//
archives

ΟΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΚΡΟΑΜΑΤΑ

This category contains 73 posts

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάθισε να τον φάνε, αυτό ήταν το λάθος του. Θα μπορούσε να είχε πάει στην Ιταλία…!

Χρήστος Βακαλόπουλος. «Η γραμμή του ορίζοντος» (Εστία, 1991)

Όλα έγιναν πάρα πολύ γρήγορα. Η Έρση ήρθε ένα απόγευμα και σου είπε ότι είμαστε πίσω, έχουμε μείνει πολύ πίσω. Ο γνωστός κόσμος προχωρούμε ακάθεκτος, δεν προλαβαίναμε με τίποτα, είμαστε καταδικασμένοι. Είχαμε μείνει πολύ πίσω γιατί ο Γεμιστός πήγε στην Ιταλία και τους έψησε για τον Πλάτωνα. Από τη στιγμή που ο Γεμιστός πήγε στην Ιταλία μείναμε πάρα πολύ πίσω. Όσοι έμειναν εδώ δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις, κάθισαν εδώ, αυτό ήταν το λάθος τους.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάθισε να τον φάνε, αυτό ήταν το λάθος του. Θα μπορούσε να είχε πάει στην Ιταλία και να τους λέει για τον Πλάτωνα, θα είχε προλάβει τις εξελίξεις.
Κάθισε να τον φάνε, τι δουλειά είχε με τα στίφη των αγρίων, ήταν μορφωμένο παιδί από το Μυστρά και θα μπορούσε άνετα να γίνει καθηγητής στην Ιταλία, να τους λέει για τον Πλάτωνα. Κάθισε να τον σφάξουν κι έτσι μείναμε πίσω, πάρα πολύ πίσω. Έπρεπε να φύγουμε όλοι, μείναμε απελπτιστικά πίσω, μείναμε εδώ, είμαστε εδώ πίσω. Έπρεπε να φύγουμε όλοι να πάμε στην Ιταλία, να γίνουμε καθηγητές. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, κάτι θα είχαμε να διδάξουμε. Θα παίρναμε το πρωϊνό μας, θα διαβάζαμε τρείς σελίδες Πλάτωνα, θα παίρναμε το ελαφρύ μεσημεριανό μας. Θα μας άκουγαν με ανοιχτό το στόμα, θα είμασταν πολύ μπροστά. Μείναμε πίσω και δεν γίνεται τίποτα, ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος διάβασε τρείς σελίδες Πλάτωνα και τώρα έχει νοικιάσει όλα τα δωμάτια. Από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο δεν έμεινε τίποτα ενώ θα μπορούσε να έχει γράψει σαράντα βιβλία, ήταν μορφωμένο παιδί από το Μυστρά. Η στέψη του έγινε εκεί, ήταν η πιο μελαγχολική στέψη αυτοκράτορα που έγινε ποτέ, όλοι ήξεραν. Κάθισαν να σφαγιασθούν κι έτσι μείναμε πίσω.

Όλα έγιναν πολύ βιαστικά, η Έρση ήρθε έξαλλη ένα απόγευμα και σου είπε ότι δεν αντέχει πια σ’ αυτή την κωλοχώρα, σου ανακοίνωσε την απόφασή της να ζει έξι μήνες στο Παρίσι και τα καλοκαίρια στη Σαντορίνι. Δεν άντεχε άλλο αυτή την κωλοπόλη, θα κατέβαινε στο Μαρούσι είκοσε μέρες το χρόνο. Έπρεπε να το κάνει γιατί είχαμε μείνει πολύ πίσω, δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβουμε, δεν προλαβαίναμε με τίποτα. Είχε δικαίωμα να προχωρήσει, να ζήσει κάτι, άλλωστε δεν υπήρχαν πια σύνορα. Έπεφταν συνεχώς οι διαχωριστικές γραμμές, ο κόσμος γινόταν ένα. Είχε δικαίωμα να γίνει κάτι διαφορετικό, να μη μείνει πίσω, είχε το αναφαίρετο δικαίωμα να απολαύσει ελεύθερη τον ενωμένο κόσμο, να κατοικήσει σ’ ένα πραγματικό κέντρο. Άλλωστε, μη γελιέσαι, Ρέα μου, μόνο εκεί εκτιμούσαν το ελληνικό πνεύμα, διάβαζαν Πλάτωνα πριν πάνε στον ψυχαναλυτή, τον ήξεραν απ’ έξω κι ανακατωτά, ιδίως ανακατωτά τον ήξεραν απ’ έξω. Από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο δεν έμεινε τίποτα, μη γελιέσαι, κανείς δεν τον ήξερε, ο ψυχαναλυτής δεν τον ήξερε, δεν έγραψε τίποτα αυτός, κάθισε να του πάρουν το κεφάλι τα στίφη. Αν είχε πάει στην Ιταλία, θα είχε γράψει ένα συμπαθητικό βιβλίο για την ιδανική πολιτεία, κάτι θα είχε μείνει, θα είχε κάνει πολύ καλό στον εαυτό του, θα έπαιρνε ήσυχος το πρωινό του, θα διάβαζε τους σοφιστές, θα έβγαζε τα συμπεράσματά του, θα έπαιρνε το μεσημεριανό του, θα τού το έφερναν σ’ ένα δίσκο, θα σκεφτόταν με αγαλλίαση το βραδινό του.

Όλα έγιναν πολύ γρήγορα ενώ ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος προσπάθησε για τελευταία φορά να μείνουν όλα όπως ήταν, να παραμείνουν ασάλευτα, όρθια, σιωπηλά, μελαγχολικά, με χαμηλωμένο το βλέμμα. Αυτή ήταν η κληρονομιά του και η Έρση δεν άντεχε άλλο, της ερχόταν το αίμα στο κεφάλι, τα πράγματα έπρεπε να προχωρήσουν, να κινηθεί ο κόσμος, να φτάσει στ’ αστέρια, να κατακτηθεί το διάστημα, ο Γεμιστός με τον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουϊνο έβαλαν στο μάτι το διάστημα που έμοιαζε ασάλευτο, σιωπηλό, μελαγχολικό, με χαμηλωμένο το βλέμμα, αλλά δεν ήταν καθόλου έτσι, δεν είναι καθόλου έτσι το διάστημα, η ψυχανάλυση του σύμπαντος απέδειξε ότι πρόκειται για ένα χάος που αλλάζει ασταμάτητα κι έτσι ο κόσμος οφείλει να ενωθεί και να γίνει χαοτικός, να αλλάζει συνέχεια, έκαναν πάρα πολύ καλά που έβγαλαν από τη μέση τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

Έκαναν το καθήκον τους γιατί έχει δικαίωμα η Έρση να απολαύσει το χάος. Θα κατεβαίνει στο Μαρούσι δέκα μέρες το χειμώνα και το καλοκαίρι θα παίρνει το πλοίο για τη Σαντορίνη. Έχει υποχρέωση να ζήσει αυτό το υπέροχο χάος, να μην ξέρει που βρίσκεται, όλα τα μέρη να μπερδεύονται γλυκά, να ενωθεί ο κόσμος, να αναλάβουν επιτέλους οι Γεμιστοί τη διαμόρφωση της ιδανικής πολιτείας, της ιδανικής παραίσθησης, να τους αναθέσουν τα τηλεοπτικά κανάλια, να δίνουν οδηγίες στους αστροναύτες, να τους παραδώσουν τα πάντα, έχουν υποχρέωση να τους παραδώσουν τα πάντα. Ο ενωμένος κόσμος πρέπει να γίνει ανοιχτό βιβλίο. Κάποτε πρέπει να γραφτεί με μολύβι Faber Castell ότι ο κόσμος είναι ένα παιχνίδι, τα σύνορα μια απάτη, πο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ένας θλιβερός πεισματάρης χωρίς συγγραφικό ταλέντο, οι ψυχαναλητές το ιερατείο του χάους, το Αιγαίο πέλαγος ο θησαυρός του τουρίστα Γοδεφρείδου, οι Έλληνες τα ξέφτια της ουτοπίας. Κάποτε θα έρθει η ώρα να γίνουν όλα ακόμα πιο γρήγορα και να μη μείνει τίποτα που να είναι σε θέση να αναγνωρίζει κάτι από τον εαυτό του. Όλοι όσοι επιθυμούν να γίνουν Έλληνες θα χαμηλώσουν το βλέμμα, θα παραμείνουν ασάλευτοι και θα υποδεχτούν αδιαμαρτύρητα τα ταχύτατα στίφη του ενωμένου κόσμου. Στο Μυστρά έγινε η πιο μελαγχολική στέψη, όλοι ήξεραν.

 

Advertisements

Θεσσαλονίκη «Το δικό μας αίμα» – Γιώργος Ιωάννου, Κωστής Μοσκώφ (VIDEO)

Η Οργή» (1963) – Πιέρ Πάολο Παζολίνι (video).

Η Οργή» (1963)

Με την «Οργή», ο Παζολίνι στρέφεται στο αμιγώς ντοκιμαντέρ με μια οξύτατη και τρομερά αυστηρή, τελετουργική σχεδόν, παρατηρητικότητα. Ένα κολάζ επίκαιρων που συνθέτουν και παράγουν τελικά την κυριαρχία του φόβου, του κιτς και της χυδαιότητας του δυτικού κόσμου. Ο Παζολίνι αυτοπροσώπως είπε κάποτε για την ταινία αυτή: «Διάλεξα απ’ την απαίσια ιταλική πραγματικότητα ό,τι ήταν λιγότερο κομψό και περισσότερο χυδαίο. Μια πολύ παράξενη ταινία, αλλά και μια εμπειρία που έμεινε εκεί, χωρίς συνέχεια».

ΠΗΓΗ: https://www.youtube.com/watch?v=UVmlV_l9qic

Tο lifestyle της προσφυγιάς

του Κοσμά Βίδου

Tο τραγούδι που θα στείλει η Γαλλία στη Eurovision παραπέμπει σε μία «προβληματισμένη» ποπ. Ακούγεται περισσότερο ως αδέξια προσπάθεια να πουλήσει ευαισθησία για να κερδίσει εντυπώσεις και ψήφους από το ευρωπαϊκό κοινό απευθυνόμενη στις ενοχές του

 

«Γεννήθηκα σήμερα το πρωί, το όνομά μου είναι Mercy
Στη μέση της θάλασσας, ανάμεσα σε δύο χώρες, Mercy
 Ηταν μακρύς ο δρόμος που διάβηκε η μητέρα μου
Κουβαλώντας με μέσα της για οκτώμιση μήνες
Αφήσαμε το σπίτι μας εξαιτίας του πολέμου
(…)
Γεννήθηκα σήμερα, με λένε Mercy
Με τράβηξε ένα χέρι και είμαι ζωντανή
Είμαι όλα αυτά τα παιδιά που πήρε η θάλασσα…» κλπ.

Βρισκόμαστε στο γαλλικό προκριματικό διαγωνισμό για την επιλογή του τραγουδιού που θα στείλει η χώρα στη Γιουροβίζιον. Το συγκρότημα «Madame monsieur» επί σκηνής ερμηνεύει ένα τραγούδι για τους πρόσφυγες, για τα παιδιά που διέσχισαν στην αγκαλιά των δικών τους άγρια πελάγη για να σωθούν. Και για εκείνα που δεν σώθηκαν. Η τραγουδίστρια είναι ντυμένη στα μαύρα και χαϊδεύει με νόημα την κοιλιά της παίζοντας με το όνομα «Mercy» (ευσπλαχνία, έλεος, οίκτος) και το γαλλικό merci (ευχαριστώ), ενώ λικνίζεται στον ρυθμό της ποπ. Προς το τέλος χορεύει, όπως θα χόρευε σε ένα πάρτι. Ο κιθαρίστας την ακολουθεί. Κοινό και κριτική επιτροπή το ίδιο: Xαμογελάνε και κινούνται ρυθμικά. Φροντίζοντας όμως να προσθέσουν στην έκφρασή τους και μια πινελιά πίκρας: Για να δείξουν πως δεν διασκεδάζουν ακριβώς, πως τον έχουν πιάσει τον προβληματισμό, και πως αν η μισή καρδιά τους είναι κεφάτη η άλλη μισή κλαίει. Κάτι με ενοχλεί, και στην εικόνα και στο τραγούδι.

Είναι το life style της προσφυγιάς, του ξεριζωμού που ξαφνικά το φοράμε ως νέα μόδα. Όπως σε εκείνο το ατυχές εξώφυλλο του «Downtown» όπου οι επώνυμοι είχαν φωτογραφηθεί με πορτοκαλί σωσίβια, με τσεμπέρια και με το παράπονο στα πρόσωπά τους. «Είμαστε όλοι πρόσφυγες» έγραφε από κάτω. Ε λοιπόν, δεν είμαστε όλοι! Ούτε είναι ωραίο να χρησιμοποιούμε το δράμα τους ως «εργαλείο» των δημοσίων σχέσεών μας, μετατρέποντάς μία ανθρωπιστική κρίση σε ένα αφελές και απλοϊκό τραγουδάκι. Ναι, και στην περίπτωση της «Mercy» (που επιλέχθηκε εν τέλει να εκπροσωπήσει τη Γαλλία στον φετινό Διαγωνισμό Τραγουδιού της Γιουροβίζιον) υπάρχει άλλοθι: Ανεβάζοντας στη σκηνή ένα τραγούδι που μιλάει για τα παιδιά των προσφύγων ενώνεις τη φωνή σου με τη φωνή εκείνων που υποφέρουν. Την ενώνεις;

Γιατί εσύ χορεύεις με μια μουσική ανάλαφρη και κεφάτη που θα μπορούσε να είναι τραγούδι για έναν έρωτα. Ενώ εκείνοι για τους οποίους τραγουδάς, οι πρόσφυγες, πνίγονται. Ακόμα και αν κάποτε φτάσουμε στο σημείο η ιστορία τους να αποτελέσει το θέμα για μιούζικαλ, όπως συνέβη στην περίπτωση του «Τιτανικού» -τι θλιβερό θέμα για μουσικοχορευτική υπερπαραγωγή το πολύνεκρο ναυάγιο!- δεν μπορεί να γίνει από τώρα. Είναι τουλάχιστον άκομψο, όταν το κακό είναι εν εξελίξει, όταν τα κύματα ξεβράζουν καθημερινά νεκρές Mercy. Ακόμα και αν οι προθέσεις είναι οι ευγενέστερες, όταν σερβίρεις μία τέτοια τραγωδία σε χορευτικό τέμπο, δεν θα αποφύγεις εκείνους που θα διακρίνουν ιδιοτέλεια, κάτι σαν πονηριά πίσω από το ευαίσθητο – καταγγελτικό πόνημά σου. Κάπως έτσι, η ποπ, light, easy listening ως και νερόβραστη «Mercy» στα δικά μου αυτιά ακούγεται περισσότερο ως μια αδέξια προσπάθεια να πουλήσει ευαισθησία για να κερδίσει εντυπώσεις και ψήφους από το ευρωπαϊκό κοινό απευθυνόμενη στις ενοχές του και την ευαισθησία του, παρά ως φωνή αφύπνισης και διαμαρτυρίας. Σε κάθε περίπτωση, είναι μάλλον μεγάλες οι πιθανότητες να τα καταφέρει καθώς το κοινό εύκολα παρασύρεται από τέτοιες κατασκευασμένες συγκινήσεις.

Η όλη συζήτηση, φέρνει στο νου μια άλλη πολύ πιο δυνατή και ειλικρινή φωνή διαμαρτυρίας που ακούστηκε στη Γιουροβίζιον πολλά χρόνια πριν, και ήταν ελληνική. Ο Μάνος Χατζιδάκις ως διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος για να καταγγείλει την τουρκική εισβολή στην Κύπρο έστειλε το 1976 στη Χάγη (όπου φιλοξενούνταν ο διαγωνισμός) τη Μαρίζα Κοχ με ένα μοιρολόγι (σε μουσική δική της και στίχους του Μιχάλη Φωτιάδη) που ουδεμία σχέση είχε με το ύφος του διαγωνισμού: «Κι αν δείτε γη φρεσκοσκαμμένη, όι όι, μάνα μου! / Δε θα `ναι κάμπος καρπερός / Σταυροί θα είναι φυτεμένοι, όι όι, μάνα μου! / Που τους σαπίζει ο καιρός. / Παναγιά μου, Παναγιά μου, παρηγόρα την καρδιά μου!». Τότε, ήρθαμε μόλις 13οι στους 18, είχαμε όμως πει εκείνο που έπρεπε να πούμε. Xωρίς να ζητάμε mercy και χωρίς να υποτασσόμαστε στις εκφραστικές ευκολίες κάποιας εύπεπτης μελωδίας. Με συνέπεια και με αξιοπρέπεια.

Παναγιά μου, Παναγιά μου – 1976

Κάμπος γεμάτος πορτοκάλια, όι όι, μάνα μου!
Που πέρα ως πέρα απλώνετ’ η ελιά
Γύρω χρυσίζουν τ’ ακρογιάλια, όι όι, μάνα μου!
Και σε θαμπώνει, θαμπώνει η αντηλιά

Στον τόπο αυτό όταν θα πάτε, όι όι, μάνα μου!
Σκηνές αν δείτε, αν δείτε στη σειρά
Δε θα `ναι κάμπινγκ για τουρίστες, όι όι, μάνα μου!
Θα `ναι μονάχα, μονάχα προσφυγιά

Παναγιά μου, Παναγιά μου, παρηγόρα την καρδιά μου!
Παναγιά μου, Παναγιά μου, παρηγόρα την καρδιά μου!

Κι αν δείτε ερείπια γκρεμισμένα, όι όι, μάνα μου!
Δε θα `ναι απ’ άλλες, απ’ άλλες εποχές
Από ναπάλμ θα `ναι καμένα, όι όι, μάνα μου!
Θα `ναι τα μύρια χαλάσματα του χτες

Κι αν δείτε γη φρεσκοσκαμμένη, όι όι, μάνα μου!
Δε θα `ναι κάμπος, `ναι κάμπος καρπερός
Σταυροί θα είναι φυτεμένοι, όι όι, μάνα μου!
Που τους σαπίζει, σαπίζει ο καιρός

Παναγιά μου, Παναγιά μου, παρηγόρα την καρδιά μου!
Παναγιά μου, Παναγιά μου, παρηγόρα την καρδιά μου!

Πηγή: http://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341584253-44341584253

Γιάννης Κρούσος : Αγαπηθείτε και φτιάξτε Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις!- που «εμείς» λέμε Εκκλησίες!!!

Ο Ιωσήφ Παπαδόπουλος, παρουσιάζει τον φίλο, συμπατριώτη και οραματιστή ριζοσπάστη με βαθιές ρίζες στην πατρίδα και τη δημοκρατία, Γιάννη Κων.Κρούσο…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Στις δημοσιογραφικές αναζητήσεις μου στον χώρο και στον χρόνο, είχα την ευκαιρία να συναντήσω και να συνομιλήσω με ευλογημένους ανθρώπους. Ανθρώπους αυθεντικούς, ειλικρινείς, που δεν μασούν τα λόγια τους. Ανθρώπους που δεν εμφανίζονται στις τηλεοπτικές οθόνες ούτε στολίζουν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και των περιοδικών. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί αυτό σε μια χώρα και ένα σύστημα ενημέρωσης και προβολής που μετράει τους πολίτες ανάλογα με τα τιμαλφή τους και την παρουσία τους στην πολιτική και νυχτερινή ζωή;

Ποιον από όλους αυτούς τους ευλογημένους ανθρώπους να πρωτοθυμηθώ; Τον μαστρο Μιχάλη Φωκά; Τον Γιώργο Βιντιάδη; Τον καλό μου φίλο Ανδρέα Φουράκη; Τον Μιχάλη Καλογεράκη; Τον Γιάννη Πουλόπουλο; Τον Καλύμνιο ψαρά Λευτέρη Ναρλή; Τους Αστυπαλίτες μελισσολάτρες Μιχάλη Γιάνναρο και Ανδρέα Καλή; Τον καλό μου φίλο και αυτοδύτη Κώστα Θωκταρίδη; Την Lynne Burgess; Τον αείμνηστο παπα Νικόλα των Ψαρών; Τον Βασίλη Μανικάκη; Τον Μπάμπη Μπουζάκη; Τον γιατρό Μανώλη Παπαγεωργίου; Τον Γιώργο Μαστοράκη; Τον Κασιώτη κτηνοτρόφο Γιώργο Νικολάκη Λιόντα; Τον αείμνηστο Griko Salvatore Sicuro; Τον Αυστραλό Col Darling; Τον υπερωκεάνειο ιστιοπλόο Γιώργο Γκρίτση; Τον ανάπηρο πιλότο Απόστολο Μαυροθαλασσίτη; Τον αείμνηστο Καλύμνιο δύτη Σταύρο Βαλσαμίδη; Τον αείμνηστο Μικέ Κατσοτούρχη της Κινάρου; Τους Αννίβα και Απόλλωνα Αρτέμη; Τον αείμνηστο Δημάρχο της Τήλου Τάσο Αλιφέρη; Τον αείμνηστο εξόριστο ψαροντουφεκά του Άϊ Στράτη Αντώνη Ρακόπουλο; Όλοι αυτοί άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στην ψυχή μου και δικαίωσαν τις δημοσιογραφικές επιλογές και το ένστικτό μου.

 

Σε όλους αυτούς ήρθε να προστεθεί ένας ακόμη αυθεντικός άνθρωπος. Ο Γιάννης Κρούσος, από την Κεφαλλονιά, που υποστηρίζει με όλη την δύναμη της καρδιάς και του μυαλού του την κίνηση των 70 συμπατριωτών του που στελεχώνουν στο Αργοστόλι μια Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (Κοιν.Σ.Επ.) με το όνομα «Συναδελφική Κομπανία Κεφαλλονιάς«. Χωρίς συμφέρον, χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς κρυφές σκέψεις στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, με μοναδικό γνώμονα και πυξίδα την αγάπη για τους συμπολίτες του. Ο Γιάννης Κρούσος, μακροχρόνια άνεργος, όπως δηλώνει ο ίδιος, και ανασφάλιστος στην ηλικία των 65 ετών, μου μίλησε για την ανάγκη να ξανα-αγαπηθούν οι Έλληνες μεταξύ τους, να είναι αλληλέγγυοι, να δημιουργήσουν συνεταιρισμούς, να δώσουν διέξοδο στην περιθωριοποίησή τους από κυβερνήσεις που κάθε άλλο παρά έχουν στα σχέδιά τους την προστασία και την ευημερία των πολιτών.

Δεν θέλω να πω περισσότερα. Ο Γιάννης Κρούσος τα είπε άλλωστε όλα στην 35λεπτη συνομιλία μας. Ακούστε τον.

Παρισινή κομμούνα 1871

«Για να εξασφαλίσουμε τον θρίαμβο της επαναστατικής και κοινοτικής ιδέας, της οποίας επιδιώκουμε την ειρηνική ολοκλήρωση, πρέπει να προσδιορίσουμε τις γενικές αρχές και να διατυπώσουμε το πρόγραμμα που οι εκπρόσωποί σας θα πρέπει να υποστηρίξουν και να να πραγματοποιήσουν. Η Κομμούνα (κοινότητα) είναι η βάση του κάθε κρατικού οργανισμού όπως η οικογένεια είναι το έμβρυο των κοινωνιών.

Πρέπει να είναι αυτόνομη, δηλαδή να διοικείται μόνη της ανάλογα με την πνευματική της ιδιαιτερότητα, με τις παραδόσεις της, με τις ανάγκες της. Να υπάρχει ως ηθική οντότητα που διατηρεί μέσα στο πολιτικό, εθνικό και ομοσπονδιακό σύνολο, την πλήρη ελευθερία, τον ιδιότυπο χαρακτήρα της, την απόλυτη αυτεξουσιότητά της, όπως ακριβώς το άτομο μέσα σε μια πόλη. Για να εξασφαλιστεί η ευρύτερη κατά το δυνατό οικονομική ανάπτυξη, η ανεξαρτησία, η εθνική και εδαφική ασφάλεια, μπορεί και οφείλει να συνεργάζεται και να δημιουργεί ομοσπονδίες με όλες τις άλλες κοινότητες ή ενώσεις κοινοτήτων, που αποτελούν το έθνος.

Για να το αποφασίσει αυτό θα πρέπει να λάβει υπόψιν της τις φυλετικές ομοιότητες, τη γλώσσα, τη γεωγραφική θέση, τις κοινές αναμνήσεις και τα κοινά συμφέροντα. Η αυτονομία της κοινότητας εξασφαλίζει στον πολίτη την ελευθερία και στην πόλη την τάξη. Τα μέλη της ομοσπονδίας όλων των κοινοτήτων αυξάνουν με την αμοιβαιότητα, τον πλούτο, τη δύναμη, τους οικονομικούς πόρους και τις δυνατότητες αγορών της κάθε μιας, επειδή επωφελούνται από τις προσπάθειες όλων των άλλων»

(Διακήρυξη της επιτροπής των 20 διαμερισμάτων του Παρισιού-Μάρτιος 1871)

Από το έγκλημα, στην αμετροέπεια της «πολιτικά ορθής» Ιεράς Εξέτασης των μη-σχέσεων…!

3d361d23e5351e5052aaa74d07844c21

Τα σεξουαλικά εγκλήματα του κινηματογραφικού παραγωγού Χάρβεϊ Γουάινστιν, έδωσαν και πάλι αφορμή για κραυγαλέα ταύτιση αυτονόητων διαχωρισμών σε πράξεις και σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους.Ο βιασμός είναι έγκλημα, όπως ανουσιούργημα είναι και ο σεξισμός. Ο ορθολογισμός όμως του «ανορθολογισμού» των δήθεν ατομικών δικαιωμάτων ( Κ.Μάρξ: «Το δικαίωμα του ανθρώπου στην ελευθερία δεν βασίζεται στη σύνδεση του ανθρώπου με τον άνθρωπο, αλλά αντίθετα στην απομόνωση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Είναι το δικαίωμα αυτής της απομόνωσης, το δικαίωμα του περιορισμένου, του κλεισμένου στον εαυτό του ατόμου…») και της political correct λογοκρισίας, περιχαρακώνει τις σχέσεις και απογυμνώνει τους χυμούς τους, που εμπεριέχουν το φλέρτ, το αδέξιο ή ευφυές πείραγμα, την αβρότητα, το άγγιγμα, την έλξη, την ζεστασιά εντέλει των ανθρώπινων σχέσεων, που δεν καταλήγουν πάντα στο ερωτικό κρεββάτι, αλλά σε ένα ανθρωπένιο μοίρασμα της ύπαρξης, των παιγνιδιών που παίζουν οι άνθρωποι.

Όταν όμως θεωρείς ότι κάθε άνδρας επειδή έχει τσουτσουνι είναι φαλλοκράτης-σεξιστής και κάθε γυναίκα είναι φεμινίστρια (και μάλιστα μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής κατεύθυνσης και μεγα-ισχύος) τότε παίζεις ακριβώς το παιγνίδι των φανατισμών, των διακρίσεων και της ενοχοποίησης του έρωτα. Ενώ, επιπλέον, θεωρείς τις περισσότερες γυναίκες άβουλες και ανώριμες ώστε να διακρίνουν τα όρια, ανάμεσα στο φλέρτ και την έλλειψη του αυτονόητου σεβασμού στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Στην λογική αυτή, το δαντελένιο πείραγμα παλιού ερωτύλου Κεφαλλονίτη μπόν βιβέρ(όπως θυμάμαι από διηγήσεις), σε δεσποινίδα στο Ζάππειο : «Δεσποσύνη, θα μου επιτρέψετε να σας κεράσω μια πάστα στην Αίγλη;» ή τα παρακάτω βιντεάκια, θα διώκονταν με εξανδραποδισμό και ισόβια δεσμά!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Ο ΣΑΝ ΜΙΚΕΛΕ ΕΙΧΕ ΕΝΑΝ ΚΟΚΟΡΑ (1972) – Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι

πηγή κειμένου: http://www.cinephilia.gr/index.php/tainies/europa/4011-san-michele-aveva-un-gallo-paolo-vittorio-taviani

Στα τέλη του 19ου αιώνα, μια ομάδα αναρχικών εισβάλλει σ’ ένα χωριό του ιταλικού Νότου και προσπαθεί να πείσει τους χωρικούς να ενστερνιστούν τις αρχές της κολεκτιβοποίησης. Οι χωρικοί όχι μόνον μένουν απαθείς στο επαναστατικό κάλεσμα, αλλά καλούν και τις Αρχές, οι αναρχικοί συλλαμβάνονται και ο αρχηγός τους Τζούλιο Μανιέρι καταδικάζεται σε θάνατο. Τελικά η ποινή του μετατρέπεται την ύστατη στιγμή σε ισόβια και κλείνεται στη φυλακή σε απόλυτη απομόνωση και χωρίς δικαίωμα γραφής, ανάγνωσης ή οποιασδήποτε επικοινωνίας με τον έξω κόσμο.

Για να επιβιώσει χωρίς να τρελαθεί, υιοθετεί ένα τελετουργικό φανταστικών καθηκόντων και πνευματικών ασκήσεων, το οποίο εκτελεί απαρέγκλιτα με μια εξαιρετικά αυστηρή πειθαρχία που επιβάλλει στον εαυτό του. Όταν μετά από δέκα χρόνια εγκλεισμού μεταφέρεται σε μια άλλη φυλακή, στη διάρκεια της μετακίνησής του έχει την ευκαιρία να μιλήσει για πρώτη φορά με μια ομάδα νεότερων πολιτικών κρατουμένων. Με την επαφή του αυτή αντιλαμβάνεται, όχι μόνον το χιμαιρικό και ουτοπικό χαρακτήρα των ιδεών του, αλλά και πως αποτελεί πια ένα απολίθωμα του παρελθόντος, καθώς η κοινωνική πραγματικότητα, όπως και τα νέα δεδομένα του επαναστατικού κινήματος, τον έχουν ξεπεράσει.

Οι αδελφοί Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι/ Paolo & Vittorio Taviani στην πέμπτη τους ταινία, βασισμένη στη νουβέλα του Λέοντος Τολστόι «Το θείο και το ανθρώπινο», δημιουργούν ένα έξοχο πολιτικό σχόλιο πάνω στα θέματα του εγκλεισμού, της εσωτερικής αντίστασης και της επαναστατικής ουτοπίας. Η ταινία είναι ένας στοχασμός γύρω από τη σχέση σύγκρουσης ανάμεσα τις απαιτήσεις της πολιτικής στράτευσης και τις υπαρξιακές αγωνίες, ανάμεσα στον ουτοπικό και στον «επιστημονικό» σοσιαλισμό και εντέλει μεταξύ δύο διαφορετικών τρόπων ερμηνείας και κατανόησης της επαναστατικής διαδικασίας.

Πέρα από το ουσιαστικό της πολιτικό υπόβαθρο, η ταινία Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα μιλά για την ανθρώπινη θυσία στο βωμό της μοναξιάς και στο όνομα μιας υψηλής ιδέας και είναι απόλυτα επίκαιρη γιατί το βασικό της θέμα αφορά σε αυτό που σήμερα έχει παντελώς εξαφανιστεί: την πολιτική και κοινωνική στράτευση με όρους ανιδιοτέλειας και ηθικής εντιμότητας. Στην ταινία ξεδιπλώνεται, σε τρεις πράξεις, ένας θαρραλέος απολογισμός μιας ζωής που αφήνεται να πνιγεί στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας, όταν η Ιστορία αλλάζει πορεία «χωρίς να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία». Πρόκειται για μια από τις πιο αρμονικές, ισορροπημένες, εσωτερικές και τολμηρές αφηγηματικά και υφολογικά ταινίες, όχι μόνον του έργου των αδελφών από την Τοσκάνη, αλλά και του ιταλικού σινεμά της δεκαετίας του ‘70.

Το Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα, γυρισμένο το 1972, βγήκε στις αίθουσες μονάχα τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν το Αλοζανφάν καθιέρωσε διεθνώς τους Ταβιάνι. Ο ηθοποιός Τζούλιο Μπρότζι είναι εκπληκτικός, παίζοντας με μοναδικό συνομιλητή τον εαυτό του, σ’ ένα ρόλο ηθικά και σωματικά δύσκολο και επίπονο.

Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα / St. Michael Had a Rooster / San Michele aveva un gallo (Ιταλία, 1972).
Σκηνοθεσία: Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι / Paolo & Vittorio Taviani. Με τους: Giulio Brogi, Daniele Dublino, Renato Cestiè. Έγχρωμη, 90΄.

Των Αφανών…! (video)

Ο Σαββόπουλος για την ελληνική γλώσσα!

Ένα ταξείδι στην Αλεξάνδρεια και στο βίωμα της ελληνικής γλώσσας

Ακόμα με παιδεύει ο Μπαγάσας! Έχω θυμώσει μαζί του, έχω απογοητευτεί, τον έχω γκρεμίσει από το βάθρο που τον είχα κάποτε αλλά…, αλλά ο Νιόνιος είχε ένα μαγικό χάρισμα να μιλά τόσο βαθιά για κάποια ζητήματα που δεν χωράνε στις ιδιοτέλειες που τον παρέσυραν στην προσωπική του διαδρομή. Κι όταν ένα τέτοιο ζήτημα είναι η βαθιά ιστορική, φιλοσοφική και πολιτισμική συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, μας δίνει τόσο οικουμενικά διδάγματα, αφηγήσεις και αλήθειες που έχουμε ανάγκη εκείνο τον απολογητικό και προφητικό του λόγο, ιδιαίτερα στις μέρες μας που η αλλοτρίωση κατακυριεύει την ύπαρξή μας ως συλλογικό υποκείμενο!

Το απόσπασμα στο βίντεο είναι από την επίσκεψη του Σαββόπουλου στην Αλεξάνδρεια του Καβάφη, του οικουμενικού ελληνισμού και της σύνθεσης που διαμόρφωσε την ελληνική γλώσσα στο πέρασμα των αιώνων. Το «ταξείδι»αυτό πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της εκπομπής  «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι, που δημιούργησε ο Νιόνιος στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Απολαυστικός!

Δημήτρης Ναπ.Γ.

 

Στατιστικά

  • 47,228 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Ιουνίου 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

…που χει λεβέντες νέους, αναρχικούς κι ωραίους!!!

Πατήστε την εικόνα για περισσότερα...

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…

Advertisements