξει ομάδα», αλλάζαμε επίπεδο. Διαλέγοντας νούμερο παίρναμε τη φανέλα σπίτι μας, διότι πού χρήματα για καθαριστήριο, ενώ στο σπίτι τις έπλεναν οι μανάδες, με τη μόνιμη απορία τους: «καλά στις λάσπες πάτε και κυλιέστε;».

Ύστερα έπρεπε να βαφτιστεί ο σύλλογος. Εδώ είχαν την τιμητική τους τα στοιχεία της φύσεως. «Αστραπη», «Κεραυνός», «Θύελλα» ήταν τα επικρατέστερα, αλλά θα συναντούσες ενίοτε και κανέναν «Τυφώνα» ή κάποια «Σπίθα». Η βροχή, το χιόνι, το χαλάζι ή η ξαστεριά δεν συγκινούσαν κανέναν και παροδόξως το ίδιο αδιάφορους μας άφηνε η βροντή και το αστροπελέκι.

Άλλη σημαντική δεξαμενή αντλήσεως ονομάτων ήταν -κατά μίμηση βεβαίως των ομάδων των μεγάλων- οι διάφορες «Ενώσεις», «Σύνδεσμοι», «Όμιλοι» κ.λπ. Έτσι γεννήθηκε η «Αθλητική Ένωση Άνω Πλατείας» ή ο «Σύνδεσμος Φιλάθλων Περιβολακίου» ή ο «Ποδοσφαιρικός Όμιλος της Τάδε Γειτονιάς». Φυσικά δεν έλειπαν και οι τίτλοι-ιδεολογήματα που εξέφραζαν υψηλά ιδανικά όπως η «Ομόνοια Διασταύρωσης» και η «Αναγέννηση Λεωφόρου» ή δυναμισμό όπως η «Νίκη Οδού Καράμπαμπα» ή έστω κάτι το ένδοξο σαν την  κραταιά «Δάφνη Κάτω Πεζοδρόμου».
Τέλος οι μεγάλοι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι της Ευρώπης έδιναν κι εκείνοι ένα χεράκι στις εμπνεύσεις μας περί την ονοματοδοσία. Την δική τους λαμπρή ιστορία στο παιδικό ποδόσφαιρο έγραψαν ομάδες σαν την «Ρεάλ Κάτω Πλατείας», τη «Φόρεστ Βουναλακίου» , την «Εσπανιόλ Μελιγαλά» και την «Άιντραχτ Πετραλώνων».
alana2
Ύστερα οργανωνόταν το «σταφ» της ομάδας. Ο προπονητής ήταν συνήθως μια ή δύο τάξεις μεγαλύτερος στο σχολείο για να εμπνέει τον σεβασμό, να διδάσκει ποδόσφαιρο με την πλούσια πείρα του και να μπορεί να σου ρίξει και καμιά φάπα αν δεν σου άρεσε που σ’ έκανε αλλαγή. Ο γιατρός δεν ήταν λιγότερο απαραίτητος. Τις περισσότερες φορές κέρδιζε την θέση ο μικρότερος άμπαλος αδελφός του μπαλαδόρου της ομάδας. Κυκλοφορούσε πάντα με το βαλιτσάκι του που απαραιτήτως περιείχε τσιρότα, βαμβάκι, οινόπνευμα και το ικανόν διά πάσαν νόσον «κόκκινο». Ψυκτικό δεν υπήρχε, αντ’ αυτού γέμιζε ένα μπουκάλι με νερό και στο άδειαζε στο τραυματισμένο σημείο του ποδιού.
Μια καλά οργανωμένη ομάδα όφειλε να έχει και πρόεδρο, καθώς και ένα άλλοτε ευρύ, άλλοτε περιορισμένο διοικητικό συμβούλιο. Πάλι μια-δυο τάξεις μεγαλύτεροι, για να μπορούν να επιβάλουν δια της πειθούς ή και διά της βίας αν χρειαστεί τις αποφάσεις τους, που αφορούσαν στις μεταγραφές κυρίως και στην επιλογή προπονητού που ως επί το πλείστον ήταν ο κολλητός τους. Στα έτη που το σωματείο ευημερούσε κερνούσαν μετά τους νικηφόρους αγώνες τις κόκα κόλες.
Στο τέλος βρίσκαμε γήπεδο. Αυτό θεωρητικά ήταν το ευκολότερο μια και χρησιμοποιούσαμε έτσι κι αλλιώς τους χώρους που είχαν παγιωθεί σαν γήπεδα. Την πλατεία της εκκλησίας ή ένα ελεύθερο οικόπεδο ή μια οποιαδήποτε άλλη πλατεία. Όμως κάθε ομάδα έπρεπε να έχει το δικό της. Κάποιοι χώροι μάλιστα ήταν τόσο εξαιρετικοί που έπαιζαν το ρόλο του Γουέμπλεϊ. Τους χρησιμοποιούσαμε μόνο στον Τελικό Κυπέλλου.  Κι εδώ όμως χωρούσε φαντασία. Για παράδειγμα ένα πάρκινγκ που λειτουργούσε μόνο τις καθημερινές γινόταν ιδανικός χώρος και καυτή έδρα τα σαββατοκύριακα που άδειαζε από αυτοκίνητα.
Όλα πια ήταν έτοιμα για να ξεκινούσουν οι επίσημες διοργανώσεις. Τις περισσότερες φορές άρχιζαν στις αρχές Οκτωβρίου μετά από μια περίοδο φιλικών παιχνιδιών που κρατούσε από τις αρχές Σεπτεμβρίου, δηλαδή από το άνοιγμα των σχολείων και την επιστροφή απ’ τις διακοπές. Είναι γεγονός πανθομολογούμενον πως τα παιδικά πρωταθλήματα είχαν ανακαλύψει ήδη από τα χρόνια της δεκαετίας του 1980 (πιθανώς δε και πολύ νωρίτερα) το σύστημα που εφαρμόζεται σήμερα στην Αργεντινή, με «Απερτούρα» και «Κλαουζόυρα». Πρακτικά αυτό σημαίνει πως υπήρχαν δύο πρωταθλήματα ανά σεζόν (και φυσικά δύο Κύπελλα). Το πρώτο διαρκούσε μέχρι τις γιορτές των Χριστουγέννων και το δεύτερο, πάλι μετά από μία περίοδο φιλικών αγώνων μέσα στον Ιανουάριο, ξεκινούσε τον Φλεβάρη και πήγαινε μέχρι το κλείσιμο των σχολείων. Γινόταν κανονική κλήρωση για το πρόγραμμα, το ίδιο γινόταν και για το Κύπελλο, μαζεύονταν χρήματα ρεφενέ από όλες τις ομάδες και αθλοθετούντο έπαθλα και μετάλλια, ενώ πάντα βρισκόταν και κάποιος ή κάποιοι -επίσης ελαφρώς μεγαλύτεροι- που έπαιζαν διαιτητές και η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν κατάλαβα τι γούστο έβρισκαν σ’ αυτό… Περί ορέξεως όμως…
alana
ΠΗΓΗ: http://ourout.blogspot.gr/2011/01/blog-post.html

Ένα νέο σχολείο στην παλιά γειτονιά…!

Λόγια της αλάνας σε «μοντέρνους» καιρούς…!

vathΈνα νέο σχολείο στην παλιά μου γειτονιά, τον Άγιο Παύλο. Το πάρκινγκ της οδού Μαιζώνος, στο οποίο κάθε Κυριακή παίζαμε μπάλα στο αυτοσχέδιο συνοικιακό πρωτάθλημα, ενσωματώθηκε σε ένα νέο σχολείο, που αξιοποίησε λειτουργικά το ερειπωμένο νεοκλασσικό που διασώθηκε… Χαίρομαι, που η «λαική παιδεία» και ο λαικός πολιτισμός της ζωής μας, στο KingsPark stadium(αναγραμματισμός του Parking)  – όπως λέγαμε την έδρα της θρυλικής Αστραπής – ενσωματώθηκε σε ένα νέο χώρο Παιδείας και ελπίζω όχι «εκπαίδευσης»…!

pal

Το νεοκλασσικό και το θρυλικό Parking δίπλα του!

Στο μυαλό μου, μοιάζει η καθημερινή γνώση, της φιλίας, του συναγωνισμού και όχι του ανταγωνισμού, των ρόλων, της προσπάθειας, της φιλικής «μαγκιάς» και της αποδοχής, των συναισθημάτων και του μεγαλώματος, να βυθίζονται στα θεμέλια του νέου εκπαιδευτηρίου. Γερά θεμέλια σε γκρίζα συγκυρία.

Eκεί λοιπόν, στο χωμάτινο «γηπεδάκι», αναστέναζε ο ποδοσφαιρικός καημός της συνοικίας μας. Το parking, περιγράφει ο φίλος Νίκος Λεμονής σε άρθρο στο blog, του :

«Άλλο σπουδαίο γήπεδο της περιοχής υπήρξε η θρυλική έδρα της ακόμα θρυλικότερης «Αστραπής Αγίου Παύλου» της ομάδας των πρωτοεφηβικών μας χρόνων. Στο υπαίθριο parking της οδού Μαιζώνος, λίγα μέτρα από την Πλατεία Βάθη, ανάμεσα στις οδούς Σωνιέρου και Ακομινάτου, πίσω από το 51ο Δημοτικό Σχολείο. Η επιχείρηση λειτουργούσε μόνο τις εργάσιμες ημέρες και ώρες, έτσι τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες, όταν ο χώρος άδειαζε από αυτοκίνητα και έμενε ελεύθερος, μετατρεπόταν σε ιδανικό χωμάτινο γήπεδο, θέατρο τιτανομαχιών ανάμεσα στην «Αστραπή», τη «Φόρεστ», τον «Κεραυνό» και τους άλλους αυτοσχέδιους συλλόγους μας».
park

Η θρυλική ΑΣΤΡΑΠΗ

Kαλύτερες μέρες, μακράν οι βροχερές! Μαλάκωνε το σκληρό ασπρόχωμα με το γαρμπίλι και δυο τρείς λακούβες με νερό, που με πρόθεση τσαλαβουτούσαμε με την μπάλα, ανέβαζαν την θεαματικότητα και την οργίωδη φαντασία μας, που έφτανε μέχρι τα λασπωμένα γήπεδα της Αγγλίας και της Γερμανίας, τόσο κοντά στο Ομόνοια.  Άτυχες μέρες με απογοήτευση και μπινελίκια, όταν υπήρχαν κάνα δυο αυτοκίνητα στο πάρκινγκ, παρκαρισμένα με τέτοιο τρόπο που εμπόδιζαν τον χώρο να γίνει γήπεδο. Απίστευτη λύπη και θυμός, μας κυρίευε. Πώς ήταν δυνατόν να κυλίσει η Κυριακή και να έρθει η μίζερη σχολική Δευτέρα χωρίς να έχουμε γευτεί την απίστευτη χαρά του συνοικιακού μας ντέρμπυ; Ήταν τότε που σηκώναμε στην κυριολεξία τα αυτοκίνητα, για να τα σπρώξουμε λίγο πιο πέρα να μην εμποδίζουν την Κυριακή μας, τη δική μας ελεύθερη Κυριακή. Πείσμα και επινοήσεις, στη στιγμή, όχι φυτρωμένες  αε κάποιο …workshop τεχνικών και κοινωνικών δεξιοτήτων.

park2

ΟΜΑΔΑ!

Κι αν νομίζετε ότι μιλώ για το παρελθόν, μάλλον λάθος κάνετε. Είναι την ανόθευτη χαρά και ενθουσιασμό του ελεύθερου παιγνιδιού της αλάνας που επαναφέρουν οι σπουδαγμένοι πια προπονητές ποδοσφαίρου των Ακαδημιών, γιατί όπως λένε χάθηκε στην «στρατιωτικοποίηση» του ποδοσφαίρου. Λίγο χώμα από το πάρκινγκ, ρίχνουν κι αυτοί, στις «αλάνες» με τον χλοοτάπητα τρίτης γενιάς!

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

Η Ζωοδόχος Πηγή της ζωής…!

Σε μια περιπλάνησή μου, στη Νέα Ιωνία…προσφυγομάνα και ποδοσφαιρομάνα…Λίγο πιο κάτω, το γήπεδο του Ίκαρου…Η προτροπή του πιτσιρικά, κραυγή ελευθερίας και αληθινής σχέσης, χωρίς τη διαμεσολάβηση ειδικών και …προπονητών…! Σύνθημα εντελώς «αναρχικό»! Ουσιώδες όσο ποτέ στις μέρες μας!

Η …Ζωοδόχος Πηγή της ζωής!!!!!!!

Δημήτρης Ναπ.Γ

bala.JPG

«Το ωραιότερο γκολ μου, ήταν μια πάσα…»! (2)

PO

kaΌταν ο Ερικ Καντονά, απαντούσε ότι «το ωραιότερο γκολ που πέτυχε ποτέ ήταν μια πάσα», εξέφραζε στην κυριολεξία μια βαθιά … υπαρξιακή και πολιτική πλευρά του ποδοσφαίρου. Τον αέναο «πόλεμο» ανάμεσα στο άτομο και την ομάδα, ανάμεσα στον στόχο και τα μέσα, ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό. Μια φράση αιρετική, επαναστατική θα έλεγα, καθώς, ένας καθαρά επιθετικός ποδοσφαιριστής, αποδομούσε την πεμπτουσία του ποδοσφαίρου, το γκολ. Και προέκρινε την συνεργασία και την ομαδικότητα, έναντι της χρησιμοθηρικής «ηδονής» του τελικού στόχου. Στην ουσία έπληττε το ίδιο το οξύ φαντασιακό πνεύμα του καπιταλισμού που είναι η ατομικιστική στιγμή που ο «γαμάτος» αστός, πετυχαίνει το κέρδος με κάθε τρόπο.

Και είναι 3-4 χρόνια τώρα, που συζητώντας με άλλους μπαμπάδες μικρών ποδοσφαιριστών στις ακαδημίες μας, συνειδητοποιώ, αυτό, εντέλει, το ….πολιτικό και ιδεολογικό ζήτημα του ποδοσφαίρου : «πάσα ή ντρίμπλα;».  Ομαδικότητα ή ατομισμός; (…ατομιστία, όπως λέγαμε κάποτε στην συνοικία μας, τον Άγιο Παύλο), ατομικός στόχος ή αλληλοσυνεργατική επιτυχία. Και ακόμα περισσότερο:… «σοσιαλισμός» ή «καπιταλισμός»; «Άστον να κάνει ντρίπλες, έτσι θα μάθει», «δώσε πάσα, δεν παίζεις μόνος σου», «το ποδόσφαιρο είναι σκληρό, ας του ζητήσουν την μπάλα οι άλλοι, αν δεν τους αρέσει», «φάτους μόνος σου», «έτσι, βοήθησε την ομάδα, σε θέλω δίπλα τους, με την πάσα», και πολλά άλλα λαϊκά αποφθέγματα, χρωματίζουν την αέναη διαμάχη που  αναφέρουμε.

H διαμάχη, βέβαια, εντάθηκε με τη ραγδαία αύξηση των Ακαδημιών και των 5χ5, τα τελευταία 10-15 χρόνια, αλλά και με την κανιβαλική κυριαρχία του εγωκεντρικού καπιταλισμού, στην ύστερη παγκοσμιοποίηση και την κρίση της. Και πίσω απ’αυτή τη διαπάλη, υποβόσκουν ποικίλες ψυχολογικές, ιδεολογικές, φιλοσοφικές ή ταξικές προεκτάσεις του κοινωνικού συστήματος που ζούμε. Πολύ εμφατικά τον χρωμάτισε ο Γάλλος αιρετικός φιλόσοφος Ζαν Κλώντ Μισεά, λέγοντας ότι προτιμά το δημοκρατικό passing game του λαού, από το dribbling game της αριστοκρατίας, όπου κυριαρχεί ο …. eh12φιγουρατζής (όπως λέγαμε)  ντριμπλαδόρος, με ιδιοτελείς προσωπικούς στόχους. Πηγαίνοντας πιο βαθιά, ο Μισεά, αναπολεί το «σοσιαλιστικό ποδόσφαιρο» της Εθνικής Ουγγαρίας, στην περίοδο της ακμής της, όταν κυριαρχούσε η αθλητική ευφυΐα, πάντα σε συνδυασμό με τη σεμνότητα και το αίσθημα αλληλεγγύης. Ο Μισέα, προβάλλει στην ποδοσφαιρική μυθιστορία, την αναρχική ματιά του Κροπότκιν, που έδειξε ότι το ένστικτο του ζωικού βασιλείου αλλά και τους ανθρώπου ιδιαίτερα, τείνει προς την αλληλοβοήθεια και όχι προς τον ανταγωνισμό, όπως διατείνονται οι κάθε είδους «φιλελεύθεροι» λακέδες.

Σε καμιά περίπτωση, δεν χρειάζεται να καθαιρέσουμε το ατομικό ταλέντο, την αντίληψη και την ευφυΐα για να εγκαταστήσουμε έναν ισοπεδωτικό κολλεκτιβισιμό. Ο διαχωρισμός χρειάζεται να ακουμπά στο ήθος κάποιων αξιών που θα συνθέσουν την προσωπική δημιουργία με τη δύναμη της ομάδας. Τότε, ο μπαλαδόρος κάθε ομάδας θα είναι ένας συστημικός ηγέτης και όχι ένας νάρκισσος-εξουσιαστής που θέλει να προσδιορίσει την ταυτότητά του μέσα από την υπερβολή της ατομικής bala5καταξίωσης και προβολής, με κάθε τρόπο. Άλλωστε ο ναρκισσιστής είναι προσωρινός οδηγητής και ανά πάσα στιγμή κινδυνεύει να καταρρεύσει τόσο η ομάδα, όσο και η ευάλωτη και εύθραυστη εικόνα του.  Αντίθετα ο «συστημικός ντριπλέρ» είναι δημιουργός και δημιούργημα της ομάδας, εκφράζει την αλλαγή, διευκολύνει συλλογικά οράματα. Εκφράζει το «εμείς», που είναι πάνω από το «εγώ». Είναι ο πρώτος μεταξύ ίσων, που χαίρεται περισσότερο για το γκολ που έδωσε, παρά για το γκολ που έβαλε. Μετουσιώνει την «καθημερινοποίηση του ηγέτη» που περιέγραψε ο Μάξ Βέμπερ. Όσοι έβλεπαν τον Τόνυ Σαβέβσκι να παίζει, σίγουρα θα κατανόησαν ότι περιγράφω, καθώς έδειξε πως το ταλέντο δεν χρειάζεται κραυγές και φιοριτούρες, αλλά την συνειδητοποίηση του ρόλου σου, την ταπεινότητα και τη μέθεξη στην ομάδα και τα ιδανικά της.

Δεν είναι τυχαίο πως τρεις είναι οι κορυφαίες ομάδες που είναι «κάτι παραπάνω από μια ποδοσφαιρική ομάδα» και στις οποίες οι ηγέτες τους, ενσωματώνονταν στην ομάδα και όχι το αντίθετο. Ο Άγιαξ με τον Κρόυφ, η Λίβερπουλ με τον Κήγκαν ή τον Νταλγκλίς και η Μπαρτσελόνα με τον Μέσι, παρέμειναν και θα παραμείνουν στην λαϊκή μνήμη για την ποδοσφαιρική τους φιλοσοφία που μπορούσε να αναδεικνύει κορυφαίους μπαλαδόρους, ενταγμένους όμως μέσα σε μια ομαδοσυνεργατική διάσταση και μνήμη.

  Δημήτρης Ναπ.Γ

  Ajax_1972

liverpool-squad-1978-1979

barts

«To ωραιότερο γκολ μου ήταν μια πάσα»…! (1).

football

«To ωραιότερο γκολ μου ήταν μια πάσα»…! Είναι αυτές οι μυστικές κλωστές που ενώνουν ανθρώπους, ιδέες και μνήμες με την προσωπική μας εμπειρία. Ο Ερίκ Καντονά, άτακτο παιδί του ποδοσφαίρου, λέει την παραπάνω φράση, στην ταινία του Κεν Λόουτς, «Looking for Eric» (2009), για να την πάρει χρόνια αργότερα ο θαυμαστός μου φιλόσοφος Ζαν Κλώντ Μισεά και να την κάνει βιβλίο για τον αρχαϊκό σοσιαλισμό και την αλληλοβοήθεια του ποδοσφαίρου. Η συλλογικότητα και το πρωτογενές ηθικό πνεύμα της στρογγυλής θεάς, υμνήθηκε και από τον σπουδαίο Αντόνιο Γκράμσι, ο οποίος θεωρούσε το ποδόσφαιρο: «το βασίλειο της ανθρώπινης τιμιότητας»Μα και η βιωματική μου γνώση για τη θέση του τερματοφύλακα και την τραγικότητά της, που «σπούδασα» τα τελευταία 37 χρόνια, σε πλατείες, αλάνες και γήπεδα, έβρισκε τους δικούς της συμμάχους. Από τον Βίμ Βέντερς και την ταινία του «Ο φόβος του τερματοφύλακα πριν απ’το πέναλντυ», μέχρι τον υπέροχο Αλμπέρ Καμύ( τερματοφύλακα, επίσης)  και εκείνο το αξεπέραστο απόσταγμα ζωής του: «Όλα όσα ξέρω για την ηθική και την αίσθηση καθήκοντος τα έχω μάθει από το ποδόσφαιρο».Αλλά και τον Βλαντιμίρ Ναμπούκοφ, συγγραφέα της «Λολίτα» που έλεγε για τον τερματοφύλακα: «Ο τερματοφύλακας είναι ο μοναχικός αετός, ο άνθρωπος μυστήριο, ο τελευταίος υπερασπιστής».

Κι αργότερα στα διαβάσματα για την Ιταλική Αυτονομία, νά σου και ο Αντόνιο Νέγκρι να χαρακτηρίζει το κατενάτσιο, ως ταξική πάλη, συναντώντας έτσι τον βρεττανό μαρξιστή ιστορικό Χότσμπάουμ, που μιλούσε για τη «λαϊκή θρησκεία του προλεταριάτου». 

741283_image_23

Ο Παζολίνι στ’αποδυτήρια…

Μια «λαϊκή θρησκεία» που απλωνόταν στις συνοικίες και ήθελε να σώσει και να προστατεύσει  ο παθιασμένος ποδοσφαιρόφιλος  Πιέρ Πάολο Παζολίνι, από κείνους που κάνουν κριτική χωρίς να το αγαπούν, αλλά και από τους επαγγελματίες ειδικούς. Ο Παζολίνι που ήταν οπαδός της Μπολόνια κι έπαιζε ποδόσφαιρο ( αριστερό εξτρέμ, τι άλλο;) μέχρι και λίγο πριν τη δολοφονία του, το 1975. Σε συνέντευξή του τι θα ήθελε να ήταν αν δεν είχε το σινεμά και τη λογοτεχνία είχε απαντήσει: «Ένας καλός ποδοσφαιριστής. Για μένα το ποδόσφαιρο είναι από τις μεγαλύτερες απολαύσεις, μετά την λογοτεχνία και τον έρωτα. (Πηγή: http://www.lifo.gr) Ο σκηνοθέτης, που έπιανε κι αυτός την εσωτερική παρόρμηση των παιδιών ( και τώρα πια μεγάλων) της γειτονιάς μου, στο πρώτο άκουσμα μιας μπάλας που …μπιστάει. Ο φίλος του Ντάβολι, έλεγε: «Όταν ακούγαμε να κλωτσάνε μια μπάλα σταματούσαμε και πηγαίναμε να παίξουμε κι εμείς» (Πηγή: http://www.lifo.gr).

Ακριβώς! Έτσι είναι γι’αυτή την λαϊκή βιωματική θρησκεία, που ξεκινά, από την πρώτη παιδική κλωτσιά σ’ένα τόπι, μέχρι το ενστικτώδες φαλτσάκι σε μια πέτρα που θα βρεθεί μπροστά μας. Ο Άντονι Μπέρτζες, ο άνθρωπος που έγραψε το «Κουρδιστό Πορτοκάλι», είχε πει: «Οι πέντε μέρες τις εβδομάδας είναι για δουλειά, όπως λέει η Βίβλος. Η έβδομη μέρα είναι για να λατρεύουμε τον Κύριο και η έκτη μέρα είναι για το ποδόσφαιρο».

Η ουσία του ποδοσφαίρου – που γνώρισα στη γειτονιά μου – αλλά και αυτό που σαν πνοή ανέμου κατακτά τα παιδιά σε τόσους τόπους της οικουμένης, είναι ότι το ποδόσφαιρο δεν έχει μόνο μια πλευρά, μόνο μια σημασία. Το ποδόσφαιρο είναι σημαντικό τόσο το ίδιο, όσο και όλα όσα συνθέτουν το ποδόσφαιρο ως γεγονός.  Αυτό μπορούν να το κατανοήσουν μόνο όσοι παραμένουν μύστες της φυλής του ποδοσφαίρου και σ’αυτή τη ρευστή εποχή, νιώθουν ότι το απόγευμα της Κυριακής και το συναίσθημα πριν βγει η ομάδα από την καταπακτή, συνεχίζουν να έχουν την ίδια ζεστασιά και φλόγα, μέσα σ’ έναν «άκαρδο κόσμο».

Δημήτρης Ναπ.Γ

533277_511004528935754_1070859150_n

LIVERPOOL: you’ll never walk alone ή το μαγικό μυστικό μιας εποχής…!

Για τη Λίβερπουλ που αγαπήσαμε…! 

Liverpool_FC_official.svg– Και ξέρεις κάτι; Ο Μπόμπ Πέισλι ήταν βοηθός του μεγάλου Μπίλ Σάνκλι και όταν φύγει ο Πέισλι, προπονητής θα γίνει ο βοηθός του, ο Τζο Φάγκαν και όταν φύγει ο Φάγκαν, προπονητής μας θα είναι …». Κόντρες ποδοσφαιρικές στην πλατεία του Αγίου Παύλου για τις προτιμήσεις μας στις «ξένες» ομάδες.  Και όσοι λέγαμε την παραπάνω παρλάτα, ήμασταν σίγουροι ότι είχαμε πάντα ένα ηθικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους υπόλοιπους, μια αυταπόδεικτη δικαίωση για το ποια ομάδα ήταν η καλύτερη…

Και έφυγε ο Φάγκαν, και ήρθε ο μεγάλος παίκτης μας ο Κέννυ Νταλγκλίς, παίκτης και προπονητής. Κι ήταν γραφτό να φύγει για να τον αντικαταστήσει ο βοηθός του, Ρόνι Μόραν και λίγο αργότερα ο δικός μας Γκρέιαμ Σούνες, για να κλείσει αυτό το παράξενο αγαπημένο γαϊτανάκι με τον Ρόυ Έβανς, που ήταν στην ομάδα από την εποχή του …Σάνκλι!. Δεν ήταν μόνο οι τίτλοι της μεγάλης ομάδας του Λίβερπουλ, που μας είχαν γοητεύσει, αλλά αυτό το γενεαλογικό ποδοσφαιρικό δέντρο, που άγγιζε μια μεγάλη παράδοση, μια συσσωρευμένη σοφία που χαρίζεται από γενιά σε γενιά, με έναν αυτονόητο σεβασμό. Ήταν η σιγουριά της ρίζας, που μεταμόρφωνε μια μεγάλη οικογένεια σε ομάδα-πρότυπο, με μια μυστικιστική σχεδόν γοητεία. Αισθάνομαι ότι η δύναμη αυτής της ομάδας, ήταν αυτή η φυσιολογική αντίστασή της στην αντι-ρομαντική εποχή του υπερ-επαγγελματισμού. Αυτή τη δύναμη της συνέχειας, νομίζω υποσυνείδητα επιζητούσαμε, όλοι όσοι είχαμε σαγηνευτεί από το πρότυπο της Λίβερπουλ, παρόλο που ζούσαμε μια εποχή αμφισβήτησης, αμφισβητίες κι εμείς οι ίδιοι, συμπεριφορών και στάσεων. Κι όταν συνειδητοποιούσαμε τη δεκαετία του ’80, ότι ο πρόεδρος της ομάδας, ο κύριος Σμίθ, που αγαπούσε το εκλεκτό κρασί, τον καπνιστό σολωμό και τους παίκτες του, που ήταν γι’αυτόν οι καλύτεροι του κόσμου, παρέμενε σχεδόν άγνωστος και απαρατήρητος στον κάθε άνθρωπο που έμπαινε στο θρυλικό Άνφιλντ Ρόουντ, ήμασταν σίγουροι ότι εδώ κάτι διαφορετικό συνέβαινε.

ΑΝΦΙΛΝΤ-2
Ο Μπίλ Σάνκλι έξω από το Άνφιλντ Ρόουντ!!!

Ο Σμίθ και η Λίβερπουλ δεν πίστευε στα χρήματα. Όσα μπορούσε να ξοδέψει μια πλούσια αγγλική ομάδα σε έναν χρόνο, η Λίβερπουλ τα ξόδευε σε δέκα. Το μυστικό δεν ήταν τα χρήματα. Το «μυστικό της Λίβερπουλ, είναι η ίδια η Λίβερπουλ», έλεγε ο Κέννυ Νταλγκλίς. Ένας φιλόσοφος της εποχής της. Αυτό το liverpool-squad-1978-1979μυστικό, το ήξερε κάθε ποδοσφαιριστής που ερχόταν στο Άνφιλντ. Τον είχαν επιλέξει οι ανιχνευτές της ομάδας για να ενσωματωθεί σ’αυτή τη … συνέχεια, ήταν καλός, θα γινόταν ο καλύτερος. Περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, εδώ κυριαρχούσε και καρύκευε τα πάντα, η αντίληψη της ομάδας. Κανέναν μεμονωμένο άτομο δεν είναι υπεράνω της ομάδας. Όταν η ομάδα σαρώνει, κάθε ποδοσφαιριστής της, είναι άσσος. Κι όταν ερχόταν η ώρα, να χωριστεί τα αγαπημένα της παιδιά, όπως ο Ίαν Ρας, είχε ήδη βρει τον αντικαταστάτη του, Τζόν Όλντριντζ. Όλοι λατρεμένοι, αλλά ουδείς αναντικατάστατος. Όπως παλιότερα, που έφυγε ο μεγάλος Κήγκαν για το Αμβούργο, μετά από μια ονειρική πορεία που έκλεισε με την κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1977. «Τι θα γίνει τώρα η Λίβερπουλ, χωρίς τον Κήγκαν;». Όλοι ανησυχούσαν εκτός από τους ανθρώπους του Συλλόγου. Από την Σέλτικ ήρθε ο Σκωτζέζος Κένι Νταλγκλίς και τον επόμενο χρόνο, η Λίβερπουλ έπαιρνε και πάλι το κύπελλο Πρωταθλητριών, με ηγέτη τον Κένι.

Τι να νιώθουν άραγε όλοι οι ποδοσφαιριστές που φοράνε απο τη πρώτη στιγμή, τη φανέλα της Λίβερπουλ και την κάνουν δικιά τους τόσο γρήγορα, σα να παίζουν χρόνια; Αυτά και άλλα, αναρωτιόμασταν εμείς οι Αγιοπαυλίτες της Λίβερπουλ, εκείνα τα χρόνια. Όμως κάποια «μυστικά» είναι τόσο προφανή που δεν τους δίνουμε σημασία, ενώ βρίσκονται δίπλα μας. Η διαδοχή των ποδοσφαιρικών γενεών, η ομάδα, η προβλεπτικότητα, οι αξίες και οι αρχές. Κάποτε ο Φάγκαν βρήκε έναν εκπληκτικό παίκτη σε μια επαρχιακή ομάδα, που τον ήθελε πολύ. «Τον είδα. Ήταν πολύ καλός. Παρατήρησα όμως ότι έπινε πολύ. Τον άφησα να πάει σε άλλη ομάδα»…

LiverpoolSquad1984-1985Στην εποχή του ναρκισσιστικού ανθρώπου, της αμφισβήτησης των πάντων, κάθε έννοιας δεσμού και συλλογικής συνέχειας, η Λίβερπουλ κτυπούσε το φαντασιακό του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, μέσα στην ίδια τη χώρα που γέννησε τον καπιταλισμό και τον βιομηχανισμό, τη Μεγάλη Βρετανία. Απ’το εργατικό Λίβερπουλ, των Μπήτλς, των «Gerry & The Pacemakers» και της ομίχλης, διατηρούσε τους δεσμούς και το ρίζωμα των απλών λαϊκών ανθρώπων. Μέσα σε 49 χρόνια, το 1959 έως το 1998, η Λίβερπουλ άλλαξε μόλις 7 προπονητής. Το αίμα της ανανεωνόταν, αλλά πάντα άνηκε στην ίδια ομάδα: «Λίβερπουλ θετικό»!  

Το 1998, η αλυσίδα σπάει και ο Ζεράρ Ουγιέ, έρχεται στο Λιμάνι. Μια εποχή γύρισε σελίδα και είναι αλήθεια ότι αν και τα χρήματα πολλαπλασιάστηκαν η ομάδα του Merseyside, δεν έφτασε και πάλι στο ύψος των τίτλων εκείνων των χρόνων της μυστικής παράδοσης. Το τίμημα για να μπει στον κόσμο του ποδοσφαιρικού χρηματιστηρίου και στο μετα-νεωτερικό κόσμο της ισοπεδωτικής μηδενιστικής παγκοσμιοποίησης, ήταν να χαθεί η ψυχή της, προσωρινά ελπίζω, στη μακραίωνη ιστορία που θα βιώνει.

Όμως η Λίβερπουλ της καρδιάς, πάντα θα διδάσκει, ως πρότυπο που σπάει τα στενά όριά του. Για το τι μπορούν να πετύχουν μια χούφτα άνθρωποι που δουλεύουν μαζί, νικώντας τον χρόνο. Η μνήμη δε ξεχνά, έχει και η ίδια σώμα που θυμάται αυτούς τους σπουδαίους ανθρώπους του λιμανιού. Η σημερινή Λίβερπουλ τους έχει δίπλα της, φτάνει να φέρει το παράδειγμά τους, στη νέα εποχή!

Ο ύμνος της Λίβερπουλ, με τίτλο «You’ll Never Walk Alone» θεωρείται ένα από τα πιο γνωστά ποδοσφαιρικά τραγούδια. Οι συνθέτες του είναι οι Richard Rodgers και Oscar Hammerstein II, και είναι κομμάτι από το μιούζικαλ Carousel, του 1945. To 1963 το συγκρότημα «Gerry & The Pacemakers» από το Λίβερπουλ κυκλοφόρησε ένα single με το συγκεκριμένο τραγούδι που έγινε μεγάλη επιτυχία στην Αγγλία. Σύντομα το τραγούδι έγινε ο ύμνος της Λίβερπουλ.

Δημήτρης Ναπ.Γ

images

Ποδόσφαιρο, νόμος Μποσμάν και κυριαρχία του αποδομητικού «φιλελευθερισμού».

Αντιγράφουμε από το βιβλίο του Ζαν Κλωντ Μισεά: «Τα μυστήρια της Αριστεράς: από το ιδεώδες του Διαφωτισμού, στον θρίαμβο του απόλυτου Καπιταλισμού» – Εναλλακτικές εκδόσεις-2014. Ένα μικρό κεφάλαιο, που αναφέρεται στο ποδόσφαιρο και στο «νόμο Μποσμάν», ο οποίος ουσιαστικά

ο ποδοσφαιριτής Μποσμάν

ο ποδοσφαιριστής Μποσμάν

εγκατέστησε τον σιδερένιο νόμο της  «ελεύθερης διακίνησης ποδοσφαιριστών», πλασαρισμένο μάλιστα ως θρίαμβο της … «δημοκρατίας» και της «ισότητας», τόσο από την φιλελεύθερη δεξιά, όσο και από την ελευθεριάζουσα άκρα και συστημική αριστερά. Στην ουσία αποτελεί το ταξικό, εντέλει ,εργαλείο της νεοφιλελεύθερης  καπιταλιστικής ηγεμονίας, μέσα από «απελευθερωτική» και «προοδευτική» διαδρομή (sic). «Η απόφαση που εξέδωσε, στις 15 Δεκεμβρίου 1995, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (λεγόμενη και «απόφαση Μποσμάν» – από το όνομα ενός παίκτη της ποδοσφαιρικής ομάδας της Λιέγης) επέτρεψε στο σύγχρονο καπιταλισμό να βάλει οριστικά χέρι στον κόσμο του επαγγελματικού ποδοσφαίρου και να επιτύχει έτσι να αλλοιώσει τη διασκεδαστική και λαϊκή ουσία του αθλήματος. Σε σημείο ώστε να μεταβάλει την «ένδοξη αβεβαιότητα του αθλήματος» σε φράση χωρίς νόημα για τις περισσότερες ομάδες (που αποτελούν έκτοτε την τεράστια πλειοψηφία) που δεν έχουν πια τα οικονομικά μέσα να παίζουν στην αυλή των πλουσίων (είτε πρόκειται για εκατομυριούχους του πετρελαίου είτε για εκπροσώπους της ρωσικής μαφίας). Αξίζει λοιπόν να σημειώσουμε εδώ ότι όλοι όσοι κινητοποιήθηκαν τότε – όπως ο τερματοφύλακας Ζοζέφ-Αντουάν Μπέλ, από το Καμερούν – για να υποστηρίξουν με ενθουσιασμό αυτή την καταστροφική απόφαση (η απόφαση Μποσμάν κήρυσσε παράνομη την απαγόρευση που είχε επιβάλλει η ΟΥΕΦΑ στις ευρωπαϊκές επαγγελματικές ομάδες να αγοράζουν πάνω από τρεις ξένους άσσους – με στόχο να εξασφαλίζει ένα μίνιμουμ αθλητικής ισονομίας) ισχυρίζονταν γενικά ότι το έκαναν στο όνομα του «αντιρατσισμού», του «αγώνα εναντίον όλων των διακρίσεων» και του δικαιώματος των εργαζομένων σε μια «πλήρη κινητικότητα». Όπως γνωρίζουμε, πρόκειται για την ίδια στρατηγική που χρησιμοποιήθηκε πάλι από τους φιλελεύθερους στο δημοψήφισμα του 2005. Απλώς, ο «Πολωνός υδραυλικός» αντικατέστησε τον » Σουηδό σέντερ-φορ». Πρόκειται λοιπόν για ένα εξαιρετικό καθαρό παράδειγμα αυτής της κλασικής πλέον κίνησης που οδηγεί, αργά ή γρήγορα, όλους τους  ηθικολόγους του πολιτισμικού φιλελευθερισμού να υποχρεώνονται να εμφανίζονται ως οι «χρήσιμοι ηλίθιοι του οικονομικού φιλελευθερισμού». Γι’αυτό προτείνω – ως φόρος τιμής σε αυτή την παράξενη διαστροφή  – να αποκαλούμε στο εξής «αρχή του Μποσμάν», το νόμο που ωθεί αμείλικτα κάθε μοντέρνα αριστερά να διεκπεραιώνει αντ’αυτού τις βρώμικες δουλειές του καπιταλισμού» 

Δημήτρης Ναπ.Γ

Στατιστικά

  • 35,404 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Οκτώβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  
Πατήστε την εικόνα για περισσότερα...

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!