//
archives

ΟΙΚΟ-ΛΟΓΙΑ

This category contains 25 posts

Πίσω απ΄τη βιτρίνα η Δραπετσώνα, το Κερατσίνι, η Ελευσίνα …

Πίσω απ’ τη βιτρίνα
η Δραπετσώνα, το Κερατσίνι, η Ελευσίνα
πίσω απ’ τη βιτρίνα όλα αυτά.
Γκαζάδικα, βαφεία κι η θάλασσα λεκές,
έγινε το κορμί μου σκουπιδοντενεκές
και βρίζω τον αγέρα κι αυτή τη μαύρη σκόνη
που γδέρνει τα πλεμόνια και τη ζωή μου λιώνει…

Όταν ο Κώστας Τριπολίτης έγραφε τους στίχους, το μεγαλύτερο πρόβλημα των περιοχών αυτών ήταν η μόλυνση και οι κακές συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων. Περιοχές φτωχές και υποβαθμισμένες τα προηγούμενα πολλά χρόνια, με έντονο προσφυγικό στοιχείο και την προγραφή τους ως τόποι ανάπτυξης της ελληνικής βιομηχανίας. Προλεταριάτο, πρόσφυγες, βιοπαλαιστές κάθε είδους, λούμπεν και απόκληροι, μικρομάγαζα, αχθοφόροι του λιμανιού και μικροβιοτεχνίες, φασόν κάθε είδους, μηχανουργεία και μαστορική με όλες τις αντιφάσεις και παραγωγικές στρεβλώσεις προσκολλημένα στην «εκσυγχρονιστική» στρεβλή διόγκωση της εξαρτημένης εκβιομηχάνισης κυρίως από τον ξένο παράγοντα και τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες.

Και πλήθος λαού. Εξαγνισμένος και μυθοποιημένος, όπως τον αντίκριζα κι εγώ πίσω από τη βιτρίνα της μικροαστικής γωνιάς της γειτονιάς μου, στην αθηναϊκή μεγαλούπολη. Αγωνιστές ενάντια στην εξουσία και το μαράζι της καθημερινότητας.

Την δεκαετία του ’60, ο επώδυνος καθημερινός μόχθος στις «παραγκουπόλεις» και στα προσφυγικά, ισορρόπησε με την αθρόα μετανάστευση, ενώ στην δεκαετία του 70, τα ναυπηγεία και τα διυλιστήρια του Τομ Πάππας με τις φουτουριστικές δεξαμενές, έδεσαν με την ανάγκη του μεροκάματου και την υποτέλεια της χώρας σε ξένους και ντόπιους δυνάστες. Δημιουργήθηκε τότε ένα νεορεαλιστικό «κινηματογραφικό» τοπίο με την ανάγκη στέγασης που κατέλαβε το βουνό πάνω από το Πέραμα με τα εργατικά αυθαίρετα. Λαϊκές κατοικίες της μιας νύχτας, με την βοήθεια της γειτονιάς και την ταύτιση του παραγωγού κατοικιών με τον χρήστη τους, σε μια σχεδόν επαναστατική ανατροπή της εμπορευματικής λογικής της κατοικίας. Είναι τα γιαπιά που τόνιζαν την ανάγκη των εσωτερικών μεταναστών για «ένα κεραμίδι πάνω απ’το κεφάλι μας», αρκετό για να στεγάσει τα «αυθαίρετα», για το κεφάλαιο και το άπονο κράτος, όνειρα των λαϊκών τάξεων με την μικρή αυλή και το γιασεμί στη γλάστρα. Πλημμύριζε ο τόπος απ’την ευωδιά των λουλουδιών με την διάχυτη υπενθύμιση του μαζούτ και της μόλυνσης του τόπου. Χρωματίζοντας με αντιφατικά χρώματα και αρώματα, την αγωνία για να ανθίσει ζωή μέσα στις ρωγμές μιας Ελλάδας που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να γίνει λεύτερη.

Και το ΄80, με την «δικαίωση» των λαϊκών ονείρων, «από τα πάνω», μέσω ενός παρασιτικού «σοσιαλισμού», ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός έγινε ακόμα πιο αντιφατικός. Η διαστρέβλωση εθνικών και ταξικών οραμάτων απελευθέρωσης, η δημαγωγία και ο αερητζίδικος τριτογενής τομέας, δημιούργησαν νεόκτιστα (νεόδμητα, για τον «εκσυγχρονισμό») οικήματα και όνειρα, παλεύοντας με κάθε τρόπο να λεηλατήσουν το ήθος και την λαϊκή ψυχή. Και στα χρόνια της τωρινής μνημονιακής κατοχής, τα ερείπια και τα φαντάσματα των συνοικιών του μόχθου και της παραγωγής, μοιάζουν να αναζητούν όχι εκείνη την δύσκολη εποχή, αλλά το πνεύμα μιας αυτόκεντρης και αυτόνομης ευκαιρίας που χάθηκε μέσα στις πολλές αντικρουόμενες ιδεολογικές ατραπούς.

 

Συχνά, ψάχνω στις  γειτονιές αυτές. Τον ήχο του πρώτου πρωινού λεωφορείου και τον στεναγμό συγγενών και φίλων που επισκεπτόμασταν οικογενεικώς Κυριακές απόγευμα.. Μορφών με γλύκα και πείσμα, που ξεκινούσαν αξημέρωτα για μια κοπιαστική ζωή με όνειρα και όραμα. Κάπου, ίσως υπάρχει πάλι ελπίδα. Τώρα που ορφάνεψαν οι ιδεολογίες και οι χίμαιρες έδειξαν το εφιαλτικό πρόσωπό τους. Στα χρόνια μας,  που χρειάζεται ένα συλλογικό χέρι να δώσει πάλι ζωή, όχι στην μόλυνση και στην εκμετάλλευση καιρών αλλοτινών, αλλά σε μια νέα παραγωγική λογική μακριά από αφέντες και δυνάστες. Εγώ θα συνεχίζω να ψάχνω…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

 

Το άγχος, η αβεβαιότητα και ο φόβος στη σύγχρονη μητρόπολη

metro1

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 15, Ιούνιος 2003

Οι κοι­νω­νί­ες των σύγ­χρο­νων με­γα­λου­πό­λε­ων, ε­δραιω­μέ­νες και ορ­γα­νω­μέ­νες σύμ­φω­να με την πα­γκό­σμια χάρ­τα της οι­κο­νο­μι­κής δι­κτα­το­ρί­ας, α­σφυ­κτιού­σες κά­τω α­πό τη διαρ­κώς αυ­ξα­νό­με­νη πί­ε­ση του κρα­τι­κού ζυ­γού, πα­ρου­σιά­ζουν δε­κα­ε­τί­ες τώ­ρα –απ’ ά­κρη σ’ ά­κρη της γης– κά­ποια κοι­νά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στην έκ­φρα­ση και τη δρα­στη­ριο­ποί­η­σή τους. Το άγ­χος λοι­πόν, η α­πο­μό­νω­ση, ο φό­βος και η α­βε­βαιό­τη­τα α­πο­τε­λούν α­να­πό­σπα­στα στοι­χεί­α της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας των κα­τα­πιε­σμέ­νων, οι ο­ποί­οι αιώ­νες τώ­ρα υ­φί­στα­νται στο σώ­μα και την ψυ­χή τους τα θε­σμο­θε­τη­μέ­να βα­σα­νι­στή­ρια του κρά­τους και της κάθε μορφής ε­ξου­σί­ας.

Ποιοί εί­ναι ό­μως οι πα­ρά­γο­ντες ε­κεί­νοι και ποιά τα ι­διαί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της λει­τουρ­γί­ας και της μορ­φής των σύγ­χρο­νων κοι­νω­νιών, που ευ­θύ­νο­νται γι’ αυ­τή την κα­τά­στα­ση; Εί­ναι α­να­ντίρ­ρη­το γε­γο­νός ο­τι κρά­τος και κε­φά­λαιο, α­πό­λυ­τα ε­ναρ­μο­νι­σμέ­να προς έ­να κοι­νό σκο­πό, την δια­τή­ρη­ση της κυ­ριαρ­χί­ας τους και την διαιώ­νι­ση της προ­λε­τα­ριο­ποί­η­σης των αν­θρώ­πων, προ­πα­ρα­σκευά­ζουν –μέ­σα α­πό θε­α­μα­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες δια­με­σο­λά­βη­σης και α­ντι­στρο­φής της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας– τις συν­θή­κες και τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της α­πο­συ­ντι­θε­μέ­νης κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας του κα­θε­νός α­πό ε­μάς. Συ­νε­πώς η α­στι­κή κυ­ριαρ­χί­α που ε­δώ και τρεις αιώ­νες πα­ρα­σι­τεί εις βά­ρος των λα­ών μπο­ρεί και κα­τα­νέ­μει σω­στά τους ε­ξα­να­γκα­σμούς τους ο­ποί­ους προ­σπα­θεί να κα­λύ­ψει με το γε­λοί­ο έν­δυ­μα των νό­μων, που προ­στα­τεύ­ουν (ποιούς ά­ρα­γε και α­πό τι;) και βγαί­νουν στο ό­νο­μα των πιο α­προ­κά­λυ­πτων και βρώ­μι­κων ε­ξου­σια­στι­κών ε­πι­τα­γών. Αυ­τές κά­θε φο­ρά εί­τε εί­ναι κοι­νω­νι­κές, εί­τε οι­κο­νο­μι­κές, πο­λε­ο­δο­μι­κές, πο­λι­τι­κές ή α­κό­μα και η­θι­κές υ­πο­βι­βά­ζουν τον άν­θρω­πο σε α­ντι­κεί­με­νο το ο­ποί­ο ή θα εί­ναι κλει­δω­μέ­νο σε κά­ποια φυ­λα­κή (ή ψυ­χια­τρεί­ο) ή θα βρί­σκε­ται στοι­βαγ­μέ­νο κά­που στα κέ­ντρα πα­ρα­γω­γής και κα­τα­νά­λω­σης. Α­λί­μο­νο λοι­πόν αν σε μια τέ­τοια ορ­γά­νω­ση για τη διά­θε­ση της ζω­ής δεν πα­ρου­σιά­ζο­νται στους αν­θρώ­πους εκ­δη­λώ­σεις μό­νι­μού άγ­χους, φό­βου, και α­βε­βαιό­τη­τας.

Ο χώ­ρος και η μορ­φή των πό­λε­ων, που διά­φο­ροι αρ­χι­τέ­κτο­νες και πο­λε­ο­δό­μοι (ά­ξιοι ερ­γά­τες και σύμ­βου­λοι της κρα­τι­κής-οι­κο­νο­μι­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας) έ­χτι­σαν και δη­μιούρ­γη­σαν για τους αν­θρώ­πους, μό­νο αν­θρω­πιά δεν έ­χει. Οι σύγ­χρο­νες μη­τρο­πό­λεις α­πο­τε­λούν ά­ξια τέ­κνα των με­γα­λου­πό­λε­ων που προ­έ­κυ­ψαν α­πό τη βιο­μη­χα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση. Με­γα­λου­πό­λεις που ε­ξυ­πη­ρε­τού­σαν φυ­σι­κά τη συσ­σώ­ρευ­ση ερ­γα­τι­κού δυ­να­μι­κού, τη δη­μιουρ­γί­α προ­λε­τα­ρια­κών ζω­νών και τον ευ­κο­λό­τε­ρο έ­λεγ­χο. Πρό­κει­ται για έ­να πε­ρι­βάλ­λον α­πρό­σω­πο ό­που ε­πι­κρα­τεί το πνεύ­μα και η νο­ο­τρο­πί­α της «αρ­χι­τε­κτο­νι­κής του κα­τα­να­γκα­σμού». Μια αρ­χι­τε­κτο­νι­κή, που προ­σπα­θεί α­πό τη μια με την ε­ξω­τε­ρι­κή ει­κό­να της να δη­λώ­σει το «με­γα­λεί­ο» και την «ε­πι­βλη­τι­κό­τη­τα» της ε­ξου­σί­ας και α­πό την άλ­λη με την ε­σω­τε­ρι­κή της εμ­φά­νι­ση να ι­κα­νοποι­ή­σει τις α­παι­τή­σεις της ε­ξου­σί­ας για έ­λεγ­χο, μα­ζο­ποί­η­ση και α­πο­μό­νω­ση. Το πε­ρι­βάλ­λον αυ­τό δια­χω­ρι­σμέ­νο σε γκέ­το, πε­ριο­χές ερ­γα­σί­ας, φτω­χών και πλού­σιων, και ε­πι­βα­ρη­μέ­νο α­πό τη μό­λυν­ση των το­ξι­κών α­πο­βλή­των α­πό τα ερ­γο­στά­σια α­πο­τε­λεί­ται συ­νή­θως α­πό πα­νύ­ψη­λα κτί­ρια και πο­λυ­κα­τοι­κί­ες που κρύ­βουν τον ου­ρα­νό δρό­μους που ε­ξυ­πη­ρε­τούν την διέ­λευ­ση των τρο­χο­φό­ρων και α­σφα­λώς τη δια­κί­νη­ση των ε­μπο­ρευ­μά­των. Οι δρό­μοι αυ­τοί ευ­θύ­νο­νται για το α­σφυ­κτι­κό μπο­τι­λιά­ρι­σμα και για τα κα­θη­με­ρι­νά τρο­χαί­α που α­πει­λούν τις ζω­ές ο­δη­γών και πε­ζών. Πρό­κει­ται λοι­πόν για έ­να πε­ρι­βάλ­λον που στο σύ­νο­λο του εκ­φρά­ζε­ται μέ­σα α­πό α­κα­λαί­σθη­τους ό­γκους του μπε­τόν αρ­μέ κά­τω α­πό τους ο­ποί­ους με­γα­λώ­νουν παι­διά και ζουν άν­θρω­ποι νευ­ρω­τι­κοί, αγ­χώ­δεις, κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι να υ­φί­στα­νται έ­ναν πε­ρί­γυ­ρο που σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δεν εί­ναι ο φυ­σι­κός τους.

images

Α­πό τη άλ­λη πλευ­ρά, οι ρυθ­μοί της σύγ­χρο­νης κοι­νω­νι­κής «ε­ξε­λί­ξε­ως» -λό­γω της ερ­γα­σί­ας του κα­πι­τα­λι­σμού για την πα­γί­ω­ση και ο­λο­έ­να ι­σχυ­ρο­ποί­η­ση του σε πα­γκό­σμιο ε­πί­πε­δο- αυ­ξά­νο­νται ι­λιγ­γιω­δώς και οι ρυθ­μοί πα­ρα­γω­γής και κα­τα­νά­λω­σης που έ­χουν ε­πι­βλη­θεί στους «δού­λους της δη­μο­κρα­τί­ας» εί­ναι συμ­με­τρι­κά α­ντί­θε­τοι προς τις α­ντο­χές και τις ε­πι­θυ­μί­ες τους. Προ­κει­μέ­νου να α­ντε­πε­ξέλ­θουν στις α­παι­τή­σεις της κυ­ριαρ­χί­ας θα δου­λέ­ψουν πολ­λές ώ­ρες και μά­λι­στα σε συν­θή­κες, ό­που θα κρί­νε­ται διαρ­κώς ε­πι­σφα­λής η υ­γεί­α και η ζω­ή. Θα μπουν σε δια­δι­κα­σί­ες α­ντα­γω­νι­σμού και ε­ξει­δί­κευ­σης και γε­νι­κά θα κα­τα­βά­λουν ό­λη τους τη δυ­να­μι­κή, προ­κει­μέ­νου να φέ­ρουν εις πέ­ρας την ε­παγ­γελ­μα­τι­κή τους α­πο­στο­λή. Τον ε­ξα­να­γκα­σμό αυ­τό για την προ­ε­τοι­μα­σί­α μιας α­πο­δε­κτής και λει­τουρ­γι­κής μο­νά­δας του συ­στή­μα­τος, βιώ­νει ο άν­θρω­πος α­πό την παι­δι­κή η­λι­κί­α κα­τά τη σχο­λι­κή πε­ρί­ο­δο.

Ε­πι­πρό­σθε­τα η ε­ξέ­λι­ξη της ε­πι­στή­μης σε συν­δυα­σμό με την τα­χύ­τα­τη ε­ξά­πλω­ση της τε­χνο­λο­γί­ας έ­χει σα­φώς α­πε­λευ­θε­ρώ­σει τον άν­θρω­πο α­πό το άγ­χος για την κά­λυ­ψη βα­σι­κών α­να­γκών, α­πό την άλ­λη ό­μως τον έ­χει ε­γκλω­βί­σει μέ­σα σε μια πλη­θώ­ρα α­γα­θών που πρέ­πει να κα­τα­να­λώ­σει κα­θώς οι ε­πι­θυ­μί­ες του δεν α­να­πτύσ­σο­νται σύμ­φω­να με τις ε­πι­τα­γές του «ε­γώ» του αλ­λά α­νά­λο­γα με τις ρυθ­μί­σεις των θε­α­μα­τι­κών μη­χα­νι­σμών, που λει­τουρ­γούν στα α­στι­κά κέ­ντρα.

Μέ­σα σ’ αυ­τές τις κοι­νω­νί­ες της α­φθο­νί­ας και της υ­λι­κής ευ­η­με­ρί­ας, το ά­το­μο α­σφυ­κτιά κά­τω α­πό τον ο­λο­κλη­ρω­τι­σμό των ε­μπο­ρευ­μά­των που κα­θη­με­ρι­νά α­πα­σχο­λούν το χώ­ρο, το χρό­νο του, τις α­νά­γκες και γε­νι­κά τη διά­θε­ση της ζω­ής του. Ο σύγ­χρο­νος σκλά­βος των με­γα­λου­πό­λε­ων εί­ναι ε­ξα­να­γκα­σμέ­νος κα­θη­με­ρι­νά να κα­τα­να­λώ­νει φάρ­μα­κα, συ­σκευα­σμέ­νες τρο­φές, κουλ­τού­ρα, γνώ­ση, ψυ­χα­γω­γί­α και να α­να­λώ­νε­ται σ’ ο­τι­δή­πο­τε κα­τα­να­λώ­νει τον ε­αυ­τό του προς ό­φε­λος της κε­φα­λαιο­κρα­τι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας.

Ε­πι­πρό­σθε­τα, ό­λες οι α­νέ­σεις που προ­σφέ­ρει η πα­γκό­σμια βιο­μη­χα­νί­α σε συν­δυα­σμό με την αυ­το­μα­το­ποί­η­ση της τε­χνο­λο­γί­ας -συ­στή­μα­τα ε­πι­κοι­νω­νί­ας, κλι­μα­τι­σμού, αυ­τό­μα­τοι πω­λη­τές, η­λε­κτρο­νι­κά μη­χα­νή­μα­τα κτλ-, α­πο­τε­λούν την κλει­στή πα­ρα­γω­γι­κή λει­τουρ­γί­α ε­νός μη­χα­νι­σμού, κα­τά τη διάρ­κεια του ο­ποί­ου, ή πα­ρα­γκω­νί­ζε­ται ή ε­νί­ο­τε εκ­μη­δε­νί­ζε­ται ε­ντε­λώς η πα­ρέμ­βα­ση του α­τό­μου και η διά­θε­σή του για δη­μιουρ­γι­κό­τη­τα.

Έ­να άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των σύγ­χρο­νων α­στι­κών συ­γκρο­τη­μά­των, το ο­ποί­ο ευ­θύ­νε­ται για τη δη­μιουρ­γί­α άγ­χους φό­βου και α­βε­βαιό­τη­τας εί­ναι και η αυ­ξα­νό­με­νη θε­σμο­θε­τη­μέ­νη βί­α α­πό τη με­ριά του κρά­τους εις βά­ρος των κα­τα­πιε­σμέ­νων. Η αυ­το­γνω­σί­α των α­φε­ντι­κών ο­τι πα­ρα­σι­τούν α­να­φο­ρι­κά με την ε­πι­δί­ω­ξη των κοι­νω­νιών για α­πε­λευ­θέ­ρω­ση -και ο φό­βος φυ­σι­κά που συ­νο­δεύ­ει τη γνώ­ση τους αυ­τή- έ­χει ο­δη­γή­σει στη διαρ­κώς αυ­ξα­νό­με­νη α­στυ­νό­μευ­ση των α­στι­κών συ­γκρο­τη­μά­των. Συ­νε­πώς κα­θη­με­ρι­νά, κά­θε «ε­λεύ­θε­ρος δη­μο­κρά­της πο­λί­της» έ­χει να α­ντι­με­τω­πί­σει στο διά­βα του πά­νο­πλους α­στυ­νο­μι­κούς οι ο­ποί­οι με το χέ­ρι σε έ­κτα­ση και το δά­κτυ­λο στη σκαν­δά­λη πραγ­μα­το­ποιούν ε­ξα­κρι­βώ­σεις, α­πει­λές, α­πα­γω­γές, ε­κτε­λέ­σεις α­σκούν μια α­δυ­σώ­πη­τη τρο­μο­κρα­τί­α προ­σω­πο­ποιώ­ντας την κρα­τι­κή ε­πι­βο­λή και θυ­μί­ζο­ντας βέ­βαια ο­τι οι αν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες ορ­γα­νώ­νο­νται και συ­γκρο­τού­νται κά­τω α­πό το κα­θε­στώς των ό­πλων και του φό­βου.

Αυ­τό λοι­πόν εί­ναι έ­να κομ­μά­τι της κα­θη­με­ρι­νής ζω­ής των με­γα­λου­πό­λε­ων, πλημ­μυ­ρι­σμέ­νης α­πό το άγ­χος, την α­πο­μό­νω­ση και α­βε­βαιό­τη­τα, ευ­θυ­γραμ­μι­σμέ­νη στα πλαί­σια της φτώ­χιας και της κα­τα­πί­ε­σης που έ­θε­σαν οι α­παι­τή­σεις της ι­στο­ρί­ας της εκ­με­τάλ­λευ­σης. Α­πό την άλ­λη βέ­βαια οι ε­πί μα­κρόν συ­ζη­τή­σεις των μπα­σκί­νων, δι­κα­στών, αρ­χι­τε­κτό­νων, πο­λε­ο­δό­μων ψυ­χο­λό­γων για τον ε­ξαν­θρω­πι­σμό των με­γά­λων α­στι­κών συ­γκρο­τη­μά­των, α­πο­τε­λούν έ­να φε­να­κι­σμό τό­σο α­στεί­ο ό­σο α­στεί­ος μπο­ρεί να εί­ναι ο ε­ξαν­θρω­πι­σμός του κρά­τους και της ε­ξου­σί­ας.

Α­ναμ­φί­βο­λο λοι­πόν, εί­ναι το γε­γο­νός ο­τι αυ­τή η άρ­ρω­στη κα­τά­στα­ση (της ε­πι­βί­ω­σης και κοι­νω­νι­κής α­πο­δο­χής) που έ­χει ε­πι­βάλ­λει η κρα­τι­κή-οι­κο­νο­μι­κή ε­ξου­σί­α ως σύ­στη­μα για τη διά­θε­ση της αν­θρώ­πι­νης ζω­ής, εί­ναι το α­πο­τέ­λε­σμα των διερ­γα­σιών της για τη διαιώ­νι­ση και ι­σχυ­ρο­ποί­η­σή της πά­νω στον τρά­χη­λο των κα­τα­πιε­σμέ­νων. Α­πό την άλ­λη δε θα πρέ­πει να πα­ρα­βλέ­που­με την ι­στο­ρι­κή α­λή­θεια, το γε­γο­νός ο­τι αυ­τή η κα­τά­στα­ση ε­ξω­θεί τους α­δύ­να­τους στην ε­πι­λο­γή και τη χρή­ση της α­πα­ραί­τη­της α­ντι­βί­ας και τους με­τα­μορ­φώ­νει σ’ έ­να η­φαί­στειο, έ­τοι­μο να ξυ­πνή­σει και να ε­κρα­γεί και του ο­ποί­ου η λά­βα θα σπεί­ρει τον ό­λε­θρο και την κα­τα­στρο­φή σ’ ο­τι­δή­πο­τε ε­πί αιώ­νες τώ­ρα τρο­μο­κρα­τεί και κα­τα­πιέ­ζει…

https://anarchypress.wordpress.com/2017/01/04/%cf%84%ce%bf-%ce%ac%ce%b3%cf%87%ce%bf%cf%82-%ce%b7-%ce%b1%ce%b2%ce%b5%ce%b2%ce%b1%ce%b9%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf-%cf%86%cf%8c%ce%b2%ce%bf%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%b7/

Ζιλ Λιποβετσκί, Ζαν Σερουά – Το πνεύμα του καλλιτεχνικού καπιταλισμού

Aναδημοσίευση από: http://www.respublica.gr

capitalisme-artisteΤο πνεύμα του καλλιτεχνικού καπιταλισμού
Δύναμη της κριτικής ή ισχύς της αγοράς;
Μετάφραση: Βασίλης Τομανάς

{Gilles Lipovetsky και Jean Serroy, “L’esprit du capitalisme artiste: force de la critique ou puissance du marché?”, στο L’esthétisation du monde: Vivre à l’âge du capitalisme artiste [Η αισθητικοποίηση του κόσμου: η ζωή στην εποχή του καλλιτεχνικού καπιταλισμού], Παρίσι, Gallimard, 2013, σσ. 122-131.}

Ο καλλιτεχνικός καπιταλισμός
και η καλλιτεχνική κριτική

Φαντάζει δύσκολο να αντιληφθούμε την πολυπλοκότητα του καπιταλισμού σήμερα, χωρίς να λάβουμε υπόψη μας ένα σύνολο νέων παραγόντων, οικονομικής, πολιτικής και τεχνολογικής φύσης. Ωστόσο, υπάρχει και μια σειρά από άλλους, καθαρά ιδεολογικούς, παράγοντες που θα πρέπει να υπογραμμιστούν, όπως αυτοί που ο Luc Boltanski και η Eve Chiapello χαρακτήρισαν ως «καλλιτεχνική κριτική»1, βλέποντας σε αυτήν τη μία από τις δύο μεγάλες ιδεολογικές δυνάμεις που ευθύνονται για τη μεταστροφή του σύγχρονου καπιταλισμού.

Από την αρχή της ύπαρξής του, ο καπιταλισµός έχει αντιµετωπίσει βίαιες επικρίσεις που βασίζονται σε διάφορες µορφές αγανάκτησης. Μεταξύ αυτών, από τη µία πλευρά, η φτώχεια και η κοινωνική ανισότητα που συνοψίζονται σε ό,τι αποκαλούµε «κοινωνική κριτική»· από την άλλη, η καταπίεση των ανθρώπων, η απογοήτευση, η µη αυθεντικότητα των αντικειµένων, µε άλλα λόγια τα συναισθήµατα και τα πρόσωπα που συγκροτούν την «καλλιτεχνική κριτική» που, ως τέτοια, εµφανίζεται σαν µια ριζοσπαστική αποκήρυξη του εξορθολογισµού, της καπιταλιστικής πραγµοποίησης και της εµπορευµατοποίησης. Αυτή η µορφή κριτικής, που εµφανίζεται κατά το δεύτερο ήµισυ του 19ου αιώνα και βρίσκει τις ρίζες της στον δανδισµό και τον µποεµισµό, γνώρισε µια ισχυρή άνθηση προς το τέλος της δεκαετίας του ’60 µε το κίνηµα της αντικουλτούρας και τη σφοδρή κριτική του προς την καταναλωτική κοινωνία, τον αστικό τρόπο ζωής και την κάθε µορφής καθυπόταξη (εργασιακή πειθαρχία, αξία της οικογένειας, σεξουαλική ηθική, εξουσία, ιεραρχία). Ζούµε τη φάση όπου, απέναντι σε αυτό το σύστηµα αξιών, ορθώνεται ένα πλήθος αιτηµάτων που µας καλούν στην απόλαυση, τη δηµιουργικότητα, τον αυθορµητισµό και τη γενικευµένη απελευθέρωση που αγκαλιάζει όλες τις πτυχές της ζωής.

Για να απαντηθεί αυτή η καλλιτεχνική κριτική, διαµορφώθηκε ένα «νέο πνεύµα του καπιταλισµού», µε την ανάδυση, κατά κύριο λόγο, ενός νέου εργασιακού και επιχειρηµατικού management που απορρίπτει την ιεραρχία των µεγάλων και άκαµπτων, ως προς τη δοµή τους και το πλάνο τους, επιχειρήσεων-οργανισµών και προβάλλει την αξία καινούργιων µεθόδων διαχείρισης και οργάνωσης (δίκτυα επιχειρήσεων, αυτόνοµες οµάδες εργασίας, έµφαση στην ποιότητα, περιορισµός των ιεραρχικών δοµών). Όλες αυτές οι προτάσεις αποτελούν την απάντηση στην καλλιτεχνική κριτική και στα αιτήµατα για αυτονοµία και αυτοπραγµάτωση των ατόµων, σ’ έναν κόσµο πιο «ανθρώπινο», πιο συµβιωτικό, πιο αυθεντικό.

Είναι αυτή η αντίδραση στον πολλαπλασιασµό άχρηστων και άσχηµων αντικειµένων, στη δικτατορία του ποσοτικού, στη µεγιστοποίηση της µη αυθεντικότητας και της τυποποίησης, η οποία ωθεί τον καπιταλισµό να εµπλακεί σε µια διαδικασία «εµπορευµατοποίησης της διαφοράς», µέσω της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών ποσοτικά λιγότερων, αλλά ταυτοχρόνως πιο ιδιαίτερων, που αποβλέπουν στον περιορισµό του αισθήµατος δυσφορίας που προκαλείται από τη µαζική βιοµηχανική παραγωγή. Εξ ου και η ανάπτυξη προϊόντων που χαρακτηρίζονται ως «αυθεντικά» (τοπία, πολιτιστική κληρονοµιά, τυπικοί τόποι), καθώς και η τεράστια επένδυση στην πολιτιστική βιοµηχανία, στον τουρισµό, στην εστίαση, στη διατροφή, στη µόδα, στο design, στην εσωτερική διακόσµηση, ως τρόπος να απαντήσει κανείς στην κριτική περί µη αυθεντικότητας της καθηµερινής ζωής. Όπως ακριβώς η καλλιτεχνική κριτική θα µπορούσε να θεωρηθεί η κύρια ιδεολογική δύναµη στο επίπεδο της άνθησης του δηµιουργικού καπιταλισµού, η αισθητικοποίηση του κόσµου θα µπορούσε να θεωρηθεί ο κατευνασµός που διασώζει την αρχή της εµπορευµατοποίησης από την κριτική των πολέµιών της2.

Αν είναι αδιαµφισβήτητο (θα το δούµε, όσον αφορά στο θέµα του σχεδίου, µέσα από τις θεωρίες που αναπτύχθηκαν από τους Ruskin, William Morris και από την κατεύθυνση που προέβαλαν κινήµατα, όπως αυτό του Arts & Crafts) ότι η βιοµηχανική εποχή προκάλεσε τη δηµιουργία της καλλιτεχνικής κριτικής, µένει εντούτοις να δούµε ποια ήταν η πραγµατική επιρροή της στη δια-αισθητική [transesthétique] αναδίπλωση του καπιταλισµού. Σ’ αυτό το πλαίσιο, όποιο κι αν είναι το βάρος του ρόλου που διαδραµάτισαν οι ουτοπίες και η κοινωνική κριτική περί µη αυθεντικότητας, είναι βέβαιο ότι υπήρξαν λιγότερο αποφασιστικές από τις αµιγώς εµπορικές στρατηγικές που «εκµεταλλεύονταν» τις αισθητικές διαθέσεις του καταναλωτή, τη σαγήνη του ωραίου και την έλξη του συναισθήµατος και της διασκέδασης. Υπό αυτή την έννοια, η µετάλλαξη την οποία συγκροτεί ο καλλιτεχνικός καπιταλισµός πρέπει να συνδεθεί περισσότερο µε την «ορατή χείρα των µάνατζερς»3 που περιλαµβάνει όλο το δυναµικό αποδοτικότητας το οποίο περικλείουν τα όνειρα, οι ανθρώπινες φαντασίες και τα συναισθήµατα, παρά µε τα κινήµατα αγανάκτησης ή εξέγερσης ενάντια στο µη αυθεντικό.

papamihail-neoterikotitaΩς απόδειξη, το μεγάλο κατάστημα και οι διαφημιστικές αφίσες είναι δυο μεγάλες αισθητικές εκφάνσεις του πρώτου σταδίου του καλλιτεχνικού καπιταλισμού. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η καλλιτεχνική εργασία ήρθε ως απάντηση σε αυστηρά εμπορικούς σκοπούς, στις νέες ανάγκες του μεγάλου εμπορίου και των βιομηχανιών που περιλαμβάνουν εξ ολοκλήρου το εμπορικό δυναμικό που μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν το «ντεκόρ», η αισθητική στάση, η σαγήνη των εικόνων. Είναι για να θαμπώσει τον αγοραστή και να τον κινητοποιήσει να αγοράσει, που ο Boucicaut βάλθηκε να μετασχηματίσει το Bon Marché σε ονειρικό παλάτι4. Είναι εξίσου για να αυξήσει τη διασημότητα της μάρκας του, να επιβληθεί στους ανταγωνιστές του, να αυξήσει τους κύκλους εργασιών που οι βιομήχανοι εμπιστεύτηκαν σε γραφίστες, σχεδιαστές, ζωγράφους, τη φροντίδα να παράγουν αφίσες καλλιτεχνικής ποιότητας που εντυπωσιάζουν τη φαντασία και γοητεύουν το μάτι. Όχι οικειοποίηση της μοντέρνας «καλλιτεχνικής κριτικής», αλλά εμπορική λογική που χρησιμοποιεί την «αιώνια» και άμεση θελκτικότητα της ομορφιάς και της σαγήνευσης.

∆εν είναι µόνο το µεγάλο κατάστηµα και η ρεκλάµα που απεικονίζουν τη χρησιµοποίηση στρατηγικών σαγήνευσης στις απαρχές του καλλιτεχνικού καπιταλισµού. Έτσι, ο κινηµατογράφος έχει κατασκευαστεί εξαρχής σαν µια ονειρική βιοµηχανία, δηµιουργώντας εντυπωσιακές σταρ, προτείνοντας στο κοινό φαντασίες, συναισθήµατα, γέλιο, τις απολαύσεις της φυγής – βασισµένος, µε άλλα λόγια, σε πρωταρχικές ανθρωπολογικές βλέψεις: απολαύσεις, αφηγήσεις, εικόνες, συναισθήµατα, οµορφιά, όνειρο. Ένας από τους µεγάλους µηχανισµούς του αναδυόµενου καλλιτεχνικού καπιταλισµού, ο κινηµατογράφος, γεννήθηκε και αναπτύχθηκε χωρίς να οφείλει τίποτα στις κριτικές που απευθύνονται στον καπιταλισµό. Καµία απάντηση σε κριτικές ή σε απαιτήσεις αυθεντικότητας, αλλά επινόηση µιας µικτής βιοµηχανίας-τέχνης που βασίζεται στην εκµετάλλευση των συναισθηµάτων.

Οι αρχές του 20ου αιώνα βλέπουν εξίσου να εµφανίζονται στον βιοµηχανικό κόσµο προτάσεις που αποσκοπούν στη στενή σύζευξη του στυλ µε την παραγωγή για να κατακτήσουν τις αγορές. Στη Γερµανία, ο βιοµήχανος Walter Rathenau εµπιστεύεται στον αρχιτέκτονα Peter Behrens το καθήκον να δώσει µια στιλιστική ταυτότητα στα προϊόντα της AEG, µε την πεποίθηση ότι η αισθητική διάσταση εναρµονίζεται µε τα συµφέροντα της επιχείρησης. Η General Electric ιδρύει την επιτροπή της «αισθητικής του προϊόντος» στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Πάλι στις ΗΠΑ, ο Daniel H. Burnham, µιλώντας στο πλαίσιο της εµπορικής λέσχης του Σικάγο, υποστηρίζει ότι «η οµορφιά έχει πάντα πληρώσει καλύτερα απ’ όσο οποιοδήποτε άλλο αγαθό και πάντα θα είναι έτσι». Ο E. Calkins δηµοσιεύει το 1927 το άρθρο «Beauty, The New Business Tool» [Η οµορφιά, το νέο επιχειρηµατικό εργαλείο], στο οποίο η αισθητική διάσταση τίθεται ως όργανο που οφείλει να υπηρετεί την πρόκληση πωλήσεων και κερδών. Σύµφωνα µε τον Calkins, ο χρόνος της αποτελεσµατικότητας έχει σχεδόν παρέλθει και οφείλουµε να παραχωρήσουµε τον χώρο σ’ αυτό που ονοµάζει «οµορφιά», η οποία δηµιουργεί ένα κλίµα ερεθισµού και αγοραστικού καταναγκασµού ευµενή για τις επιχειρηµατικές υποθέσεις. Ο Raymond Loewy, στον µεσοπόλεµο, κατορθώνει να πείσει πολλούς βιοµηχάνους «ότι η ασχήµια πουλιέται άσχηµα», ενώ η ελκυστική όψη των προϊόντων διευκολύνει την ορµή του εµπορίου. Tην ίδια στιγµή, οι Roy Sheldon και Egmont Arens παρουσιάζουν την αλλαγή στυλ («στυλ απαρχαίωσης») ως το νέο Ελντοράντο των επιχειρήσεων, όπου κάθε αγαθό γίνεται µ’ αυτό τον τρόπο ένα αγαθό µικρής διαρκείας, ακαταύπαστα δυνάµενο να ανανεωθεί5. Η ενσωµάτωση της βασικής αρχής του στυλιζαρίσµατος στην παραγωγή των βιοµηχανικών αντικειµένων διαχέεται, όταν οι βιοµήχανοι συνειδητοποιούν την αγοραστική ισχύ της «οµορφιάς» και το συγκριτικό πλεονέκτηµα που αυτή θα µπορούσε να δώσει σε ανταγωνιστικές αγορές.

Και αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, είναι περισσότερο για να ελέγξει την επιβράδυνση της κατανάλωσης, που συνδέεται µε τον κορεσµό των εσωτερικών αγορών των διαρκών καταναλωτικών αγαθών, που ο καπιταλισµός στρατεύεται στις διαφοροποιηµένες παραγωγές µικρών σειρών και λιγότερο για να αντιµετωπίσει τις «έντονες απαιτήσεις αυθεντικότητας και αποµαζικοποίησης». Ο καλλιτεχνικός καπιταλισµός οφείλει λιγότερο τη φοβερή του ορµή στις καταγγελίες της φιλελεύθερης οικονοµίας και περισσότερο στην καθεαυτό κίνησή του που ωθείται από τις λογικές ανταγωνισµού και µόνιµης καινοτοµίας. Είναι από το εσωτερικό του οικονοµικού µηχανισµού που έχει γεννηθεί και έχει αναπτυχθεί ο καλλιτεχνικός καπιταλισµός: είναι το τέκνο της φιλελεύθερης οικονοµίας περισσότερο απ’ όσο των επικριτών της.

Καλλιτεχνικός καπιταλισμός
και μυθολογία της ευτυχίας

Όχι μόνον η ιδέα της καλλιτεχνικής κριτικής δεν λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές δυνάμεις που έχουν φέρει τις δια-αισθητικές μεταμορφώσεις του καπιταλισμού, αλλά ο Luc Boltanski και η Eve Chiapello υπερεκτιμούν τον ρόλο της στους μετασχηματισμούς του «πνεύματος του καπιταλισμού».

Είναι γνωστό από την εποχή του Max Weber ότι ο καπιταλισμός έχει ανάγκη από ένα σύνολο πεποιθήσεων, από ένα «πνεύμα» που συντελεί στη δικαιολόγηση της τάξης πραγμάτων του, στην κινητοποίηση των ανθρώπων, στην ευνόηση της εσωτερίκευσης των καταναγκασμών και την προσκόλληση στο σύστημα. Στην αρχική του μορφή, το πνεύμα του καπιταλισμού συνέπεσε με τη δημιουργία μιας καινούριας σχέσης με την επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία όφειλε να πραγματωθεί ως «κλίση», καθήκον, αυτοσκοπός της ύπαρξης. Το πρώτο πνεύμα του καπιταλισμού επιβεβαιώνεται με τη μορφή καθηκόντων που προδιαγράφουν μια ορθολογική διαγωγή στο εσωτερικό της εργασίας, μιας πουριτανικής ηθικής που καταδικάζει τις απολαύσεις του πλούτου και τις χαρές που μπορεί να προσφέρει η ύπαρξη. Έτσι, το πνεύμα του καπιταλισμού δεν έχει γεννηθεί από το εσωτερικό του με αφετηρία μια ωφελιμιστική λογική· η προδιαγραφόμενη ορθολογική διαγωγή βυθίζει τις ρίζες της μέσα σε πεποιθήσεις και πρακτικές θρησκευτικές, στο πνεύμα του χριστιανικού ασκητισμού6.

Δεν συμβαίνει, προφανώς, το ίδιο με το νέο πνεύμα του καπιταλισμού, το οποίο ορίζεται με ένα σύστημα εκ διαμέτρου αντίθετης νομιμότητας, καθώς εστιάζει στην απόδοση αξίας στις υλικές απολαύσεις, στον ηδονισµό της ευηµερίας, των διασκεδάσεων και του ελεύθερου χρόνου. Σ’ αυτή την περίπτωση, η θεµελιώδης δικαιολόγηση του καλλιτεχνικού καπιταλισµού δεν είναι άλλη παρά η διαρκής ανύψωση του βιοτικού επιπέδου, της ευηµερίας για όλους, των ακατάπαυστα ανανεωνόµενων ικανοποιήσεων, η προοπτική µιας ωραίας και συναρπαστικής ζωής. Έτσι, ένα σύστηµα ηθικής δικαιολόγησης έχει αντικατασταθεί από µια νοµιµοποίηση αισθητικού τύπου, αφού δίνει αξία στις αισθήσεις, στις απολαύσεις του παρόντος, στο ηδονικό σώµα, στην ελαφρότητα της καταναλωτικής ζωής. Ας επισηµάνουµε ότι αυτή η τάξη αξιών δεν βρίσκει τις έσχατες ρίζες της στη ριζική «καλλιτεχνική κριτική», αλλά πολύ πιο βαθιά στην ατοµικιστική ιδεολογία των δικαιωµάτων του ανθρώπου, που επιβεβαιώνει την οικουµενικότητα των δικαιωµάτων στην ισότητα και στην ευτυχία. Η ιδεολογία της καταναλωτικής καλοπέρασης δεν έχει κατασκευαστεί ως απάντηση στις απορρίψεις της απανθρωποποιητικής νεωτερικότητας του καπιταλισµού, αλλά αναπτύσσοντας ένα ατοµικιστικό, υλιστικό και εµπορευµατικό µοντέλο του δηµοκρατικού ιδεώδους της ευτυχίας.

06Συγχρόνως, δεν είναι πια οι ηθικές συλλογιστικές που κατασκευάζουν από μέρα σε μέρα τη νομιμότητα του καπιταλισμού, αλλά οι εικόνες, τα ερεθίσματα, η ατμόσφαιρα, ένα είδος αισθητικής ουτοπίας που κατασκευάζεται από τα μήντια, τα αντικείμενα, τις βιτρίνες, τη διαφήμιση, τον κινηματογράφο, τον τουρισμό. Χρειάζεται να πειστούμε για το εξής: ο καλλιτεχνικός καπιταλισμός δεν είναι μόνο παραγωγός αγαθών και εμπορευματικών υπηρεσιών, είναι συγχρόνως «ο κύριος τόπος της συμβολικής παραγωγής»7, ο δημιουργός ενός κοινωνικού φαντασιακού, μιας ιδεολογίας, μυθολογιών που έχουν νόημα. Η καταναλωτική κοινωνία «είναι από μόνη της ο μύθος της» έγραφε σωστά ο Μπωντρυγιάρ, ένας μύθος χωρίς μεγαλείο, χωρίς εξωτερικότητα ούτε υπερβατικότητα, αλλά που συνιστά «μια ομιλία πλήρη, αυτοπροφητική, την οποία κάνει η κοινωνία για τον εαυτό της, ένα σύστημα συνολικής ερμηνείας»8, ένας πρωτοφανής αστερισμός αξιών ικανός να κάνει τις μάζες να ονειρεύονται.

Το ήθος του καλλιτεχνικού καπιταλισμού συγκροτείται έτσι λιγότερο ενσωματώνοντας τη ριζική αμφισβήτηση των αξιών του καπιταλισμού και περισσότερο επινοώντας, υπό τον καταναγκασμό του παιχνιδιού του ανταγωνισμού, τις προσταγές ανανέωσης και κατάκτησης των αγορών, μια υλιστική, ηδονιστική και ατομικιστική κουλτούρα της ευτυχίας που βυθίζει τις ρίζες της στις δημοκρατικές αξίες που προήλθαν από τον Διαφωτισμό. Ο ιστορικός ρόλος που αποδίδεται στην καλλιτεχνική κριτική έχει υπερτιμηθεί: είναι κυρίως η καθεαυτό λειτουργία της σύγχρονης οικονομίας και των ανταγωνιστικών της μηχανισμών που έχει γεννήσει το σύνολο σκοπών, αξιών, μυθολογιών, με άλλα λόγια, των «κοινωνικών φαντασιακών σημασιών» (Καστοριάδης) που είναι τυπικές του νέου καπιταλιστικού πνεύματος. Δεν πρέπει να περιστέλλουμε αυτό το νέο πνεύμα στις ιδέες-αξίες που υποβαστάζουν τη δικτυωμένη επιχείρηση, ή στις διεργασίες οικειοποίησης των απαιτήσεων ελευθερίας και αυθεντικότητας, καθώς συγκροτείται, στον πυρήνα του, από τα ηδονιστικά ιδεώδη και την «fun morality» [ηθική της διασκέδασης]: μια ιδεολογία που έχει γενικευτεί ήδη από τη δεκαετία του 1950, πριν ακόμη από τα βέλη της αντικουλτούρας. Και αυτό το σύστημα «αισθητικής» δικαιολόγησης οφείλει περισσότερα στη δυναμική της ατομικιστικής ιδεολογίας και στην αναζήτηση νέων δυνατοτήτων κέρδους και αγορών και λιγότερο στην καλλιτεχνική κριτική που στιγματίζει τη φιλελεύθερη εμπορευματική τάξη πραγμάτων. Πρέπει να δούμε στο νέο πνεύμα του καπιταλισμού λιγότερο μια οικειοποίηση της καλλιτεχνικής κριτικής και περισσότερο μια επινόηση της ίδιας της αγοράς, που γεννά πολιτιστικούς λόγους και συμβολικές σημασίες.

Γι’ αυτό δεν μπορούμε να προσυπογράψουμε την ιδέα σύμφωνα με την οποία «ο κύριος δράστης δημιουργίας και μετασχηματισμού του πνεύματος του καπιταλισμού είναι η κριτική»9. Είναι ο καπιταλισμός που έχει επιτρέψει να διαδοθούν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα οι ηδονιστικές νόρμες της εκπλήρωσης του εαυτού. Αν αποστασιοποιηθούμε κάπως από τη σκοπιά των δρώντων της εποχής, η καλλιτεχνική κριτική των δεκαετιών 1960-70 δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να ωθήσει κατά μία βαθμίδα -έστω ριζική- μία αισθητική λογική που εξαπολύθηκε, ήδη από την πλευρά του, από τον ίδιο τον καταναλωτικό καπιταλισμό. Δεν είναι ακριβές να βλέπουμε στην κριτική της μη αυθεντικότητας το στοιχείο-κλειδί που έχει επιτρέψει τη στροφή του νεοκαπιταλισμού. Πέρα από τις προφανείς αντινομίες τους, ο καταναλωτικός καπιταλισμός και τα ρεύματα της καλλιτεχνικής κριτικής έχουν εργαστεί μαζί για να ωθήσουν στην ανυποληψία το παλαιό σύστημα νομιμοποίησης της πειθαρχικής νεωτερικότητας. Η ανάλυση των Boltanski και Chiapello υποτιμά πάρα πολύ την ισχύ του καπιταλισμού να κλονίσει τους παραδοσιακούς ιδεολογικούς αστερισμούς και να επινοήσει το δικό του σύστημα νομιμοποίησης. Αν τα ιδανικά της αντικουλτούρας έχουν καταφέρει να μετασχηματίσουν τα ήθη και τις αξίες και να επιβληθούν στο κοινωνικό σώμα, είναι επειδή ο καταναλωτικός καπιταλισμός είχε ήδη από την πλευρά του διαλύσει την πειθαρχική-εξουσιαστική κουλτούρα των παλαιότερων εποχών. Από αυτή την άποψη, το καθεαυτό έργο του καπιταλισμού, υπό τη διαρκή πίεση του ανταγωνισμού, υπήρξε μάλλον πιο σημαδιακό απ’ ότι οι αξίες στο όνομα των οποίων δέχθηκε ριζική κριτική και αμφισβήτηση.

Ο καλλιτεχνικός καπιταλισμός απέναντι
στην πρόκληση της οικολογικής απαίτησης

Να σχετικοποιήσουμε τον ρόλο της καλλιτεχνικής κριτικής στην ανάπτυξη του δια-αισθητικού καπιταλισμού δεν σημαίνει να αρνηθούμε κάθε ρόλο στην κριτική. Ειδικότερα, είμαστε στη στιγμή κατά την οποία ακριβώς ένας τύπος κριτικής συνείδησης αναδιαμορφώνει την ιδεολογία του καπιταλισμού. Απλώς, δεν είναι ούτε η καλλιτεχνική κριτική ούτε η κοινωνική κριτική αυτό που βρίσκεται στο πρώτο πλάνο, αλλά η οικολογική κριτική. Η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει: ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις παίζουν τώρα το χαρτί του σεβασμού στο περιβάλλον· μιλάμε πια μόνο για εξοικονόμηση ενέργειας, διατήρηση των φυσικών πόρων, μείωση του διοξειδίου του άνθρακα, ανακύκλωση των απορριμμάτων, αγώνα ενάντια στην καταστροφή των δασών. Το design και η οικολογική αρχιτεκτονική ακμάζουν· ακόμα και οι μάρκες της μόδας ομολογούν την οικολογική τους πίστη. Παντού εγκωμιάζουν τα οικολογικά προϊόντα: ο σεβασμός του περιβάλλοντος έχει γίνει ένα επιχείρημα για να πουλούν οι ειδήμονες του marketing.

Από αυτή την άποψη, η αλλαγή είναι αξιοσημείωτη. Ο καπιταλισμός, που έχει ξεδιπλωθεί υπό το σημείο της ελαφρότητας, της λατρείας του παρόντος, της σπατάλης, του παιγνιώδους, είναι στο εξής αναγκασμένος, ως απάντηση στις νέες απαιτήσεις τις σχετικές με τη διατήρηση της οικόσφαιρας, να ενσωματώσει αυτό που του ήταν ξένο, δηλαδή τη βασική αρχή της ευθύνης που εφαρμόζεται στο μέλλον, την πλανητική έγνοια, την εξέταση της επίδρασης της παραγωγής στο περιβάλλον. Είναι προφανές ότι ένα νέο σύστημα νομιμότητας κατασκευάζεται υπό την πίεση της οικολογικής κριτικής: αυτή είναι και θα είναι ολοένα περισσότερο ένας μείζων παράγοντας μετασχηματισμού τόσο του πνεύματος του καπιταλισμού όσο και των συγκεκριμένων πραγματοποιήσεών του.

Αλλά ας μην τρέφουμε αυταπάτες: η νέα ιδεολογία που διαμορφώνεται δεν ξανασυνδέεται καθόλου με την παλαιά ασκητική ηθική. Ας μην περιμένουμε από τον καλλιτεχνικό καπιταλισμό να βάλει πάνω σε ένα βάθρο τις αξίες της ολιγάρκειας. Ασφαλώς, ενσωματώνει τώρα μια νέα ηθική διάσταση -τον σεβασμό του περιβάλλοντος ή τη βιώσιμη ανάπτυξη- αλλά χωρίς να παραιτείται καθόλου από την αισθητική διάσταση (ηδονισμός, παιγνιώδες, ομορφιά, εικόνα, δημιουργικότητα) που τον συγκροτεί ως καταναλωτικό καπιταλισμό. Έτσι βλέπουμε να εμφανίζονται αυτοί οι μικτοί νέοι προσανατολισμοί όπως είναι, για παράδειγμα, η υπεύθυνη κατανάλωση, η πολυτέλεια διαρκείας, ο πράσινος τουρισμός. Βρισκόμαστε στην ώρα της υβριδοποίησης του αισθητικού και του ηθικού, της τέχνης και της οικολογίας: αυτή ακριβώς η συμμαχία συγκροτεί την καρδιά των δικαιολογήσεων του δια-αισθητικού καπιταλισμού ο οποίος αναγγέλλεται.

images

1. Luc Boltanski και Eve Chiapello, Le nouvel esprit du capitalisme [Το νέο πνεύµα του καπιταλισµού], Παρίσι, Gallimard, συλλογή NRF Essais, 1999, επανεκδ. συλλογή Tel, 2011.

2. Στο ίδιο, σσ. 529-546 (συλλογή Tel, σσ. 587-606).

3. Alfred D. Chandler, La Main visible des managers. Une analyse historique [Η ορατή χείρα των µάνατζερς. Μια ιστορική ανάλυση], µτφ. γαλλικά F. Langer, Παρίσι, Economica, 1988.

4. Σ.τ.µ.: Εδώ οι συγγραφείς αναφέρονται στον επιχειρηµατία Aristide Boucicaut που το 1853 ίδρυσε ένα από τα µεγαλύτερα καταστήµατα του Παρισιού, το οποίο υπάρχει και σήµερα, το Bon Marché.

5. Σε αυτά τα σηµεία, βλ. Stuart Ewen, All Consuming Images. The Politics of Style in Contemporary Culture, Νέα Υόρκη, Basic Books, 1988, σσ. 41-47.

6. Max Weber, L’ Éthique protestante et l’esprit du capitalisme [ελλ. µτφ. Η προτεσταντική ηθική και το πνεύµα του καπιταλισµού] (1964), µτφ. γαλλικά J.- P. Grossein, Παρίσι, Gallimard, συλλογή Tel, 2004.

7. Marshall Sahlins, Au cœur des sociétés. Raison utilitaire et raison culturelle [ελλ. µτφ. Πολιτισµός και πρακτικός λόγος], µτφ. γαλλικά S. Fainzang, Παρίσι, Gallimard, συλλογή Bibliothèque des Sciences Humaines, 1980, σ. 262.

8. Jean Baudrillard, La sociètè de consommation. Ses mythes, ses structures [ελλ. μτφ. Η καταναλωτική κοινωνία: οι μύθοι της, οι δομές της] (1970), Παρίσι, Gallimard, συλλογή Folio Essais, 1986, σ. 312.

9. Luc Boltanski και Eve Chiapello, Le nouvel esprit du capitalisme, ό.π., σ.585 (συλλογή Tel, σ. 650).

Πηγή: http://www.respublica.gr/2016/10/column/capitalisme-artiste/

«Ο κοινοτισμός ως πηγή έμπνευσης μιας νέας οικονομίας»(βίντεο).

Το «Κοινοτικόν» διοργανώνει σειρά εκδηλώσεων για το σύγχρονο κοινοτισμό – Η δεύτερη εκδήλωση Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου

Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού στα τέλη του 20ου αιώνα και η ταυτόχρονη εκδίπλωση της ακραία αντικοινωνικής φύσης του υπαρκτού καπιταλισμού φέρνουν ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των ρευμάτων του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, που διέπονται από το πνεύμα του κοινοτισμού. Ιδιαίτερα στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, με την μνημονιακή επιβολή και προώθηση των πιο αντικοινωνικών επιλογών και την αποδιάρθρωση της παραγωγής, αλλά και με μια ιστορία που έχει να επιδείξει χιλιάδες υποδείγματα κοινοτικής οργάνωσης του βίου, η συζήτηση αυτή γίνεται ιδιαίτερα σύγχρονη και ίσως αναγκαία.

Το «Κοινοτικόν» έχει πάρει την πρωτοβουλία να διοργανώσει έναν κύκλο εκδηλώσεων με θέμα τον Σύγχρονο Κοινοτισμό. Στις εκδηλώσεις αυτές καλούνται να μιλήσουν διανοητές, μελετητές και άνθρωποι της πράξης που το έργο τους αναφέρεται στον Κοινοτισμό, επικαιροποιεί τα προτάγματά του και καταλήγει σε συμπεράσματα και προτάσεις για το σήμερα, πιθανόν και αντιτιθέμενα μεταξύ τους, ώστε να αναδειχθεί ο πλούτος και οι διαφορετικές οπτικές του ζητήματος. Η πρώτη εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στις 8 Ιουλίου, με ομιλητή το Γιώργο Κολέμπα και θέμα: «Σύγχρονος Κοινοτισμός και Τοπικοποίηση».

Η δεύτερη εκδήλωση πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου, στις 8.30 μ.μ., στο βιβλιοπωλείο «Το Δόντι», στη Στοά Πραπόπουλου, Φιλοποίμενος 36-42, στην Πάτρα. Ομιλητής ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Βασίλης Νιτσιάκος και θέμα της εκδήλωσης «Ο κοινοτισμός ως πηγή έμπνευσης μιας νέας οικονομίας».

Ο Βασίλης Νιτσιάκος είναι Καθηγητής της Κοινωνικής Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Το ερευνητικό και συγγραφικό του έργο εστιάζεται σε ζητήματα κοινωνικών μετασχηματισμών των παραδοσιακών δομών, συγκρότησης και χρήσης του ‘παραδοσιακού’ πολιτισμού, διαλόγου της λαογραφίας με άλλες επιστήμες, καταγραφής και μελέτης του μουσικού πολιτισμού, καθώς και σε θέματα μετανάστευσης, ταυτοτήτων και εθνογραφίας συνοριακών περιοχών στα Ελληνο-αλβανικά σύνορα.Έχει γράψει αρκετά βιβλία και μελέτες. Τα πιο πρόσφατα είναι:

• Παραδοσιακές κοινωνικές δομές, Εκδόσεις ΙΣΝΑΦΙ, Αθήνα, 2016

• Πεκλάρι. Κοινωνική Οικονομία μικρής κλίμακας, ΙΣΝΑΦΙ, Γιάννινα, 2015. «ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΝ»

realis94

Μια διαφορετική συζήτηση για τις δυνατότητες της καλλιέργειας της γης στον ελλαδικό χώρο: το παράδειγμα του Α. και της Β.

ceb4ceb9ceb1cf86cebfcf81ceb5cf84ceb9cebaceae-cf83cf85ceb6ceaecf84ceb7cf83ceb7-2Είμαστε βέβαιοι πως η αλήθεια, για κάθε πολυσχιδές ή απλό ζήτημα δεν αποτελεί το τέλος ενός δρόμου που μπορεί κάποιος να διαβεί μέσα από μανιχαϊστικές ή άλλου τύπου στείρες προσεγγίσεις. Μ’ άλλα λόγια, θεωρούμε πως οι αναρχικοί οφείλουν να εξετάζουν κάθε δοσμένη πληροφορία για όλα τα ζητήματα που άπτονται εγγενώς της κίνησης προς την απόλυτη ελευθερία, της ίδιας της Αναρχίας. Μια τέτοια προσπάθεια, φυσικά, οφείλει να στέκεται μακριά από ιδεολογικές αγκυλώσεις, όπως κι άλλα πολιτικά στεγανά που, πολλές φορές, δεν επιτρέπουν στους καλοπροαίρετα ενδιαφερομένους να δουν με σφαιρικότητα ζητήματα και καταστάσεις. Κοντολογίς είναι θεμελιώδους σημασίας να παρατηρούμε, να επεξεργαζόμαστε και, βεβαίως, αν κρίνουμε απαραίτητο, να παρουσιάζουμε μέσα από τον δημόσια γραπτό λόγο μας απόψεις για την ίδια την ζωή. Πολλές απ’ αυτές, αν και δεν είναι αναρχικές, εν τούτοις φέρουν μέσα τους σπέρματα ελευθερίας κι –αν μη τι άλλο– μια πραγματική τριβή με όσα οι περισσότεροι από μας προσεγγίζουν, είτε εντελώς θεωρητικά είτε καταφανώς επιδερμικά.

Δεν θεωρούμε σε καμιά περίπτωση, φυσικά, πως το τάδε ή το δείνα επάγγελμα μπορεί να αποτελέσει παράλληλα και στοιχείο κοινωνικού απελευθερωτικού αγώνα· όσο υπάρχει κράτος, κανείς δεν θα είναι ελεύθερος. Ωστόσο πέρα από το αυτονόητο, είναι σημαντικό να παρατηρούμε με ενδιαφέρον προσπάθειες ανθρώπων στην προσωπική τους ιδιώτευση, ιδιαίτερα όταν αυτές είναι κοντά σε έναν φυσικότερο τρόπο ζωής κι όταν συνειδητά επιχειρούν να αφήσουν το κράτος, το κατά δύναμιν, έξω από την ουσία τους. Μ’ αυτή τη λογική, βρήκαμε και συζητήσαμε με κάποιους που επέλεξαν να ζήσουν πιο κοντά στον φυσικό τρόπο ζωής, χωρίς να θέλουν να υλοποιήσουν μια νέα επιχειρηματική ιδέα, δίνοντας συνεντεύξεις σε περιοδικά και, χωρίς να επιδιώκουν μία νέα επιτυχία, πλουτίζοντας απ’ την ανάγκη του κόσμου να τραφεί κάπως καλύτερα. Με ευαισθησία και πολλή προσωπική δουλειά κι ευθύνη, δουλεύουν τη γη με ελάχιστα εργαλεία και ζώα, αναζητώντας τους καλύτερους δυνατούς σπόρους, χωρίς να χρειάζονται την κρατική πιστοποίηση, για να επιβεβαιώσει την εντιμότητα και την αγάπη τους για τη γη. Μάλιστα, πουλούν τα προϊόντα τους στις τοπικές λαϊκές αγορές με τιμές ελάχιστα υψηλότερες των συμβατικών γεωργικών προϊόντων.

Η ζωή στην επαρχία

Ο Α. και η Β. ζουν σε ένα χωριό της Ξάνθης, καλλιεργώντας βιολογικούς σπόρους, σε ενοικιαζόμενα χωράφια, μικρής έκτασης και διάσπαρτα σε διαφορετικά σημεία της περιοχής. Δηλαδή, δυσκολεύονται να έχουν ακόμη κι ένα ενιαίο χωράφι, ώστε να μην χρειάζεται να μετακινούνται διαρκώς για να τα φροντίζουν. Δεν καλλιεργούν σε κάμπο, αλλά σε πλαγιές βουνών και λόφων. Αρχικά, πήγαν στην Πασχαλιά, 45 χλμ απ’ την Ξάνθη. Η ζωή τους εκεί ήταν πολύ δύσκολη. Γι’ αυτό, και μετοίκησαν στους Τοξότες. Καλλιεργούν κηπευτικά εποχής, ρεβύθια και δοκιμάζουν κι άλλες καλλιέργειες. Φέτος, λόγω των πολλών βροχών, καταστράφηκαν πολλές απ’ αυτές.

Έχουν δύο μικρά παιδιά και επιλέγουν την απλότητα και την σκληρή δουλειά. Δεν περιμένουν απ’ το κράτος να επικυρώσει την ποιότητα των προϊόντων τους, όπως μας είπαν, γιατί θεωρούν όλη αυτή τη γραφειοκρατική διαμεσολάβηση μια απάτη, που δημιουργεί μια ακόμη προϋπόθεση για κρατικό παρεμβατισμό στη διατροφή μας. Αν και δε δηλώνουν αναρχικοί, αναζητούν το δικό τους μονοπάτι για την ελευθερία.

Η ζωή τους είναι δύσκολη, όχι τόσο εξαιτίας της σκληρής δουλειάς, όσο γιατί δέχονται τον πόλεμο των ντόπιων, που τους θεωρούν «ξένους», καθώς δεν είναι απ’ την περιοχή. Τους φέρνουν διαρκώς εμπόδια και τους κρατούν σε απόσταση, γιατί, όπως μας είπαν κι ίδιοι, δεν μπορούν να τους καταλάβουν. Δεν πληρούν το μοντέλο του καλού επιχειρηματία με τα πολλά χρήματα ούτε αυτό του τυπικού οικογενειάρχη για τα μάτια μιας μεγάλης μερίδας της ελλαδικής επαρχιακής κοινωνίας. Όλα αυτά καλό είναι να αναφέρονται, ιδιαίτερα, για όσους πιστεύουν ότι η ελλαδική επαρχία είναι κοντά στη φυσική ζωή, οπότε, εν δυνάμει και εγγύτερα στην απελευθερωτική οδό.

Πλέον, ελάχιστα έως μηδαμινά είναι τα χωριά που θυμίζουν, έστω κάπως, έναν φυσικό τρόπο ζωής με «αγνούς κι αθώους» χωρικούς. Η προβολή της ελλαδικής επαρχίας ως τόπου παραδείσου με τις σχετικές γραφικότητες είναι σαφώς ένα τεχνητό κατασκεύασμα, που βο­λεύει, καθώς δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι κάπου εκεί έξω απ’ τις μεγάλες πόλεις υπάρχει «μια όμορφη κι ειδυλλιακή ζωή», που αρκεί ν’ απλώσεις το χέρι σου και θα την πιάσεις. Πολλοί ειν’ οι λόγοι που ο ελλαδικός χώρος ειδικά απ’ τη δεκαετία του ’50 αλώθηκε από ψευδό-απελευθερώσεις, που φυλάκισαν πολλά πνεύματα στις τάσεις της μόδας. Αυτή η εξιδανίκευση μάλιστα τα τελευταία χρόνια συνδυάστηκε άμεσα και με τον λεγόμενο αγροτουρισμό.

Οι σχέσεις, λοιπόν, δεν είναι τόσο απλές. Οι ίδιοι χρειάζονται, όπως μας είπαν, τη συνεργασία των γύρω τους. Πουλούν μόνοι τους τα προϊόντα τους μόνο σε τοπικές λαϊκές αγορές, χωρίς να έχουν κλείσει μεγάλες συμφωνίες με το εξωτερικό και χωρίς να υπέρ-χρεώνουν τα βιολογικά τους προϊόντα. Έτσι, λοιπόν, οι ντόπιοι τους αντιμετωπίζουν με καχυποψία και συχνά οι ίδιοι τους οι γείτονες βρίσκονται απέναντί τους. «Όταν δουλεύεις σαν επιχειρηματίας, σε σέβονται πιο πολύ», δήλωσαν χαρακτηριστικά. Το ότι είναι από άλλο μέρος κι όχι γηγενείς –ο Α. είναι απ’ τη Γαλλία κι η Β. από άλλη ελλαδική πόλη– προσδίδει ένα ακόμη αρνητικό στοιχείο στα κοντόφθαλμα μάτια κάποιων ντόπιων, που τρέφονται απ’ τις αυταπάτες της οικογενειακής συνέχειας, αντλώντας άφθονη αξία απ’ την πηγή της πατριαρχικής οικογενειοκρατίας.

Όταν τους ρωτήσαμε μήπως, αν υπήρχαν εκεί κι άλλοι σαν κι αυτούς, θα ένιωθαν καλύτερα, μας απάντησαν ότι θα βοηθούσε μόνο αν ο καθένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους έβγαζε διαφορετική παραγωγή, ώστε να μην καλλιεργούν τα ίδια προϊόντα κι υπάρχει προσφορά που δεν μπορεί να απορροφηθεί απ’ την τοπική κοινωνία ή έφτιαχναν κάτι άλλο. Η απάντηση ήταν ειλικρινής και πρακτική, για κάποιον που τρέφεται αποκλειστικά απ’ αυτή τη δουλειά, σε ένα μέρος μάλιστα, όπου ο καθένας διαθέτει το κηπάκι του με τη δική του μικρή οικιακή καλλιέρ­γεια.

ceb4ceb9ceb1cf86cebfcf81ceb5cf84ceb9cebaceae-cf83cf85ceb6ceaecf84ceb7cf83ceb7-3Στην επαρχία είσαι πολύ εκτεθειμένος. Θα πρέπει να είσαι ανθεκτικός, να έχεις γερά νεύρα, υποστηρίζει η Β. Σε θεωρητικό επίπεδο δεν είναι λίγοι όσοι σκέφτονται να μετοικήσουν μακριά από τα αστικά κέντρα. Το οικονομικό είναι ένα σημαντικό θέμα, δεν είναι απλό. Ωστόσο, κάποιοι εξ αυτών είναι ιδιαίτερα αποφασισμένοι· παράτησαν μια μόνιμη δουλειά κι έφυγαν. Στην πράξη, όμως, θα συναντήσεις πολλές δυσκολίες, διαβεβαιώνει η Β. Μας περιγράφουν ένα γνωστό τους ζευγάρι που αρχικά παρακινήθηκε από μια πιο ρομαντική διάθεση για να στραφεί στην εκτροφή αλόγων και δυσκολεύτηκε πολύ, όταν κατέφυγε σε ένα απομονωμένο σπίτι στο βουνό. Ωστόσο, το ζευγάρι αυτό προσπαθεί ακόμη κι έχουν περάσει τρία χρόνια που ξεκίνησαν την προσπάθεια. Χρειάζεται να είσαι πειθαρχημένος και να ξέρεις τι θέλεις να κάνεις. Δεν μπορείς να τα ξέρεις όλα απ’ την αρχή, διαπιστώνουν. Ο Α. κι η Β. κάνουν την δική τους προσπάθεια εδώ και πέντε χρόνια.

Η σταθερότητα της γης

Έθεσαν, ακόμη, την προβληματική του να μην μπορείς να έχεις σταθερά μία γη, ώστε να μπορείς να βελτιώνεις σταδιακά το χώμα από χρονιά σε χρονιά. Πολλές φορές, αφού φτάνουν το έδαφος σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο, πρέπει ν’ αφήσουν το χωράφι, για να νοικιάσουν ένα άλλο. Επί πλέον, τα βιολογικά απαιτούν κοπιαστική χειρονακτική εργασία, γιατί δεν μπορείς να κάνεις μεγάλες μονοκαλλιέργειες βιολογικών προϊόντων. Τα μηχανήματα, όταν υπάρχουν, είναι στοιχειώδη. Διαθέτουν μόνον ένα τρακτέρ κι η υπόλοιπη δουλειά γίνεται με τα άλογα. Οι ίδιοι καλλιεργούν 20 στρέμματα, αλλά είναι διάσπαρτα σε πολλά σημεία.

Η εξασφάλιση ενέργειας

Ένα άλλο σοβαρό ζήτημα που έθιξαν είναι το ενεργειακό. Στην προκείμενη περίπτωση το πετρέλαιο. Τα φυτοφάρμακα δε θα χρειάζονταν, αν δεν υπήρχε η τάση για καλλιέργεια τεράστιων εκτάσεων. Οι μεγάλες καλλιέργειες γίνονται εφικτές χάρη στα μηχανήματα, που καλύπτουν γρήγορα μια τεράστια έκταση. Για να προλάβεις τα ζιζάνια σε μεγάλα χωράφια, προκύπτει η «ανάγκη» για φυτοφάρμακα. Στις μικρές εκτάσεις, είναι αρκετό να περνάς ο ίδιος, για να ρίχνεις κοπριά κι ο αερισμός του χώματος γίνεται πιο εύκολα χειροποίητα. Οπότε, το μέγεθος της καλλιέργειας διαμορφώνει και τον τρόπο που θα τη δουλέψεις.

Τα εργαλεία χειρός που χρησιμοποιούν, θεωρούνται μοντέρνα: προήλθαν απ’ τη Γαλλία, όπου οι εκτάσεις είναι μεγαλύτερες. Στην Ελλάδα, θα ήταν πιο λογικό να τα αποδεχτούν εύκολα. Όμως ήταν πιο συντηρητικοί, λέει ο Α., επειδή δεν γνωρίζουν. Όταν τους ρωτήσαμε πώς γίνεται σε μια Ελλάδα, που μέχρι προσφάτως ήταν λιγότερο εξελιγμένη, να αποδέχτηκαν τόσο απότομα κι αμέσως αλλαγές, όπως τα χημικά λιπάσματα, τα φυτοφάρμακα, τις μονοκαλλιέργειες και τα μεγάλα μηχανήματα, ο Α. απάντησε ότι δεν είχαν την κατάλληλη παιδεία. Για παράδειγμα, στη Γαλλία, που είναι δεύτερη ή τρίτη στη χρήση φυτοφαρμάκων, υπάρχει ανάλογη αντίδραση.

Μοναδικό παράδειγμα

Στην ερώτηση αν ακολουθούν κι άλλοι το δικό τους παράδειγμα, απαντούν αρνητικά. Όλοι κολλάνε στην έλλειψη μηχανημάτων, που έχει ο δικός τους τρόπος και στην χρήση των ζώων. Στην μικρή έκταση, δεν βλέπεις απότομες αλλαγές. Στα κηπευτικά, που οι ίδιοι καλλιεργούν, με τα αυλάκια (περ. 60 πόντων) που αφήνουν ανάμεσά τους, μπορείς να δουλέψεις με ακρίβεια με τα ζώα, όχι όπως στη μεγάλη καλλιέργεια καλαμποκιών.

Η χαρά της καθαρής απόλαυσης

Όσο για το αν απολαμβάνουν αυτό που κάνουν, καθώς η δουλειά τους δεν είναι εύκολη, ο Α. είπε πως δε διαλέγεις το εύκολο –δεν είναι ζήτημα ευκολίας–, αλλά, το έξυπνο. Χωρίς να κυνηγάς το χρήμα, ξέρεις πως ό,τι δίνεις η γη στο προσφέρει πίσω. Δική μας τοποθέτηση ήταν ότι αυτό που προωθεί η εξουσία είναι να μη δίνουμε σημασία στην απόλαυση της διαδικασίας, αλλά στην επιδίωξη του κέρδους. Κι ο Α. παρατήρησε ότι ο ίδιος, αν και μεγάλωσε στην πόλη, τώρα πια δε θα μπορούσε να ζήσει διαφορετικά. Τα παιδιά του θέλει να ζουν πιο ελεύθερα, ο ίδιος να μπορεί να εκφραστεί, να φωνάξει, την ώρα που οργώνει με το ζώο, να αφεθεί στη διαδικασία. Αυτό τον ηρεμεί.

Με αφορμή τις απόψεις του Κροπότκιν για την αστικοποίηση, ρωτήθηκε αν θα ήταν καλύτερο να έφευγαν κι άλλοι απ’ τα αστικά κέντρα. Απάντησε ότι δεν είναι σίγουρος. Στις πόλεις οι άνθρωποι αντιδρούν πιο έντονα σε όσα θέλει το κράτος να επιβάλει, στο χωριό όχι. Για την Ελλάδα δεν μπορεί να πει τι ίσχυε παλιά, για να το συγκρίνει με το σήμερα κι αν έχει αλλάξει κάτι. Ούτε αν υπάρχει κάποιο σχέδιο. Ο κόσμος, όμως, δεν αντιδρά. Υπάρχει υπερπληροφόρηση, δε θέλουν κάτι συγκεκριμένο. Ξεχνιούνται. Το καλύτερο, πάντως, είναι διαφορετικό για τον καθένα. Κάποιος ίσως θέλει να ζει σε μια πόλη και να προσπαθεί εκεί για το καλύτερο.

Σπόροι

Οι ίδιοι χρησιμοποιούν παραδοσιακές ποικιλίες, όχι υβρίδια. Δοκιμάζουν ποιες από αυτές αντέχουν στο κλίμα, βρίσκουν βιολογικές ποικιλίες απ’ τη Γαλλία, διασταυρώνουν και κάποιες άλλες. Παίρνουν και συμβατικούς σπόρους, βασίζονται σε ποικιλίες. Στην Ελλάδα μας ενημερώνουν πως υπάρχει πρόβλημα με τους σπόρους. Υπάρχουν και προσπάθειες σαν του Πελίτη, που, ωστόσο, τις θεωρούν ανοργάνωτες. Δε συστηματοποιείται η διάδοση σπόρων. Ωστόσο, πέτυχε το ενδιαφέρον για τις ποικιλίες κι όχι τα υβρίδια. Καλύτερα να υπήρχε οργανωμένο δίκτυο, κι ας χρειαζόταν να πληρώσεις για τους σπόρους.

Η διαφορά μεταξύ υβριδίων και ποικιλιών είναι ότι τα υβρίδια αποτελούν μία τεχνητή διασταύρωση στο εργαστήριο. Για παράδειγμα, παίρνεις την Χ καθαρή με τη Ψ καθαρή ποικιλία, με τεχνητό εργαστηριακό τρόπο. Τα φυτά αυτά μεγαλώνουν σε ειδικές συνθήκες. Απ’ τη στιγμή που διασταυρωθούν τεχνητά, φτιάχνουν ένα δυνατό υβρίδιο, που να πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις (αντοχή στις κλιματολογικές συνθήκες κλπ.). Η μία ποικιλία εκφυλίζεται, λόγω καθαρότητας. Με το υβρίδιο προκύπτει ένα «άτρωτο» αποτέλεσμα που το πατεντάρουν οι μεγάλες εταιρείες. Στο πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, επί παραδείγματι, κατασκεύασαν ποικιλία ντομάτας που παραμένει αναλλοίωτη για ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα· έδωσαν, όπως ήταν αναμενόμενο, τον γόνο σε μεγάλες εταιρείες.

Έλεγχος της διατροφής

Στο εξωτερικό υπάρχει μεγαλύτερη αποδοχή σε αυτό που κάνουν εδώ οι ίδιοι. Εδώ θεωρούν πως έχουν μείνει πίσω. Ενώ ήταν τελείως διαφορετικά στον ελλαδικό χώρο, έμαθαν μέσα από επιδοτήσεις να καλλιεργούν ό,τι τους πουν. Το ίδιο, όμως, και σε τεράστια επιπροσθέτως έκταση, έγινε στην Κίνα, που εκμηχανίστηκε ραγδαία. Ο Α. λέει: «δεν προσπαθώ να σταματήσω τη μηχανή, αλλά ξέρω το αρνητικό και προσπαθώ να είμαι παράδειγμα, όπως κι άλλοι είναι για μας. Αυτό είναι επανάσταση· να κάνω αυτό που θεωρώ καλύτερο».

ceb4ceb9ceb1cf86cebfcf81ceb5cf84ceb9cebaceae-cf83cf85ceb6ceaecf84ceb7cf83ceb7-1Βιγκανισμός:

Η Β. λέει πως ο καθένας έχει την ευθύνη του, για όσα καταναλώνει. Κι αυτός που ζει στην πόλη με τον τρόπο του μπορεί να αλλάξει τα πράγματα. Είναι υπερβολή, όμως, να μην τρως τίποτε, δημιουργεί μια τεχνητή κατάσταση. Αλλά ο κόσμος μπερδεύεται, θέλει να κάνει το καλύτερο. Το καταλαβαίνεις στην πράξη. Το ζήτημα είναι η κατανάλωση. Κάποια στιγμή, όλα γίνονται μόδα και δεν έχουν τίποτε ωφέλιμο. Ενώ θέλεις να βοηθήσεις, γίνεσαι θύμα. Το φαγητό είναι κάτι μαγικό και το κάναμε κάτι καλλιτεχνικό. Κάναμε πολυτέλεια το αληθινό φαγητό.

Πολλοί το βιολογικό το προτιμούν για την υγεία τους, τη γεύση. Εμείς το βλέπουμε πάνω απ’ όλα ηθικά· θέλουμε να πάμε πέρα από αυτό. Για πολλούς είναι και θέμα prestige, επειδή είναι ακριβότερα. Προσπαθούμε να είμαστε αυτόνομοι, να στηρίξουμε τον εαυτό μας στα βασικά. Είναι ένας τρόπος ζωής, συνεχίζει η Β.

Η ταχύτητα των αλλαγών στην γεωργία.

Υπάρχει το πρόβλημα της ενέργειας. Το πετρέλαιο –μια σταγόνα από λάδι και πέτρα– τελειώνει. Τώρα, προφανώς, θα επιδιώκουν ακόμη και την κατασκευή κινητήρων εσωτερικής καύσεως με πυρηνική ενέργεια ή κάτι ανάλογο. Η Γαλλία, π.χ. χρησιμοποιεί πυρηνική ενέργεια για την παραγωγή ρεύματος κατά 70%, μας ενημερώνει ο Α.

Οι επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Τα προνόμια φυλακίζουν τη γη. Λόγω των επιδοτήσεων και των άλλων προνομίων, πολλοί παίρνουν γη και τη δεσμεύουν, χωρίς να την χρησιμοποιούν, να την καλλιεργούν. Το 2019, που θα κοπούν οι επιδοτήσεις τελείως, θα αλλάξει πλήρως ο τρόπος προσέγγισης των αγροτικών καλλιεργειών, αλλά ίσως και να μη γίνει αυτό. Επειδή τους επιδοτούν, παίρνουν μηχανήματα, που χρησιμοποιούνται για μεγάλες εκτάσεις. Και η Ευρώπη θέλει μεγάλες εκτάσεις και μονοκαλλιέργειες.

Ο τρόπος να μεγαλώνεις τα παιδιά σου, όσο γίνεται πιο κοντά στη φύση

Τα παιδιά τους, που μεγαλώνουν πιο ελεύθερα, πηγαίνουν στη δουλειά και τους βοηθούν, καταλαβαίνουν καλύτερα τον κύκλο της ζωής. Το ό,τι δεν τα έχουν βαφτίσει δεν θεωρείται κάτι αρνητικό για τους γύρω τους, ίσως λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα της κοινωνίας της Ξάνθης, όπου συμβιούν διαφορετικές θρησκείες με κάποια άνεση.

Αποχαιρετισμός

Θέλουμε να τους ευχαριστήσουμε από καρδιάς για τη θερμή φιλοξενία τους, που μοιράστηκαν τις εμπειρίες τους μαζί μας και μας έδωσαν μια πιο ρεαλιστική εικόνα για αυτό που λέμε «επιστροφή στη φύση». Δεν αφόρισαν ούτε εξιδανίκευσαν και νομίζουμε ότι απ’ τη δική τους σκοπιά μας είπαν πολλά χρήσιμα πράγματα για οποιαδήποτε μελλοντική προσπάθεια. Εμείς δεν υποστηρίζουμε ότι ο δρόμος για την ελευθερία ακολουθεί μια συνταγή κι ότι όποιος την ακολουθεί θα γίνει αναρχικός. Ωστόσο, μπορούμε να πάρουμε στοιχεία από την καθημερινή εμπειρία, από πολλές πλευρές που εκ πρώτης όψεως να φαίνονται άσχετες με την αναρχική συμβίωση. Η περίπτωση του Α. και της Β. έχει την ιδιαιτερότητα ότι αρνούνται την κρατική πιστοποίηση και σκάβουν τη γη με συνείδηση κι από επιλογή. Αυτό από μόνο του φτιάχνει έναν τρόπο ζωής με πολλά στοιχεία σεβασμού στη φύση και διάθεσης για μια διαφορετική προσέγγιση απ’ αυτή που έχουμε μάθει. Η καλλιέργεια της γης και των βιολογικών σπόρων δεν σημαίνει αποκλειστικά επιχείρηση κι ευκαιρία για εύκολο χρήμα. Αντιθέτως μπορεί να αποτελέσει εν δυνάμει ένα καθ’ όλα αξιοπρεπές κομμάτι μιας πιο φυσικής διαβίωσης.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Πηγή: https://anarchypress.wordpress.com/2016/09/10/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%83%cf%85%ce%b6%ce%ae%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b9%cf%82-%ce%b4%cf%85%ce%bd%ce%b1/#more-24047

Από τον Ουμανισμό στον «μετάνθρωπο»… μέρος 1ο!

terrapapers.com_robots-cyborgs-786x524

Από την απεριόριστη πίστη στην εξέλιξη του ανθρώπου στην κατάργηση του ανθρώπου

 

Αντιμέτωπη με τον ίδιο τον εαυτό της, η αριστερή και δεξιά ιδεολογία της απεριόριστης «προόδου» του ανθρώπου, προετοιμάζει την απάντησή της. Η ιδεολογία και κοσμοθεωρία του Τρανσουμανισμού (Transhumanism), έρχεται να λύσει τα αδιέξοδα του Ουμανισμού, που η στρεβλή εφαρμογή του Διαφωτισμού, ως εγωκεντρικού εργαλείου ανάπτυξης των ανθρώπινων κοινωνιών, δημιούργησε.

Η  ουσία του τρανσουμανισμού περιλαμβάνει την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι οφείλουν να συνεχίσουν να εξελίσσονται προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις τους, με την τεχνολογία και την επιστήμη. Το ανθρώπινο ον είναι θαυμαστό, όμως δεν είναι τέλειο, επομένως η ανθρώπινη μοίρα μπορεί ν’αλλάξει με νέες επιστημονικές μεθόδους και να «δημιουργήσει» τον …επαυξημένο άνθρωπο. Τον άνθρωπο που «προσθέτει» στη φύση του, που επαυξάνει τις αντοχές του και το μέλλον του, με νέες τεχνικές μεθόδους. Το κύβοργον(cyborg) η σύνδεση και σύνθεση ανθρώπου και μηχανής, που σε μια πρώτη μοντέρνα εποχή είναι τα …γυαλιά, το ακουστικό για τους βαρήκοους ή η τεχνητή καρδιά, σε μια ιλιγγιώδη επιτάχυνση θα είναι ο μηχανοποιημένος άνθρωπος ή το ανθρωποειδές αντίγραφο του ανθρώπου(ρέπλικα). Ο Robin Hanson όριζε τον τρανσουμανισμό, ως την αλλαγή του ίδιου του ανθρώπου ως μη-ανθρώπου :  «Ο τρανσουμανισμός είναι η ιδέα ότι οι νέες τεχνολογίες κατά πάσα πιθανότητα θα αλλάξουν τόσο πολύ τον κόσμο τους επόμενους ένα ή δύο αιώνες, ώστε οι απόγονοί μας από πολλές πλευρές δεν θα είναι πλέον «άνθρωποι»«

Η νοηματοδότηση του ανθρώπου στον …νεωτερικό Διαφωτισμό, οριζόταν από την εγκαθίδρυση του ατόμου στο κέντρο του κόσμου και της φιλοσοφίας, με έναν τρόπο που οριζόταν όμως από τον μηδενισμό του Θεού και τον μηδενισμό της Ομάδας (ως συνεταιρισμός ατόμων – κατά Θοωδωρή Ζιάκα). Στο μεταμοντέρνο άτομο, ο μηδενισμός «προοδεύει» ακόμα πιο πολύ και μηδενίζει το ίδιο το άτομο ως προσωπικότητα και ως ανθρώπινη πεπερασμένη ύπαρξη. Η απεριόριστη πίστη στην Τεχνική ως νέο κοσμοσύστημα, εγκαθιδρύει τη νέα θρησκεία του «μετανθρώπου», στη θέση του «Θεανθρώπου» που με τόσο ζήλο η ατομικιστική ουσία της νεωτερικής και μετανεωτερικής «φιλοσοφίας», φρόντισε να εξαφανίσει.

Η πιο εξτρεμιστική και εξατομικευμένη μορφή τρανσουμανισμού, είναι ο εξτροπιανισμός(Extropianism). H εξτροπία είναι το αντίθετο της εντροπίας, του θερμικού θανάτου του σύμπαντος, σύμφωνα με τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής. Οι βασικές αντιλήψεις των εξτροπιανιστών είναι:

Επέκταση χωρίς όρια: μεγέθυνση, επέκταση, απεριόριστη εξέλιξη στα πάντα, ανεξάντλητος μέσος όρος ζωής, κ.α. Διαρκής υπέρβαση των εμποδίων και ορίων στην αυτοπραγμάτωση και την αυτοανάπτυξη.

Αυτομεταμόρφωση: Συνεχής αυτοβελτίωση σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ζωής. Υπευθυνότητα και πειραματισμός. Βιολογική και νευρολογική επαύξηση.

Δυναμική αισιοδοξία: Τροφοδότηση της δυναμικής δράσης με θετικές προσδοκίες. Υιοθέτηση μιας ορθολογικής, έμπρακτης αισιοδοξίας, που απορρίπτει τόσο την τυφλή πίστη όσο και την καθηλωτική απαισιοδοξία.

Νοήμων τεχνολογία: Δημιουργική εφαρμογή της επιστήμης και της τεχνολογίας για την υπέρβαση των “φυσικών” ορίων, που μας επιβάλλει η βιολογική μας κληρονομιά, η κουλτούρα μας και το περιβάλλον.

Αυθόρμητη τάξη: Υποστήριξη αποκεντρωτικών και εθελοντικών διαδικασιών κοινωνικού συντονισμού. Υιοθέτηση της ανεκτικότητας, της πολυμορφίας, της μακροπρόθεσμης σκέψης, της προσωπικής υπευθυνότητας και της ατομικής ελευθερίας.

Κι αν σε κάποιους όλα αυτά φαίνονται «αισιόδοξα», όντως μπορεί να είναι. Για όσους δηλαδή, ψάχνουν έναν νέο τεχνο-θεό, για να γαληνέψει την φυσιολογική υπαρξιακή τους αγωνία, ποντάροντας στην αθανασία μέσω ενός «απανθρωπισμού». Ή για όσους τους ενδιαφέρει η συστημική απεριόριστη εξέλιξη των έμβιων όντων, αδιαφορώντας για την ουσία, το περιεχόμενο και το αποτέλεσμα της «μεταμόρφωσης», αρκεί να δικαιωθεί η θεωρία. Άσχετα αν ο νέος ανθρωπολογικός τύπος, ζει στις δυστοπίες που περιέγραψε εκπληκτικά ο σκηνοθέτης Ρίντλευ Σκοτ, στο Blade Runner.

Η υπερβολή του Ουμανισμού ως τρανσουμανσιμού, είναι ένας υπερουμανισμός που εντέλει καταργεί τον ίδιο τον άνθρωπο. Όσο για τις επιλογές μας, θα μιλήσουμε στο επόμενο άρθρο…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Ο φαύλος κύκλος της ανάπτυξης

 

yios_korpa-e1455971102903

…καιτο μετέωρο βήμα της αποανάπτυξης

Του Αλέξανδρου Κόρπα-Πρελορέντζου

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση που έχει ξεσπάσει από το 2007 στην Αμερική και μεταφέρθηκε στην ευρωζώνη το 2008 θεωρείται η μεγαλύτερη πρόκληση των οικονομολόγων για τη χάραξη πολιτικής μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η συγκεκριμένη κρίση έφερε στο προσκήνιο θεωρίες οι οποίες πηγάζουν από το κραχ του ’30, υπενθυμίζοντας ότι η οικονομική ύφεση είναι ένα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο.
Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα λόγω της κρίσης, επαναφέρονται θεωρίες που επικρίνουν το υπάρχον οικονομικό μοντέλο, την ελεύθερη αγορά και το μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθείται. Αυτές οι θεωρίες περιστρέφονται γύρω από την αναζήτηση εναλλακτικών μορφών βιώσιμης οικονομίας, κοινωνικής ευημερίας και οικολογικής ισορροπίας. Πολλές από αυτές, όπως αποανάπτυξη, μηδενική ανάπτυξη, ευημερία χωρίς ανάπτυξη κ.ο.κ., είναι πλέον γνωστές σε αρκετούς ανθρώπους και ήδη σε πολλές χώρες της νότιας Ευρώπης έχουν γίνει πολιτικό σλόγκαν.

Οι υποστηρικτές της αποανάπτυξης άρχισαν να εμφανίζονται από τη δεκαετία του ’70 και συγκεκριμένα μετά την έκθεση της Λέσχης της Ρώμης»(1972), γνωστής και ως «τα όρια της ανάπτυξης». Στην ουσία ήταν μια προσπάθεια μέτρησης της καταστροφής του πλανήτη από τον άνθρωπο, καταλήγοντας ότι η ανάπτυξη της οικονομίας και του πληθυσμού θα πρέπει να παραμείνει μέσα στη φέρουσα ικανότητα του πλανήτη. Ο εμπνευστής της αποανάπτυξης είναι ο Νίκολας Γκεορκέσκου – Ρέγκεν οποίος ήταν μέλος της Λέσχης της Ρώμης και αποχώρησε διότι δεν πίστευε στη βιώσιμη ανάπτυξη που πρότειναν τα άλλα μέλη της λέσχης, με σκοπό τη σωτηρία του πλανήτη. Ο Γκεορκέσκου – Ρέγκεν πρότεινε ως λύση τη μηδενική ανάπτυξη, εξηγώντας μέσω του νόμου της εντροπίας ότι, ακόμα και αν οι άνθρωποι έχουν στόχο τη μη μόλυνση του περιβάλλοντος από την οικονομική δραστηριότητα, λόγω του ίδιου του οικονομικού συστήματος θα υπάρχει πάντα αύξηση της εντροπίας.

Το 2008 στο Παρίσι δόθηκε ο ορισμός για την αποανάπτυξη, αναφέροντας την ταυτόχρονη μείωση των ποσοστών των αγαθών που παράγονται και καταναλώνονται, μεταβαίνοντας εθελούσια σε μια κοινωνία συμμετοχική, δίκαιη και οικολογικά βιώσιμη. Ο Λατούς, αναφερόμενος στην αποανάπτυξη, θεωρεί ότι στηρίζεται σε 8 πυλώνες:
1. στην επαναξιολόγηση
2. στην ανακύκλωση
3. στην επανατοπικοποίηση
4. στη δημιουργία νέων αξιών
5. στη δημιουργία νέων νοημάτων
6. στον περιορισμό
7. στην αναδιάρθρωση
8. στην αναδιανομή

Όμως, πολλοί οικονομολόγοι, ιδιαίτερα αυτοί που είναι προσηλωμένοι στο δόγμα «ανάπτυξη για την ανάπτυξη» και στο φαντασιακό της, πιστεύουν ότι η αποανάπτυξη είναι μία πρόταση ουτοπική. Ως επιχείρημα, χρησιμοποιούν την άποψη ότι το μοντέλο της αποανάπτυξης θα αύξανε τα ποσοστά ανεργίας. Επιπλέον, θεωρούν ότι η πρόταση της αποανάπτυξης είναι ένα παλιό κρασί σε νέο μπουκάλι, δεδομένου ότι οι θεωρίες που κουβαλάει, γύρω από τους φυσικούς πόρους, εξαλείφονται από την ανάπτυξη της οικονομίας στο καπιταλιστικό μοντέλο και το σύστημα της αγοράς. Για αυτόν το λόγο, πολλοί υποστηρικτές της αποανάπτυξης, όπως ο Λατούς, πιστεύουν σε ένα μοντέλο ανάπτυξης πέραν του καπιταλισμού ή καλύτερα ασκώντας κριτική στο «πνεύμα του καπιταλισμού».

Οι εναλλακτικές πολιτικές, πέρα από τον καπιταλισμό, για την οικονομική οργάνωση μιας κοινωνίας που έχει αναδείξει η ιστορία, είναι του κομμουνισμού, όπου, κατά τον Κάρολο Μαρξ, η μετάβαση σε μία σοσιαλιστική κοινωνία θα επιτύχει μέσα από την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής από τους εργάτες. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν οι λεγόμενοι ουτοπιστές – σοσιαλιστές, όπως οι Ρόμπερτ Όουεν, Κάρολος Φουριέ κ.α, οι οποίοι προώθησαν πρωτοποριακές ιδέες για την εποχή τους, όπως η μείωση του χρόνου εργασίας, η αύξηση των μεροκάματων, η παράκαμψη των μεσαζόντων στο εμπόριο κ.α. Οι αξίες της συνεργατικής οικονομίας, όπως οι αμεσο-δημοκρατικές σχέσεις των εργαζομένων, η αλληλεγγύη, η μη επιδίωξη κέρδους και η αυτοδιαχείριση της παραγωγής, παρουσιάζουν ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, ιδιαίτερα συλλογικό και οριζόντιο. Επιπλέον, υπάρχει και μία άλλη σοσιαλιστική θεωρία που αναπτύχθηκε με τη πάροδο του χρόνου, και δεν έχει φωτιστεί αρκετά. Αυτή η θεωρία βασίζεται στον Σίλβιο Γκέσελ που θεωρείται νομισματικός και κοινωνικός μεταρρυθμιστής. Ο Γκέσελ που αυτοαποκαλούταν σοσιαλιστής, επηρεασμένος από τις θεωρίες του Προυντόν, πίστευε σε μία μη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς και πρότεινε την ιδέα του την περίοδο της κρίσης της Αργεντινής 1880, η οποία ήταν η δημιουργία νομισμάτων με προγραμματισμένη λήξη.

Όσο αφορά λοιπόν την αποανάπτυξη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι περιέχει από οικονομική οργάνωση μιας κοινωνίας και τις τρεις παραδόσεις περί σοσιαλισμού. Βέβαια, ο Λατούς κάνει λόγο για έναν πρώιμο σοσιαλισμό, κριτικάροντας την εκβιομηχάνιση και τη νεωτερικότητα. Επιπλέον, πρέπει να συνυπολογιστούν και οι θεωρίες γύρω από τους γεωφυσικούς πόρους. Η ανάπτυξη, και ιδιαίτερα μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα, εκμεταλλεύεται τους φυσικούς πόρους ως δωρεάν πρώτη ύλη. Η πρόταση λοιπόν της αποανάπτυξης περιστρέφεται γύρω από την επιστροφή των ανθρώπων στα κοινοτικά πλαίσια. Δηλαδή, σε μία πλήρη επιστροφή του μετασχηματισμού της κοινωνίας σε κοινωνικές σχέσεις οριζόντιες και αλληλέγγυες και με ένα οικονομικό σύστημα μικρότερης κλίμακας, χωρίς κοινωνικές ανισότητες και οικολογικές επιβαρύνσεις. Μία επιστροφή πολιτιστική και πολιτισμική, σε αυτό που ονομάζουμε «το μικρό είναι όμορφο», όπου οι σχέσεις των ανθρώπων, αλλά και η οικονομία, θα λειτουργούν σε τοπικό επίπεδο. Με δυνατότερη τη δημιουργία μιας εκδημοκρατισμένης κοινωνίας, όπου θα ξαναβρούμε και θα ξαναγαπήσουμε τις παραδόσεις μας. Ο Ιβάν Ίλιτς, επίσης, μας θυμίζει ότι δεν μπορεί να επέλθει δημοκρατία μέσα στον καπιταλισμό, με αποτέλεσμα να αναζητούνται δημοκρατικότερες «ουτοπίες». Πολλοί πιστεύουν ότι αυτή η επιστροφή προς τα πίσω και η μετάβαση σε μετακαπιταλιστικές οικονομίες, μπορεί να επέλθει μόνο από τα κάτω.

Στη χώρα μας, όπου τα τελευταία πέντε χρόνια η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, αναζητούνται λύσεις εντός της νομισματικής ένωσης, κλείνοντας όμως το μάτι σε θεωρίες επιστροφής σε εθνικό νόμισμα. Παράλληλα, λόγω των πολιτικών λιτότητας, η μείωση της κατανάλωσης έχει προέλθει από τα πάνω προς τα κάτω, δημιουργώντας ένα είδος αναγκαστικής αποανάπτυξης, όπου, σε ατομικό επίπεδο, πολλοί άνθρωποι μπήκαν στη λογική της επαναξιολόγησης και της προσωπικής κριτικής, ακολουθώντας διαφορετικούς τρόπους ζωής, περισσότερο λιτούς και απλούς. Έτσι, λοιπόν, πολλοί πιστεύουν ότι η κρίση μπορεί να ωθήσει στον μετασχηματισμό της κοινωνίας, αξιοποιώντας την ως ευκαιρία και δημιουργώντας νέες διαδικασίες από τα κάτω. Αυτήν τη στιγμή στη χώρα μας υπάρχουν πολλές πρωτοβουλίες βάσης, συλλογικότητες, τοπικά νομίσματα, ανταλλακτικά παζάρια και γενικά πολλά εγχειρήματα που λειτουργούν στη βάση της αλληλεγγύης και της αλληλέγγυας οικονομίας.

Όπου, για την αποανάπτυξη, η αλληλέγγυα οικονομία θα μπορούσε να είναι το οικονομικό μοντέλο μετάβασης σε μια κοινωνία αποανάπτυξης. Βέβαια, όλα αυτά τα εγχειρήματα και πρωτοβουλίες δεν αναφέρουν ότι στοχεύουν στην αποανάπτυξη, αλλά βρίσκονται πολύ κοντά στην κουλτούρα της. Αν η αποανάπτυξη είναι η απάντηση στην οικονομική κρίση, θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε την εξέλιξή της στην ελληνική κοινωνία. Πάντως, η αρχή έγινε.

Εξέγερση και μελαγχολία – Michael Lowy- Robert Sayre

ej

Ο ρομαντισμός σήμερα

Από τα πιο μεστά και αισιόδοξα βιβλία που έχουν εκδώσει οι Εναλλακτικές Εκδόσεις, το βιβλίο των Michael Lowy & Robert Sayre για την εξεγερσιακή και «φωτισμένη» αισιοδοξία των ρομαντικών κινημάτων στην πορεία της ιστορίας. Ενάντια στο «κλειστό» και εντέλει μονοσήμαντο μέλλον ενός διαφωτισμού που εργαλειοποιήθηκε και αποτελεί το ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο του καπιταλιστικού πολιτισμού. Ένα πλαίσιο, εντός του οποίου μπορούν να συναγελάζονται εν ισοτιμία, οι δεξιές και αριστερές πρωτοπορίες, έστω και αν θεωρούν τους εαυτούς τους ιδεολογικούς αντιπάλους.

Η αποθέωση της Τεχνικής, ως τεχνοφασισμός, ο νεοφιλελεύθερος «εκσυγχρονισμός», η λατρεία της απόλυτης ανάπτυξης, ο δομισμός-μεταδομισμός, o μηδενιστικός σχετικισμός, κ.α, θόλωσαν το όραμα για μια ολόπλευρη και ισορροπημένη εξέλιξη του ανθρώπου-φύσης και εγκαθίδρυσαν το «τέρας» του νεωτερικού ανθρώπου. Άτομο και όχι πρόσωπο, σε ομάδες ατόμων και όχι σε κοινότητες, προαγωγός εμπορευμάτων και όχι παραγωγός, ο «καπιταλισμικός άνθρωπος», εκλαμβάνει τη ναρκισσιστική μοναξιά του, ως απελευθέρωση!

Οι συγγραφείς, προβάλλουν όλες τις απόπειρες και τις πτυχές των επαναστατικών εγχειρημάτων για ένα μελλοντικό απελευθερωτικό πρόταγμα, ενάντια στην αντιρομαντική φύση του καπιταλιστικού ανθρωπολογικού τύπου. Σημειώνοντας, τις αντιφάσεις της πολιτικής αφετηρίας τους, αλλά εμμένοντας στην αντικαπιταλιστική λογική και στο μετα-κομμουνιστικό όραμα! Ένα όραμα που παραμένει ενεργό, όσο «νοσταλγεί» συγκεκριμένα υποδείγματα τρόπων ζωής, που διαφέρουν ποιοτικά από τον βιομηχανικό καπιταλιστικό πολιτισμό. Γιατί όπως λένε και οι συγγραφείς: «Χωρίς νοσταλγία του παρελθόντος δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντικό όνειρο για το μέλλον. Υπ’αυτή την έννοια, η ουτοπία ή θα είναι ρομαντική ή δεν θα υπάρχει»

Δημήτρης Ναπ.Γ.

Παραθέτουμε αποσπάσματα, από το βιβλίο:

«Απέναντι σ’αυτήν την εκσυγχρονιστική σχεδόν ομοφωνία υψώνεται στη Γαλλία κατά τα τελευταία χρόνια, ένα ρεύμα μειοψηφικό αλλά όχι αμελητέο, ρομαντικής ευαισθησίας, φορέας ριζικής κριτικής του σύγχρονου πολιτισμού. Ένα χαρακτηριστικό, κοινό για την πλειονότητα των εκπροσώπων του, είναι η απουσία ιδιαίτερων αναφορών στη ρομαντική παράδοση του 19ου αιώνα -που η παρουσία της ήταν ακόμη έντονη στην προπολεμική γενιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα αρκετά μεγάλο φιλολογικό ή πολιτιστικό ενδιαφέρον για τους ρομαντικούς συγγραφείς του παρελθόντος, αλλά ότι εκείνο ότι είναι σπάνιο να θεωρηθούν πηγή ή σημείο εκκίνησης για την κριτική της βιομηχανικής κοινωνίας. Αυτό το ρόλο παίζουν μερικοί σύγχρονοι διανοούμενοι των οποίων τα έργα έχουν μεταφρασθεί (ή αρχίζουν να μεταφράζονται) στη Γαλλία: σε ότι αφορά τους φιλοσόφους πρόκειται για τους συγγραφείς της Σχολής της Φρανκφούρτης, ή αντίθετα για τον Χάιντεγκερ. Οι οικολόγοι ενδιαφέρονται για τον Ivan Illich, ενώ οι οικονομολόγοι ανακαλύπτουν τον Carl Polanyi ή τον Emmanuel Wallerstein» 

(…)

«Η ρομαντική οπτική θα μπορούσε να παίξει έναν ιδιαίτερο ρόλο στο σημερινό πλαίσιο, που χαρακτηρίζεται μεταξύ άλλων από την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Διότι, διαμορφωμένο ιστορικά, σε μεγάλο βαθμό από έναν αντικαπιταλισμό μη ρομαντικού τύπου, που παραγνώριζε την παγκοσμιότητα της καπιταλιστικής κουλτούρας, αυτό το σύστημα έθετε ως σκοπό να ξεπεράσει τον καπιταλισμό εξωθώντας ακόμα πιο μακριά τη νεωτερικότητα παρά αμφισβητώντας την ίδια τη λογική της. Ήταν λοιπόν καταδικασμένο να αναπαράγει, ενίοτε επιδεινώνοντάς τα, τα στοιχειωδέστερα στίγματα του καπιταλισμού» 

Τις Τετάρτες (Οn Wednesdays)…ή στο Σούπερ Μάρκετ!

Έμπαινε γιαγιά…! 

Από τις πληγές της γης, στον εφιάλτη της κατανάλωσης…(video)

 

Στατιστικά

  • 32,246 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Ιουνίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!