//
archives

Παρασιτισμός

This category contains 19 posts

Ο φετιχισμός της καινοτομίας

του Χάρη Ναξάκη

« Η θεμελιώδης ώθηση πού θέτει και διατηρεί την καπιταλιστική μηχανή σε κίνηση είναι οι ανάγκες για νέα καταναλωτικά αγαθά… αυτή η συνεχής ανάγκη για το νέο διαρκώς διεγείρει, καταστρέφει την παλιά δομή. Ο καπιταλισμός είναι η αιώνια θύελλα τής δημιουργικής καταστροφής»

Με την παραπάνω οξυδερκή διαπίστωση ο διάσημος Αυστριακός οικονομολόγος Γιόζεφ Σουμπέτερ (1883-1950) στο βιβλίο του, Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία, προέβλεψε ότι η καταναλωτική καινοτομία είναι η ατμομηχανή της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο δημόσιος διάλογος έχει κατακλυστεί τα τελευταία χρόνια από άρθρα και αναλύσεις, ειδικών και μη, ανεξαρτήτως ιδεολογικής απόχρωσης, που η κοινή τους συνισταμένη είναι η λατρεία της καινοτομίας. Η φετιχιστική λατρεία της καινοτομίας στηρίζεται σε ένα αυταπόδεικτο επιχείρημα, η καινοτομία είναι πρόοδος. Ως εκ τούτου το συμπέρασμα είναι σαφές και ενέχει θέση νόμου: όποιος είναι ενάντια στην  καινοτομία είναι οπισθοδρομικός, εχθρός της τάσης του ανθρώπου για συνεχή εξέλιξη. Το άρθρο αυτό είναι οι σημειώσεις ενός αιρετικού του δόγματος ότι η καινοτομία είναι πρόοδος. Αν πρόοδος είναι η πεποίθηση ότι διαμέσου της καινοτομίας το αύριο είναι καλύτερο από το χθες, επειδή καταναλώνουμε περισσότερα προϊόντα πού έχει προγραμματιστεί ο θάνατος τους, τότε οικοδομούμε ένα πολιτισμό των απορριμμάτων.                                                   

     Η καινοτομία βέβαια προσφέρει ένα πλεονέκτημα, αυτό της εξελικτικής προσαρμογής με ευελιξία σε  ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Η μεταβολή όμως του περιβάλλοντος δεν τρέχει με την ταχύτητα του φωτός και για αυτό η προσαρμογή στην μεταβολή δεν γίνεται μέσω ενός αχαλίνωτου ατομικισμού και του συνοδοιπόρου του, του εξατομικευμένου καταναλωτισμού, της άμεσης δηλαδή ικανοποίησης των επιθυμιών και απόλαυσης των ηδονών ,αλλά μέσω της κτήσης και κατανάλωσης αγαθών που καλύπτουν τις βασικές μας ανάγκες και προσφέρουν την υπόσχεση της ασφάλειας, εξυπηρετούν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα μας. Για να εξυπηρετεί όμως η παραγωγή, η κτήση και η κατανάλωση τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα μας πρέπει τα αγαθά αυτά να είναι ποιοτικά, ανθεκτικά και επισκευάσιμα. Γιατί όμως δεν σχεδιάζονται και δεν επιλέγονται σήμερα εκείνες οι καινοτομίες που επιτρέπουν μια βιώσιμη προσαρμογή του ανθρώπου στις αλλαγές του περιβάλλοντος, αλλά η καινοτομική δραστηριότητα εστιάζει στον σχεδιασμό και την παραγωγή αγαθών που έχουν αποκλειστικό στόχο την εφήμερη απόλαυση επιθυμιών και ηδονών; Γιατί οι θεσμοί με την σειρά τους, οι επίσημες πολιτικές ευνοούν την χρηματοδότηση της καταναλωτικής καινοτομίας;

 Το σύνολο σχεδόν της καταναλωτικής καινοτομίας σήμερα έχει ως στόχο την καταστροφή της μακροβιότητας των αγαθών και των υποδομών, που εκτός των άλλων ξοδεύει ανελέητα τους περιορισμένους πόρους του πλανήτη. Η καταναλωτική καινοτομία σχεδιάζεται με μοναδικό γνώμονα την προγραμματισμένη βραχυβιότητα των προϊόντων, την συντόμευση του κύκλου ζωή τους, τον προγραμματισμένο θάνατο τους. Σήμερα τα προϊόντα κατασκευάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να περιέχουν τον προγραμματισμένο θάνατο τους είτε πρόκειται για οικιακές συσκευές είτε για κινητά  τηλέφωνα , ηλεκτρονικούς υπολογιστές και αυτοκίνητα. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στις  εταιρίες κινητής τηλεφωνίας  nokia,Samsung και Lg για τα κόστη αντικατάστασης και επιδιόρθωσης των εξαρτημάτων των κινητών αποκαλύφθηκε ότι στα φθηνότερα κινητά(30 ευρώ) το κόστος συντήρησης είναι ασύμφορο, είναι τριπλάσιο από το να αγοράσεις ένα άλλο μοντέλο, στα κινητά μεσαίου κόστους(100 ευρώ) τα κόστη των εξαρτημάτων είναι όσο η αγορά ενός καινούργιου, ενώ στα κινητά υψηλού κόστους(400 ευρώ) η συντήρηση και η επισκευή κοστίζει το 60% της αρχικής τιμής αγοράς. Η σχεδιασμένη μέσω της καινοτομίας θνησιμότητα των προϊόντων είναι η συνταγή για να δημιουργείται νέα ζήτηση των προϊόντων. Η κοινωνία της απεριόριστης κατανάλωσης μέσω της καινοτομίας απαξιώνει την ανθεκτικότητα, ως χαρακτηριστικό των αγαθών, ταυτίζοντας την με το παλιό και το ακατάλληλο, στη συνέχεια μειώνει τεχνητά το προσδόκιμο ζωής ενός προϊόντος και μέσω του μάρκετινγκ δημιουργεί μια  καταναλωτική κουλτούρα που αποθεώνει το σημερινό προϊόν και αρνείται το χθεσινό. Αυτή η διαρκής ανανέωση των προϊόντων έχει ως στόχο να αισθανόμαστε συνεχώς στερημένοι, δυστυχείς, σε αναμονή για την νέα γενιά καινοτομιών, να χρειαζόμαστε πάντα περισσότερα και να μην έχουμε ποτέ αρκετά.      

                                                                                                                                                                                       

Η καταναλωτική καινοτομία υπονομεύει την ανθρώπινη ανάγκη για σταθερότητα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό,  την παρουσιάζει ως στασιμότητα και οπισθοδρόμηση, προωθεί την ανηλεή πρωτοτυπία εις βάρος της ανθεκτικότητας. Η καινοτομία καταστρέφει συστηματικά την αιώνια σοφία των ανθρώπων και των κοινοτήτων, που θεωρούσε ότι τα γερά είναι καλύτερα και τα λίγα είναι αρκετά. Τα διαρκή, ανθεκτικά, στέρεα και απρόσβλητα από την φθορά του χρόνου αγαθά δίνουν στην κοινωνία ένα αίσθημα μακροπρόθεσμης αναπαραγωγής, σταθερότητας και ασφάλειας από τις ιδιοτροπίες της μοίρας. Στον αντίποδα αυτής της σοφίας για ανθεκτικά αγαθά και υποδομές, που προσφέρουν σταθερότητα και ασφάλεια, η καινοτομία εστιάζει στην εφήμερη απόλαυση επιθυμιών που γεννά με την σειρά της την αιώνια αίσθηση του ανικανοποίητου. Είναι πρόοδος η εσπευσμένη αντικατάσταση των αγαθών, ο καταναλωτικός  ατομικισμός και ηδονισμός, το κυνήγι της καινοτομίας, ο δανεισμός χρημάτων για να αγοράσουμε προϊόντα που είναι προγραμματισμένα να χαλάσουν;

Πηγή: https://antifono.gr/%CE%BF-%CF%86%CE%B5%CF%84%CE%B9%CF%87%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%83-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%83/?fbclid=IwAR1wEshemlSHcxSvgcU2P5fMJnqi-gTQqTkM9JF3Ts3aLJJIQ23UcyPEyJQ

Πολύχρωμος ολοκληρωτισμός

Από πότε η «πορεία υπερηφάνειας» θεωρείται από κάποιους ως βήμα για να διασπείρουν μια ρατσιστική ρητορική μίσους; Έτσι μόνο μπορούν να χαρακτηριστούν τα συνθήματα «Ελλάδα σκάσε!», «στο διάολο η οικογένεια, στο διάολο κι η πατρίς, να πεθάνει η Ελλάδα για να ζήσουμε εμείς». Κι αν αυτοί που τα εκφράζουν δηλώνουν «αντιφασίστες», αυτό θολώνει μόνο τα νερά της δικής τους ξενοφοβίας, καθώς αντιμετωπίζουν κάθε τι ανόμοιο με αυτούς ως οντολογικά εχθρικό, που πρέπει να εξολοθρευθεί. Ίδια λοιπόν, η κινητήρια αντίληψή τους με τους ναζί τους οποίους υποτίθεται ότι τόσο έντονα απεχθάνονται.

Ποιον, όμως, στ’ αλήθεια στοχοποιούν τα συνθήματα αυτά; Όχι μόνον όσους αισθάνονται αισθήματα πατριωτικά, ή τα μέλη μιας οποιασδήποτε οικογένειας (στους οποίους αξίζουν σύμφωνα με ένα άλλο προσφιλές σύνθημα «σφαλιάρες και κλωτσιές»). Αλλά, στον άνθρωπο γενικά. Στην ίδια του την ύπαρξη έτσι όπως πραγματοποιείται εδώ και χιλιάδες χρόνια: Γιατί η οικογένεια είναι το πρώτο συλλογικό κύτταρο που ο άνθρωπος εκδηλώνεται αγαπητικά, δηλαδή μαθαίνει να λαμβάνει αρχικά, κι ύστερα να εκπέμπει την αγάπη· και πατρίδα είναι η ψυχική εκείνη γεωγραφία που μεταβάλλει τον άνθρωπο και τις κοινωνίες του, από εφήμερο ον σε τυχαία συνύπαρξη, σε μια κοινότητα ικανή να διεκδικήσει την ίδια της τη μοίρα.

Η αμφισβήτηση όλων αυτών εκπορεύεται από το ίδιο το Σύστημα. Tο μοντέλο οικονομίας και κατανάλωσης, που ζητάει σήμερα από τον άνθρωπο να αλλάξει έναν τρόπο ύπαρξης που ακολουθεί από την αυγή της παρουσίας του σε αυτόν τον πλανήτη, να γίνει ένας μετάνθρωπος δίχως συλλογικές ταυτότητες, ιστορική μνήμη, φύλο, γι’ αυτό εύπλαστος, απόλυτα χειραγωγούμενος από τους μηχανισμούς του μάρκετινγκ και της κατασκευής επίπλαστων καταναλωτικών αναγκών. Γι’ αυτό και τα σκήπτρα αυτής της περίεργης θρησκείας του «νέου ανθρώπου», τα κρατούν οι πολυεθνικές και ο αυτοκράτορας των ΜΚΟ Τζόρτζ Σόρος.

Για εμάς, που δεν πιστεύουμε ότι έχει μέσα στον 21ο αιώνα νόημα να δηλώνει κανείς «προοδευτικός» ή «συντηρητικός», αλλά να αγωνίζεται ώστε να βρει η κοινωνία μας το χαμένο της πνευματικό μέτρο και κέντρο, η έκφραση της σεξουαλικότητας είναι ζήτημα προσωπικής ελευθερίας. Το να χρησιμοποιείται όμως ως άλλοθι για μια σταυροφορία «επίθεσης στα πρότυπα ανδρών και γυναικών» και άρα, μετάλλαξης του ανθρώπου, είναι κάτι το αποτροπιαστικό. Γιατί πρώτα απ’ όλα διασύρει την ίδια, ενώ αποπειράται να «καπελώσει» κάθε άνθρωπο που ασκεί την προσωπική του ελευθερία, ακόμα και πολλούς ομοφυλόφιλους συμπολίτες μας, βάζοντας στο στόμα τους μια πολιτική ατζέντα στην οποία δεν έχουν συνομολογήσει ποτέ.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας…!

Όταν ο καταστασιακός Γκύ Ντεμπόρ συναντά τον συνδυασμό «Αθήνα για την Ελλάδα: Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων»

Αν κουράζεστε να με διαβάσετε, μείνετε στη γλυκιά προτροπή μου: Ψηφίστε Γιώργο Καραμπελιά: «Αθήνα για την Ελλάδα». Παρόλα αυτά…:

Γεννήθηκα το 1968 και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας, στην ιστορική γειτονιά του Αγίου Παύλου, πολύ κοντά στο Σταθμό Λαρίσης και την πλατεία Βάθη.

Σε αυτή τη μικρή γωνιά, γνώρισα την κοινότητα, η οποία αποτέλεσε – ανά τους αιώνες και κάτω από διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά συστήματα – συστατικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού. Την αποκαλούσα- και την αποκαλώ- συχνά συνοικία, το…συν του οίκου μας. Η πραγματική και πνευματική διεύρυνση της ιδιωτικής μας ζωής, που μεταμορφωνόταν σε δημόσιο βίο.

Ήταν ο δημόσιος χώρος, που αγκάλιαζε το παιχνίδι, τη δημιουργία, τις μικροχαρές και τις μικρολύπες, την ευθύνη μας ως πρόσωπα, απέναντι στη μικρή κοινότητα, «τη λαχτάρα για τον έπαινο του Δήμου και των σοφιστών, για τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε», όπως μας λέει ο Χρήστος Γιανναράς.

Η συνοικία μας, συνδεόταν, παράδοξα και ομόδοξα με όλες εκείνες τις συνοικίες μιας μαγικής πολύβουης πόλης, που απλωνόταν, λίγο πιο πέρα. Η Αθήνα, παρά τις διαφορές της, έμοιαζε μια συνεκτική κοινότητα των συνοικιών και των Προσώπων και όχι η «μοντέρνα» απρόσωπη μεγάπολη, η «α-πολίτιστη» μητρόπολη, όπως κακοποιείται και διαμορφώνεται εδώ και χρόνια, τόσο από το σφυρί ενός κεφαλαιοκρατικού «εκσυγχρονιστικού» παρασιτισμού, όσο και από το αμόνι, ενός αριστερού μηδενιστικού κοσμοπολιτισμού, χωρίς πνευματικό κέντρο.

Επειδή ακόμα και τότε που οι άσχημες πολυκατοικίες της εργολαβίας του Καραμανλή και της χούντας, μας είχαν περικυκλώσει, το καντηλάκι ενός υπαρξιακού πνευματικού «κέντρου», άναβε με ισχυρή φλόγα. Η εκκλησία του Αγίου Παύλου, όριζε και την ομώνυμη Ενορία μας. Εντέλει, «Εν-ορία», δεν ήταν μόνο η πολεοδομική διαίρεση μέσα από τις τοπικές εκκλησίες. Ήταν κάτι περισσότερο και πολύ πιο συμβολικό, σχεδόν «μεταφυσικό».

Όμως, με φυσιολογικό τρόπο, δημιουργούσε τα όρια εντός μας. Τα προσωπικά και δημόσια όριά μας, που δημιουργούσαν την ταυτότητά μας, ως σύν-οικοι. Δηλαδή, ως πρόσωπα που είχαμε αμοιβαίες –ακόμα και στις συγκρούσεις ή στις μικροπρέπειες – κοινοτικές σχέσεις. Στην πλατεία, στα σχολεία, στα καφενεία και τα μικρομάγαζα της γειτονιάς. Η υπαρξιακή αυτή «ενορία» μας, ήταν, καθόλου παραδόξως, ανοικτή και όχι κλειστοφοβική. Όταν περνούσες την οδό Λιοσίων, για να ανοιχτείς στην υπόλοιπη Αθήνα, ήξερες από πού έρχεσαι. Ήσουν αγιοπαυλίτης. Αυτό σου έδινε τόσο ασφάλεια, όσο και την ευδαιμονία της αναζήτησης και της γνωριμίας με άλλες ανάλογες συνοικίες και πρόσωπα.

Καραμπελιάς και Ντεμπόρ

Όταν ο συνδυασμός «Αθήνα για την Ελλάδα: Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων, μιλά για την ανασύσταση των Ενοριών και των γειτονιών, ως κοινωνικών ενοποιητικών θεσμών αλληλεγγύης, μιλά – πέρα από την αντίσταση στον μητροπολιτικό εκχυδαϊσμό των μοντέρνων «πόλεων» – για τον εκσυγχρονισμό εκείνης της συν-οικίας, του «παραδοσιακού» αθηναϊκού κέντρου. Βαθιά επαναστατική ευθύνη μας και υποχρέωση, στους δύσκολους καιρούς μας. Ο Δήμος Αθηναίων, είναι πια μια μαύρη τρύπα της Αττικής, μια πόλη απόγνωση. Αλλοτριωμένη και καθόλου οικουμενική, επειδή οι οικονομικοί και οι πολιτιστικοί τεχνοκράτες θέλουν να είναι «διεθνιστική», παράσιτο της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή. Παρασιτική απόφυση της Δύσης, σε επίπεδο πόλης, όπως έλεγε κάποτε ο Γιώργος Καραμπελιάς για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο. Μια πόλη, όπου οι άνθρωποι δεν ζουν μέσα της παρά μόνο ως άτομα. Και όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, «όποιος δε ζει μέσα στην Πόλη, είναι ή θηρίο ή Θεός». Μα αυτή δεν είναι η εικόνα του αθηναϊκού κέντρου; Μικροί «θεοί» της ψευδοαυτοδιοίκησης που θέλουν να προσαρμόσουν την Αθήνα στις εντολές του πολυεθνικού κεφαλαίου, της διαχείρισης των ανθρώπων ως πράγματα, ή άτομα-θηρία, σε μια κατακερματισμένη μεγάπολη χωρίς το κοινό Αγαθό της συνοχής, του πολιτισμού και της εκκλησίας του Δήμου.

Η πολυπολιτισμικότητα που προτάσσεται στις πόλεις της Δύσης, δεν έχει καμία σχέση με την ετερότητα και τον πλουραλισμό. Είναι ακραία καπιταλιστική εντολή και σε καμία περίπτωση δεν εμπεριέχει ανθρωπιά, Δημοκρατία και ελευθερία. Η παγκοσμιοποίηση της Αθήνας είναι μια μισάνθρωπη οδηγία των δεξιών και των αριστερών εξουσιαστών.  Είναι η κατασκευή κλειστών ψευδοκοινοτήτων. Πολιτισμικά κουτάκια σε πόλεμο μεταξύ τους, εφόσον δεν υπάρχει κανένα ενιαίο πνευματικό και κοινωνικό κέντρο ενός δημοκρατικού πολιτισμού που γέννησε η φωτεινή γεωγραφία τούτης της γης.

Το ψευτομοντέρνο και ψευδοανθρωπιστικό πρότυπο των παγκοσμιοποιημένων Μητροπόλεων (Βερολίνο, Βαρκελώνη, Μανχάταν, Άμστερνταμ, Λονδίνο, κ.α), αποτελούν περισσότερο την υλοποίηση της εφιαλτικής «Μητρόπολης» του Φρίτς Λάνγκ, παρά το «προοδευτικό» όραμα ενός νέου τύπου «πολίτη». Οι απρόσωπες μητροπόλεις είναι οι εγωιστικές πόλεις της νέας «τουριστικής» ατομικής ψευδοελευθερίας. Οι πόλεις Ντίσνευλαντς και σούπερ μάρκετς πολεοδομικών εμπορευμάτων, με τα θεματικά πάρκα, τους αυτοματισμούς και τον τουρισμό ως παρασιτική κυκλοφορία των ανθρώπων-εμπορευμάτων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πρόταση αλλοτριωμένης ελευθερίας των ατόμων και όχι των προσώπων και των συνοικιών. Και όπως, έγραφε ο καταστασιακός φιλόσοφος Γκύ Ντεμπόρ, οι ενσωματωμένες πόλεις του θεάματος, είναι κοινότοπες. Στην ουσία γίνονται ίδιες, «ενοποιούνται», φτάνοντας, όπως τόνιζε, στον απόλυτο εκχυδαϊσμό και μοιάζει να «καταργούνται» εντέλει οι διαφορετικοί τόποι και το έδαφος. Και συνέχιζε, λέγοντας ότι οι πόλεις αυτές «ενώνουν τους ανθρώπους, αλλά τους ενώνουν ως διαχωρισμένους» (…) «Είναι η ακοινώνητη κοινωνικοποίηση του εμπορεύματος και του Θεάματος», ενάντια σε κάθε ιστορική συνέχεια και παράδοση.

Την ίδια στιγμή, οι σύγχρονες μαζικές πρωτεύουσες -μέσα από την «εκσυγχρονιστική» πολεοδομία –   διαχωρίζουν τα άτομα σε ομάδες ατόμων. Κοινωνικές και πολιτιστικές «φυλές» της πόλης, τις ονομάζουν τα περιοδικά τύπου Κοσμοπόλιταν. Οι μεγαπόλεις, ενοποιούν και μαζικοποιούν μέσω της αστικής αρχιτεκτονικής και την ίδια στιγμή, διαχωρίζουν και αποξενώνουν τους κατοίκους. Επειδή, το ενοποιημένο έδαφος (η συνοικία, το χωριό, η κοινότητα, ο Δήμος, κλπ), αποτελεί απειλή για την εξουσία. Ο μονόδρομος, της ευρωπαϊκής  κοσμοπολίτικης πρωτεύουσας, των Ηλιόπουλου, Γερουλάνου, Μπακογιάννη, είναι μια εξουσιαστική απόφαση πολεοδομικής κυριαρχίας η οποία γιγαντώνει την αποξενωμένη από τους κατοίκους της, πόλη. Ο άλλος πόλος, ο ναζιστικός, του Κασιδιάρη, οδηγεί σε έναν κλειστό φυλετικό απομονωτισμό που οδηγεί και αυτός σε μια υποταγή των πολιτών, αφενός σε έναν πρωτόγονο ατομικιστικό πόλεμο ιδεολογιών και την υποταγή του πολίτη σε μια δεσποτική εξουσία. Το δίπολο αυτό, συνειδητά προβάλλεται ως μοναδική προοπτική, ενάντια σε κάθε δημοκρατικά πατριωτική εναλλακτική, ενάντια στον Επιτάφιο του Περικλή, την Αντιγόνη και τη λαϊκή ευχαριστιακή κοινότητα της Ορθοδοξίας που μπορεί να σέβεται και να εμπεριέχει τον Άλλον, ως βιωματική σχέση γειτονιάς.

Και συνεχίζει ο Ντεμπόρ…

Η κοινωνία του Θεάματος, των μητροπόλεων, δεν δημιουργεί πολίτες, αλλά αναπαραστάσεις του ζωντανού άνθρωπου, «αντιπροσώπους του θεάματος». Τα διαφορετικά άτομα ή κοινότητες ατόμων, οι κοινωνικές ή πολιτιστικές φιγούρες της Αθήνας, «μειονότητες» ή «πλειονότητες», παίρνουν «τη θέση στη σκηνή ως «βεντέτες», είναι το αντίθετο του ανθρώπου, ο εχθρός του ατόμου, τόσο μέσα του όσο, προφανώς, και μέσα στους άλλους». (…) «εκείνο που κρύβεται πίσω από τις αντιθέσεις είναι η ενότητα της αθλιότητας», ως κατανάλωση.

Γι’αυτό και η γενική τάση των πόλεων αυτών, οδηγεί στο μονόδρομο της απομόνωσης, επειδή η μεγάλη πρόκληση και προσφορά των αετονύχηδων, είναι να γίνει η Αθήνα, «παρατουριστικό θέρετρο» (AirBnb, κ.α), με συγκροτήματα «πολιτιστικών» κέντρων χωρίς παράδοση και θεματικά «χωριά» μαζικής κατανάλωσης, κ.α. Η πόλη, διαμελίζεται, κοινωνικά, πολιτισμικά και θεσμικά. Όπου προτείνεται, αυτός ο «εκσυγχρονισμός» και η αστική «εκβιομηχάνιση» των γιάπηδων πολυεθνικών Δημάρχων, είναι κατά το σκεπτικό του Ντεμπόρ, μια «εξουσιαστική απόφαση που διαμορφώνει αφηρημένα το έδαφος σε έδαφος αφαίρεσης», φθάνοντας τελικά «στη δυνατότητα επέμβασης στην κληρονομικότητα», κατ’άναλογία της μισάνθρωπης πρότασης των τεχνοκρατών της γενετικής, να παρέμβουν, μεταλλάσσοντας, την ίδια την ουσία του ανθρώπου.

Οι ψευδομοντέρνες πρωτεύουσες της παγκοσμιοποίησης, μισούν την πολιτισμική συνέχεια, έστω κι αν την επικαλούνται, επειδή όπως τονίζει ο Ντεμπόρ, « “οι νέες πόλεις” της τεχνολογικής (διαιρεμένης) ψευδο-αγροτιάς (σ.σ, με την έννοια των ανθρώπων που δυσκολεύονται να αναλάβουν κοινές δράσεις, όπως οι απομονωμένοι αγρότες), αποτυπώνουν καθαρά πάνω στο έδαφος, τη ρήξη με τον ιστορικό χρόνο (σ.σ. την ιστορική συνέχεια, την παράδοση ως κληρονομιά, δηλαδή) πάνω στον οποίον οικοδομήθηκαν. Το έμβλημά τους μπορεί να είναι: “εδώ, δε θα συμβεί ποτέ τίποτα και τίποτα δε συνέβηκε ποτέ”».  Και το μόνο που μπορεί να τους ενώσει είναι ένας συγκεντρωτικός δεσποτισμός και η πλάνη της κατανάλωσης και του Θεάματος. Κάτι που οδηγεί στη «γενική διάλυση που οδήγησε, έτσι, την πόλη στην κατανάλωση του εαυτού της»

Και τότε, ο μόνο εναλλακτικός δρόμος, όπως προτείνει ο Καραμπελιάς και ο Ντεμπόρ, είναι η επανα-οικειοποίηση, όχι μόνο της γειτονιάς και των τόπων, αλλά και της «συνολικής τους ιστορίας».

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

Η κληρονομιά του ΜΑΗ ΤΟΥ ’68 και η μεταμοντέρνα λήθη

People walk by a poster reading » This year May 68 begins in April» in reference to the civil unrest in France during May 1968, in Paris on April 11, 2018. / AFP PHOTO / JOEL SAGET (Photo credit should read JOEL SAGET/AFP/Getty Images)

του Λεωνίδα Χ. Αποσκίτη, υποψήφιου Δημοτικού Συμβούλου με τον συνδυασμό Αθήνα για την Ελλάδα

Ο μεταμοντέρνος μεγάλος μετασχηματισμός των ημερών μας κατέστη δυνατός γιατί είχε ως όχημα μια σειρά φιλοσοφικών εξελίξεων, όπως ισχυρίζεται ο μελετητής του, Ντάνιελ Μπελ, στο έργο του «Ο πολιτισμός της μεταβιομηχανικής Δύσης» (εκδ. Νεφέλη, 1999).
Διέθετε μια μεγάλη δεξαμενή να αντλήσει «από τις σφοδρές επιθέσεις του Νίτσε και του Χάϊντεγκερ στην παραδοσιακή μεταφυσική» (ο.π. σ.334) μέχρι τα «γλωσσικά παιχνίδια» του Βίτγκενστάϊν και την κουλτούρα των σίξτις, η οποία αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ο μεγάλος πνευματικός σπασμός που φάνηκε στην αρχή, αλλά μια κοινωνική μετάλλαξη με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα.

Το «1968», η στιγμή που ενώθηκαν όλα τα νήματα των 60’ς –πολιτικά, ηθικά, σεξουαλικά και καλλιτεχνικά- υπήρξε μια εικονοκλαστική πολιτιστική επανάσταση, εν πολλοίς όπως η Μεταρρύθμιση, η οποία δεν ενείχε την απελευθέρωση. Γκρέμισε κατεστημένους θεσμούς αλλά επέβαλε και στείρες αντιλήψεις στην τέχνη, την εκπαίδευση και την ανατροφή των παιδιών με αρνητικά αποτελέσματα για τις επόμενες γενιές.
Τηλεόραση και κινηματογράφος γέμισαν από μουσικά και καλλιτεχνικά σκουπίδια και στα περισσότερα μουσεία φιλοξενούνται αφηρημένα έργα μοντέρνας τέχνης, ενός καλλιτεχνικού ρεύματος που, αποδεδειγμένα πλέον, η ίδια η CIA χρησιμοποίησε σαν ψυχροπολεμικό «όπλο» σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η νεοσύσταση τότε αμερικανική υπηρεσία αντικατασκοπείας, που είχε στελεχωθεί με αποφοίτους του Χάρβαρντ και του Γέηλ, έφθασε να διευθύνει σε 36 διαφορετικές χώρες γραφεία της σχετικής υπηρεσίας Propaganda Assets Inventory, επηρεάζοντας πάνω από 800 εφημερίδες, περιοδικά και εκδοτικούς οργανισμούς παγκοσμίως για την εκ του ασφαλούς υποστήριξη του αφηρημένου εξπρεσσιονισμού. Οι επιφανέστεροι εκ των ευεργετών του ήταν οι Ροκφέλλερ, συνιδρυτές του μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.
Ο Μπιλ Κλίντον στις ΗΠΑ και ο Βάτσλαβ Χάβελ στην Πράγα, δύο χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της γενιάς του ’60, όπως και πολλοί άλλοι, αποτέλεσαν τον τέλειο συνδυασμό του ναρκισσισμού των baby-boomers, της πολιτικής ορθότητας και της κυνικής επιθετικότητας της νέας τάξης στα Βαλκάνια και την Μέση Ανατολή.
Ο Ανρί Βεμπέρ (Henri Weber), καθηγητής των πολιτικών επιστημών σήμερα και ηγετικό στέλεχος των φοιτητών του Μάη, στην πρόσφατη έκδοση της σχετικής μελέτης του, χωρίς να αρνείται την σπουδαιότητα αυτού του μοναδικού γεγονότος, διατείνεται ότι πρέπει να την υπερβούμε διαφυλάσσοντας όμως το συγκρουσιακό, αντι-ιεραρχικό, μήνυμά της. (Ανρί Βεμπέρ, «Πρέπει να απαλλαγούμε από την κληρονομιά του Μάη του ’68;», εκδ. Ηλίβατον, 2008)

Αν από τον αντικρατισμό της κουλτούρας των 60’ς δημιουργήθηκε ένας εκτρωματικός δίαυλος προς την νεοφιλελεύθερη κοινωνική αντίληψη και την οικονομία του «laissez-faire», χρειάζεται να κάνουμε την αντίθετη, προστατευτική, κίνηση για να βρούμε την ισορροπία και να εμποδίσουμε την καταστροφή.
Να αναζητήσουμε την ρεαλιστική ουτοπία της συμμετοχής στην διαμόρφωση του συλλογικού μας μέλλοντος, της ολοκληρωμένης δημοκρατίας.

 

Ένοχη για σεξισμό η Κοκκινοσκουφίτσα;

Γράφει η Ελένη Κριτσιδήμα.

Αποσύρουν το παραμύθι της κοκκινοσκουφίτσας, από τις βιβλιοθήκες της Βαρκελώνης, λόγω σεξιστικού περιεχομένου. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, όλα ξεκίνησαν από το σχολείο Taber, το οποίο αφαίρεσε 200 βιβλία από την βιβλιοθήκη του, ανάμεσα τους και «η Κοκκινοσκουφίτσα».

Η βιβλιοθήκη του συγκεκριμένου σχολείου εξετάστηκε από το Associació Espai i Lleure ως μέρος ενός έργου που στοχεύει να αναδείξει το κρυμμένο σεξιστικό περιεχόμενο των βιβλίων. Οι ειδικοί συμπέραναν ότι το 30% των ιστοριών έχουν σεξιστικό περιεχόμενο και στερεότυπα χωρίς καμία παιδαγωγική αξία. Βάσει της έρευνας, οι συγκεκριμένες απεικονίσεις σχέσεων και συμπεριφορών θα οδηγήσουν τα παιδιά να τις θεωρήσουν φυσιολογικές στο μέλλον. Ζητήματα ταυτότητας και φύλου πρέπει να αναφέρονται με μεγάλη προσοχή στις ιστορίες που προορίζονται για παιδιά. Ο τρόπος με τον οποίο πολλά παιδιά βιβλία διαχειρίζονται το ζήτημα του φύλου, του «δυνατού» αγοριού και του λιγότερο δυνατού κοριτσιού, όπως και το θέμα της αρρενωπότητας στέλνει ένα μήνυμα για τη βία του δυνατού απέναντι στον αδύναμο.

Ειλικρινά, δε μπορώ ούτε να το διαχειριστώ, ούτε να βρω αιτία. Τόσοι αγώνες για τη χειραφέτηση και τα δικαιώματα μας… πήγαν στράφι. Ντρέπομαι για το φύλο μου, αυτό που κάποτε προσδιοριζόταν ως δεύτερο. Αποκτήσαμε τα δικαιώματα εκλέγειν και εκλέγεσθαι, δυνατότητα μόρφωσης, ανεξαρτησία. Στο πέρασμα των χρόνων, βρήκαμε θέση στην κοινωνία. Πάψαμε να αντιμετωπιζόμαστε ως υποδεέστερες. Γυναίκες καταλαμβάνουν – κερδίζουν ενεργό ρόλο στις παγκόσμιες εξελίξεις. Διαπρέπουμε ως επιστήμονες, κάνουμε καριέρα. Η «φωνή» και η άποψή μας ακούγονται. Θαυμαζόμαστε από ένα άξιο ποσοστό ανδρών για την ικανότητά μας να συνδυάζουμε την εργασία με τη φροντίδα της οικογένειας. Κι όμως επιδιώκουμε να γίνουμε ένα μάτσο κομπλεξικες που βλέπουμε παντού σεξιστικές αναφορές.

Δεν μας υποτιμούν οι άντρες. Μόνες μας υποτιμούμε τη φύση και την υπόσταση μας. Διαγράφουμε όσα κατακτήθηκαν, όσα αποτελούν –σήμερα- την καθημερινότητά μας. Και αηδιάζω! Αισθάνομαι πως καλούμαι να αποδείξω το αυτονόητο, πως είμαι ισότιμη με οποιονδήποτε άντρα. Όχι σε κάποια τριτοκοσμική χώρα. Εδώ, στην Ευρώπη. Τι να αποδείξω, ότι υπάρχω μέσα σε μια κοινωνία και έχω τις ίδιες ευκαιρίες με έναν άντρα; Σε ποιον; Σε αυτόν που με αντιμετωπίζει ως ίση προς ίσο; Τι ακριβώς καλούμαι να διεκδικήσω; Αυτά που ήδη έχω; Για τι να διαμαρτυρηθώ; Για κάτι που δεν υφίσταται;

Το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας γράφτηκε από τον Γάλλο Σαρλ Περώ, το 1697. Ανάθεμά με, αν έστω ένας άνδρας, στον κόσμο, απέκτησε στερεοτυπικές απόψεις εξ αιτίας του ή μια γυναίκα αισθάνθηκε λιγότερο δυνατή απ’ όσο ήταν. Και για να είμαστε ειλικρινείς, οι γυναίκες είμαστε πιο αδύναμες –κυριολεκτικά- από το έτερο φύλο. Δεν έχουμε τον ίδιο σκελετό, ούτε το ίδιο μυϊκό σύστημα.

Κατά τη γνώμη μου, το συγκεκριμένο παραμύθι, αλλά και οποιοδήποτε άλλο είναι πολύτιμα για τη διαπαιδαγώγηση ενός νηπίου. Το βοηθούν να κατανοήσει πως ελλοχεύουν κίνδυνοι, πως πρέπει να αυτοπροστατεύεται και να προστατεύει. Εκεί που οι άλλοι βλέπουν ζητήματα ταυτότητας, εγώ βλέπω ιστορίες που αντικατοπτρίζουν «τον καλό και τον κακό», που υπάρχουν πράγματι στον κόσμο. Χωρίς το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας, τα κοριτσάκια και τα αγοράκια θα είχαν άγνοια κινδύνου, θα ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα του κάθε ύπουλου παιδεραστή.

Η Σιμόν ντε Μπουβουάρ έλεγε πως η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Με λίγα λόγια, αν εμείς συμπεριφερόμαστε ως κατώτερα όντα, τότε θα είμαστε κατώτερες. Αν -σήμερα- κάνουμε λόγο για σεξισμό και καταπίεση, θα μας συμπεριφερθούν καταπιεστικά και σεξιστικά… Δεν έχει σημασία τι είμαστε στην πραγματικότητα αλλά ως τι θέλουμε να υπάρχουμε μέσα στην κοινωνία. Η αντίληψη πως επικρατεί σεξισμός και αυτές οι φοβικές συμπεριφορές θα οδηγήσουν σε παρέκκλιση από την κανονικότητα μας.

Αν υπήρχε σήμερα σοβαρό κίνημα φεμινισμού (και όχι μερικές χιλιάδες μισότρελων γυναικών) θα καταδίκαζε αυτά τα φαινόμενα που μόνο πίσω μας πάνε.

Όλες αυτές που θίγονται από μελιτζάνες και κοκκινοσκουφίτσες ας ενδιαφερθούν και να δραστηριοποιηθούν για τις γυναίκες της Αφρικής, οι οποίες ανταλλάσσονται –ακόμα- με γιδοπρόβατα και υπόκεινται σε κλειτοριδεκτομή. Κι εδώ, στην Ελλάδα, ας λάβουν δράση για όσες γυναίκες ξυλοκοπούνται αγρίως, σε χωριά. Το να επικροτείς λόγια σπουδαίων φεμινιστριών, δεν καθιστά απαραίτητο πως πρέπει να τα ασπαστείς, σε μια περίοδο που είναι άχρηστα και αχρείαστα.

Η φιλοφρόνηση, το φλερτ πηγάζουν από το ένστικτο του ζευγαρώματος. Φυσικά, λοιπόν, κάποιος που θα προθυμοποιηθεί να κεράσει, επιδιώκοντας να βρει το ταίρι του… θα αποσυρθεί όταν αντιληφθεί πως είναι ήδη ζευγαρωμένο. Δύο επιστήμες έχουν αποφανθεί γι’ αυτά… η Ανθρωπολογία και η Χημεία. Ωστόσο, στον παρανομαστή του ζητήματος πρέπει να προσθέσουμε και το γεγονός πως αν δεν υποχωρούσε, θα κάναμε λόγο για άτομο θρασύ.

Προσωπικά, και μελιτζάνες τρώω και κεράσματα δέχομαι και με παραμύθια που έχουν κακούς λύκους μεγάλωσα αλλά δεν έχω αισθανθεί ποτέ πως έτυχα θύμα σεξισμού. Προσβολών, κακόβουλων σχολίων, κριτικής: Ναι! Όμως δεν ήταν εξ αιτίας του φύλου μου, αλλά των ενεργειών και των λεγόμενων μου. Ήταν κριτική και αντιδράσεις που προέκυψαν από την προσωπικότητα, την οποία έχω αναπτύξει. Κρίνουμε και κρινόμαστε, ακριβώς όπως επιθυμούμε, επί ίσοις όροις για τα πεπραγμένα μας. Κανένα παραμύθι δεν θα δώσει το δικαίωμα να υποτιμήσουν, στο μέλλον, μια γυναίκα, αν η ίδια γνωρίζει ποια είναι. Κανένα παραμύθι δεν θα ωθήσει μια γυναίκα να νιώσει «αδύναμη», παρείσακτη, παραγκωνισμένη, αν η ίδια γνωρίζει ποια «εφόδια» κουβαλά πάνω της.

Στη φωτογραφία είναι μια μικρή Σομαλή, κατά την κλειτοριδεκτομή της. Της κρατούν κλειστά τα μάτια, για να μη βλέπει τον ακρωτηριασμό της. Σφαδάζει από τον πόνο, όσο της κόβουν με ένα βρώμικο ξυράφι και χωρίς αναισθησία την κλειτορίδα της, επειδή πιστεύουν πως δεν έχει δικαίωμα στην απόλαυση του σεξ και είναι μόνο ένα αναπαραγωγικό ον.

Αυτή είναι η εικόνα που καλούμαστε να εξαφανίσουμε από τον παγκόσμιο χάρτη, κι όχι εκείνη της χαριτωμένης παιδούλας που τριγυρνά ρωτώντας «Λύκε – λύκε είσαι εδώ;» Αν είχα παιδί, θα ήθελα να έχει πάντα την έγνοια του στον «λύκο» που παραμονεύει.

meaculpa.gr

Πηγή: https://cognoscoteam.gr/%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%B7-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C-%CE%B7-%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1/?fbclid=IwAR0SDP4LATwaPuH-v7sA-KZqF_0EDysg4PmVlL8wM5IOUJz7yjmacFfglXA

Ο Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό και η «απάτη του Μισέλ Φουκώ»

Συνδιαμόρφωση κειμένου: Μιχάλης Θεοδοσιάδης και Γιώργος Κουτσαντώνης

Με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό, Μισέλ Φουκώ, η μακροημέρευση μιας απάτης. Φουκώφιλοι και φουκωλάτρες, Εκδόσεις Μάγμα (Αθήνα) 

«Το πρόγραμμα πρέπει να είναι κενό»
(Μισέλ Φουκώ)

Κάθε εποχή έχει και τα είδωλά της, τους μετρ της σκέψης και τους συγγραφείς που σχεδόν κανείς δεν τολμά να ακουμπήσει. Τις τελευταίες δεκαετίες ο Φουκώ έγινε ένας από τους πλέον αναγκαίους, «ιν» φιλοσόφους και θεωρητικούς γκουρού της «κοινωνικής δικαιοσύνης» ανά τον κόσμο, κυρίως (και παραδόξως) εκτός Γαλλίας. Δεν είναι απλή σύμπτωση ότι η εποχή που έφερε στην επιφάνεια τον Φουκώ ήταν εκείνη ενός γενικευμένου «αντισυστημικού» ριζοσπαστισμού που συνοδευόταν από την επιθυμία να διακοπεί κάθε συνέχεια με το παρελθόν και να βρεθούν άλλοι τρόποι σκέψης και ύπαρξης. Μιλάμε ασφαλώς για εκείνο το πάντρεμα του ασυνάρτητου ορθολογισμού με τον «ρομαντικό» ανορθολογισμό που οδήγησε στον περιβόητο Γαλλικό Μάη του ‘68. Εκείνη την εποχή της ελευθεριακής έκρηξης, της αναζήτησης ιδιοφυΐας και της πιθανής ουτοπίας, ο Φουκώ ξεκινώντας από τον Καρτέσιο και τον Καντ φτάνει στον Νίτσε, τον Φρόιντ και τον Χάιντεγκερ. Διερευνά το θετικισμό και αναπτύσσει ποικίλες θεωρίες που συχνά είναι θολές και ακατανόητες. Ο Φουκώ είναι ο μεταμοντέρνος των seventies που ασχολείται με υπερπληθώρα θεμάτων όπως η βιοεξουσία, η βιοπολιτική, η λογοτεχνία ως πρωτοπορία, η εξέγερση, η τέχνη, οι επιστήμες, η πειθαρχία, η σύγχρονη ιατρική1, η ψυχασθένεια, η σεξουαλικότητα, κ.ά. Για λόγους συντομίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ο Φουκώ ήταν ο φιλόσοφος των δύο μεγάλων «αντι-», δηλαδή του αντι-φιλοσοφικού και αντι-ιστορικού στρουκτουραλισμού, ο οποίος σχετίζεται με την πιθανή υπέρβαση και μετατροπή του μαρξισμού από οικονομική σε πολιτισμική θεωρία. Τουτέστιν, άρνηση της πάλης των τάξεων και αντικατάσταση του διπόλου αστός vs προλετάριος με το δίπολο πλειοψηφία vs μειονότητες, οδηγώντας στην εδραίωση της «πολιτικής των ταυτοτήτων». Διόλου τυχαίο που απογοητευμένοι επαναστάτες και μαρξιστές, σε βαθιά υπαρξιακή κρίση βρίσκουν στην αριστερίστικη περίοδο του Φουκώ μια υπόσχεση. Η αοριστία, η χαμαιλεόντια γλώσσα και η αυταρχική αντι-αυταρχικότητά του ανακουφίζει όλες τις επαναστατικές ανάγκες, ώστε να χτυπηθεί, καθησυχαστικά, το «σύστημα».

Εκ πρώτης όψεως, δύο είναι τα πιο σημαντικά σημεία στο έργο του Φουκώ που οφείλουμε να αναγνωρίσουμε: η έννοια της «Διακυβερνησιμότητας» (η οποία συνδυάζεται με τη «βιοπολιτική» και τη «βιοεξουσία»), αλλά και η μέθοδος της γενεαλογίας, την οποία σαφέστατα δανείστηκε από το Νίτσε. Σε ό,τι έχει να κάνει με την πρώτη: ο Φουκώ χωρίζει την ιστορία σε τρία ιστορικά σημεία: α) την περίοδο της Κυριαρχίας (Sovereignty), β) την περίοδο της Επιτήρησης (που αφορά τη νεωτερική εποχή), και γ) την εποχή της «Διακυβερνησιμότητας», όπου και πλέον γίνεται λόγος για το σύγχρονο τεχνολογικό κόσμο. Η εποχή της Κυριαρχίας έχει να κάνει με την εξουσία των βασιλιάδων και των αυτοκρατόρων. Εδώ μπορεί να διακρίνει κανείς σχετικά εύκολα πού, πάνω κάτω, βρίσκεται η ισχύς και ο έλεγχος· στους βασιλιάδες, κατ’ επέκταση, στο προσωπικό και στους δημόσιους λειτουργούς που τον υπηρετούν. Την εποχή της Επιτήρησης σηματοδοτεί η γέννηση της φυλακής, ως ένα σύστημα τιμωρίας και συμμόρφωσης (φαινομενικά) λιγότερο επώδυνο από αυτά των προ-νεωτερικών εποχών. Η εποχή της «Διακυβερνησιμότητας», τέλος, χαρακτηρίζεται από έντονη δυσδιακριτικότητα σε ό,τι έχει να κάνει με τον εντοπισμό των κέντρων εξουσίας. Με άλλα λόγια, η εξουσία πλέον διαχέεται όλο και περισσότερο σε διάφορους τομείς του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, ξεφεύγοντας από τις φυλακές, τα ιδρύματα, τους πολιτικούς, ή και την οικογένεια· γίνεται τμήμα των καθημερινών ανθρώπινων επαφών, και εκδηλώνεται σε κάθε τους πτυχή, σχεδόν αόρατα.

Εδώ ο Φουκώ μας βοηθά να σκεφτούμε αν πραγματικά η πρόοδος υφίσταται στην πράξη, αν επί της ουσίας η μετάβαση δηλαδή από την Κυριαρχία στην Επιτήρηση, και από την Επιτήρηση στη Διακυβερνησιμότητα, είναι ένα «άλμα προς τα εμπρός», ή αν κατά βάθος έχουμε να κάνουμε με μια παραλλαγή συνθηκών ανελευθερίας και βαρβαρότητας. Πολύ πριν τον Φουκώ παρόμοιες θέσεις εξέφρασαν οι α) Reinhold Niebuhr (με έμμεσο τρόπο), εκεί γύρω στο 1932, διαισθανόμενος την πορεία των πραγμάτων, και β) ο Christopher Lasch, κάνοντας λόγο για τον τρόπο με τον οποίο η καταναλωτική κουλτούρα επιβάλλεται δίχως Κυριαρχία (Sovereignty) και αυστηρές μεθόδους επιτήρησης, αλλά μέσω της εξάπλωσης πατερναλιστικών σχέσεων εξάρτησης του ανθρώπου από το εμπόρευμα2. Παρομοίως η γενεαλογία είναι μια μέθοδος που αναζητά τις επιρροές του παρελθόντος στο παρόν, πράγμα που μας βοηθά να αποφύγουμε τις απλουστεύσεις της εποχής μας, την ιδέα περί αυτο-δημιούργητου ανθρώπου, δίχως παρελθόν και ρίζες. Αναγνωρίζοντας ορισμένες θετικές πτυχές στο έργο του Γάλλου στοχαστή, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι οι συνεχιστές του, που δεν είναι λίγοι – όπως ο Ντεριντά, η Μπάτλερ και ο Αγκάμπεν – υπολείπονται κατά πολύ του ιδίου. Με άλλα λόγια, το ερευνητικό έργο του Φουκώ παρουσιάζει πρωτότυπα και αξιόλογα στοιχεία· χωρίς αμφιβολία ο Φουκώ έφερε νέα θεωρητικά εργαλεία στη σύγχρονη σκέψη, ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε ότι στην προσπάθειά του να μας φέρει κάτι καινούργιο και πρωτοποριακό υπέπεσε και σε τραγικά σφάλματα: α) αντιμετώπισε τις εκάστοτε κυρίαρχες αξίες σαν αυτές να είναι συνολικά το δημιούργημα της εξουσίας (και τίποτα άλλο), και β) μετασχημάτισε τον οικονομικό μαρξισμό σε πολιτισμικό, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει την ανθρωπότητα σε μια μόνιμη κατάσταση πολιτισμικών και φυλετικών πολέμων, φτάνοντας μάλιστα και στο σημείο να απορρίψει τη δυνατότητα κάθε διαπολιτισμικής επικοινωνίας, διότι για τον ίδιο ο λόγος (ως ομιλία) δεν είναι παρά ένας εξουσιαστικός μηχανισμός. Καταλήγουμε, έτσι, στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος μεταξύ τάξεων δεν είναι παρά ένας πόλεμος όλων των πολιτισμών και φυλών εναντίον όλων. Καθότι, ορθά θα λέγαμε, απέρριψε τη νεωτερική πλάνη της προόδου, την ίδια στιγμή δεν προσέφερε κάτι ουσιαστικό στη θέση της, πέρα από έναν επικίνδυνο μηδενισμό, που ώρες ώρες θαρρεί κανείς πως βρίθει από μνησικακία και ρεβανσισμό. Σε αντίθεση με τον Lasch, την Arendt, και άλλους στοχαστές, από τον E. P. Thompson3 (εξ αριστερών) μέχρι και τον Roger Scruton4 (εκ δεξιών), όπου η παράδοση χαίρει άκρας εκτίμησης5, ο Φουκώ στην παράδοση βλέπει μόνο «καταπίεση», περιθωριοποίηση, έλεγχο και ισχύ. Αυτό το σκεπτικό ο Ντεριντά ανήγαγε σε πρόταγμα, μιλώντας για τον «φαλλογοκεντρικό» δυτικό πολιτισμό ως πηγή κάθε δεινού, ένας πολιτισμός που πρέπει να «αποδομηθεί» (κοινώς, να καταστραφεί).

Ο μηδενισμός ως «λαϊκή δικαιοσύνη»

Εντύπωση προκαλεί η έποψη του Φουκώ αναφορικά με το ζήτημα της λαϊκής δικαιοσύνης, όπου και ο ίδιος εκφράζει ρητά την εναντίωσή του σε κάθε «διαμεσολάβηση» (δηλαδή θεσμό, ιδίως δικαστικό), ως εμπόδιο στην ορθοκρισία των μαζών! Όπως αναφέρει ο ίδιος,

«όταν οι μάζες αναγνωρίζουν στο πρόσωπο κάποιου έναν εχθρό, όταν αποφασίζουν να τον τιμωρήσουν ή να τον στείλουν για αναμόρφωση, δεν επικαλούνται μια αφηρημένη και καθολική ιδέα δικαιοσύνης, αλλά στηρίζονται μονάχα στην ίδια τους την εμπειρία, στις προσβολές που έχουν υποστεί, στον τρόπο με τον οποίο έχουν αδικηθεί, με τον οποίο έχουν καταπιεστεί»6.

Βέβαια ο Φουκώ αναπτύσσει αυτές τις θέσεις ασκώντας κριτική «στους κινεζόφιλους γραφειοκράτες»7 και αντί για τον μηχανισμό του Επαναστατικού Κράτους προτείνει «το αυθόρμητο των μαζών». Για τον ίδιο «οι μάζες έχουν πάντα δίκιο από τη στιγμή που δρουν δίχως καμία διαμεσολάβηση απέναντι στους θεωρούμενους εχθρούς τους»8. Εν ολίγοις, αυτό το συμπέρασμα, ότι η αρετή εκδηλώνεται μόνο μέσα από την καταστροφή των θεσμών υποδηλώνει -έστω και με έμμεσο τρόπο- μια Ρουσσωική κοσμοθέαση πάνω στην έννοια της ανθρώπινης φύσης, άσχετα και αν ο Φουκώ αρνήθηκε την ύπαρξή της9. Έτσι για τον Φουκώ το μοναδικό πρόβλημα καταλήγει να είναι οι δομές. Αναρωτιέται λοιπόν ο Μαντοζιό, «[χ]ωρίς θεσμούς διαμεσολάβησης – οποιαδήποτε κι αν είναι η μορφή που αυτοί θα λάβουν, δικαστική ή άλλη – πώς είναι δυνατόν να διακρίνουμε τη «λαϊκή δικαιοσύνη»…από το ξεκαθάρισμα λογαριασμών ή το λιντσάρισμα;»10. Πράγματι, τί πάει να πει «το αυθόρμητο των μαζών»; Τούτη η ερώτηση μπορεί να τεθεί πιο σωστά ως εξής: τί καθιστά τις μάζες αυθόρμητες; Τί καθιστά, για να το θέσουμε πιο απλά, τον ίδιο τον άνθρωπο αυθόρμητο, και άρα απρόβλεπτο; Τίποτα παρά η μή ορθολογικότητα της ανθρώπινης φύσης (που ο Φουκώ αμφισβητεί ότι υπάρχει). Τίποτα παρά η μή προβλεψιμότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς εξ’ αιτίας των έμφυτων παθών, της ροπής προς την ύβρη, η οποία ανά πάσα στιγμή, ωσάν fortuna (στα λόγια του Machiavelli) ξεσπά, δίχως καν οι ίδιοι οι άνθρωποι να το επιδιώκουν, πράγμα που δεν μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε αν μια λαϊκή κινητοποίηση, που δεν εκφράζεται μέσα από δημοκρατικούς θεσμούς και διαμεσολαβήσεις, θα οδηγήσει σε έναν παράδεισο κοινωνικής δικαιοσύνης ή σε κανιβαλισμό.

Επιπλέον, την παραπάνω παρανοϊκή άποψη εξέφρασε ο ίδιος άνθρωπος που έφτασε να θεωρεί ένοχο κάποιον δίχως να έχει προηγουμένως αποδεχτεί η ενοχή του. Η «λαϊκή δικαιοσύνη», τόσο εύκολα χειραγωγήσιμη, γράφει ο Μαντόζιο, όπως έχουν δείξει διάφορα πρόσφατα γεγονότα, όπου μια απλή υποψία παιδοφιλίας11 συνιστά αυτομάτως προφανή απόδειξη ενοχής – έκρινε τον συμβολαιογράφο ένοχο σύμφωνα με την ακόλουθη ψευδο-λογική, η οποία είχε αναχθεί σε δόγμα από τους δημαγωγούς της Προλεταριακής Αριστεράς: Οι (αστικοί) δικαστικοί θεσμοί αντιτίθενται στον δικαστή που υποψιάζεται τον (αστό) συμβολαιογράφο, καθώς οι αστοί αλληλοϋποστηρίζονται• επομένως, ο συμβολαιογράφος είναι ένοχος, αφού σε κάθε περίπτωση «μόνο ένας αστός θα έκανε κάτι τέτοιο». Ακόμα κι ο Σαρτρ, ο οποίος βέβαια ακολουθούσε σχεδόν τυφλά τους μαοϊκούς, διαχώρισε τη θέση του μέσω ενός άρθρου με τίτλο «Λιντσάρισμα ή λαϊκή δικαιοσύνη;» Είναι ο Φουκώ που προκειμένου να στηρίξει την ασυνάρτητη καταγγελία του λέει: «πήγα εκεί. Αρκεί να δεις το μέρος -κι αυτός ο φράχτης που δεν έχει ασπραγκάθια όπως είπαν, αλλά καρπίνους, πολύ ψηλός, σταματά ακριβώς απέναντι από το σημείο όπου βρέθηκε το σώμα…» […] «αρκεί να δει κανείς τα μέρη εκείνα». Αν λοιπόν -όπως εύστοχα σημειώνει ο Μαντοζιό- από τη μια υπάρχει η «αστική» δικαιοσύνη που αθωώνει πάντα τα δικά της παιδιά και από την άλλη υπάρχει η «λαϊκή» δικαιοσύνη που τα καταδικάζει, ο Φουκώ ως μορφοποιητής του λόγου (formation discursive) δεν ενδιαφέρεται διόλου για την αλήθεια, δηλαδή για το πραγματικό γεγονός. Το ζήτημα εδώ είναι η κατασκευή ενός αθώου κι ενός ενόχου που βρίσκει τον Φουκώ να τάσσεται με την αγέλη των μαοϊκών που είναι διψασμένη για αίμα, άσχετα αν πολύ αργότερα, χωρίς καμία ντροπή, θα ισχυριστεί ότι πάντα ήταν σκεπτικιστής με την «Λαϊκή δικαιοσύνη» γιατί του φαινόταν κάτι το «επικίνδυνο».

Θα πρέπει να σημειώσουμε στο σημείο αυτό τα εξής: η άρνηση της λαϊκής δικαιοσύνης, στηρίχθηκε από όσους προσπάθησαν με νύχια και με δόντια να διαφεντέψουν ένα καθεστώς ολιγαρχικό, συμπαγές και αυταρχικό. Ωστόσο, η αντιαυταρχική θέση του Φουκώ φαντάζει πολύ πιο προβληματική από αυτή των αυταρχικών στοχαστών, συμπεριλαμβανομένων και του Χομπς, για τον οποίο καμία καλοσύνη δεν μπορεί να εκφραστεί στη φυσική κατάσταση του ανθρώπου -δηλαδή εκεί όπου δεν υπάρχει κοινωνία, νόμοι και κανόνες- παρά μόνο πόλεμος και καταστροφή. Ως μοναδική σωτηρία απέναντι στον πόλεμο της αναρχίας ο Χομπς προτείνει το σπαθί του βασιλιά και την υπακοή στην εξουσία του. Στην πραγματικότητα, καμία κοινοπολιτεία δεν μπορεί συντηρηθεί δίχως πίστη και σεβασμό στις ιεραρχίες και στους Κανόνες. Οι εμπειρίες των ανθρώπων, τα παθήματα του παρελθόντος, όλη η γνώση που διδάσκει την αρετή, την αυτοσυγκράτηση, την εγρήγορση και την απομάκρυνση από τα πάθη, συσσωρεύονται σε δομές και θεσμούς, σε Κανόνες, ιεραρχίες και διαμεσολαβήσεις, τις οποίες κάθε άνθρωπος οφείλει να σέβεται, ώστε ο κοινός κόσμος να προστατεύεται. Είναι άλλο πράγμα, ωστόσο, να πέφτουμε στις αντιλαϊκιστικές και Χομπσιανές παγίδες, βάσει των οποίων ο μέσος άνθρωπος πρέπει να εξοβελίζεται από τους θεσμούς και τις ιεραρχίες, οι οποίες μετατρέπονται σε κλειστό κύκλο «ειδικών» και άλλο να επιδιώκουμε την ολική τους ρευστοποίηση που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποσύνθεση, στην κατάρρευση κάθε νοήματος και λόγου ύπαρξης, κοινώς σε μια συλλογική «αυτοκτονία». Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, τον ακαδημαϊκό Κανόνα, ο οποίος σκιαγραφεί και ορίζει ένα πλαίσιο βάση του οποίου αναδεικνύονται συγκεκριμένοι φιλόσοφοι και καλλιτέχνες, έχοντας αναγνωριστεί για το έργο και την προσφορά τους σε όλη την ανθρωπότητα. Ως εκ τούτου, αυτός ο Κανόνας μετατρέπεται σε μέτρο σύγκρισης. Αν, φερειπείν, ο Καντ αποτελεί μέρος του ακαδημαϊκού Κανόνα, ένας μελετητής πιθανότατα θα εκλάβει τον φιλόσοφο ως σημείο αναφοράς στην προσπάθειά του να αναπτύξει τη δική του σκέψη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Κανόνας καθίσταται κύρια διαμεσολάβηση και, ταυτόχρονα, τμήμα μιας ιεραρχίας· παρεμβαίνει με τρόπο διαδραστικό, διαβαθμίζοντας αξίες, και, κατ’ επέκταση, μετατρέπεται σε βασική πηγή κινήτρου και θετικής νοηματοδότησης. Αν η ανθρώπινη ζωή, όπως διδάσκουν σχεδόν όλες οι θρησκείες, είναι και μια ατέλειωτη κακουχία, τη δυστυχία που απορρέει από την ίδια μόνο ένα θετικό νόημα μπορεί να μετασχηματίσει, προσφέροντας απλόχερα στην ύπαρξή μας έναν σκοπό, μέσω ενός συλλογικού ή ατομικού στόχου και επιδίωξης.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τις πρόσφατες κινητοποιήσεις Βρετανών φοιτητών που επιθυμούν την κατάργηση των πανεπιστημιακών Κανόνων, με τη δικαιολογία ότι τα ακαδημαϊκά εγχειρίδια δεν είναι τίποτα άλλο παρά βασικοί εκφραστές του ευρωκεντρισμού, γεμάτα με «νεκρούς, λευκούς άνδρες», όπως ο Καντ, ο Μίλτον, και άλλες προσωπικότητες των προηγούμενων αιώνων. Οι ίδιοι οι φοιτητές διατείνονται πως «το ευρωκεντρικό εγχειρίδιο» καθιστά το πανεπιστήμιο αφιλόξενο για τους μή λευκούς ή ξένους φοιτητές!!! Δεν μας προκαλεί έκπληξη, βέβαια, τούτη η κίνηση, μήτε η δημοσιότητα που έλαβε στη Βρετανία. Οι πανεπιστημιακοί χώροι, ιδίως οι ανθρωπιστικές επιστήμες, έχουν κατακυριευτεί από μέτριους ακαδημαϊκούς που έχουν θεμελιώσει την καριέρα τους στην πλάτη του Φουκώ (αναλόγως και του Ντεριντά)12. Είναι αναμενόμενο η μνησικακία του Φουκώ απέναντι σε οτιδήποτε φέρει τη σφραγίδα της Δύσης να έχει δώσει έναυσμα στους φοιτητές να στραφούν ενάντια στον Κανόνα, εφόσον αυτός είναι μία «καταπιεστική διαμεσολάβηση», τμήμα των αέναων πολιτισμικών πολέμων που διέπουν την ανθρωπότητα. Έτσι αυτό που αγνοείται εδώ είναι το γεγονός ότι ο Κανόνας δεν προσφέρεται για φυλετικές επιδιώξεις, καθότι εντός του έχουν ενσωματωθεί άνθρωποι των οποίων οι γνώσεις όχι μόνο μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σύγχρονο δυτικό οικοδόμημα (το οποίο, κατά τα άλλα επιθυμούμε να ανατρέψουμε), αλλά πολύ περισσότερο, διδάσκουν την ηθική αρετή και τον αυτο-περιορισμό, αξίες που στο παρελθόν τροφοδότησαν ποικίλα κινήματα χειραφέτησης μειονοτήτων13. Σαφέστατα ο εμπλουτισμός του Κανόνα, η ένταξη νέων αξιόλογων συγγραφέων και πολιτισμικών γνωρισμάτων –όπως για παράδειγμα, θρησκείες από διάφορα μέρη του κόσμου– είναι θέμα προς συζήτηση, διότι καμία πολιτεία ή κοινωνία δεν δύναται να θεσμίζεται πάνω σε δομές οι οποίες δεν θα επιδέχονται αμφισβήτησης και αλλαγής (εκτός και αν μιλάμε για μή-δημοκρατικές θεσμίσεις). Είναι άλλο πράγμα, ωστόσο, η συμπλήρωση και η ανανέωση από την διάλυση και τη ρευστοποίηση. Όπως έλεγε ο Edmund Burke, στην κριτική του ενάντια στη Γαλλική Επανάσταση14, όπου η διάλυση των δομών του παλαιού καθεστώτος -για τον ίδιο- οδήγησε σε ευρείας κλίμακας βιαιοπραγίες, ο καλύτερος τρόπος για να συντηρηθεί μια κοινότητα είναι να μένει ανοιχτή σε αλλαγές. Ταυτόχρονα όμως διαπιστώνουμε και το αντίθετο: προκειμένου να μπορεί να μπορούν οι θεσμοί και οι ιεραρχίες να μετασχηματιστούν είναι ταυτόχρονα αναγκαίο να συντηρούνται. Σε αντίθεση, βέβαια, με τους αντιλαϊκιστές που λένε ότι ο μέσος άνθρωπος δεν θα πρέπει να έχει πρόσβαση στις ιεραρχίες, ένας ποπουλισμός της κοινής ευπρέπειας επιθυμεί την πρόσβαση του μέσου πολίτη σε αυτές. Κάτι τέτοιο θα πρέπει να συμβαίνει και με τη λαϊκή δικαιοσύνη: είναι αναγκαίο να υφίστανται θεσμοί εντός των οποίων μπορούν οι πολλοί να δικάζουν καλύτερα, κοινώς διαμεσολαβήσεις οι οποίες, αναμφισβήτητα, ρυθμίζονται από τους ίδιους, με αμοιβαίες συμφωνίες και πολλαπλά «συμβόλαια», όπως θα έλεγε η Arendt, και μέσα από κανάλια και δίαυλους δημόσιας επικοινωνίας οι οποίοι προάγουν τον λόγο, βοηθούν τη διαίσθηση, την κατανόηση, και τη διαύγαση των συνθηκών, θα εμποδίζεται (όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό) η δημαγωγία και θα αποθαρρύνεται η επικράτηση των παθών. Επιπλέον, για να καταστεί κάτι τέτοιο εφικτό είναι αναγκαίο να επιδιώκουμε όχι τη ρευστοποίηση των θεσμών, αλλά αντιθέτως, την απομάκρυνση από αυτούς όλων εκείνων των μηχανισμών που εξοβελίζουν τον μέσο άνθρωπο από τους θεσμούς. Ως εκ τούτου (και για διαφορετικούς λόγους) δεν έχουμε παρά να συμφωνήσουμε με τον Φουκώ, ότι «τα κόμματα αποτελούν την πλέον στειρωτική πολιτική εφεύρεση από τον 19ο αιώνα και μετά». Αλλά τί «σύμπτωση»…

«Ο μεγάλος στοχαστής της εξουσίας είχε απλώς σαράντα χρόνια καθυστέρηση σε σχέση με τη Σιμόν Βέιλ που έγραφε το 1945 για την κατάργηση των κομμάτων», γράφει ο Μαντοζιό15. «Είναι ολοφάνερο», με βάση τον ίδιο, «ότι ο Φουκώ ήταν ένας άνθρωπος που αποκτά συνείδηση των πραγμάτων με καθυστέρηση. Μονάχα το 1984 του πέρασε από το μυαλό ότι τα πολιτικά κόμματα ήταν ίσως καθαυτά μια πολιτική μορφή «στειρωτική»16.

Μόδα είναι θα περάσει

Το δοκίμιο του Μαντοζιό πρέπει να διαβαστεί για τέσσερις τουλάχιστον λόγους. Πρώτον γιατί φέρνει στην επιφάνεια τον διανοητικό τσαρλατανισμό του κυρίου «δεν με έχουν διαβάσει πραγματικά» (σ.35), αλλά και της απάτης στο πεδίο των ιδεών εν γένει. Δεύτερον γιατί δεν εξαντλείται σε ηθικού τύπου επιθέσεις, αντιθέτως ασκεί κριτική σε επίπεδο ιστορικό, επιστημολογικό και πολιτικό. Τρίτον γιατί δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η παραγωγή μιας ορισμένης μόδας -όπως της φουκωικής και των συνεχιστών της- καταλήγει να ενισχύει τη συστημική (και ολιγαρχική) οπτική, καθώς χρησιμοποιώντας ως μέσο τη στράτευση και ως εργαλείο το μάρκετινγκ των ιδεών κάνει μόνο μια φαινομενική κριτική του κυρίαρχου συστήματος. Και τέταρτον γιατί βρήκαμε την ελληνική μετάφραση, των σκέψεων του Γάλλου, υψηλής ποιότητας. Είναι πραγματικά ανακουφιστικό που ο Μαντοζιό, με αυτό το βιβλίο, προσπαθεί να κάνει κάτι που πολλοί από εμάς θα ήθελαν να καταφέρουν, να διαλύσουν μια απάτη και ένα μύθο που διήρκησε πάρα πολύ. Ο Μαντοζιό το τολμά με σοβαρές αξιώσεις και δείχνει να έχει τις ικανότητες να το κάνει μέσα σε ένα ιδιαίτερα εχθρικό περιβάλλον, σε ό,τι αφορά την κριτική στη φουκωική σκέψη. Μάλιστα για να τονίσει τον νεφελώδη τρόπο με τον οποίο κάποιοι17 προσπαθούν να υπερασπιστούν τις φουκωικές θεωρίες, ο Μαντοζιό γράφει:

Αυτή η τόσο περίπλοκη και νεφελώδης πρόζα είναι ένα συνονθύλευμα φουκωικών όρων («χρήση των γνώσεων» – εναλλασσόμενη με τη «δυναμική των γνώσεων»-, «μηχανισμοί», «αποφαντικά πεδία» κ.ο.κ.). Η παραπάνω φρασεολογία, με το επιτηδευμένο της ύφος, που έχει σκοπό να καλύψει ένα αβυσσαλέο κενό είναι ακριβώς η γλώσσα της μη-σκέψης. Χάρη σε αυτήν, οι γραφειοκρατίες που προσποιούνται ότι οργανώνουν την έρευνα στον τομέα της ιστορίας των επιστημών δικαιολογούν καθημερινά την ύπαρξή τους18.

Κατά τη γνώμη μας, ο Φουκώ δεν θα «πέσει» τόσο εύκολα, κυρίως γιατί ακόμη είναι πάρα πολλοί οι άνθρωποι που τον έχουν χρησιμοποιήσει για να ανέλθουν ακαδημαϊκά και σχεδόν κανένας από αυτούς δεν θα ήθελε να παραδεχτεί την κενολογία του ή να αισθάνεται ένα ακόμη ανυποψίαστο θύμα μιας πλάνης [19]. Παρά τα μεθοδολογικά σφάλματά του και την συχνά αντι-επιστημονική και αυθαίρετη στάση του -γεμάτη ασάφειες και σχετικισμούς- ο Φουκώ, κατάφερε να παραμείνει στο απυρόβλητο και να σχηματίσει μια μοδάτη κουλτούρα, της οποίας οι οπαδοί σήμερα φαίνεται να αδιαφορούν πλήρως για χειροπιαστά πολιτικά αποτελέσματα και να βασίζονται σε συμβολικές χειρονομίες, ακόμη κι αν αυτές είναι αόριστες και κενές περιεχομένου, αρκεί να έχουν ως επίκεντρο και να επιδιώκουν έναν «ακτιβιστικό εορτασμό» (φεστιβισμό) που, για να θυμηθούμε τα λόγια του Τ. Αγκάμπεν, θα μπλοκάρει, κάπου, κάπως, κάποτε, τα γρανάζια του κυρίαρχου «μηχανισμού». Αν και γνωρίζουμε ότι για όσο διαρκούν, πριν εξαφανιστούν, οι μόδες, είναι πιο ισχυρές ακόμη κι απ’ τα δόγματα, πιστεύουμε ότι με αυτό το βιβλίο, ο Μαντοζιό κάνει μια πολύ καλή απομυθοποιητική αρχή. Το συστήνουμε ιδιαίτερα στους φουκωλάτρες, και λοιπούς θιασώτες του αυταρχικού σχετικισμού, ώστε στην συνέχεια να διαβάσουν ξανά, αλλά αυτή τη φορά με περισσότερη προσοχή…τον αγαπημένο τους Φουκώ!


1 Με τη Γέννηση της Κλινικής του Φουκώ πολύ κόσμος, ειδικά φοιτητές ιατρικών σχολών, έμεινε με ανοιχτό το στόμα με την πρωτοτυπία της προσέγγισης. Στην πραγματικότητα, το έργο αυτό δεν ήταν κάτι παραπάνω από μια ενδιαφέρουσα και πολυσύνθετη ανάλυση των σχέσεων εξουσίας που όμως είχε κατασκευαστεί λες και είχαμε να κάνουμε με μια οποιαδήποτε κοινωνία ζώων και όχι ανθρώπων -σαν αυτές που μελετά η σύγχρονη κοινωνιοβιολογία, όπως λ.χ. τα μυρμήγκια ή οι μέλισσες.

2 Reinhold Niebuhr. Moral Man Immoral Society. New York. Charles Scibner’s Sons. 1960.

Christopher Lasch. The Culture of Narcissism. New York: W & Norton Company. (σ.192)

3 E. P. Thompson. Customs in Common. New York: The New Press. 1993.

4 Roger Scruton. The Meaning of Conservatism. London. Palgrave. 2001. Του ιδίου, Fools, Frauds and Firebrands. London. Bloomsbury. 2014.

5 Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι η θέση του Lasch, ιδίως στο The True and Only Heaven, 1991, New York: W & Norton Company. Εδώ ο συγγραφέας μιλά για την ελπίδα (hope), κοινώς για τη βελτίωση μέσω ενός συστήματος ανοιχτής συμμετοχής στα κοινά, και όχι για την πρόοδο, την ουτοπία του δέκατου όγδοου αιώνα, παίρνοντας ως παράδειγμα τις αγροτικές κινητοποιήσεις των νότιων και δυτικών πολιτειών κατά τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, τον Martin Luther King Jr, κ.α. Θυμίζει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την κοινή ευπρέπεια (common decency) του George Orwell και την ιδέα της μή-τελειότητας, όπως διακρίνεται στο έργο της Simone Weil.

6 Μισέλ Φουκώ, Για Τη Λαϊκή Δικαιοσύνη. 2018. Αθήνα. Έρμα (σ.37-8)

8 Ο.π. (σ.60)

9 Γράφει ως εκ τούτου ο Φουκώ, «[δ]εν ταυτίζομαι με τους ελευθεριακούς αναρχικούς, διότι υπάρχει ένα είδος ελευθεριακής φιλοσοφίας που πιστεύει ότι ο άνθρωπος έχει θεμελιακές ανάγκες». Από: Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό, Η Μακροημέρευση… (σ.100). Μπορεί ο Ρουσσώ και ο Φουκώ να είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι σε ό,τι έχει να κάνει με το ζήτημα της ανθρώπινης φύσης, μπορεί, με άλλα λόγια, η φιλοσοφία του Ρουσσώ (ιδίως στο δεύτερο μέρος του Discourse on The Origin of Inequality, New York, Dover Publications, Inc, 2004) να είναι ουσιοκρατική σε αντίθεση με τη μετα-θεμελιοκρατική (post-foundationalism) κοσμοθέαση του Φουκώ, ωστόσο, οι πρακτικές συνέπειες, για να χρησιμοποιήσουμε όρο του William James (Pragmatism, Harvard, Harvard University Press. 1978 [ιδίως δεύτερο κεφάλαιο]) καί των δύο είναι παρόμοιες. Καί οι δύο επόψεις, για να το θέσουμε διαφορετικά, οδηγούν σε παρόμοια συμπεράσματα: οι θεσμοί και οι διαμεσολαβήσεις διαφθείρουν και διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα και τον ίδιο τον άνθρωπο. Βέβαια, ο μηδενισμός του Φουκώ οδηγεί τον ριζοσπαστισμό ακόμα πιο μακριά, διότι ουδέποτε ο Ρουσσώ τάχθηκε υπέρ της ρευστοποίησης όλων των διαμεσολαβήσεων. Αντιθέτως, στο Emile or On Education (London, Penguin Books, 1979) αναλύει τους λόγους που θα έπρεπε ένα εκπαιδευτικό σύστημα να διδάσκει τη συμπόνια και την καλή αγωγή, να πλάθει δηλαδή κοινωνικά άτομα ικανά να εκφράζουν την έμφυτη καλοσύνη τους αντί να την κατατροπώνουν. Από την άλλη, ο Φουκώ δεν θέλει να ακούσει για σχολεία και εκπαιδευτικά ιδρύματα, ταυτίζοντας κάθε τέτοιο θεσμό με την καταπίεση.

10 Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό, Η Μακροημέρευση…. (σ.61)

11 [Σ]ε μια μικρή πόλη ανθρακωρύχων στα βόρεια της Γαλλίας, μια κοπέλα 16 ετών δολοφονήθηκε, νύχτα. σε μια αλάνα. Ο ανακριτής (Henri Pascal) στρέφει τις υποψίες του σε μια από τις εξέχουσες φυσιογνωμίες της πόλης, τον συμβολαιογράφο που είναι επιφορτισμένος με τις συναλλαγές ακινήτων που διεξάγει η Εταιρεία Ανθρακωρυχείων. Ενοχοποιεί λοιπόν τον Πιερ Λερουά (Pierre Leroy) και τον κλείνει στη φυλακή (σ.64).

12 Κατά τον Roger Scruton (Fools, Frauds and Firebrands, Thinkers of the New Left, 2014. London, Bloomsbury. [σσ.98-9]) ο Φουκώ ήταν από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της Νέας Αριστεράς, και βοήθησε όσο κανείς άλλος στην ενσωμάτωση εντός των ακαδημαϊκών curriculums της αντι-αστικής μαρξιστικής γλώσσας (επηρεασμένης από τον Sartre).

13 Πραγματικά, ποιός μπορεί να αναιρέσει το γεγονός ότι βασικός πρωτεργάτης των κινημάτων εναντίον της δουλείας ήταν ο Χριστιανισμός, και ιδίως ο υβριδικός Χριστιανισμός των μαύρων του Αμερικανικού νότου, όπως αναφέρει ο Eugene Genovese στο Roll Jordan Roll: The World The Slaves Made. New York: Vintage Books (1976); Ποιός μπορεί να αμφισβητήσει τις εκτενείς αναφορές του Martin Luther King Jr στους κλασικούς φιλοσόφους της δύσης, από τον Αριστοτέλη μέχρι τους πιο πρόσφατους (Reinhold Niebuhr);

14 Edmund Burke, Reflections On The Revolution in France. London. Penguin Books. 1986.

15 Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό. Η Μακροημέρευση… σ.90

16 Ο.π. (σ.89).

17 Αναφέρεται σε κείμενο καλέσματος προσφορών για την ακαδημαϊκή χρονιά 2004. Το εν λόγω κείμενο συντάχθηκε το 2003 από το Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (C.N.R.S),στα πλαίσια του «διεπιστημονικού προγράμματος» με τίτλο «Η ιστορία των γνώσεων», το οποίο βρίθει φουκωικών όρων.

18 Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό. Η Μακροημέρευση… (σ.64)

19 Ο Α. Berardinelli, κριτικός λογοτεχνίας και δοκιμιογράφος, σε άρθρο του με τίτλο «Dimenticare L’Impostore [Να ξεχάσουμε τον απατεώνα]», στην ιταλική εφημερίδα Il Sole 24 Ore (15/10/2017), έγραψε: «Είμαι απαισιόδοξος ως προς την πιθανή αποδοχή των θέσεων του Μαντοζιό», καθώς «είναι τόσο πολλοί όσοι χρωστούν -και μάλιστα υπερβολικά πολλά- στον Φουκώ, που κανείς τους δεν θα μπορέσει να παραδεχτεί ότι έπεσε άθελά του θύμα εξαπάτησης».

H Δικαιολάνδη και η Lacta «ΥparxeiAgapi»…!

Ένα προφητικό και απολαυστικό κείμενο του ψυχοθεραπευτή Αντώνη Ανδρουλιδάκη, απόσπασμα από το βιβλίο του: «Το ελληνικό τραύμα-Κοινωνιο-ψυχολογικές όψεις της ελληνικής κρίσης» (εκδόσεις Νησίδες – Αθήνα 2016).  Απολαύστε το απολαμβάνοντας μια ΙΟΝ Αμυγδάλου ή ΙΟΝ γάλακτος…δικαίωμά σας!!!

Δημήτρης Ναπ.Γ

«#YparxeiAgapi, υποστηρίζει σε άψογα greeklish εδώ και χρόνια η σοκολάτα Lacta, ενώ η ΙΟΝ αμυγδάλου αντιπροτείνει, σχεδόν, εμμονικά, «την πρώτη σου αγάπη και μοναδική!». Τι θαυμάσια «συσκευασία», μα την αλήθεια, για να αποκρύψει την πικρή, «μισητή» γεύση της σοκολάτας για τα παιδιά της Ακτής Ελεφαντοστού – της μεγαλύτερης χώρας παραγωγού κακάο στον κόσμο – που εργάζονται 18 ώρες την ημέρα, τρώνε ελάχιστα και το βράδυ κοιμούνται κλειδωμένα σ’ενα μικρό δωμάτιο. Οι «σκλάβοι της σοκολάτας» #Yparxoun και πρώτα και – δυστυχώς – παντοτινά! 

Μπορούμε άραγε να πιστέψουμε ότι η αγαπητική επίκληση και στις δυο περιπτώσεις είναι τυχαία; Στην πραγματικότητα, σκοπός του διαφημιστικού μηνύματος είναι η απενοχοποίηση της κατανάλωσης, η απολυτοποίησης της πράξης μέσα σ’ενα κλειστό κανόνα «αγαπητικής» συμπεριφοράς, μέσα σε μια καταθλιπτική ομοιομορφία «αγάπης».  Η «συσκευασία» στην πραγματικότητα αφαιρεί εκεί που φαίνεται ότι προσθέτει. Με άλλα λόγια, η ηθικιστική συναισθηματικούρα της «πρώτης αγάπης και παντοτινής» αφήνει ανέγγιχτη – ή και αναπαράγει – την καπιταλιστική βαρβαρότητα στη «σκοτεινή» πλευρά της γης.

Αλλά τι άλλο είναι ο ηθικισμός παρά μια μερικότητα, μια αίρεση, που τονίζει μονάχα ένα μέρος της ζωής, κλείνοντας απ’έξω την καθολικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, ακρωτηριασμένη, θρυμματισμένη και τραυματισμένη;

«Μα είναι δικαίωμά μου να τρώω σοκολάτα!» θα διαμαρτυρηθεί οργισμένα και ο τελευταίος χίπστερ, αραχτός στο chocolate bar που του σύστησε η Athens Voice. «Στα παπάρια μας!» θα απαντούσε, «μιλώντας βρώμικα», δίκαια εξοργισμένος, ο πρώτος πιτσιρικάς στην Ακτή Ελεφαντοστού, αν η φωνή του είχε βέβαια μεγαλύτερη ισχύ από την voice της Athens. Αλλά δεν έχει…

Κάπως έτσι θεμελιώνεται η ατομοκεντρική λογική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προταγματικό αίτημα του «πολιτισμού» της νεωτερικότητας. Κάπως έτσι, παρά το ομολογουμένως ακραίο του σοκολατένιου παραδείγματος, αναδεικνύεται, θεωρητικοποιείται και συστηματοποιείται η νέα ηθική των ατομικών δικαιωμάτων, πάντα ως αίρεση -μέρος του καθόλον ανθρώπου. (…) Είναι ο νέος Μωσαϊκός Δεκάλογος, η νέα καθηκοντολογία του Κάντ, εκφρασμένη από τους σύγχρονους «προφήτες» των Δικαιωμάτων.

Ώσπου βέβαια, πολύ σύντομα, η σχεδόν ψυχαναγκαστική ηθική των Ατομικών Δικαιωμάτων εκπίπτει σε ηθικισμό. Πρόκειται για μια νέα ηθικολογία, μια ηθικοκρατία, που δεν επιτρέπει να πατήσει μύγα στο δικαιωματικό σπαθί κάθε μειονεκτούσας με τον ένα ή άλλο τρόπο κοινωνικής ομάδας. Για κοινωνικές τάξεις, για μειονεκτούσες κοινωνικές τάξεις, για το προλεταριάτο, ούτε κουβέντα. Ο καβγάς είναι για το πάπλωμα. Για το τραπέζι τσιμουδιά.

Με τούτα και με τ’άλλα, ζητήματα όπως το σύμφωνο συμβίωσης των ομοερωτικών συντρόφων, η πρωινή προσευχή στα σχολεία ή το μάθημα των θρησκευτικών, η καύση των νεκρών και ο εν γένει «εκσυγχρονισμός» αναγορεύονται σε κυρίαρχες κοινωνικές προτεραιότητες, ενώ το νέο ιερατείο της θρησκείας των ατομικών δικαιωμάτων παρατηρεί, ελέγχει, διαπιστώνει αποκλίσεις, καταγγέλλει συμπεριφορές, ανιχνεύει ύποπτες σεξιστικές ή αναχρονιστικές σκέψεις, «τρολάρει», μειώνει ή κατακεραυνώνει τους νέους άπιστους του Δικαιωματικού Δόγματος. Πρόκειται σχεδόν για νέα θρησκεία: τον «Δικαιωματισμό»! Γι’αυτό και συγκρούεται αδυσώπητα με τους φανατικούς των άλλων θρησκευτικών δογμάτων και αντιπαραθέτει στην ψυχολογική διαταραχή του κάθε Αμβρόσιου τη δική της, ηθικιστική πάλι, «θεραπεία».

Μάταιa ο Φουκώ θα δηλώνει οργισμένος : «Το πιο εξωφρενικό είναι ότι θεωρήσαμε όλοι πως λέγοντας Ναι στο σεξ, λέγαμε Όχι στην εξουσία».

Μάταια ο Γκυ Ντεμπόρ, είκοσι χρόνια πριν, προειδοποιούσε ότι «οι μελλοντικές εξελίξεις του σύγχρονου καπιταλισμού θα έβρισκαν υποχρεωτικά το μεγαλύτερο ιδεολογικό τους άλλοθι στην καταπολέμηση του ρατσισμού, της ομοφοβίας και του αντι-εκσυγχρονισμού». Εξ’ού, πρόσθετε, σύμφωνα με όσα αναλύει ο Μισεά, αυτός ο «οργίλος νεο-ηθικισμός που ιδιοποιούνται τα σημερινά πρόβατα της ιντελιγκένσιας».  Σύμφωνα, με τον Μισεά, πρόκειται για την επίσημη θρησκεία της Κοινωνίας του Θεάματος»

 

Το όνειδος των Πρεσπών, οι χρήσιμες κινηματικές υπηρεσίες και οι «Νταλάρες των Εξαρχείων»

Πώς; Είσαι αντίθετος με τη συμφωνία των Πρεσπών; Σοβαρολογείς τώρα; Δεν χειροκροτείς, δεν ζητωκραυγάζεις για αυτή την κολοσσιαία νίκη του διεθνισμού, του ΝΑΤΟ, της ΕΕ και των λοιπών υπερκρατικών ομοούσιων παραφυάδων τους; Ε, είσαι «φασίστας»! Είσαι «φασισταριό του κέρατα, ταγματασφαλίτης, γκεσταπίτης, στέλεχος των Ες-Ες» κι ολίγα σου λέγω! Σε παρακαλώ, μην προσπαθείς να δικαιολογηθείς, δεν θέλω να ακούσω κουβέντα. Όποιος δεν συμφωνεί με την κυβέρνηση, δεν συμφωνεί και με την «πραγματικότητα». Τόσο απλό είναι. Ασφαλώς και κάνω πνεύμα…

Διότι, «άθλιε εσύ φασίστα», η «πραγματικότητα» κατασκευάζεται, άρα και μεταβάλλεται κατά το κέφι της εξουσίας. Άλλως τε έχει χύσει άπειρο μελάνι και (κυρίως) αίμα, ώστε να εδραιώσει η κομμουνιστική εξουσία όλον αυτόν τον μηχανισμό εξαπάτησης και χειραγώγησης. Πώς; Τί παλαβομάρες είναι αυτές που λέω; Ο κομμουνισμός κατέρρευσε εδώ και δεκαετίες; Καλά, συγνώμη, είσαι παντελώς αφελής; «Ελάτε να ενωθούμε» είπε ο Γεώργιος «Θάμνος» Α΄ του Γκόρμπι το ’89 στη Μάλτα. Κι αυτός βέβαια άλλο που δεν ήθελε. «Έκλεισαν το μαγαζί» (εν μία νυκτί) οι «σύντροφοι» και γαία πυρί μειχθήτω˙ εκατομμύρια εξαθλιωμένοι του ενός πολιτικού συστήματος έγιναν σε ελάχιστο χρόνο ο «μοχλός ανάπτυξης» του άλλου.

Δεν υπάρχει καπιταλισμός πλέον φίλτατε, αλλά ενοποιημένη κυριαρχία. Δουλέψανε το ένα σύστημα «εδώ», δουλέψανε το άλλο σύστημα «εκεί» και, όταν έκριναν πως «ήρθε η ώρα», ενώσανε εκείνα τα στοιχεία των δύο, που θεώρησαν ότι συμβάλουν καλύτερα στην υποδούλωση των ανθρώπων. Θέλεις παραδείγματα; Ευχαρίστως. Ας πάρουμε πρωτίστως τον Τύπο και την τεχνολογική εξέλιξη αυτού, ήτοι τα οπτικοακουστικά μέσα μαζικής «ενημέρωσης». Πριν από δεκαετίες, ακόμη κι εδώ στην Ψωροκώσταινα, αγόραζες μια εφημερίδα, αγόραζες έπειτα μια άλλη κι έβλεπες πως οι ειδήσεις που πρόβαλαν ήταν σε μεγάλο βαθμό διαφορετικές. Όχι, δεν εννοώ πως πρόβαλαν τις ειδήσεις με τον τρόπο που βόλευε την κομματική συμμορία που εξυπηρετούσαν, εννοώ στην κυριολεξία διαφορετικές ειδήσεις, διαφορετικά γεγονότα. Άλλες ειδήσεις, επί παραδείγματι, πρόβαλε η Ακρόπολη, άλλες η Ελευθεροτυπία. Με τον τρόπο αυτόν αναδεικνύονταν γεγονότα, ασχέτως με το πως  επέλεγαν να τα «χρωματίσουν» οι όποιοι δημοσιογράφοι. Τώρα δεν ισχύει αυτό, ούτε στο ελάχιστο. Ρίξε μια ματιά και θα πειστείς. Σκέτη Pravda η κατάσταση! Τα ίδια και χειρότερα σε τηλεοπτικά κανάλια και ραδιοφωνικούς σταθμούς. Ασφαλώς (όσο βέβαια μπορούν), προσπαθούν να το επιβάλουν και στο διαδίκτυο.

Βλέπεις λοιπόν; Ένα μπολσεβίκικο εργαλείο πώς έχει αναβαθμίσει τόσο επικίνδυνα τις δυνατότητες των εξουσιαστών; Ευχαρίστως να σου αναφέρω κι έταιρα παραδείγματα, που ωστόσο διατρέχονται από την ίδια «λογική». Πες μου αν θέλεις, από την λιανική τιμή πώλησης του γάλακτος, μέχρι το κόστος παροχής υπηρεσιών διαδικτύου τί παρατηρείς; Βλέπεις μήπως κάποιον ουσιαστικό ανταγωνισμό ανάμεσα στους κεφαλαιούχους; Πού είναι το «βελτιώνουμε συνεχώς το προϊόν, μειώνοντας την τιμή» (ασφαλώς και μειώνοντας μονίμως τους μισθούς κι αυξάνοντας τις εργατοώρες) του πάλαι ποτέ καπιταλισμού; Πού είναι το παλιό «καλό» «τυρί» στη φάκα; Είναι πασιφανές πως οι τιμές σε βασικές πραγματικές ανάγκες, αλλά και σε απόλυτα κατασκευασμένες (βλέπε διαδίκτυο) ανεβαίνουν κατόπιν συμφωνίας των κεφαλαιούχων, η ποιότητα των προϊόντων, παράλληλα, πέφτει συνεχώς, αλλά, ο εξουσιαζόμενος  δεν μπορεί να κάνει και πολλά, μιας και οι ύαινες έχουν συννενοηθεί εκ των προτέρων για το ποιο κομμάτι του θα κατασπαράξει η κάθε μια.

Πώς; Δεν έχεις πειστεί ακόμη; Ωραία, πες μου τότε, αν θέλεις, τα κουπόνια σίτισης είναι καπιταλιστική επινόηση ή κομμουνιστική; Αν ισχύει το δεύτερο (όπως όντως ισχύει) γιατί δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι στις ΗΠΑ (ασφαλώς κι αλλού) σιτίζονται αποκλειστικά με αυτόν τον τρόπο στις μέρες μας; Λες να μας κάνουν πλάκα; Δεν νομίζω. Μόνον πλάκα δεν το λες· ενοποιημένη κυριαρχία, όμως, σίγουρα το λες.

Αυτά για να μην έχεις αυταπάτες, για το πώς μπορεί η εξουσία να κατασκευάζει την δική της «πραγματικότητα», να την επιβάλει και –πολύ σημαντικό– να καταστέλλει όσους δεν «συμμορφώνονται» με αυτήν. Και τα εργαλεία της πλέον, όπως σου ανέπτυξα, είναι ιδιαιτέρως αναβαθμισμένα σε σχέση με το παρελθόν. Όπως ανέφερα και προηγουμένως, αν δεν συμφωνείς με την «πραγματικότητα» του Σύριζα (και των θεραπαινίδων του) είσαι φασίστας. Πάει και τελείωσε.

Ας πάμε, όμως, και στην συμφωνία των Πρεσπών καθ’ αυτή, που, ας μη γελιόμαστε, αποτελεί ένα πρώτο βήμα για αλλαγή συνόρων, μετακινήσεις πληθυσμών, είτε μέσω επιβεβλημένης εξαθλίωσης είτε μέσω ΕΟΖ (ειδικη οικονομική ζώνη), ήτοι το μαστίγιο και το καρότο μαζί. Ωστόσο, όπως γίνεται φανερό, τόσο μέσα από το περιεχόμενο τής εν λόγω συμφωνίας, όσο κι από τον τρόπο με τον οποίον επιβλήθηκε, ένθεν κι ένθεν, οι πραγματικοί αρχιτέκτονες αυτής (όχι οι αχυράνθρωποι Τσίπρας και Ζάεφ), τα αυθεντικά αφεντικά της γαιόσφαιρας (κι όχι οι μαριονέτες τους) δεν έχουν κανέναν απολύτως ενδοιασμό να αιματοκυλήσουν την περιοχή, αν κρίνουν πως τα σχέδια τους δεν προχωρούν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους. Αντιλαμβάνονται πως η ανύπαρκτη κοινωνική συναίνεση για τα σχέδια τους θα ανεβάσει (και δυστυχώς είναι αυτονόητο) κατακόρυφα τον εθνικισμό (πάλι ένθεν κι ένθεν).

Κι όπως η ίδια η πρόσφατη ιστορία μπορεί να μας διδάξει, τα αφεντικά της ενοποιημένης κυριαρχίας, όταν δεν λειτουργεί επαρκώς το «καρότο», σπέρνουν το χάος, προβοκάροντας εθνικές και θρησκευτικές αντιπαλότητες, που, συχνότατα, καταλήγουν σε ανθρωποσφαγές, οι οποίες διαρκούν χρόνια. Ίσως να σε ξενίζει όλο αυτό, να θεωρείς πως δεν είναι δυνατόν να συμβούν όλα αυτά στην Ψωροκώσταινα, που φιγουράρει «περήφανη» κι «ωραία» στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, εδώ και δεκαετίες. Εν ολίγοις, δεν είμαστε εδώ τέως Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Αφγανιστάν, Συρία και Λιβύη.

Δυστυχώς, λανθάνεις τα μάλα. Είναι τόσο μεγάλα τα συμφέροντα που διακυβεύονται, ώστε και η αποφασιστικότητα της κυριαρχίας θα είναι ανάλογη. Από τον έλεγχο των υδρογονανθράκων σε Β. Ελλάδα και Βαρδαρία, έως τον «αποκλεισμό» της Ρωσίας από τα Βαλκάκια, αλλά και την δημιουργία ποτάμιας ελεγχόμενης εμπορικής οδού, η οποία εκκινώντας από τον λιμένα της Θεσσαλονίκης κι από εκεί, μέσω Αξιού-Δούναβη, θα φθάνει στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη.

Δημιουργούν για τους λόγους αυτούς, με κάθε επισημότητα, μια νέα πολιτισμική ταυτότητα, η οποία πλέον αναγνωρίζεται κι από το Ελλαδικό κράτος, αυτή του «Μακεδόνα». Μια ταυτότητα που κατασκευάστηκε μέσω μιας πλαστής κομμουνιστικής εξιστόρησης ολίγων δεκαετιών. Μια ταυτότητα που επίσης κατασκευάστηκε, για να θρέψει τον επεκτατισμό των σλάβων κομμουνιστών του Τίτο για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και την προσοδοφόρα έξοδο στο Αιγαίο. Βέβαια, σε άριστη συνεργασία πάντοτε με τους ελλαδίτες συντρόφους τους. Από το «σχέδιο Λίμνες», στην «συμφωνία των Πρεσπών». Ψέματα; Γίνεται φανερό πως οι κομμουνιστές περίμεναν υπομονετικά εβδομήντα και πλέον χρόνια, για να πετύχουν το ζητούμενο, στα πλαίσια πλέον της ενοποιημένης κυριαρχίας, συνεταιράκια πια με τους παλιούς τους «εχθρούς» (αν βέβαια υπήρξαν ποτέ επί της ουσίας τέτοιοι).

Κι όπως συμβαίνει πάντοτε, αυτοί που «θα πληρώσουν το μάρμαρο» θα είναι οι εξουσιαζόμενοι, τόσο στα καθ’ ημάς, όσο και στη Βαρδαρία. Είτε πρέπει να αλλοτριωθούν μέσα από οικονομικά ανταλλάγματα (βλέπε την επερχόμενη είσοδο της Βαρδαρίας ως «Β. Μακεδονία» στη Ε.Ε και τα δισσεκατομύρια ευρώ, εν είδη χρέους-«σανού», που θα «μοιραστούν» στους αφελείς, αλλά και τη δημιουργία ΕΟΖ στη Θεσσαλονίκη και πέριξ) είτε να κατασταλούν αγρίως. Κι εδώ, όπως και σε προαναφερθείσες πολύπαθες περιοχές, η καταστολή ενδέχεται να είναι πολυεπίπεδη: αστυνομικές επιχειρήσεις (που τις βλέπουμε ήδη), «αυθόρμητοι» ξεσηκωμοί της «μακεδονικής μειονότητας» (εντός της ελλαδικής κοινωνίας), δράση παραστρατιωτικών δυνάμεων του UCK (που ούτως ή άλλως δρουν ως «κράτος εν κράτει» ήδη στο Κόσσοβο, τουτέστιν ως «μακρύ χέρι» του αλβανικού κράτους, άρα και της CIA), γιατί όχι κι «εξεγέρσεις» των μουσουλμάνων στην Θράκη, αλλά και σε   άλλες τεχνηέντως γκετοποιημένες περιοχές, που με τόση απανθρωπιά και βιασύνη δημιουργήθηκαν στο κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Όλα τα εξουσιαστικά «εργαλεία», ειδικά όσα μπορούν να παρουσιαστούν ως «αυθόρμητα», «στο όνομα της αυτοδιάθεσης των μειονοτήτων και του ανθρωπισμού», θα είναι, για άλλη μια φορά, ιδιαιτέρως χρήσιμα.

Όποιοι βλέπουν «ανοίγματα ειρήνης» και «πρόοδο στη συναδέλφωση των λαών», σε όλα αυτά, είτε παίρνουν με τις χούφτες ζάναξ είτε αμείβονται καλά (για να τα «βλέπουν») είτε και τα δύο. Οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν αρμονικά μεταξύ τους, μόνον αν το επιθυμούν οι ίδιοι, άμεσα κι ανεμπόδιστα, μέσω της καθημερινής επαφής και της ελεύθερης ανταλλαγής πολιτισμικών στοιχείων, όπως αυτή προκύπτει μέσω των αβίαστων κοινωνικών σχέσεων· όχι γιατί οι ύαινες των υπερκρατικών δομών το επιβάλουν για τα συμφέροντά τους. Αδέλφια με το ζόρι δεν γίνεται, στο τέλος καταλήγουν αδελφοκτόνοι. Τα ιστορικά παραδειγματα, δε, είναι απειράριθμα.

Και τώρα το ερώτημα (λέμε τώρα…) του ενός εκατομμυρίου ευρώ: εφόσον ακόμη κι ένας Λαοκοόντας ή ένας Οιδίποδας θα μπορούσε να «δει» ποιοι είναι πίσω από αυτή τη συμφωνία, τί επιδιώκουν και ποιες συνέπειες θα έχει για τους εξουσιαζομένους, γιατί κάποιοι που αυτοπαρουσιάζονται ως «αντιεξουσιαστές» τη στηρίζουν με τα έργα τους και μάλιστα χρησιμοποιώντας και βία (όπου βέβαια «τους παίρνει»…) εναντίον όσων, με τον δικό τους τρόπο, εναντιώνονται σε αυτήν; Η απάντηση είναι σκληρή, μα απλούστατη: διότι δεν έχουν απολύτως κανένα πρόβλημα με την εξουσία, όταν αυτή τους κάνει τα χατήρια. Και ειλικρινώς δεν υπάρχει καμία υπερβολή στην ανωτέρω πρόταση.

Επιθυμείς και πάλι αποδείξεις; Πολύ ευχαρίστως. Για πες μου, λοιπόν, ποιο είναι αυτό κόμμα, είτε ως ΚΚΕ εσωτερικού, είτε ως Συνασπισμός (άλλως τε οι πολιτικές συμμορίες, όπως όλες οι συμμορίες, έχουν πολλά ονόματα…), που προσπαθεί (χρόνια τώρα) μέσω επερωτήσεων στη βουλή, μέσω δικηγόρων (που καταφανώς πρόσκεινται στους μηχανισμούς του) να «βοηθήσει» συλληφθέντες «αντιεξουσιαστές»; Ποιο είναι αυτό το κόμμα (που κάποτε αν έλεγες πως θα γίνει κυβέρνηση, θα γελούσαν και τα σαλιγκάρια) που στηρίζει αναφανδόν τις καταλήψεις και γενικότερα τους «κοινωνικούς χώρους» των «αντιεξουσιαστών», ανά την ελλαδική επικράτεια; Οι απαντήσεις είναι αυτονόητες. Και μη μου αναφέρεις πάλι πως «αυτά τα λένε οι φασίστες και η Δεξιά προπαγάνδα», γιατί το εν λόγω αστείο μπαγιάτεψε.

Ωστόσο, θα μου πεις, ενδεχομένως και με κάποιο δίκιο, πως «ο Σύριζα τούς “γλύφει” για να τους χειραγωγήσει, προς όφελος του. Αυτό δεν σημαίνει πως οι ίδιοι το δέχονται». Σου απαντώ, λοιπόν, πως όποιος αγωνίζεται ανυστερόβουλα για την ελευθερία, όπως κι αν ο ίδιος επιθυμεί να αυτοπροσδιορίζεται, όποιος μάχεται ενάντια σε κάθε εξουσία, δεν έχει δοσοληψίες μαζί της, δεν «ανοίγει» ούτε «κλείνει» νταραβέρια. Ειδάλλως είναι κάλπικος, ψεύτης κι απατεώνας, μύριες φορές χειρότερος από ό,τι υποτίθεται ότι πολεμάει.

Το καταλαβαίνεις αυτό; Εν ολίγοις, αν έρθει ο τάδε του Σύριζα (ή των ομόρων παραφυάδων του), ενώ εσύ τελείς σιδεροδέσμιος, και σου σπρεχάρει στο πονηρό, «άκου, θα πεις το “ποίημα” στον ανακριτή και στον εισαγγελέα οπως θέλουμε εμείς, και θα πας σπιτάκι σου» ή, αν είσαι ήδη «μέσα», «θα κανονίσουμε, εμείς, να βγεις τάχιστα». Σε μια τέτοια περίπτωση, αν έχεις λίγη τσίπα (κι όχι Τσίπρα…) επάνω σου, πρέπει να τον στείλεις στο γέρο-διάολο κι ακόμη παραπέρα. Όπως άλλωστε έκαναν και κάνουν οι αναρχικοί, που δεν είναι απατεώνες. Έτσι δεν είναι; Όποιος αγωνίζεται για την ελευθερία –πάντα ομιλώ για τους γνήσιους– προσδοκεί την στήριξη της κοινωνίας, των ανθρώπων δηλαδή αυτής που έχουν ακόμη ανησηχίες, τρυφερότητα, διάθεση για «το αμύγδαλο της ζωής», όχι των κομμάτων, των κινημάτων, των ΜΚΟ και των λοιπών πολιτικών σχηματισμών. Απλά τα πράγματα! Τα υπόλοιπα είναι απλώς χρήσιμες ή άχρηστες λεπτομέρειες.

Αλλά για αυτό, άλλως τε, κατασκευάστηκε το κίνημα εν Ελλάδι· για να μπορεί να γίνεται χρήσιμο δεκανίκι της εξουσίας, όταν αυτή τα βρίσκει «σκούρα», για να «μασάει» ανθρώπους με δυνατότητες και να «φτύνει» λοβοτομημένα ανδράποδα σε εναλλακτικό στυλ.

Κι όπου επί γης κινήματα, από δίπλα, ασφαλώς, και οι αργυρόνητοι τροβαδούροι τους. Όπως ο «πολύς» Αγγελάκας κι ο «υπέγραψα υπέρ της συμφωνίας των Πρεσπών» Θ. Παπακωνσταντίνου, που, ούτε λίγο ούτε πολύ, εδώ κι αρκετά χρόνια, τις συναυλίες τους γεμίζουν (όταν γεμίζουν…), θεατές, «ορμώμενοι» (σχεδόν αποκλειστικά) από τη «δεξαμενή» του κινήματος. Καμμία υπερβολή σε αυτό. Όπως αντιλαμβάνεσαι, βέβαια, από τα προηγούμενα, «ουδένα όφελος έχουν» (οι εν λόγω κύριοι) από το να παραμένουν άρεστοι στους άνωθι παρεπιδιμούντες των Εξαρχείων, της Ναυαρίνου και των λοιπών «απελευθερωμένων χώρων» (έλεος, θα μας ξεκολλήσουν τα φρύδια από τους γέλωτες…).

Για πες μας, αν θέλεις, κύριε Θ. Παπακωνσταντίνου, οι Ιταλοί αναρχικοί, αν και διεθνιστές, των αρχών του 20ου αιώνα, που τόσο εξυμνείς στο ειλικρινώς εξαίρετο άσμα σου Ο Σαν Μικέλε έχει έναν Κόκορα, δεν είχαν πατρίδα; Ήταν απάτριδες; Δεν θεωρούσαν εαυτούς Ιταλούς; Είχαν παραδόσει ως μίασμα την πολιτισμική τους ταυτότητα στους κρατιστές ή, αντιθέτως, το να την διατηρήσουν αυτούσια υπήρξε κομμάτι του κοινωνικού τους αγώνα; Μήπως δεν έχεις καταλάβει εσύ κάτι ορθά; Ή μήπως οι αφελείς δεν έχουν αντιληφθεί ότι κάποιοι «Νταλάρες» των ημερών μας, πάνω από το ατομικό τους οικονομικό κέρδος δεν βάζουν τίποτα και κανέναν;

Για τον κύριο Αγγελάκα, τα λόγια είναι μάλλον περιττά. Ο «καλός» Σύριζα μέχρι το Βασιλικό Θέατρο Θεσσαλονίκης τού παραχώρησε μεγαλοθύμως για τις συναυλίες του. Ψέματα; Είναι δυνατόν μετά, ο κατά τ’ άλλα σφόδρα επικριτικός επί κυβέρνησης Σαμαρά, κύριος Αγγελάκας, να κρατήσει την ίδια στάση και επί ημερών Σύριζα; Μην ήμαστε και τόσο αφελείς. Η σιωπή, άλλως τε, είναι χρυσός. Κι αυτό μερικοί φαίνεται το γνωρίζουν πολύ καλά. Ούτως ή άλλως, ο εν λόγω κύριος, από τότε που κατέβασε (αυτοβούλως και δίχως αντιρρήσεις…) «τα ρολά» στο μουσικό συγκρότημα Τρύπες, ξεκίνησε έντονα το φλερτ του με τους παράγοντες της εναλλακτικής εξουσίας, φλερτ, που, όπως ασφαλώς φανερώθηκε, κατέληξε σε βαθιά και μόνιμη σχέση…

Για αυτό, σου ξαναλέω, «πραγματικότητα» είναι αυτό που θέλει η κυβέρνηση, η κάθε κυβέρνηση. Για όσους, όμως, δεν κυλιούνται, ως άλλοι περιχαρείς χοίροι, στο βούρκο της πολιτικής, αυτά τα «είναι» βρωμάνε ψέμμα από χιλιόμετρα και δεν τα αντέχουν. Χίλιες φορές, λοιπόν, «φασίστας», αλλά μακρυά από τις «αλήθειες» τους!

Πόντιξ ο Σισύφιος

Δημοσιεύθηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 190, Φεβρουάριος 2019
Πηγή: https://anarchypress.wordpress.com/2019/02/12/%ce%bf%ce%b9-%ce%b3%ce%b5%ce%bb%cf%89%cf%84%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%bf%ce%af-%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b5%ce%be%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%af%ce%b1-%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%ac-%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%b1/#more-31336

«Άνθρωποι και ποντίκια» ή πως μας βλέπει το σύστημα…!

Η animation ταινία μικρού μήκους του Steve Cutts, «Rat Race», θέλοντας να αποκαλύψει την αλήθεια για τους ανθρώπους, μας δείχνει σαν μία φυλή «αρουραίων».

Ο αγώνας δρόμου των αρουραίων είναι μια ατελείωτη, αυτοκαταστροφική ή άσκοπη επιδίωξη. Αποκαλύπτει την εικόνα των εργαστηριακών αρουραίων που αγωνίζονται μέσα σε ένα λαβύρινθο για να πάρουν το «τυρί» σαν τον κοινωνικό αγώνα δρόμου για να προχωρήσουν οικονομικά. Ο όρος συνδέεται συνήθως με έναν εξαντλητικό, επαναλαμβανόμενο τρόπο ζωής που δεν αφήνει χρόνο για χαλάρωση ή απόλαυση.

Αφοδεύοντας (σ)το ιερό

του Μάνου Στεφανίδη
(στον Γ. Καραμπελιά)

Αυτό που απέδειξε με κυνικήν ωμότητα ο μοιραίος Αλέξης σ’ αυτά τα χρόνια της εξουσίας του, είναι πως είμαστε κι εμείς όλοι, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι, ίδιοι κι απαράλλαχτοι με τους άλλους, τους απέναντι. ‘Ή, τουλάχιστον τους περισσότερους. Καμία διαφορά, καμία εξαίρεση, καμιά ελπίδα… Τα προσωπεία έπεσαν και τα πρόσωπα έγιναν θλιβερές καρικατούρες του εαυτού τους. Ο Μπαλάφας στη θέση του Γιακουμάτου.


Έτσι, κι οι απέναντι θα επιστρέψουν με την σειρά τους και με την ίδια κι απαράλλαχτη αλαζονεία με την οποία πρωτοανέβηκε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ τα σκαλιά του Μαξίμου, στους παλιούς τους θώκους. Σίγουροι, δηλαδή επικίνδυνοι.
Λες και οι δυσάρεστες εμπειρίες κι ακόμα χειρότερα οι οδύνες αυτού του τόπου δεν αξίζει να διδάξουν τίποτα το ουσιαστικό στο μακάριο, πολιτικό μας σύστημα… Στις αποκρουστικές βεβαιότητες των δύο μονομάχων. Αφού κι οι απέναντι περιμένουν να νικήσουν όχι γιατί έχουν ανανεωθεί ριζικά ή κομίζουν κάτι το συνταρακτικά καινούργιο αλλά γιατί απλώς εκπροσωπούν το μη χείρον βέλτιστον. Λες και μπορεί να υπάρξει κάτι χειρότερο από την σπείρα των Συριζανέλ και των θλιβερών, δευτερότριτων πασόκων συνοδοιπόρων τους. Δείτε τι προτείνουν αμφότεροι για τον πολιτισμό. Τίποτε!


Στη Ν.Δ λοιπόν αστεία, πολιτικά πρόσωπα που σε άλλες συνθήκες θα είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης, αλληλοπροσφωνούνται «πρόεδροι» και περιμένουν την ευκαιρία για την προσωπική τους ρεβάνς χωρίς καμία ουσιαστική έγνοια για τον τόπο. Αηδία. Λες και δεν έφεραν αυτοί και η ανικανότητα τους τον μοιραίο Αλέξη στα πράγματα.
Του δε Κυριάκου παραμένει ακόμη ως πιο γενναία του, πολιτική κίνηση η καταψήφιση του Πάκη. Και πιο επικοινωνιακή του η προσχώρηση των Τατσόπουλου – Πανούτσου. Χωρίς να υπονοώ τίποτα αρνητικό και για τους δύο. Θα περίμενα όμως ένα πιο γενναίο άνοιγμα στον φιλελεύθερο χώρο ή την διανόηση.


Σ’αυτό λοιπόν το θλιβερό τοπίο εξακολουθούν ασύδοτοι κάποιοι ψυχοπαθείς εγκληματίες λειτουργώντας ως το αγελαίο, αριστερό άλλοθι μιας ετεροκίνητης, προσκυνημένης κυβέρνησης, να βάζουν τυφλές βόμβες έξω από ναό για να πλήξουν όσους πήγαν στην πρωινή, χριστουγεννιάτικη λειτουργία!
Φρίκη αληθινή για αυτά τα ανθρωποειδή που ανατράφηκαν σ’ ελληνικά σχολεία αλλά δεν έμαθαν τίποτα από τον Σολωμό, τον Παπαδιαμάντη, τον Κόντογλου ή τον Καρούζο και θεωρούν την χυδαία βία σαν επανάσταση και σαν προοδευτισμό την τρομοκρατία της πίστης του άλλου και την εξαφάνιση των συμβόλων της παράδοσης. Ο φασισμός σε όλη του την αποκρουστική αποκάλυψη. Χειρότερος μάλιστα από κάθε άλλο φασισμό γιατί παρουσίαζεται πιο «διανοούμενος»! Χειρότερος ακόμη κι από εκείνον των προγλωσσικών χρυσαυγιτών.


Στην αρχή σκέφτηκα πως μπορεί να είναι προβοκάτσια αλλά έπειτα θυμήθηκα πως έχουν πυκνώσει τα περιστατικά αγνώστων που βρωμίζουν ή βανδαλίζουν εκκλησίες – τα όπια του λαού! – ενώ ποτέ δεν μαθεύτηκε ευρύτερα το αποκρουστικό γεγονός πως παρόμοιοι «ιδεολόγοι» αφόδευσαν (sic ) στο ναΐδριο της Πανεπιστημιούπολης Ζωγράφου. Πριν καιρό. Στο ιερό! Οχετός επανάστασης… Θα μού πείτε τί έκαναν οι πανεπιστημιακές αρχές; Και θα σας απαντήσω. Τίποτα!
Από το ήμερο χωριό της γαλλόφωνης Ελβετίας που βρίσκομαι, θα ήθελα να γράψω σήμερα κάτι πιο παρηγορητικό ή εορτάσιμο. Όμως το ότι κάποιοι πουλάνε φόβο και βία με στόχο εκκλησιαζόμενους, ημέρες γιορτών, με ξεπέρασε. Αιφνίδια λυπήθηκα που δεν πηγαίνω πια στην λειτουργία των Χριστουγέννων. Κάποτε η μάνα μάς ξύπναγε ξημερώματα για να ακούσουμε το» Χριστός γεννάται, δοξάσατε!» Εδώ και δεκαετίες δεν πηγαίνω, δεν αισθάνομαι αρκούντως αθώος. Λάθος. Λάθος ζωής.


Αιφνίδια συνειδητοποίησα πως κάποτε ζούσαμε εν σώματι τον κόσμο του Παπαδιαμάντη. Στο ίδιο του το τρυφερό σύμπαν.Τώρα, όχι πλέον. Ο Παπαδιαμάντης, όπως κι ο Θουκυδίδης με τον Επιτάφιο κι η Αντιγόνη και η Κύρου Ανάβασις κι ο Αρριανός έχουν εξοριστεί από την, εργαλειακή ούτως ή άλλως, εκπαίδευση μας. Από την άμεση μας καθημερινότητα …στο όνομα ενός αορίστου, δυσεπώνυμου εκμοντερνισμού. Δεν έχουν τίποτα να πουν όλοι αυτοί, αυτό το σώμα – σήμα παιδείας, στους νεότερους και ιδού τα αποτελέσματα. Το χειρότερο μάλιστα είναι πως ούτε και οι από εδώ ούτε και οι απέναντι έχουν τα πνευματικά εφόδια για να καταλάβουν σ’ όλο της το τραγικό βάθος αυτή την έλλειψη. Την εθνική απώλεια.

ΥΓ. 1 Το πολιτικό προσωπικό της χώρας είναι βαθιά κατατονικό, βαθιά συμβιβασμένο. Μοιάζει οι μεν να έχουν να επιδείξουν στους δε απλώς και μόνο καλύτερη τεχνογνωσία ως προς την διαχείριση των συμβιβασμών. Και το χειρότερο: Ούτε θέλουν αμφότεροι, ούτε μπορούν να εμπνεύσουν και να ποδηγετήσουν μια κοινωνία εξίσου κατατονική και εξίσου συμβιβασμένη.

ΥΓ. 2 Το χωριό λέγεται Bevaix κι είναι χτισμένο πάνω στη λίμνη του Neuchâtel. Στο βάθος οι Άλπεις από την πλευρά της Βέρνης. Το μέρος είναι ήσυχο, οι άνθρωποι ευγενείς και διακριτικοί, η φύση αγέρωχη κι απόλυτη. Η περιοχή έως την αστική επανάσταση του 1848, ήταν πρωσικό πριγκιπάτο. Το διαπιστώνει κανείς από την σωζόμενη αρχιτεκτονική… Έκτοτε μεσολάβησαν πολλά. Σπίτια δίπατα, καλαίσθητα ανθρώπων που αγωνίστηκαν για να πετύχουν σ’έναν τόπο όχι εύκολο. Και τα κατάφεραν. Σήμερα βλέπει κανείς μιαν καλοκουρδισμένη κοινωνία που απολαμβάνει μοναδική ποιότητα ζωής και τα πλεονεκτήματα της άμεσης δημοκρατίας.Το πνεύμα ( και η ψυχή ) του Καποδίστρια. Στα μάτια μου η Ελβετία είναι η μικρογραφία αυτού που θα μπορούσε να ήταν η Ευρώπη. Αλλά δεν είναι.

Πηγή: https://www.facebook.com/manstef24/posts/2293040820978044?__xts__%5B0%5D=68.ARDryAVGhZT2nHyunWs-zIPzm37TZ2VtMUrtW85MjGh8eIuAOt88zvydmLpJlT0eVFmPH84FKZXOlqE1qH-k97F1bfijiTbzobezI883beaTSq5MOGelvrxBnTHvcx6g1i6NyivlPGWIqGpyibQcMjHFR2dT90cZZI1X9YobzYH443HloXVkDQ6ZnZhZPpgPtwIJDbuUUrV6mwhecqJBRAvuQIcf7pVKRLi9Evovf72NK4VLjtiWHVx-CRkx8lPuPTkYxuT-kxHTKcMrpAzugT4ZNw6WAaEpcX9cTUrQUMDDMO19mrkUAnKlCFHn4-eGJ0LUXgt8xlZooLtIwWKHLawo56TQ&__tn__=K-R

Στατιστικά

  • 64.866 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Δεκέμβριος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

…που χει λεβέντες νέους, αναρχικούς κι ωραίους!!!

Πατήστε την εικόνα για περισσότερα...

Περισσότερα...

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…