//
archives

ΟΙΚΟ-ΛΟΓΙΑ

This category contains 46 posts

Ο φετιχισμός της καινοτομίας

του Χάρη Ναξάκη

« Η θεμελιώδης ώθηση πού θέτει και διατηρεί την καπιταλιστική μηχανή σε κίνηση είναι οι ανάγκες για νέα καταναλωτικά αγαθά… αυτή η συνεχής ανάγκη για το νέο διαρκώς διεγείρει, καταστρέφει την παλιά δομή. Ο καπιταλισμός είναι η αιώνια θύελλα τής δημιουργικής καταστροφής»

Με την παραπάνω οξυδερκή διαπίστωση ο διάσημος Αυστριακός οικονομολόγος Γιόζεφ Σουμπέτερ (1883-1950) στο βιβλίο του, Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία, προέβλεψε ότι η καταναλωτική καινοτομία είναι η ατμομηχανή της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο δημόσιος διάλογος έχει κατακλυστεί τα τελευταία χρόνια από άρθρα και αναλύσεις, ειδικών και μη, ανεξαρτήτως ιδεολογικής απόχρωσης, που η κοινή τους συνισταμένη είναι η λατρεία της καινοτομίας. Η φετιχιστική λατρεία της καινοτομίας στηρίζεται σε ένα αυταπόδεικτο επιχείρημα, η καινοτομία είναι πρόοδος. Ως εκ τούτου το συμπέρασμα είναι σαφές και ενέχει θέση νόμου: όποιος είναι ενάντια στην  καινοτομία είναι οπισθοδρομικός, εχθρός της τάσης του ανθρώπου για συνεχή εξέλιξη. Το άρθρο αυτό είναι οι σημειώσεις ενός αιρετικού του δόγματος ότι η καινοτομία είναι πρόοδος. Αν πρόοδος είναι η πεποίθηση ότι διαμέσου της καινοτομίας το αύριο είναι καλύτερο από το χθες, επειδή καταναλώνουμε περισσότερα προϊόντα πού έχει προγραμματιστεί ο θάνατος τους, τότε οικοδομούμε ένα πολιτισμό των απορριμμάτων.                                                   

     Η καινοτομία βέβαια προσφέρει ένα πλεονέκτημα, αυτό της εξελικτικής προσαρμογής με ευελιξία σε  ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Η μεταβολή όμως του περιβάλλοντος δεν τρέχει με την ταχύτητα του φωτός και για αυτό η προσαρμογή στην μεταβολή δεν γίνεται μέσω ενός αχαλίνωτου ατομικισμού και του συνοδοιπόρου του, του εξατομικευμένου καταναλωτισμού, της άμεσης δηλαδή ικανοποίησης των επιθυμιών και απόλαυσης των ηδονών ,αλλά μέσω της κτήσης και κατανάλωσης αγαθών που καλύπτουν τις βασικές μας ανάγκες και προσφέρουν την υπόσχεση της ασφάλειας, εξυπηρετούν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα μας. Για να εξυπηρετεί όμως η παραγωγή, η κτήση και η κατανάλωση τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα μας πρέπει τα αγαθά αυτά να είναι ποιοτικά, ανθεκτικά και επισκευάσιμα. Γιατί όμως δεν σχεδιάζονται και δεν επιλέγονται σήμερα εκείνες οι καινοτομίες που επιτρέπουν μια βιώσιμη προσαρμογή του ανθρώπου στις αλλαγές του περιβάλλοντος, αλλά η καινοτομική δραστηριότητα εστιάζει στον σχεδιασμό και την παραγωγή αγαθών που έχουν αποκλειστικό στόχο την εφήμερη απόλαυση επιθυμιών και ηδονών; Γιατί οι θεσμοί με την σειρά τους, οι επίσημες πολιτικές ευνοούν την χρηματοδότηση της καταναλωτικής καινοτομίας;

 Το σύνολο σχεδόν της καταναλωτικής καινοτομίας σήμερα έχει ως στόχο την καταστροφή της μακροβιότητας των αγαθών και των υποδομών, που εκτός των άλλων ξοδεύει ανελέητα τους περιορισμένους πόρους του πλανήτη. Η καταναλωτική καινοτομία σχεδιάζεται με μοναδικό γνώμονα την προγραμματισμένη βραχυβιότητα των προϊόντων, την συντόμευση του κύκλου ζωή τους, τον προγραμματισμένο θάνατο τους. Σήμερα τα προϊόντα κατασκευάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να περιέχουν τον προγραμματισμένο θάνατο τους είτε πρόκειται για οικιακές συσκευές είτε για κινητά  τηλέφωνα , ηλεκτρονικούς υπολογιστές και αυτοκίνητα. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στις  εταιρίες κινητής τηλεφωνίας  nokia,Samsung και Lg για τα κόστη αντικατάστασης και επιδιόρθωσης των εξαρτημάτων των κινητών αποκαλύφθηκε ότι στα φθηνότερα κινητά(30 ευρώ) το κόστος συντήρησης είναι ασύμφορο, είναι τριπλάσιο από το να αγοράσεις ένα άλλο μοντέλο, στα κινητά μεσαίου κόστους(100 ευρώ) τα κόστη των εξαρτημάτων είναι όσο η αγορά ενός καινούργιου, ενώ στα κινητά υψηλού κόστους(400 ευρώ) η συντήρηση και η επισκευή κοστίζει το 60% της αρχικής τιμής αγοράς. Η σχεδιασμένη μέσω της καινοτομίας θνησιμότητα των προϊόντων είναι η συνταγή για να δημιουργείται νέα ζήτηση των προϊόντων. Η κοινωνία της απεριόριστης κατανάλωσης μέσω της καινοτομίας απαξιώνει την ανθεκτικότητα, ως χαρακτηριστικό των αγαθών, ταυτίζοντας την με το παλιό και το ακατάλληλο, στη συνέχεια μειώνει τεχνητά το προσδόκιμο ζωής ενός προϊόντος και μέσω του μάρκετινγκ δημιουργεί μια  καταναλωτική κουλτούρα που αποθεώνει το σημερινό προϊόν και αρνείται το χθεσινό. Αυτή η διαρκής ανανέωση των προϊόντων έχει ως στόχο να αισθανόμαστε συνεχώς στερημένοι, δυστυχείς, σε αναμονή για την νέα γενιά καινοτομιών, να χρειαζόμαστε πάντα περισσότερα και να μην έχουμε ποτέ αρκετά.      

                                                                                                                                                                                       

Η καταναλωτική καινοτομία υπονομεύει την ανθρώπινη ανάγκη για σταθερότητα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό,  την παρουσιάζει ως στασιμότητα και οπισθοδρόμηση, προωθεί την ανηλεή πρωτοτυπία εις βάρος της ανθεκτικότητας. Η καινοτομία καταστρέφει συστηματικά την αιώνια σοφία των ανθρώπων και των κοινοτήτων, που θεωρούσε ότι τα γερά είναι καλύτερα και τα λίγα είναι αρκετά. Τα διαρκή, ανθεκτικά, στέρεα και απρόσβλητα από την φθορά του χρόνου αγαθά δίνουν στην κοινωνία ένα αίσθημα μακροπρόθεσμης αναπαραγωγής, σταθερότητας και ασφάλειας από τις ιδιοτροπίες της μοίρας. Στον αντίποδα αυτής της σοφίας για ανθεκτικά αγαθά και υποδομές, που προσφέρουν σταθερότητα και ασφάλεια, η καινοτομία εστιάζει στην εφήμερη απόλαυση επιθυμιών που γεννά με την σειρά της την αιώνια αίσθηση του ανικανοποίητου. Είναι πρόοδος η εσπευσμένη αντικατάσταση των αγαθών, ο καταναλωτικός  ατομικισμός και ηδονισμός, το κυνήγι της καινοτομίας, ο δανεισμός χρημάτων για να αγοράσουμε προϊόντα που είναι προγραμματισμένα να χαλάσουν;

Πηγή: https://antifono.gr/%CE%BF-%CF%86%CE%B5%CF%84%CE%B9%CF%87%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%83-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%83/?fbclid=IwAR1wEshemlSHcxSvgcU2P5fMJnqi-gTQqTkM9JF3Ts3aLJJIQ23UcyPEyJQ
Advertisements

Πολύχρωμος ολοκληρωτισμός

Από πότε η «πορεία υπερηφάνειας» θεωρείται από κάποιους ως βήμα για να διασπείρουν μια ρατσιστική ρητορική μίσους; Έτσι μόνο μπορούν να χαρακτηριστούν τα συνθήματα «Ελλάδα σκάσε!», «στο διάολο η οικογένεια, στο διάολο κι η πατρίς, να πεθάνει η Ελλάδα για να ζήσουμε εμείς». Κι αν αυτοί που τα εκφράζουν δηλώνουν «αντιφασίστες», αυτό θολώνει μόνο τα νερά της δικής τους ξενοφοβίας, καθώς αντιμετωπίζουν κάθε τι ανόμοιο με αυτούς ως οντολογικά εχθρικό, που πρέπει να εξολοθρευθεί. Ίδια λοιπόν, η κινητήρια αντίληψή τους με τους ναζί τους οποίους υποτίθεται ότι τόσο έντονα απεχθάνονται.

Ποιον, όμως, στ’ αλήθεια στοχοποιούν τα συνθήματα αυτά; Όχι μόνον όσους αισθάνονται αισθήματα πατριωτικά, ή τα μέλη μιας οποιασδήποτε οικογένειας (στους οποίους αξίζουν σύμφωνα με ένα άλλο προσφιλές σύνθημα «σφαλιάρες και κλωτσιές»). Αλλά, στον άνθρωπο γενικά. Στην ίδια του την ύπαρξη έτσι όπως πραγματοποιείται εδώ και χιλιάδες χρόνια: Γιατί η οικογένεια είναι το πρώτο συλλογικό κύτταρο που ο άνθρωπος εκδηλώνεται αγαπητικά, δηλαδή μαθαίνει να λαμβάνει αρχικά, κι ύστερα να εκπέμπει την αγάπη· και πατρίδα είναι η ψυχική εκείνη γεωγραφία που μεταβάλλει τον άνθρωπο και τις κοινωνίες του, από εφήμερο ον σε τυχαία συνύπαρξη, σε μια κοινότητα ικανή να διεκδικήσει την ίδια της τη μοίρα.

Η αμφισβήτηση όλων αυτών εκπορεύεται από το ίδιο το Σύστημα. Tο μοντέλο οικονομίας και κατανάλωσης, που ζητάει σήμερα από τον άνθρωπο να αλλάξει έναν τρόπο ύπαρξης που ακολουθεί από την αυγή της παρουσίας του σε αυτόν τον πλανήτη, να γίνει ένας μετάνθρωπος δίχως συλλογικές ταυτότητες, ιστορική μνήμη, φύλο, γι’ αυτό εύπλαστος, απόλυτα χειραγωγούμενος από τους μηχανισμούς του μάρκετινγκ και της κατασκευής επίπλαστων καταναλωτικών αναγκών. Γι’ αυτό και τα σκήπτρα αυτής της περίεργης θρησκείας του «νέου ανθρώπου», τα κρατούν οι πολυεθνικές και ο αυτοκράτορας των ΜΚΟ Τζόρτζ Σόρος.

Για εμάς, που δεν πιστεύουμε ότι έχει μέσα στον 21ο αιώνα νόημα να δηλώνει κανείς «προοδευτικός» ή «συντηρητικός», αλλά να αγωνίζεται ώστε να βρει η κοινωνία μας το χαμένο της πνευματικό μέτρο και κέντρο, η έκφραση της σεξουαλικότητας είναι ζήτημα προσωπικής ελευθερίας. Το να χρησιμοποιείται όμως ως άλλοθι για μια σταυροφορία «επίθεσης στα πρότυπα ανδρών και γυναικών» και άρα, μετάλλαξης του ανθρώπου, είναι κάτι το αποτροπιαστικό. Γιατί πρώτα απ’ όλα διασύρει την ίδια, ενώ αποπειράται να «καπελώσει» κάθε άνθρωπο που ασκεί την προσωπική του ελευθερία, ακόμα και πολλούς ομοφυλόφιλους συμπολίτες μας, βάζοντας στο στόμα τους μια πολιτική ατζέντα στην οποία δεν έχουν συνομολογήσει ποτέ.

Διερευνώντας τις δομές του λαϊκού πολιτισμού – Σύστημα και αντισύστημα.

Επιμέλεια: Γιώργος Κουτσαντώνης

Ακολουθεί απόσπασμα από το εξαιρετικό, κατά τη γνώμη μας, βιβλίο, Ελληνικός Παραδοσιακός Πολιτισμός – Λαογραφία και Ιστορία – Συνέδριο στη μνήμη της Άλκης Κυριακίδου Νέστορος, εκδ. Παρατηρητής.

Αλέξης Πολίτης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

«Οι Έλληνες πιστεύουν πως αν ανεβούν στην κορυφή τον Ταΰγετου την 1η Ιουλίου, μπορούν να διακρίνουν την Κωνσταντινούπολη στον ορίζοντα. Βλέπουν παντού την Κωνσταντινούπολη». Με τα λόγια αυτά ειρωνευόταν, στα 1854, ο Εδμόνδος Αμπού τις υπέρμετρες βλέψεις της Μεγάλης Ιδέας[1] είμαστε στα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου, άλλωστε. Και βέβαια, όσο καθαρή κι αν είναι η ατμόσφαιρα, όσο γερακίσιο κι αν είναι το μάτι, η Κωνσταντινούπολη δεν φαίνεται από τον Μοριά: εδώ εκφράζονται εμφανώς περισσότερο ιδεολογικοί πόθοι παρά κάποια πραγματικότητα, κι έτσι το πεδίο της ειρωνείας αφήνεται διάπλατο.

Ωστόσο την πίστη ετούτη τη χρειάζομαι για διαφορετικό σκοπό, για την εσωτερική της δομή: οργανώνεται σε δύο σκέλη· από τη μια η πεποίθηση πως η Πόλη δεν είναι και τόσο μακριά από τη νότια άκρη της Ελλάδας, κι από την άλλη μια περιοριστική ρήτρα: «φαίνεται, μονάχα όμως μία μέρα τον χρόνου». Θα προσπαθήσω λοιπόν να δείξω ότι παρόμοιου τύπου περιοριστικές ρήτρες συνιστούν κοινόν τόπο στο σύνολο σχεδόν των πίστεων που συγκροτούν το οικοδόμημα του προφορικού πολιτισμού. Λόγου χάρη, μισόν αιώνα περίπου νωρίτερα καταγραφόταν μια άλλου είδους πίστη, σχετικά με την πανούκλα. Πλάι στην αναφορά για την καταστροφική της ισχύ προσκολλάται μία επιπλέον ιδιότητα: «τιμές μάλιστα λέγουν ότι είναι τυφλή και περιπατεί τοίχον-τοίχον και δια τούτο στρώνουσιν εις την μέσην της κάμαρας δια να μην τους πατήσει»[2]. Ίδια δομή και εδώ· την επίφοβη δύναμη της προσωποποιημένης πανούκλας την αναιρεί η τυφλότητά της.

Το φαινόμενο αυτό, που το ονομάζω «σύστημα και αντισύστημα», καταφαίνεται σαφέστατα στις παροιμίες, δηλαδή στο είδος όπου κωδικοποιείται η βιωματική εμπειρία των αγροτικών πολιτισμών. Ένα μεγάλο μέρος τους θα μπορούσαμε να το ταξινομήσουμε σε αντιθετικά ζεύγη, όπως, λόγου χάρη: Αγάλια αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι αλλά και, Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος, ή πάλι: η νύχτα κάνει ‘πίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη. —Βασιλικός κι αν μαραθεί, τη μυρουδιά την έχει, αλλά και, — Πέσανε τ’ άστρα και τα πατούν κι οι κότες. — Δεν μ’ ευφραίνουνε τα γρόσα, μόνον η yλυκειά σου γλώσσα, αλλά και, Όποιος έχει γρόσα, έχει γλώσσα Η παλιά κότα έχει το ζουμί, αλλά και, Ξανόστηνες κυρά μου σαν τ’ αγγούρι τον Αύγουστο. — Ο Θεός φτωχό, νά ‘ν’ άμοιρος, δεν κάνει, αλλά και, Του φτωχού το εύρημα ή καρφί ή πέταλο. – Λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά και θέλει, αλλά και, Το πολύ το κυριελέησον το βαρυέται κι ο παπάς.

Τέτοια ζευγάρια, πολλά μπορούμε να βρούμε· σταχυολόγησα ορισμένα, όλα από έναν μόνον τόπο, τη Σκιάθο[3]. Και προς τιμήν της Άλκης Κυριακίδου Νέστορος, που είχε επιμεληθεί την έκδοσή τους, και επειδή όταν ανιχνεύουμε τις δομές, είναι σκόπιμο να επιλέγεται ένας συγκεκριμένος τόπος, ώστε τα τεκμήρια που χρησιμοποιούμε να προέρχονται από οργανικό σύνολο· αλλιώς ελλοχεύει ο κίνδυνος να έχουμε συγκροτήσει εμείς το όλον του οποίου τη δομή αναζητούμε.

Το αναλυτικό μου παράδειγμα θα είναι πάλι από τη Σκιάθο, λοιπόν. Επέλεξα τις μαγικές πράξεις που οδηγούν στην αρρενογονία: καθώς η αγροτική κοινωνία, σε συνδυασμό με τον θεσμό της προίκας και τις γενικότερες πατριαρχικές αντιλήψεις, προβάλλει έντονα την προτίμηση για αρσενικά παιδιά, οι σχετικές πρακτικές είναι αρκετές. Ας αρχίσουμε από το λεγόμενο «παλικαροβότανο». Στη συλλογή τον Γεώργιου Α. Ρήγα, Σκιάθου λαϊκός πολιτισμός, καταγράφονται πέντε ειδών παλικαροβότανα. Το πρώτο είναι να καταπιεί η γυναίκα ωμούς όρχεις πετεινού σε μια «αντρίκεια ημέρα», ημέρα δηλαδή που τιμάται η μνήμη αρσενικού αγίου. Ένα άλλο είναι να καταπιεί πάλι η γυναίκα έναν αφαλό από αρσενικό ζώο (κατσίκι ή πρόβατο) που έχει μείνει ένα ολόκληρο βράδυ έξω στην ύπαιθρο να το δουν τ’ αστέρια· η πράξη αυτή πρέπει να γίνει «τ αϊ-Γιαννιού τ’ Λιτρουπιού», δηλαδή την ημέρα του Γενεθλίου του Προδρόμου. Πρέπει όμως η γυναίκα όταν το πίνει να κοιτάζει προς την ανατολή. Το τρίτο παλικαροβότανο είναι ένα βοτάνι «απού μοιάζει σαν ψιλούτσικο χορταράκι» – έτσι, αόριστα δίνεται η περιγραφή του. Άμα το βρουν, το ξεριζώνουν και το δίνουν στη γυναίκα να το φάει. Το τέταρτο είναι ο ομφάλιος λώρος ενός αγοριού γεννημένου από «παλικαρομάνα», από μητέρα δηλαδή που γεννάει στη σειρά αγόρια: αυτόν τον ομφάλιο λώρο ή τον κάνουν χαϊμαλί, ή τον ξεραίνουν, τον τρίβουν και τον δίνουν σαν καταπότι. Και το τελευταίο είναι μια παραλλαγή του προηγούμενου, ο ομφάλιος λώρος ζώου που επίσης γεννά στη σειρά αρσενικά[4].

Αυτά, ως προς τη μάνα. Κρίσιμη για την αρρενογονία ωστόσο είναι και η στιγμή των ιερών αρραβώνων στην αρχή της γαμήλιας τελετής. Στη διάρκειά της οι εχθροί της νύφης μπορεί να της «ρίξουν τα κορίτσια», όπως κι οι φίλοι «να της ρίξουνε τα παλικάρια». Για να αποφευχθεί το πρώτο πρέπει να κλείσουν τα παράθυρα, αν ο γάμος γίνεται σε σπίτι, ή να προφέρει τα λόγια του αρραβώνα μυστικά ο παπάς, ή ακόμα και να τελέσουν την ιερή τελετουργία λίγο νωρίτερα (ώστε να μην πετύχει ο εχθρός την κατάλληλη στιγμή). Αποτρεπτικά λειτουργεί επίσης το να κρατούν η νύφη κι ο γαμπρός ένα τετραβάγγελο, ένα κομμάτι δίχτυ κι ένα ψαλίδι, ή να φορούν από ένα ασημένιο τάλιρο στα παπούτσια τους, ή, τέλος, να έχει ο γαμπρός στην τσέπη του πολύ σουσάμι. Καλό είναι ακόμα να πουν από μέσα τους την κατάλληλη στιγμή: «Ξέρω πως μου ρίχνουνε τα κορίτσια». Και, φυσικά, για να επιτευχθεί το θετικό αποτέλεσμα, χρειάζεται, την ώρα που ο παπάς προφέρει το «αρραβωνιάζεται», κλπ., να πουν μυστικά οι φίλοι: «αρραβωνιάζω κι εγώ τα παλικάρια».

Κοντά σ’ αυτά, κι ενώ γίνονται στο σπίτι οι προετοιμασίες, οφείλουν, όταν στολίζουν το νυφικό κρεβάτι, να κυλίσουν ένα αρσενικό παιδί πάνω στο στρώμα πριν ακόμα στρώσουν τα σεντόνια, ενώ, πάλι, θα πρέπει τα ψωμιά του γάμου να μένουν «ακέντηστα», δίχως εγχάρακτα ξόμπλια δηλαδή, για να μην κάνουν κορίτσια οι μελλόνυμφοι. Κι από το ίδιο ζυμάρι πρέπει να κάνουν δυο κουλούρια που θα τα δώσουν σε αγόρια. Και αφού τελειώσει ο γάμος, μετά τα καλορίζικα, ο παπάς εύχεται στο ζευγάρι «όλο κεφαλάδες», αρσενικά παιδιά[5].

Είναι πολλές οι λεπτομέρειες, ενδέχεται μάλιστα να μην τις έχω εντοπίσει όλες -όπως ενδέχεται, φυσικά, να έχει παραλείψει κάποιες και ο Γ. Α. Ρήγας[6]. Επιχειρώντας όμως να συλλάβουμε προς τι όλο ετούτο το πολυποίκιλο αθροιστικό συνονθύλευμα, διαπιστώνουμε ότι η πανσπερμία ακριβώς είναι που εμπεριέχει την ουσία τον ζητήματος, επειδή, βέβαια, είναι πρακτικά αδύνατο το καινούριο ζευγάρι να τηρήσει με ακρίβεια όλους τους κανόνες αρρενογονίας. Δεν θα δοκιμάσει η γυναίκα όλα τα παλικαροβότανα, παρά ένα ή δύο, αλλά όποιο και να δοκιμάσει μπορεί να της διαφύγει κάποια από τις πολλές μικρές λεπτομέρειες. Έπειτα, πόσες ημέρες αρσενικών αγίων, λόγου χάρη, δεν είναι ταυτόχρονα και ημέρες μνήμης θηλυκών; Και ποιος καθορίζει πόσα αρσενικά παιδιά στη σειρά πρέπει να έχει γεννήσει μια γυναίκα για να ονομαστεί επάξια «παλικαρoμάνα»; (Αφήνω που, και πάλι, στην καλύτερη των περιπτώσεων προκύπτει ένα μόλις χαϊμαλί για ολόκληρη την κοινότητα). Ή, πάλι, πόσοι μπορούν να βεβαιώσουν ότι ετούτο κι όχι το άλλο βοτάνι είναι το γνήσιο παλικαροβότανο; Να προσέξουμε ότι ο ίδιος ο Γ. Α Ρήγας δεν φαίνεται να ήξερε να το αναγνωρίσει. Και να προσθέσουμε ότι όλα όσα αναφέρθηκαν δεν είναι παρά πρακτικές και έθιμα που συμπληρώνουν τις θρησκευτικές πίστεις· γιατί είναι ευνόητο πως κοντά στα άλλα υπάρχει πάντα κι η δυνατότητα ν’ ανάψεις ένα κερί ή να προσφύγεις σε όποια μαγική παρέμβαση του θείου κρίνεις καταλληλότερη.

Λοιπόν, οι δυσκολίες, οι ασάφειες και κυρίως η πολλαπλότητα των μαγικών μέσων συνιστούν ακριβώς το αντισύστημα στο συνολικό σύστημα «μέθοδοι προς αρρενογονίαν». Αν τελικά το ζευγάρι αποκτήσει αγόρι, το γεγονός δεν θα αποδοθεί στην εύνοια της τύχης παρά σε κάποιαν από τις μαγικές ενέργειες, αν πάλι όχι, τότε, ήταν το μαγικό των εχθρών που επέδρασε δραστικότερα, ή έτυχε μια λεπτομέρεια να μην προσεχτεί επαρκώς: ανάλογα με το αποτέλεσμα, Θεωρείται ότι λειτούργησε το σύστημα είτε το αντισύστημα, ώστε το συνολικό οικοδόμημα να μην τεθεί σε αμφισβήτηση. Οι ασφαλιστικές δικλείδες εντοπίζονται είτε στη διπλή οργάνωση των μαγικών – επιρροές των φίλων, επιρροές των εχθρών- είτε στην εσωτερική διπολική οργάνωση που προσφέρουν οι απαραίτητες «ρήτρες δυσκολιών»: η ειδική, ενίοτε και η μοναδική κατάλληλη μέρα του χρόνου, τα σύνθετα τεχνικά ζητήματα, ή ό,τι άλλο. Η θεά τύχη, ο μόνος καθοριστικός παράγοντας της αρρενογονίας -ή αν θέλετε ο συνδυασμός κάποιων επιλογών, όπου οι ανθρώπινες γνώσεις δεν διαθέτουν πρόσβαση – παραμερίστηκε ολότελα. Οι άνθρωποι μπορούν να νομίζουν ότι ξέρουν και μπορούν· ο φόβος του άγνωστου, ο φόβος του κενού παραμερίζεται. Αλλά και στο ιδεολογικό επίπεδο αν προβάλουμε το θέμα, ο προφορικός πολιτισμός πάλι διττά είναι οργανωμένος. Στη γενικευμένη, δηλαδή, και κατάφωρη βούληση για αρρενογονία αντιτίθεται αμυντικά η λαϊκή σοφία όταν δηλώνει «Της καλομάνας το παιδί το πρώτο είναι κορίτσι»[7].

Παίρνω τώρα μία πολύ τυπική φράση ενός παραμυθιού: «Εγώ ήμουν ένα βασιλόπουλο, και μια κακιά μάγισσα μ’ έκανε φίδι. Μ’ είπε όμως ότι, αν παντρευόμαν βασιλοπούλα, κι αυτή μάθαινε το μυστικό και τα τρία πρώτα βράδια δεν το φανέρωνε σε κανέναν, θα γινόμαν πάλι βασιλόπουλο σαν πρώτα. Αν όμως το φανερώσει, θα γίνω πουλάκι και θα φύγω, και θα βάλει σιδερένια παπούτσια να με βρει». Η βασιλοπούλα βάσταξε δυο μέρες να μην πει το μυστικό, την τρίτη δεν βάσταξε. Έτσι το φίδι έγινε πουλί και πέταξε, κι η βασιλοπούλα άρχισε να το ψάχνει: «Γυρνούσε μέρες και νύχτες, νύχτες και μέρες, καταπεινασμένη, καταδαμασμένη, χωρίς να έχει κλείσει μάτι». Τέλος, πέφτει να κοιμηθεί, ονειρεύεται το παλάτι της, «ξυπνάει, και βλέπει μπροστά της ένα πλαστό ψωμί. Σ’κώθηκε με λαχτάρα, πάει να το πάρει». Το ψωμί έφευγε κι αυτή το κυνηγούσε, «έφτασαν μπροστά σ’ ένα παλάτι. Αφήνει το ψωμί κι ανεβαίνει το πρώτο σκαλί να μπει μέσα. Αλλά γυρνάει η σκάλα και τη χτυπάει μια στο κεφάλι. Παραπονιέται η βασιλοπούλα, κι η σκάλα τη λέει ότι έπρεπε να ρωτήσει πρώτα, κι ύστερα να περάσει. Λέει τότε η βασιλοπούλα, «Σκάλα, καλή μ’ σκάλα, μ’ αφήνεις ν’ ανέβω;»». Και πάει λέγοντας[8].

Έτσι λοιπόν η κακιά μάγισσα μεταμορφώνει το βασιλόπουλο σε φίδι, μα του υποδεικνύει ταυτόχρονα και τον τρόπο να λυθούν τα μάγια. Το ίδιο κάνει κι η σκάλα με τη βασιλοπούλα – ας μην επιμένουμε στα προφανή. Λίγο να φέρουμε στον νου μας τα παραμύθια, θα θυμηθούμε ατελείωτες παρόμοιες καταστάσεις, όπου το κάθε εμπόδιο εμπεριέχει και το αντίδοτό του. Πρόκειται βέβαια για έναν απλοϊκό τρόπο να επιμηκύνεται κατά βούλησιν η αφήγηση· ωστόσο, ας προσέξουμε ότι όλα τα υπερφυσικά επιτεύγματα των παραμυθιακών ηρώων δεν οφείλονται στην εξαιρετική δύναμη ή στην ευφυία τους, παρά σε κάποιο εσωτερικό κλειδί, ένα κλειστό σύστημα που περικλείνει ταυτόχρονα ένα σύστημα δυσκολιών κι ένα αντισύστημα λύσεων.

Μπορούμε νομίζω κάπως να γενικεύσουμε, τώρα. Η διπολική οργάνωση των πίστεων που συγκροτούν τον νοητό κόσμο τον λαϊκού πολιτισμού παρατηρείται άλλωστε ακόμα και στις πιο γενικευτικές αντιλήψεις, όπως στην οργάνωση τον χρόνου. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να τον οργανώσουν και ως προς τις πιθανότητες του καλού ή του κακού. Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες· μου αρκεί ότι στο γενικευτικό επίπεδο η Τρίτη είναι η ημέρα τον κακού, της ατυχίας -υπάρχουν φυσικά κι ένα σωρό υποπεριπτώσεις, όπως ότι η Τετάρτη είναι κακή για τους γάμους κι η Πέμπτη επικίνδυνη για τα γυαλικά- αλλά καθώς το κακό έρχεται αναπάντεχα, δίχως να προσαρμόζεται στις προσδοκίες μας, ο λαϊκός πολιτισμός οργανώνει και το αντισύστημα, την «κακιά ώρα». Με έναν ανάλογα αντιθετικό τρόπο οργανώνεται και ο χρόνος των πράξεων. Την πρώτη μέρα της μεγάλης Σαρακοστής, όπου επιβάλλεται επίσης η σωματική εγκράτεια, έχουμε τα φαλλικά έθιμα της Καθαρής Δευτέρας, την πρώτη μέρα της σποράς, που εθιμικά πρέπει να είναι στις 14 του Σεπτέμβρη, ημέρα τον Σταυρού, επιτρέπεται στα ζώα να μπαίνουν στα χωράφια και να βοσκούν, μίαν άλλην αρχιχρονιά, την Πρωταπριλιά επιβάλλεται να λέμε ψέματα (για άγνωστούς σ’ εμένα λόγους), την Πρωτοχρονιά επιβάλλεται να προκαλούμε την τύχη παίζοντας χαρτιά, ενώ την πρώτη τον Μάη, του πιο σκληρού μήνα για τους μεροδουλευτάδες λόγω τον μεγέθους της ημέρας, δεν δουλεύουμε παρά πηγαίνουμε να κόψουμε τον «Μάη». Έτσι η πρώτη μέρα κάθε περιόδου αντιβαίνει τις πρακτικές που θα πρέπει να τηρούνται· μια ψυχολογικού τύπου ρήτρα ασφαλείας.

Προεκτείνοντας, κάπως τολμηρά ενδεχομένως, τις σκέψεις μας, θα μπορούσαμε να απλωθούμε και σε άλλου τύπου δραστηριότητες: σκέφτομαι τον χορό, όπου από τη μια έχουμε τις συγκρατημένες και ομοιόμορφες κινήσεις του συνόλου, όπου όλα πρέπει να προβάλουν την τάξη και το μέτρο, όπου το άτομο χάνεται στο σύνολο, κι από την άλλη τα υπέρμετρα πηδήματα και τα τσαλίμια του κορυφαίου, που για έναν ή δύο γύρους, ο καθένας με τη σειρά, έχει το δικαίωμα να αντιταχθεί στο σύνολο, να αναδείξει το πάθος εκεί που οι άλλοι αναδεικνύουν την ηρεμία – μια συμβολική και προσωρινή απελευθέρωση του ατομικού από το κοινωνικό.

Αυτό που πρέπει συνολικά να προσέξουμε είναι ότι οι αντιθέσεις, όπου κι αν τις παρατηρούμε, δεν τείνουν ποτέ προς τη σύνθεση· αυτοπεριορίζονται στο άθροισμα, διατηρούν δηλαδή πάντα την αυτοτέλειά τους. Οργανώνονται μεταξύ τους αλυσιδωτά, σαν κρίκοι, έτσι ώστε το σύνολο του λαϊκού πολιτισμού μπορούμε να το προσομοιάσουμε με κάτι σαν δίχτυ: μπορούμε να αναφερθούμε στο νήμα που εμποδίζει ή στη ηγκιά που επιτρέπει τη διέλευση. Στο διπολικό αυτό σχήμα ο ένας πόλος επιτρέπει την αναίρεση του άλλου, κι έτσι οι πραγματικότητες κι η εμπειρία τους βρίσκουν πάντοτε διέξοδο μέσα από τα αντιθετικά οργανωμένα συστήματα και οι ενυπάρχουσες αντιφάσεις απορροφώνται, αποκρύπτονται καλύτερα. Το τυχαίο εξορίζεται, οι απροσδιόριστες πιθανότητες εμφανίζονται σε κάποιο θεωρητικό επίπεδο υποταγμένες στις ανθρώπινες δυνάμεις.

Ετούτος ο τρόπος οργάνωσης της γνώσης καλύπτει μια βαθύτατα υπαρξιακή ανάγκη, τον φόβο του αγνώστου ή του κενού. Γιατί το τυχαίο δηλώνει άγνοια, αδυναμία παρέμβασης, ή, περισσότερο, αποδοχή δυνάμεων ισχυρότερων του ανθρώπου -και κάθε θεωρία της γνώσης αποτελεί μια προσπάθεια εκλογίκευσης των ανθρώπινων εμπειριών.

Και κάτι τελευταίο. Το στήριγμα τον οικοδομήματος «σύστημα και αντισύστημα», πρέπει να το αναζητήσουμε, νομίζω, στην προφορικότητα τον λαϊκού πολιτισμού. Η γραφή, το γραμμένο κείμενο, δεν επιτρέπει αντιφάσεις, επειδή κείται κάπου έξω από το ανθρώπινο μυαλό, έξω από τη μνήμη, η οποία μπορεί να είναι -το ξέρουμε πόσο- επιλεκτική. Με το γραμμένο κείμενο οι αντιφάσεις αναδεικνύονται ευκολότερα, και το ανθρώπινο μυαλό υποχρεώνεται να τις αντιμετωπίσει. Ο προφορικός πολιτισμός εμπεριέχει τη δυνατότητα της ελαστικότητας, καθώς παραμένει διαρκώς υποκειμενικός, καθώς φέρεται από μνήμη σε μνήμη. Γιατί ό,τι επιτρέπει τη λειτουργία των αντιφάσεων, το δίπορτο του συστήματος και του αντισυστήματος, είναι ακριβώς ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα στη μια ρήση και στην άλλη, στη μια και την άλλη πίστη: η συνύπαρξή τους δεν γίνεται ορατή, παρά όταν περάσουμε από το υποκείμενο στο αντικείμενο. Μην μπορώντας να εκφράσει με συνθετικό τρόπο την έννοια των πιθανοτήτων, ο προφορικός πολιτισμός αρκείται σε μια διπολική παράθεσή τους· το «ίσως», το «πιθανόν», το «ενδέχεται» δυναμιτίζουν την απλοϊκότητα της σκέψης.

Η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος επαναλάμβανε συχνά μια φράση τον αγαπημένου της Λεβί-Στρος «ο άνθρωπος σκεφτόταν πάντα εξίσου καλά». Μπορεί· οι άνθρωποι πιθανόν να σκέφτονταν πάντα εξίσου δημιουργικά, αλλά το αποτέλεσμα στάθηκε διαφορετικό, και πολύ. Αν το τελευταίο ετούτο δεν το υπολογίζουμε, χάνουμε τον σημαντικότερο παράγοντα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Εμείς, οι τυχεροί, που ευτυχήσαμε να τη γνωρίσουμε την Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, σίγουρα δεν θα την ξεχάσουμε· η παρουσία της μας σφράγισε για πάντα. Μας σφράγισε το κέφι της για τη ζωή το απροσμέτρητο, μας σφράγισε το ανάλαφρο χαμόγελο όσο και το αστραφτερό θυμωμένο της βλέμμα, η βούληση για κατανόηση του κόσμου που την περιτριγύριζε —να το ‘ξερε πως έπρεπε να βιάζεται; Και ναι, και όχι. Οι νεότεροι, οι άλλοι, όσοι δεν έτυχε να τη συναντήσουν γιατί μια φορά έφτανε, ποτέ όμως δεν περίσσευαν οι πολλές— μπορεί και να μη μας πιστεύουν· το υποκειμενικό δύσκολα μετατρέπεται σε αντικειμενικό. Ας μείνει όμως κοντά στα γραπτά της κι η μαρτυρία μας, όσο αχνά κι αν αποτυπώνει το πρόσωπό της.


[1] Εdmond About, La Grece contemporaine, Παρίσι 1854, 31, υποσ.

[2] Δημ. Πετρόπουλος, «Ανέκδοτα κείμενα από τα κατάλοιπα τον C. Fauriel εκδιδόμενα», Λαογραφία 16 (1956), 207. Πρβ. Claude Fauriel, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια Α’. Η έκδοση του 1824-1825, επιμ. Αλέξης Πολίτης, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1999, 54.

[3] Γεώργιος Α. Ρήγας, Σκιάθου λαϊκός πολιτισμός Γ , πρόλογος Άλκης Κυριακίδου Νέστορος, Θεσσαλονίκη 1968. Έχω μεταγράψει την εκφορά στο κοινό ιδίωμα· οι παροιμίες είναι ταξινομημένες κατά την κύρια λέξη. Για το συνολικό έργο του καταγραφέα πρβ. επίσης, Χρήστος Β. Χειμώνας, «Τρία ανέκδοτα χειρόγραφα βιβλία τον Γ. Α. Ρήγα και κάποιες σκέψεις για τα κατάλοιπά του», Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών 23 (1983), 346-349, όπου και βιβλιογραφία.

[4] Ό.π., Δ. Θεσσαλονίκη 1970, 49-51. Μεταφέρω πάντα το φραστικό προς το κοινό ιδίωμα.

[5] Ό.π., 236-244 και 449.

[6] Θα ήταν πολύ εποικοδομητικό για την κατανόηση των λαογραφικών φαινομένων να προχωρούσαμε κάποτε σε συγκριτικές μελέτες ανάμεσα στις ποικίλες συλλογές ή και σε άλλου τύπου πηγές· στην περίπτωση της Σκιάθου ο Παπαδιαμάντης θα προσέφερε έναν καλό δεύτερο πόλο. Συνηθίζουμε να γενικεύουμε την κάθε αναφορά σε έθιμο ή ό,τι άλλο: «έτσι κάνουν στη Σκιάθο», για παράδειγμα. Το κάνουν όμως όλοι; Είναι άραγε τόσο ενιαίος ο λαϊκός πολιτισμός όσο παρουσιάζεται στις καταγραφές του; Και τι μπορεί να σημαίνει ότι μια πρακτική, ή πίστη, ή ό,τι άλλο τηρείται, από ένα μέρος μόνο του πληθυσμού; Κάποια στιγμή πρέπει να προβούμε σε λεπτότερους διαχωρισμούς ώστε να εισχωρήσουμε αποτελεσματικότερα στην κατανόηση των φαινομένων.

[7] Ό.π., Γ’, 105

[8] «Το φίδι που έγινε άνθρωπος, Μαγικά παραμύθια τον ελληνικού λαού, επιμ. Γιώργος Ιωάννου, Αθήνα 1966, 65-67. Πρβ. Παραμύθια τον λαού μας, επιμ. Γιώργος Ιωάννου, Αθήνα 1973, 297-300.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας…!

Όταν ο καταστασιακός Γκύ Ντεμπόρ συναντά τον συνδυασμό «Αθήνα για την Ελλάδα: Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων»

Αν κουράζεστε να με διαβάσετε, μείνετε στη γλυκιά προτροπή μου: Ψηφίστε Γιώργο Καραμπελιά: «Αθήνα για την Ελλάδα». Παρόλα αυτά…:

Γεννήθηκα το 1968 και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας, στην ιστορική γειτονιά του Αγίου Παύλου, πολύ κοντά στο Σταθμό Λαρίσης και την πλατεία Βάθη.

Σε αυτή τη μικρή γωνιά, γνώρισα την κοινότητα, η οποία αποτέλεσε – ανά τους αιώνες και κάτω από διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά συστήματα – συστατικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού. Την αποκαλούσα- και την αποκαλώ- συχνά συνοικία, το…συν του οίκου μας. Η πραγματική και πνευματική διεύρυνση της ιδιωτικής μας ζωής, που μεταμορφωνόταν σε δημόσιο βίο.

Ήταν ο δημόσιος χώρος, που αγκάλιαζε το παιχνίδι, τη δημιουργία, τις μικροχαρές και τις μικρολύπες, την ευθύνη μας ως πρόσωπα, απέναντι στη μικρή κοινότητα, «τη λαχτάρα για τον έπαινο του Δήμου και των σοφιστών, για τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε», όπως μας λέει ο Χρήστος Γιανναράς.

Η συνοικία μας, συνδεόταν, παράδοξα και ομόδοξα με όλες εκείνες τις συνοικίες μιας μαγικής πολύβουης πόλης, που απλωνόταν, λίγο πιο πέρα. Η Αθήνα, παρά τις διαφορές της, έμοιαζε μια συνεκτική κοινότητα των συνοικιών και των Προσώπων και όχι η «μοντέρνα» απρόσωπη μεγάπολη, η «α-πολίτιστη» μητρόπολη, όπως κακοποιείται και διαμορφώνεται εδώ και χρόνια, τόσο από το σφυρί ενός κεφαλαιοκρατικού «εκσυγχρονιστικού» παρασιτισμού, όσο και από το αμόνι, ενός αριστερού μηδενιστικού κοσμοπολιτισμού, χωρίς πνευματικό κέντρο.

Επειδή ακόμα και τότε που οι άσχημες πολυκατοικίες της εργολαβίας του Καραμανλή και της χούντας, μας είχαν περικυκλώσει, το καντηλάκι ενός υπαρξιακού πνευματικού «κέντρου», άναβε με ισχυρή φλόγα. Η εκκλησία του Αγίου Παύλου, όριζε και την ομώνυμη Ενορία μας. Εντέλει, «Εν-ορία», δεν ήταν μόνο η πολεοδομική διαίρεση μέσα από τις τοπικές εκκλησίες. Ήταν κάτι περισσότερο και πολύ πιο συμβολικό, σχεδόν «μεταφυσικό».

Όμως, με φυσιολογικό τρόπο, δημιουργούσε τα όρια εντός μας. Τα προσωπικά και δημόσια όριά μας, που δημιουργούσαν την ταυτότητά μας, ως σύν-οικοι. Δηλαδή, ως πρόσωπα που είχαμε αμοιβαίες –ακόμα και στις συγκρούσεις ή στις μικροπρέπειες – κοινοτικές σχέσεις. Στην πλατεία, στα σχολεία, στα καφενεία και τα μικρομάγαζα της γειτονιάς. Η υπαρξιακή αυτή «ενορία» μας, ήταν, καθόλου παραδόξως, ανοικτή και όχι κλειστοφοβική. Όταν περνούσες την οδό Λιοσίων, για να ανοιχτείς στην υπόλοιπη Αθήνα, ήξερες από πού έρχεσαι. Ήσουν αγιοπαυλίτης. Αυτό σου έδινε τόσο ασφάλεια, όσο και την ευδαιμονία της αναζήτησης και της γνωριμίας με άλλες ανάλογες συνοικίες και πρόσωπα.

Καραμπελιάς και Ντεμπόρ

Όταν ο συνδυασμός «Αθήνα για την Ελλάδα: Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων, μιλά για την ανασύσταση των Ενοριών και των γειτονιών, ως κοινωνικών ενοποιητικών θεσμών αλληλεγγύης, μιλά – πέρα από την αντίσταση στον μητροπολιτικό εκχυδαϊσμό των μοντέρνων «πόλεων» – για τον εκσυγχρονισμό εκείνης της συν-οικίας, του «παραδοσιακού» αθηναϊκού κέντρου. Βαθιά επαναστατική ευθύνη μας και υποχρέωση, στους δύσκολους καιρούς μας. Ο Δήμος Αθηναίων, είναι πια μια μαύρη τρύπα της Αττικής, μια πόλη απόγνωση. Αλλοτριωμένη και καθόλου οικουμενική, επειδή οι οικονομικοί και οι πολιτιστικοί τεχνοκράτες θέλουν να είναι «διεθνιστική», παράσιτο της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή. Παρασιτική απόφυση της Δύσης, σε επίπεδο πόλης, όπως έλεγε κάποτε ο Γιώργος Καραμπελιάς για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο. Μια πόλη, όπου οι άνθρωποι δεν ζουν μέσα της παρά μόνο ως άτομα. Και όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, «όποιος δε ζει μέσα στην Πόλη, είναι ή θηρίο ή Θεός». Μα αυτή δεν είναι η εικόνα του αθηναϊκού κέντρου; Μικροί «θεοί» της ψευδοαυτοδιοίκησης που θέλουν να προσαρμόσουν την Αθήνα στις εντολές του πολυεθνικού κεφαλαίου, της διαχείρισης των ανθρώπων ως πράγματα, ή άτομα-θηρία, σε μια κατακερματισμένη μεγάπολη χωρίς το κοινό Αγαθό της συνοχής, του πολιτισμού και της εκκλησίας του Δήμου.

Η πολυπολιτισμικότητα που προτάσσεται στις πόλεις της Δύσης, δεν έχει καμία σχέση με την ετερότητα και τον πλουραλισμό. Είναι ακραία καπιταλιστική εντολή και σε καμία περίπτωση δεν εμπεριέχει ανθρωπιά, Δημοκρατία και ελευθερία. Η παγκοσμιοποίηση της Αθήνας είναι μια μισάνθρωπη οδηγία των δεξιών και των αριστερών εξουσιαστών.  Είναι η κατασκευή κλειστών ψευδοκοινοτήτων. Πολιτισμικά κουτάκια σε πόλεμο μεταξύ τους, εφόσον δεν υπάρχει κανένα ενιαίο πνευματικό και κοινωνικό κέντρο ενός δημοκρατικού πολιτισμού που γέννησε η φωτεινή γεωγραφία τούτης της γης.

Το ψευτομοντέρνο και ψευδοανθρωπιστικό πρότυπο των παγκοσμιοποιημένων Μητροπόλεων (Βερολίνο, Βαρκελώνη, Μανχάταν, Άμστερνταμ, Λονδίνο, κ.α), αποτελούν περισσότερο την υλοποίηση της εφιαλτικής «Μητρόπολης» του Φρίτς Λάνγκ, παρά το «προοδευτικό» όραμα ενός νέου τύπου «πολίτη». Οι απρόσωπες μητροπόλεις είναι οι εγωιστικές πόλεις της νέας «τουριστικής» ατομικής ψευδοελευθερίας. Οι πόλεις Ντίσνευλαντς και σούπερ μάρκετς πολεοδομικών εμπορευμάτων, με τα θεματικά πάρκα, τους αυτοματισμούς και τον τουρισμό ως παρασιτική κυκλοφορία των ανθρώπων-εμπορευμάτων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πρόταση αλλοτριωμένης ελευθερίας των ατόμων και όχι των προσώπων και των συνοικιών. Και όπως, έγραφε ο καταστασιακός φιλόσοφος Γκύ Ντεμπόρ, οι ενσωματωμένες πόλεις του θεάματος, είναι κοινότοπες. Στην ουσία γίνονται ίδιες, «ενοποιούνται», φτάνοντας, όπως τόνιζε, στον απόλυτο εκχυδαϊσμό και μοιάζει να «καταργούνται» εντέλει οι διαφορετικοί τόποι και το έδαφος. Και συνέχιζε, λέγοντας ότι οι πόλεις αυτές «ενώνουν τους ανθρώπους, αλλά τους ενώνουν ως διαχωρισμένους» (…) «Είναι η ακοινώνητη κοινωνικοποίηση του εμπορεύματος και του Θεάματος», ενάντια σε κάθε ιστορική συνέχεια και παράδοση.

Την ίδια στιγμή, οι σύγχρονες μαζικές πρωτεύουσες -μέσα από την «εκσυγχρονιστική» πολεοδομία –   διαχωρίζουν τα άτομα σε ομάδες ατόμων. Κοινωνικές και πολιτιστικές «φυλές» της πόλης, τις ονομάζουν τα περιοδικά τύπου Κοσμοπόλιταν. Οι μεγαπόλεις, ενοποιούν και μαζικοποιούν μέσω της αστικής αρχιτεκτονικής και την ίδια στιγμή, διαχωρίζουν και αποξενώνουν τους κατοίκους. Επειδή, το ενοποιημένο έδαφος (η συνοικία, το χωριό, η κοινότητα, ο Δήμος, κλπ), αποτελεί απειλή για την εξουσία. Ο μονόδρομος, της ευρωπαϊκής  κοσμοπολίτικης πρωτεύουσας, των Ηλιόπουλου, Γερουλάνου, Μπακογιάννη, είναι μια εξουσιαστική απόφαση πολεοδομικής κυριαρχίας η οποία γιγαντώνει την αποξενωμένη από τους κατοίκους της, πόλη. Ο άλλος πόλος, ο ναζιστικός, του Κασιδιάρη, οδηγεί σε έναν κλειστό φυλετικό απομονωτισμό που οδηγεί και αυτός σε μια υποταγή των πολιτών, αφενός σε έναν πρωτόγονο ατομικιστικό πόλεμο ιδεολογιών και την υποταγή του πολίτη σε μια δεσποτική εξουσία. Το δίπολο αυτό, συνειδητά προβάλλεται ως μοναδική προοπτική, ενάντια σε κάθε δημοκρατικά πατριωτική εναλλακτική, ενάντια στον Επιτάφιο του Περικλή, την Αντιγόνη και τη λαϊκή ευχαριστιακή κοινότητα της Ορθοδοξίας που μπορεί να σέβεται και να εμπεριέχει τον Άλλον, ως βιωματική σχέση γειτονιάς.

Και συνεχίζει ο Ντεμπόρ…

Η κοινωνία του Θεάματος, των μητροπόλεων, δεν δημιουργεί πολίτες, αλλά αναπαραστάσεις του ζωντανού άνθρωπου, «αντιπροσώπους του θεάματος». Τα διαφορετικά άτομα ή κοινότητες ατόμων, οι κοινωνικές ή πολιτιστικές φιγούρες της Αθήνας, «μειονότητες» ή «πλειονότητες», παίρνουν «τη θέση στη σκηνή ως «βεντέτες», είναι το αντίθετο του ανθρώπου, ο εχθρός του ατόμου, τόσο μέσα του όσο, προφανώς, και μέσα στους άλλους». (…) «εκείνο που κρύβεται πίσω από τις αντιθέσεις είναι η ενότητα της αθλιότητας», ως κατανάλωση.

Γι’αυτό και η γενική τάση των πόλεων αυτών, οδηγεί στο μονόδρομο της απομόνωσης, επειδή η μεγάλη πρόκληση και προσφορά των αετονύχηδων, είναι να γίνει η Αθήνα, «παρατουριστικό θέρετρο» (AirBnb, κ.α), με συγκροτήματα «πολιτιστικών» κέντρων χωρίς παράδοση και θεματικά «χωριά» μαζικής κατανάλωσης, κ.α. Η πόλη, διαμελίζεται, κοινωνικά, πολιτισμικά και θεσμικά. Όπου προτείνεται, αυτός ο «εκσυγχρονισμός» και η αστική «εκβιομηχάνιση» των γιάπηδων πολυεθνικών Δημάρχων, είναι κατά το σκεπτικό του Ντεμπόρ, μια «εξουσιαστική απόφαση που διαμορφώνει αφηρημένα το έδαφος σε έδαφος αφαίρεσης», φθάνοντας τελικά «στη δυνατότητα επέμβασης στην κληρονομικότητα», κατ’άναλογία της μισάνθρωπης πρότασης των τεχνοκρατών της γενετικής, να παρέμβουν, μεταλλάσσοντας, την ίδια την ουσία του ανθρώπου.

Οι ψευδομοντέρνες πρωτεύουσες της παγκοσμιοποίησης, μισούν την πολιτισμική συνέχεια, έστω κι αν την επικαλούνται, επειδή όπως τονίζει ο Ντεμπόρ, « “οι νέες πόλεις” της τεχνολογικής (διαιρεμένης) ψευδο-αγροτιάς (σ.σ, με την έννοια των ανθρώπων που δυσκολεύονται να αναλάβουν κοινές δράσεις, όπως οι απομονωμένοι αγρότες), αποτυπώνουν καθαρά πάνω στο έδαφος, τη ρήξη με τον ιστορικό χρόνο (σ.σ. την ιστορική συνέχεια, την παράδοση ως κληρονομιά, δηλαδή) πάνω στον οποίον οικοδομήθηκαν. Το έμβλημά τους μπορεί να είναι: “εδώ, δε θα συμβεί ποτέ τίποτα και τίποτα δε συνέβηκε ποτέ”».  Και το μόνο που μπορεί να τους ενώσει είναι ένας συγκεντρωτικός δεσποτισμός και η πλάνη της κατανάλωσης και του Θεάματος. Κάτι που οδηγεί στη «γενική διάλυση που οδήγησε, έτσι, την πόλη στην κατανάλωση του εαυτού της»

Και τότε, ο μόνο εναλλακτικός δρόμος, όπως προτείνει ο Καραμπελιάς και ο Ντεμπόρ, είναι η επανα-οικειοποίηση, όχι μόνο της γειτονιάς και των τόπων, αλλά και της «συνολικής τους ιστορίας».

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

Υ.Ν Ηarari: Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να υποσκάψει τη δημοκρατία

Η τεχνολογία, ιδίως οι δύο αιχμές της, η τεχνητή νοημοσύνη και η βιοτεχνολογία, μπορούν να διαβρώσουν τα θεμέλια της δημοκρατίας και να υποσκάψουν την ελευθερία και την ισότητα, ευνοώντας τη συγκέντρωση δύναμης στα χέρια μιας μικρής ελίτ, η οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια σύγχρονη τυραννία, μια ψηφιακή δικτατορία.

Αυτό προειδοποιεί ο διάσημος ισραηλινός ιστορικός Γουβάλ Νώε Χαράρι, συγγραφέας των μπεστ-σέλερ (και στη χώρα μας) “Sapiens” και “Homo Deus”, στο νέο βιβλίο του «21 μαθήματα για τον 21ο αιώνα», το οποίο μόλις κυκλοφόρησε.

Ο Χαράρι θυμίζει ότι δεν υπάρχει τίποτε αναπόφευκτο και μη αναστρέψιμο στις σημερινές δημοκρατίες, οι οποίες, παρά τις επιτυχίες τους, αποτελούν ένα «ανοιγοκλείσιμο» του ματιού στον μακρύ ιστορικό χρόνο. Οι μοναρχίες, οι ολιγαρχίες και άλλες μορφές αυταρχικής διακυβέρνησης έχουν υπάρξει για πολύ περισσότερο καιρό -και συνεχίζουν να υπάρχουν σήμερα σε ουκ ολίγες χώρες.

Τα ιδανικά της ελευθερίας και της ισότητας είναι πολύ πιο ευάλωτα από ό,τι νομίζουμε, συνεπώς υπάρχει κίνδυνος να αποδειχθούν εφήμερα, κυρίως λόγω των νέων τεχνολογιών. Ήδη, όπως λέει, στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα η φιλελεύθερη δημοκρατία φαίνεται να χάνει σταδιακά την αξιοπιστία της, καθώς «στριμώχνεται» το μεγάλο στήριγμά της, η μεσαία τάξη, ενώ παράλληλα σε αρκετές χώρες ο πολιτικός λόγος γίνεται ολοένα πιο διχαστικός, δημαγωγικός και αυταρχικός.

Εν μέρει αυτό οφείλεται στο ότι αλλάζει πλέον η τεχνολογία που έως τώρα στήριζε τη δημοκρατία. Οι νέες τεχνολογίες, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η βιοτεχνολογία, ευνοούν πια αντιδημοκρατικές επιλογές. Οι δύο αυτές τεχνολογίες από κοινού θα προκαλέσουν άνευ προηγουμένου αναστατώσεις στην ανθρώπινη κοινωνία, σε σημείο που η δημοκρατία και η ελεύθερη αγορά μπορεί να χάσουν το νόημά τους.

Σύμφωνα με τον Χαράρι, ο μέσος άνθρωπος αισθάνεται ολοένα λιγότερο -αντίθετα με το παρελθόν- ότι αποτελεί «τον ήρωα του μέλλοντος». Εν έτει 2018, κατακλύζεται πια από όρους (μηχανική μάθηση, γενετική μηχανική, blockchain κ.α.), που αισθάνεται ότι κατά βάση δεν τον αφορούν.

Στον 20ό αιώνα οι μάζες εξεγέρθηκαν ενάντια στην εκμετάλλευση, ενώ σήμερα αισθάνονται μάλλον άσχετες με ό,τι συμβαίνει γύρω τους. Οι λαϊκίστικες εξεγέρσεις του 21ου αιώνα ίσως γίνουν ενάντια όχι σε μια οικονομική ελίτ που εκμεταλλεύεται τους ανθρώπους, αλλά σε μια ελίτ που δεν τους χρειάζεται πια (π.χ. χάρη στα ρομπότ).

Οι τεχνολογικές επαναστάσεις της πληροφορικής και της βιοτεχνολογίας που συνεχώς κερδίζουν έδαφος, χωρίς καν οι πολίτες να το συνειδητοποιούν, σε λίγες δεκαετίες θα φέρουν αντιμέτωπη την ανθρωπότητα με τις δυσκολότερες δοκιμασίες που έχει ποτέ αντιμετωπίσει, όπως εκτιμά ο ισραηλινός ιστορικός.

Υποσχόμενη παλαιότερα ένα μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας στους πάντες, η φιλελεύθερη δημοκρατία συμφιλίωσε το προλεταριάτο με την αστική τάξη, τους πιστούς με τους άθεους, τους γηγενείς με τους μετανάστες, τους Ευρωπαίους με τους Ασιάτες. Όμως, αυτή τη φορά τα μηχανήματα με τεχνητή νοημοσύνη απειλούν για τα καλά τις θέσεις εργασίας των ανθρώπων και η συμφιλίωση κάποια στιγμή μπορεί να καταστεί ανέφικτη πια.

Για λίγες ακόμη δεκαετίες οι άνθρωποι θα έχουν το πάνω χέρι, αλλά είναι θέμα χρόνου οι έξυπνες μηχανές να κάνουν σχεδόν τα πάντα καλύτερα από εμάς. Ήδη από τώρα, που οι άνθρωποι συνεργάζονται με τους υπολογιστές, είναι ολοένα πιο δύσκολο να βρουν δουλειά οι ανειδίκευτοι, ενώ η απασχόληση γίνεται δυνατή σε ολοένα χαμηλότερους μισθούς.

Οι μηχανές με νοημοσύνη έχουν κιόλας δύο πλεονεκτήματα έναντι των ανθρώπων: συνδεσιμότητα και δυνατότητα εύκολης αναβάθμισης των δυνατοτήτων τους. Αν π.χ. βρεθεί μια νέα ασθένεια ή ένα νέο φάρμακο, δεν είναι δυνατό να ενημερωθούν άμεσα οι άνθρωποι γιατροί όλου του κόσμου. Αλλά οι απανταχού έξυπνες μηχανές-γιατροί μπορούν να ενημερωθούν σε κλάσματα του δευτερολέπτου και, επιπλέον, να επικοινωνούν μεταξύ τους διαδικτυακά για να αξιολογούν ένα νέο ιατρικό περιστατικό.

Μια νέα «άχρηστη» τάξη

Όσο κι αν οι άνθρωποι πασχίζουν να εκπαιδεύονται δια βίου για να μη μείνουν πίσω και όσο κι αν «εφευρίσκουν» ξανά τον εαυτό τους, δύσκολα θα ανταγωνισθούν τις έξυπνες μηχανές στο μέλλον. Έως το 2050 μια νέα «άχρηστη τάξη», ένα νέου τύπου προλεταριάτο, μπορεί να έχει αναδυθεί, αν μη τι άλλο επειδή πολλοί άνθρωποι θα έχουν εγκαταλείψει κάθε νοητική προσπάθεια να μαθαίνουν νέες δεξιότητες για να βρίσκουν δουλειά.

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι ότι οι ίδιες τεχνολογίες που μπορούν να καταστήσουν οικονομικά περιττούς δισεκατομμύρια ανθρώπους, κάνουν πιο εύκολη την παρακολούθηση και τον έλεγχο των ανθρώπων, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για τις ψηφιακές διδακτορίες. Με άλλα λόγια, κατά τον Χαράρι, καθώς πολλοί άνθρωποι χάνουν την οικονομική αξία τους, θα χάνουν παράλληλα και την πολιτική δύναμή τους.

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα εργαλείο και ένα όπλο αλλιώτικο και πιο ισχυρό από κάθε άλλο έως τώρα. Σχεδόν σίγουρα θα επιτρέψει στους ήδη ισχυρούς να γίνουν πολύ πιο ισχυροί. Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι να εξεγερθεί η τεχνητή νοημοσύνη ενάντια στους ανθρώπους, αλλά να υπακούει πάντα τους ανθρώπους αφέντες της, κάνοντάς τους πολύ πιο δυνατούς.

Ήδη, όπως λέει ο Χαράρι, στον κόσμο της υψηλής τεχνολογίας δεν υπάρχει -παρά τα φαινόμενα- τίποτε ιδιαίτερα δημοκρατικό. Η παρακολούθηση συμβαδίζει με την ελευθερία, η χειραγώγηση και ο καμουφλαρισμένος έλεγχος με τις νέες μορφές συμμετοχικότητας.

Αν και ισραηλινός, ο Χαράρι επισημαίνει ότι το Ισραήλ αποτελεί χώρα ηγέτη στο πεδίο της ψηφιακής παρακολούθησης και έχει δημιουργήσει στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη το πρωτότυπο ενός καθεστώτος καθολικής παρακολούθησης. Οποτεδήποτε οι Παλαιστίνιοι κάνουν ένα τηλεφώνημα ή μια ανάρτηση στο Facebook, κάποιο ισραηλινό μικρόφωνο, κάμερα, drone ή κατασκοπευτικό λογισμικό τούς παρακολουθεί και μετά ένας αλγόριθμος αναλύει τα στοιχεία, βοηθώντας τις ισραηλινές αρχές να εντοπίζουν έγκαιρα -και να ‘εξουδετερώνουν’ (βλ. σκοτώνουν)- όποιον θεωρούν μεγαλύτερη απειλή.

Ουκ ολίγες χώρες στον κόσμο, μεταξύ των οποίων αρκετές δημοκρατίες, βαδίζουν στον ίδιο δρόμο της εκτεταμένης ψηφιακής-ηλεκτρονικής παρακολούθησης των πάντων. Όπως λέει ο Χαράρι, αυτό που σήμερα βιώνουν οι Παλαιστίνιοι, μπορεί να συνιστά απλώς μια πρόγευση αυτού που τελικά θα βιώσουν δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη.

Η σύγκρουση ανάμεσα στη δημοκρατία και στη δικτατορία στην πραγματικότητα δεν είναι μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικά ηθικά συστήματα αλλά δύο διαφορετικά συστήματα επεξεργασίας δεδομένων. Η δημοκρατία κατανέμει ευρύτερα τις πληροφορίες και την επεξεργασία τους, άρα τις αποφάσεις και τις εξουσίες, ενώ η διδακτορία τις συγκεντρώνει σε λίγα χέρια. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί κάλλιστα να γείρει τη ζυγαριά προς τη δεύτερη, παρόλο που επιφανειακά θα παραμείνει η δημοκρατική πρόσοψη των ελεύθερων εκλογών ή των ελεύθερων καταναλωτικών και άλλων επιλογών (σε όσες χώρες υπάρχουν ήδη αυτές οι ελευθερίες…).

Στον 20ό αιώνα η τεχνολογία είχε λιγότερες δυνατότητες, πράγμα που ευνοούσε τη δημοκρατία. Κανείς και κανένα μηχάνημα δεν είχε την ικανότητα να επεξεργασθεί όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες γρήγορα και σωστά. Γι’ αυτό, άλλωστε, η Σοβιετική Ένωση με τον κεντρικό προγραμματισμό της υστερούσε οικονομικά και έπαιρνε χειρότερες αποφάσεις σε σχέση με τη Δύση που βασιζόταν στην αποκεντρωμένη ελεύθερη οικονομία.

Έξυπνη τεχνολογία για δικτατορίες

Όμως στον 21ο αιώνα η τεχνητή νοημοσύνη με τις πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες αρχίζει να γέρνει το εκκρεμές προς την πλευρά της δικτατορίας. Ένα κράτος μπορεί πλέον πιο εύκολα να είναι μοντέρνο, παραγωγικό και αυταρχικό, καθώς τεράστιοι όγκοι δεδομένων είναι δυνατό να υποστούν επεξεργασία κεντρικά. Όσα περισσότερα στοιχεία έχει ένας αλγόριθμος στη διάθεσή του, τόσο καλύτερα δουλεύει. Έτσι, τα συγκεντρωτικά συστήματα ίσως αποδειχθούν τελικά πιο αποδοτικά από τα αποκεντρωμένα.

Μια αυταρχική κυβέρνηση π.χ. που θα διατάξει τους πολίτες της να δώσουν δείγματα DNA και άλλα προσωπικά ιατρικά δεδομένα σε μια κεντρική βάση δεδομένων, θα έχει τεράστιο πλεονέκτημα έναντι άλλων χωρών που διαφυλάσσουν τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών τους.

Παράλληλα, χάρη στη νέα τεχνολογία θα ενταθούν οι προσπάθειες να επηρεασθούν τα συναισθήματα και οι προτιμήσεις των ψηφοφόρων. Έτσι, η δημοκρατία θα μεταλλαχθεί σε ένα «κουκλοθέατρο», όπου κάποιες ελίτ αφανώς θα έχουν την τεχνολογική δυνατότητα να χειραγωγούν τους πολίτες-ψηφοφόρους, π.χ. χάρη σε εντεταλμένες ορδές από ρομπότ λογισμικού (bots), που θα περιφέρονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να «πουλήσουν» μια ιδεολογία, έναν πολιτικό ή μία ψευδή είδηση. Ήδη έχουμε πάρει μια πρόγευση περί αυτού.

Ασφαλώς ορισμένες νέες τεχνολογίες, όπως το blockchain (η βάση των κρυπτονομισμάτων), ευνοούν την αποκέντρωση των πληροφοριών, των διαδικασιών και των εξουσιών, αλλά είναι αβέβαιο κατά πόσο όντως θα αντισταθμίσουν τη συγκεντρωτική τάση της τεχνολογίας. Ο Χαράρι θυμίζει ότι και το Ίντερνετ αρχικά είχε εξυμνηθεί ως ελευθεριακή πανάκεια, αλλά σήμερα περισσότερο στηρίζει την συγκεντρωτική εξουσία, παρά απελευθερώνει τους ανθρώπους.

Ακόμη κι αν κάποιες κοινωνίες παραμείνουν επιφανειακά δημοκρατικές, οι ολοένα αποτελεσματικότεροι αλγόριθμοι που θα «τρυπώσουν» παντού, θα μεταφέρουν ολοένα περισσότερη εξουσία από τους μεμονωμένους ανθρώπους στις δικτυωμένες έξυπνες μηχανές, ιδίως όταν επεκταθεί το Διαδίκτυο των Πραγμάτων.

Μάλιστα, πιθανότατα οι περισσότεροι άνθρωποι πρόθυμα θα παραδώσουν στους αλγόριθμους ολοένα μεγαλύτερη εξουσία πάνω στις ζωές τους, όταν πια έχουν πεισθεί από προσωπική εμπειρία ότι μπορούν να εμπιστευθούν την τεχνητή νοημοσύνη περισσότερο από την ανθρώπινη. Αν π.χ. τα αυτόνομα οχήματα στους δρόμους κάνουν λιγότερα ατυχήματα από τους ανθρώπους οδηγούς ή αν οι υπολογιστές κάνουν ταχύτερες και ακριβέστερες ιατρικές διαγνώσεις.

Ήδη χρειάσθηκαν μόνο δύο δεκαετίες, θυμίζει ο Χαράρι, ώστε δισεκατομμύρια άνθρωποι να εμπιστεύονται τον αλγόριθμο αναζήτησης της Google για να βρίσκουν αξιόπιστες πληροφορίες ή για να τους καθοδηγεί τυφλά σε μια πόλη προκειμένου να φθάσουν στον προορισμό τους.

Το κεντρικό δόγμα της δημοκρατίας και του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς είναι ότι στο επίκεντρο βρίσκεται το αυτόνομο άτομο με τις ελεύθερες επιλογές του που παίρνει αποφάσεις. Αλλά η τεχνητή νοημοσύνη έρχεται να υποσκάψει αυτό ακριβώς το δόγμα, διεκδικώντας αυτή το δικαίωμα να παίρνει για λογαριασμό των ανθρώπων καλύτερες αποφάσεις για την υγεία τους, τη μόρφωσή τους, την ασφάλειά τους, την εργασία τους, ακόμη και για την ανεύρεση συντρόφου. Κάπως έτσι, προειδοποιεί ο Χαράρι, ίσως φθάσει μια στιγμή που οι ελεύθερες εκλογές και οι ελεύθερες αγορές θα χάσουν πια το νόημά τους…

Τι μπορεί να γίνει; Μεταξύ άλλων, προτείνει να δοθεί προτεραιότητα στην κατανόηση του τρόπου που λειτουργεί ο ανθρώπινος νους και η συνείδηση, ώστε να καλλιεργηθεί η σοφία και η συμπόνια, ενώ παράλληλα να δοθεί σκληρή πολιτική μάχη για να τεθεί υπό κοινωνικό έλεγχο η κατοχή και κυκλοφορία των δεδομένων.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Υ.Γ. Αν και θα θέλαμε να αποφύγουμε την αντιγραφή άρθρων που προέρχονται από σελίδες με πνευματικά δικαιώματα, με το ΑΠΕ-ΜΠΕ είναι λίγο διαφορετικά τα πράγματα, καθώς “τροφοδοτεί” όλο τον ηλεκτρονικό τύπο, από την “σοβαρή” “καθημερινή” και το πρώτο σε επισκεψιμότητα “θέμα” μέχρι τις πιο “εναλλακτικές” σελίδες. Αντιγράφουν και επικολλούν το σύνολο σχεδόν της ειδησεογραφίας πάνω σε όλα τα αντικείμενα και με 5-10 άρθρα δικά τους παρουσιάζουν μια ροή ειδήσεων σχεδόν όλη τη μέρα, και αρκετά συχνά το πρακτορείο δεν αναφέρεται καν ως πηγή ακόμη ακόμη και σε άρθρα που δεν έχει αλλάξει ούτε τόνος από τον τίτλο. Επομένως, αν όλες αυτές οι σελίδες που έχουν ως άμεσο σκοπό το κέρδος “ασκούν” έτσι δημοσιογραφία, τότε κάπως δικαιολογούμαστε κι εμείς που το κάνουμε για την πραγματική αξία της γνώσης, πόσο μάλλον όταν έχουμε περιπτώσεις αξιοπρόσεκτων συγγραφέων που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου ή εφιστούν την προσοχή μας πάνω σε κάποια σημαντικά ζητήματα.

Πηγή δημοσίευσης: http://ipressa.gr/y-n-harari-techniti-noimosyni-mporei-na-yposkapsei-ti-dimokratia/

O Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων μιλά στο: Πολιτικά Και Άλλα Με Τον Μάκη Διόγο (StarX)

Άλλο «εξηγώ», άλλο «κατανοώ» κι άλλο «γνωρίζω» κ. Νανόπουλε – του Γιάννη Δ. Ιωαννίδη

Το αντίθετο τής αλήθειας είναι η διαύγεια

Νιλς Μπορ

του Γιάννη Δ.Ιωαννίδη

Παρακολούθησα προχτές μια τηλεοπτική συζήτηση στη ΝΕΤ μεταξύ τού Επιστήμονος κου Νανόπουλου και τής «ηδυμιγούς χαμούρας» (Κώστας Ζουράρις) κας Φλέσσα. Ο Επιστήμων επαναλάμβανε τις γνωστές πεποιθήσεις του: τα πάντα στον άνθρωπο είναι ηλεκτροχημικές διεργασίες και εξηγούνται πλήρως μέσω αυτών` η πίστη είναι ίδιον τών ανασφαλών` οι «έξυπνοι» δεν πιστεύουν σε τίποτε (και δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι «εξυπνοι»)` χάρη στα φωτόνια γνωρίζουμε πλέον την ιστορία τού σύμπαντος από τα 380.000 χρόνια τής εμφανίσεώς του κι έπειτα` αλλά χάρη στα βαρυόνια και τα νετρίνα θα σπάσουμε αυτό το φράγμα και θα φτάσουμε έως το σημείο «μηδέν»` η κοινωνία αμοίβει τούς επιστήμονες για να ερευνούν και να λένε πάντα την αλήθεια, κ.τ.τ.

Ως συνήθως, ο Επιστήμων στήριζε και υποστήριζε το ασφαλές και το αληθές τών λόγων του στην αναγωγική εξήγηση: τα δάκρυα εξηγούνται αναγόμενα στις τάδε ηλεκτροχημικές διεργασίες` η θλίψη εξηγείται αναγόμενη στις δείνα φυσικοχημικές διεργασίες, κ.ο.κ.

Δεν προτίθεμαι βέβαια να αρνηθώ την ύπαρξη όλων αυτών τών ηλεκτροχημικών ή άλλων ανάλογων διεργασιών, που εντοπίζει η Επιστήμη. Εκείνο που, όχι μόνο προτίθεμαι να αρνηθώ αλλά και απορρίπτω πλήρως είναι το σφάλμα ορισμένων επιστημόνων, όπως ο κ. Νανόπουλος, να μπερδεύουν την αναγωγική εξήγηση με την κατανόηση και τη γνώση. Εκείνο που απορρίπτω πλήρως είναι το σφάλμα αυτών τών επιστημόνων να φαντάζονται οτι κατανοούν και γνωρίζουν π.χ. τι εστί θλίψη ανάγοντάς την στις ηλεκτροχημικές εξηγήσεις.

Η εξήγηση γενικά, και η αναγωγική εξήγηση ειδικά, αποτελούν ένα μέρος τού γνωρίζειν. Η κατανόηση αποτελεί ένα άλλο μέρος του. Όποιος τα μπερδεύει, νομίζοντας οτι έχει κατανοήσει και γνωρίζει ένα οποιοδήποτε φαινόμενο (πόσο μάλλον τα ανθρώπινα) επειδή μπορεί να παραθέσει μια σειρά αναγωγικών εξηγήσεων επ’ αυτού, σφάλλει οικτρά. Κι όταν αυτός είναι Επιστήμων, δηλαδή ερευνητής τής επιστημονικής αλήθειας, τότε απλώς επιβεβαιώνει τον Νιλς Μπορ: κέρδισε τις αλήθειες του χάνοντας σε διαύγεια.

Καθαρή γνώση είναι η εξακρίβωση ενός γεγονότος μαζί με την ερμηνεία αυτού του γεγονότος ως μοναδικού σκοπού. Οι ερμηνείες είναι διακρίσεις, αφαιρέσεις. Απεναντίας η κατανόηση ενός γεγονότος είναι υπόρρητη, συνθετική. Δεν είναι μόνο μια αντίληψη αλλά η προσαρμογή του εγώ σε μια νέα κατάσταση. Χρειάζεται να κατανοήσουμε πριν μπορέσουμε να εξηγήσουμε. «Εξηγώ» σημαίνει «φτύνω μια μπουκιά». «Κατανοώ» σημαίνει την «καταπίνω». Υπάρχουν μπουκιές που τις φτύνουμε πριν τις καταπιούμε, αφού απλά τις γλεντήσουμε. Υπάρχουν μπουκιές που μπορούμε να τις χωνέψουμε, που μεταμορφώνουν το είναι μας, άλλες που απλώς τις κατεβάζουμε, κι άλλες που μάς σκοτώνουν […] Η κατανόηση είναι μια πράξη ισχύος. Η εξήγηση είναι μια πράξη απόρριψης. ΄Ετσι η κατανόηση είναι μια ικανότητα, μια τέχνη. Κατανοώ σημαίνει, εμπεριέχω, υποκειμενοποιώ – εφόσον μιλάμε για την ικανότητα περιεκτικότητας του πνεύματος, του εγκεφάλου, που είναι τα σπλάχνα τής σκέψης (Περί Μορφής.Σκιαγραφία μιάς μεθοδολογίας τών τεχνών,1953-1957, στα ελληνικά εκδόσεις Νησίδες, 2002).

Με άλλα λόγια, η γνώση δεν εξαντλείται ούτε στην κατανόηση (όπως υποστηρίζουν οι λάτρεις τού «βιώματος») ούτε στην εξήγηση (όπως υποστηρίζουν οι λάτρεις τής «επιστήμης»). Γνώση είναι το παιχνίδι τής συμπληρωματικής αντίθεσης μεταξύ κατανόησης και εξήγησης. Το συναμφότερον κατανόησης και εξήγησης.

Οι αναγωγικές εξηγήσεις τού κ. Νανόπουλου λοιπόν, και τών επιστημόνων αυτού τού είδους, δεν συνιστούν γνώση. Και ό,τι κέρδος μάς προσκομίζουν στο επίπεδο τών επιστημονικών αληθειών, συνιστά απώλεια σε ό,τι αφορά τη διαύγεια. Μια τραγική απώλεια στην περίπτωση που δεν καταλαβαίνει κανείς το παιχνίδι τής γνώσης!

Η απώλεια αυτή γίνεται ακόμη τραγικότερη όταν το έδαφος και η μεθοδολογία τού εξηγητικού λόγου είναι, όπως στην περίπτωση τού κ. Νανόπουλου (και τού Μαρξ!), ο αναγωγισμός.

Τι εστί αναγωγισμός; Είναι η τάση, η οποία συνίσταται στην εξαγωγή τού ανώτερου από το κατώτερο, τού πλέον σύνθετου από το απλούστερο, θεωρώντας ως πραγματικά και θεμελιωδέστερα μόνο τα απλούστερα συστατικά. Για παράδειγμα, τα φαινόμενα τής συνείδησης ανάγονται στις ηλεκτροχημικές διεργασίες τού εγκεφάλου (Νανόπουλος), τα κοινωνικά φαινόμενα και γεγονότα ανάγονται στην ικανοποίηση τών υλικών αναγκών τού ανθρώπου (Μαρξ).

Ας αφήσω εδώ να μιλήσει ο Ζαν-Πιέρ Βουαγιέ:

Ο αναγωγισμός δικαιολογείται πλήρως στις επιστήμες της φύσης αλλά δεν δικαιολογείται καθόλου σε ό,τι αφορά τη μελέτη της ίδιας της ανθρωπότητας. Οι επιστήμες της φύσης δεν θα υπήρχαν χωρίς τον αναγωγισμό. Δεν θα υπήρχε καμιά εφαρμογή τους, ούτε ο ηλεκτρισμός, ούτε η ατομική βόμβα, ούτε οι γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί, κλπ. Μπορούμε να πούμε πως ο αναγωγισμός είναι η αξιωματική Αρχή αυτών των επιστημών. Η απάντηση του Λαπλάς στον Ναπολέοντα («ο Θεός είναι μια άχρηστη υπόθεση») το αποδεικνύει περίτρανα. Δεν μπορούμε όμως να βγάλουμε από τη μέση το Θεό όταν ισχυριζόμαστε πως μελετάμε την ίδια την ανθρωπότητα και όχι απλώς τη μηχανική των ουρανίων σωμάτων (Ο σκοπός μου στη ζωή).

H πεποίθηση τού κ. Νανόπουλου οτι η πίστη γενικώς εξηγείται, και μάλιστα πλήρως, σαν ψυχολογικό αποτέλεσμα τού φόβου τών πρωτόγονων ανθρώπων λ.χ. για τούς κεραυνούς — δηλαδή ως ένα έλλειμα αναγωγικής εξήγησης (από το οποίο βέβαια πρέπει να πάσχουν, κατά τον Επιστήμονα, όλοι οι μη-«έξυπνοι» άνθρωποι από καταβολής κόσμου έως και σήμερα) — δεν είναι καθόλου καινοφανής. Το ίδιο πίστευε και ο, αναγωγιστής επίσης, Καρλ Μαρξ. Το ίδιο πίστεψαν, πριν από αυτούς, οι Διαφωτιστές και θεωρούν χρέος και κλέος τους να πιστεύουν πάντα όλοι οι «έξυπνοι» επίγονοί τους. Αλλά η πεποίθηση αυτή προέρχεται, η ίδια, από μια τραγική έλλειψη κατανόησης και τελικά γνώσης: τής κατανόησης τής σημασίας τού Νοήματος για την ανθρωπότητα.

Η εφαρμογή, ήδη από τούς Διαφωτιστές, τού αναγωγισμού στη μελέτη τής ανθρωπότητας συντέλεσε μια πρώτη πράξη απονοημάτωσης: τα νοήματα και γενικώς το Νόημα παραμερίστηκαν για να αναχθούν και να εξηγηθούν από απλούστερα συστατικά. Σήμερα, η απονοημάτωση έχει πλέον συντελεσθεί: η αναζήτηση Νοήματος, δηλαδή Πίστης, δηλαδή Εμπιστοσύνης, δηλαδή Ελπίδας, δηλαδή τής «τών ελπιζομένων υπόσταση», θεωρούνται πάραυτα και ανεξέταστα χαρακτηριστικό «ανασφάλειας», «άγνοιας», «έλλειψης αναγωγικών εξηγήσεων» και, οριακά, «εθελοτυφλίας» και «φανατισμού». Απ’ όπου άλλωστε και η διαλαλούμενη, και μονίμως αποτυχημένη, ανθρωπιστική πατέντα: «Δώστε ψωμί και γνώσεις στον κοσμάκη για να πάψουν να πιστεύουν και να γίνουν πολιτισμένοι» — εν ολίγοις, «ικανοποιείστε τις υλικές ανάγκες και τον αναγωγισμό κι όλα θα λυθούν». Λες και στον Κεραύνιο Δία πίστεψαν ορδές πεινασμένων και μη-«έξυπνων» Αθηναίων μεταξύ 6ου και 4ου αιώνα π.Χ. Ή λες και οι χορτασμένοι επιστήμονες και λοιποί «έξυπνοι» ζουν οπωσδήποτε μια ζωή γεμάτη Νόημα.

Να πώς η αλήθεια είναι το αντίθετο τής διαύγειας!

Για το τεράστιο σφάλμα τής απόπειρας εφαρμογής τού εξηγητικού αναγωγισμού στη μελέτη τής ανθρωπότητας μίλησε διεξοδικά, μεταξύ άλλων, ο ανθρωπολόγος Marshall Sahlins ήδη από το 1976: το βιβλίο του Πολιτισμός και Πρακτικός Λόγος (εκδόσεις τού Εικοστού Πρώτου, 2004) αρκεί προς το παρόν για όποιον θα ήθελε να αναζητήσει την αλήθεια χωρίς να χάνει σε διαύγεια. Δεν θα πω λοιπόν αυτή τη στιγμή τίποτε περισσότερο επ’ αυτού.

Ωστόσο, πριν κλείσω, θέλω να υπογραμμίσω κάτι που είχα επισημάνει παλιότερα. Οτι στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης απονοημάτωσης τής ζωής, σαν μόνος «έγκυρος» φορέας που καλείται να παράσχει πίστη κι ελπίδα στην χειμαζόμενη ανθρωπότητα προβάλλει η Επιστήμη. Κι αυτή, μέσω εκπροσώπων της που αδυνατούν να καταλάβουν το παιχνίδι τής Γνώσης και τού Νοήματος, ορμάει πλέον στο προσκήνιο με όλη την επαρμένη αισιοδοξία τού μαθητευόμενου μάγου. Λες και δεν έχει μετάσχει η ίδια, με τον εξηγητικό αναγωγισμό της, στην απονοημάτωση αυτή, την οποία καλείται τώρα αν όχι να λύσει πάντως να ανασχέσει δια τής αναλγητικής οδού τών «τεχνολογικών θαυμάτων».

Ας προσέξουμε όμως τι είναι αυτό που μάς καλούν να κατανοήσουμε, δηλαδή να καταπιούμε, εξηγητικοί τού παντός λόγοι όπως αυτός τού κ. Νανόπουλου. Ας προσέξουμε σε τι μάς καλούν να προσαρμόσουμε τον εαυτό μας, να γίνουμε αυτοί οι λόγοι, προκειμένου να τούς βάλουμε μέσα μας και να τούς χωνέψουμε.

Ο άνθρωπος που «κατανοεί», δηλαδή «καταπίνει», δηλαδή «βάζει μέσα του», την ιδέα οτι λ.χ. οι θλίψεις του και οι χαρές του δεν είναι παρά εφέ ηλεκτροχημικών διεργασιών, είναι ο άνθρωπος-βιορομπότ.

Κι αν η «μετα»νεωτερική εποχή τής Νέας Τάξης Πραγμάτων δεν βλέπει άλλο τρόπο να διαιωνιστεί παρά μετατρέποντας τον άνθρωπο σε βιορομπότ, εμείς οφείλουμε να σκεφτούμε: αυτό θέλουμε να κατανοήσουμε, να καταπιούμε, να προσαρμόσουμε ως εαυτό μας, να βάλουμε μέσα μας, να χωνέψουμε και να γίνουμε;

Πηγή: http://www.happyfew.gr/archives/tips/tips13.htm

Τεχνητή νοημοσύνη και κλασικές αξίες

Του Γιώργου Στείρη

Αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας, ΕΚΠΑ

Η φράση του Πρωταγόρα ότι ο άνθρωπος είναι μέτρο για όλα τα πράγματα -και για όσα υπάρχουν και για όσα δεν υπάρχουν- θα μπορούσε να θεωρηθεί ιδρυτική πράξη του ανθρωποκεντρικού ελληνικού πολιτισμού. Οι Έλληνες -στη μυθολογία, το θέατρο και τη φιλοσοφία- οικοδόμησαν ένα πνευματικό σύμπαν που περιστρεφόταν γύρω από τον άνθρωπο. Παράλληλα, προβληματίστηκαν βαθιά για τους κινδύνους που παραμονεύουν στην απόπειρα διεύρυνσης της ανθρώπινης φύσης. Σε ιστορίες όπως της Μήδειας, του Δαιδάλου και της Πανδώρας τέθηκε εμφατικά το ζήτημα των ορίων μεταξύ ανθρώπου και μηχανής. Στον 21ο αιώνα οι εξελίξεις στη βιοτεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη επαναφέρουν πιεστικά την πανάρχαια συζήτηση για τη βιοτέχνη, τη σχέση βιολογικού και τεχνολογικού παράγοντα.

Η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση συνίσταται κατά βάση στον συνδυασμό της αυτοεκπαίδευσης των μηχανών, της επιστήμης των δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης.Η τελευταία καθιστά τις μηχανές ικανές να μαθαίνουν από την εμπειρία, να προσαρμόζονται σε νέα δεδομένα, με τελικό στόχο αυτές να εκτελούν ανθρωπομορφικά έργα. Η εισαγωγή και επεξεργασία όλο και μεγαλύτερου όγκου δεδομένων επιτρέπει στα υπολογιστικά συστήματα να αναγνωρίζουν δομή και κανονικότητες στα δεδομένα, ώστε κατόπιν να επιτελούν συγκεκριμένα καθήκοντα.

Τεχνητή νοημοσύνη και κλασικές

Στην τεχνητή νοημοσύνη, η μάθηση -ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης νοημοσύνης- συντελείται μέσω της αξιοποίησης της ανθρώπινης εμπειρίας και των δεδομένων, προκειμένου οι μηχανές να βελτιώνουν εκθετικά τη γνωστική τους συμπεριφορά. Η μάθηση αυτή μπορεί να επιβλέπεται ή και όχι. Αρχικά, στην εποπτευόμενη μάθηση η μηχανή εκπαιδεύεται, μέσω της εισαγωγής αυστηρά επιλεγμένων δεδομένων, για να πραγματοποιήσει μια προεπιλεγμένη εργασία. Στη μη εποπτευόμενη μάθηση η μηχανήείναι ελεύθερη να βρει τις δικές της συσχετίσεις στα δεδομένα που αξιοποιεί, να δημιουργήσει δηλαδή δικά της γνωστικά συμπλέγματα. Οι μηχανές σήμερα αναλύουν όλο και περισσότερα δεδομένα, ώστε να βρουν στατιστικούς συσχετισμούς. Και το κάνουν σε πολλές περιπτώσεις καλύτερα από τους ανθρώπους, αφού επιτελούν εξαιρετικά περίπλοκες εργασίες. Χρειάζεται να επισημανθεί όμως ότι μέχρι ώρας δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε πώς η μηχανή φτάνει στο συμπέρασμα της και πώς λαμβάνει την απόφασή της. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο, το οποίο χρήζει μέγιστης προσοχής.

Προκειμένου να καταστεί η τεχνητή νοημοσύνη μια υπόσχεση ελευθερίας και όχι μια απειλή νέας δουλείας χρειάζεται να στηριχθούμε στις καταστατικές αρχές και αξίες του κλασικού αρχαιοελληνικού πολιτισμού.

Συνεπώς, μια μηχανή μπορεί να διδάξει στον εαυτό της τον βέλτιστο τρόπο να παίζει Fortnite με το να παρατηρεί τους τρόπους παιχνιδιού ανθρώπων ή άλλων μηχανών. Δύναται όμως να διδάξει στον εαυτό της και ποια υπηρεσία να προωθήσει στο διαδίκτυο ή ποιες πληροφορίες να διοχετεύσει σε ενημερωτικά δίκτυα. Η συνεχής εισαγωγή νέων δεδομένων αναπροσαρμόζει διαρκώς τα μοντέλα, με ρυθμό εκτός των δυνατοτήτων της ανθρώπινης εποπτείας, και επιτρέπει στη μηχανή να είναι απόλυτα προσαρμοστική.

Ο βασικός περιορισμός της τεχνητής νοημοσύνης, έως σήμερα, είναι ότι μαθαίνει από τα δεδομένα. Οι αλγόριθμοι βασίζονται στη στατιστική συσχέτιση των δεδομένων, δίνοντας στις μηχανές τη δυνατότητα να εκτελούν λειτουργίες υπολογισμού και άλλες δραστηριότητες. Οι υπολογιστές, ανιχνεύοντας και αξιοποιώντας πολύπλοκα δεδομένα, επιτελούν σύνθετα έργα γρηγορότερα και αποτελεσματικότερα από τους ανθρώπους. Είναι προφανές ότι η ποιότητα και το είδος των δεδομένων που αξιοποιεί μια μηχανή αντικατοπτρίζονται στις δράσεις της. Ας αναλογιστούμε ότι όσο η μηχανή μαθαίνει παρατηρώντας τους ανθρώπους, οι ενέργειές της δεν θα διαφέρουν από τις δικές μας όχι μόνο στις καλές εκδοχές τους, αλλά και στις χείριστες.

Στην παρούσα φάση οι μηχανές δρουν με μη ανθρώπινες μεθόδους, αφού δεν διαθέτουν κοινή αίσθηση και βούληση. Η ικανότητα κατανόησης των «κανόνων του κόσμου», των τρόπων δηλαδή που είναι δομημένη και λειτουργεί η κοινωνία, αποτελεί μία βασική δεξιότητα του ανθρώπου, η οποία αναπτύσσεται σταδιακά με την αλληλεπίδραση. Οι μηχανές δεν κατανοούν ακόμα τους κανόνες του κόσμου και τη χρήση των πραγμάτων. Θεωρητικά, η μη εποπτευόμενη μάθηση μπορεί να φέρει τις μηχανές εγγύτερα στην εσωτερίκευση των κανόνων του κόσμου. Γίνεται έτσι κατανοητή η σημασία των δεδομένων που εισάγονται στις μηχανές ή που αυτές ανευρίσκουν.

Η τεχνητή νοημοσύνη επανατοποθετεί τη σχέση ανθρώπου – μηχανής και φέρει στο προσκήνιο τεράστιο αριθμό φιλοσοφικών ζητημάτων που χρήζουν επανεξέτασης.

Η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζει την ανθρώπινη υπόσταση. Δεν αργεί η ώρα που οι μηχανές θα αναλάβουν πρωτοβουλίες για τις οποίες απαιτούνται σύνθετες γνωστικές ικανότητες. Ήδη, η λήψη αποφάσεων για βασικά ζητήματα του ψηφιακού σύμπαντος έχει μεταφερθεί αποκλειστικά σε μηχανές. Οι άνθρωποι δεν ελέγχουν τις διαδικασίες αυτές, επειδή τα αυτοματοποιημένα συστήματα είναι πολυπλοκότατα.

Επιπλέον, στα υπολογιστικά συστήματα τεχνητής νοημοσύνης οι ηθικές αξίες και η δεοντολογία δεν τυγχάνουν της προσοχής που τους αναλογεί.

Εάν, για παράδειγμα, δοθεί εντολή σε μηχανές να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή μειώνοντας τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, δίχως αυτές να είναι εξοπλισμένες με σαφείς ηθικές αρχές και νομικούς περιορισμούς, ενδέχεται να σκοτώσουν ανθρώπους που ρυπαίνουν.

Στην ισχυρή τεχνητή νοημοσύνη οι μηχανές αναμένεται να εκτελούν διαφορετικά από τα προκαθορισμένα καθήκοντα, να ανταποκρίνονται στις συνθήκες, να επιδεικνύουν δημιουργικότητα, ενώ δεν αποκλείεται να θέτουν και δικούς τους στόχους. Η αυτοβελτίωση των μηχανών αυξάνει εκθετικά την ευφυΐα τους. Στην άκρη του δρόμου της τεχνολογικής προόδου βρίσκεται η υπέρβαση της ανθρώπινης νοημοσύνης, η επονομαζόμενη «τεχνολογική μοναδικότητα»: το να κατανοούν εξελιγμένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης όχι μόνο το τι, αλλά και το γιατί το εκτελούν.

Κάποιοι βλέπουν στην τεχνητή νοημοσύνη τη διεύρυνση των ανθρωπίνων δυνατοτήτων. Άλλοι τη βαθύτερη εξάρτηση των ανθρώπων από τις μηχανές, αφού οι άνθρωποι όλο και συχνότερα δεν θα αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες δίχως τη συνδρομή αυτοματοποιημένων συστημάτων. Άλλοι προβληματίζονται για τις αυτόνομες στρατιωτικές μηχανές και τα ευφυή συστήματα διάδοσης προπαγάνδας.

Τεχνητή νοημοσύνη και κλασικές

Είναι σαφές ότι στα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης τα αποτελέσματα είναι ανάλογα των δεδομένων: «σκουπίδια βάζεις στο σύστημα, σκουπίδια θα σου δώσει». Εάν τα δεδομένα που χρησιμοποιεί μια μηχανή τεχνητής νοημοσύνης είναι μονομερή ή ηθικά προβληματικά, η μηχανή δεν θα αναπαραγάγει τη μεροληψία, αλλά θα την ενισχύσει κιόλας. Είναι γνωστή η περίπτωση της Tay, του chatbot της Microsoft, που τον Μάρτιο του 2016 εμφανίστηκε στο Twitter και άρχισε να αλληλοεπιδρά με και να μαθαίνει από άλλους χρήστες. Μετά δώδεκα ώρες η εταιρεία αναγκάστηκε να σταματήσει το πείραμα, γιατί οι χρήστες του Twitter είχαν μετατρέψει την Tay σε ένα λογαριασμό διάδοσης ρατσισμού και σεξισμού.

Βρισκόμαστε στην αυγή της ρομποανθρωπότητας

Φαίνεται ότι τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης εμφανίζουν μεροληπτική στάση προς το φύλο, τη φυλή και άλλα χαρακτηριστικά εάν τα δεδομένα που χρησιμοποιούν είναι μονομερή. Και αν η μάθηση των μηχανών στηριχθεί αποκλειστικά σε δεδομένα που εμείς εισάγουμε, τότε θα μπορούσαν οι κίνδυνοι να περιοριστούν. Αν όμως τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης αυτοδιδάσκονται, από δεδομένα του διαδικτύου ή άλλων δικτύων, τότε είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι μηχανές θα μιμηθούν επί τα χείρω τις πλέον αποτρόπαιες πλευρές της ανθρώπινης σκέψης και συμπεριφοράς. Ο λόγος, όπως προανέφερα, είναι η μη κατανόηση των «κανόνων του κόσμου» από τις μηχανές. Για αυτό είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί η ποιότητα των χρησιμοποιούμενων δεδομένων, πράγμα καθόλου εύκολο στην περίπτωση της μη μηχανικής μάθησης. Αυτή όμως είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα. Χρειαζόμαστε τάχιστα ένα καλύτερο διαδίκτυο, πιο υπεύθυνο και πεπαιδευμένο, το οποίο θα τροφοδοτεί τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης με ποιότητα.

Παρά ταύτα, οι δυσοίωνες προβλέψεις πολλαπλασιάζονται όσο βασική στόχευση παραμένει το αποτέλεσμα: το τι μπορεί να κάνει μια μηχανή, όχι το πώς το κάνει. Στο πλαίσιο αυτό ο βαθμός αυτονομίας των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης είναι κομβικός. Η ανθρωπότητα χρειάζεται να συνειδητοποιήσει ότι τα συστήματα αυτά είναι απαραίτητο να χρησιμοποιούνται μόνο επικουρικά, για όσο χρόνο συνεχίζουν να μην έχουν αυτεπίγνωση των εργασιών που επιτελούν και δεν κατανοούν -ούτε τα ίδια ούτε και οι άνθρωποι- το πώς καταλήγουν στα συμπεράσματά τους. Αν και η «εξήγηση» -το να μπορεί δηλαδή ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης να εξηγεί πώς κατέληξε στο συμπέρασμα του- είναι κεφαλαιώδους σημασίας, όλο και μειώνεται η προσοχή που της δίνεται, επειδή πρωτεύει ο ωφελιμιστικός υπολογισμός του αποτελέσματος.

Η ενίσχυση της τεχνητής νοημοσύνης είναι δρόμος που μοιάζει ανεπίστρεπτος, κυρίως επειδή η ανθρωπότητα έχει επιλέξει να τον βαδίσει και εκεί οδηγεί η δυναμική των καιρών. Οι κίνδυνοι όμως που ελλοχεύουν είναι πολλοί. Για την αποφυγή νέων δυστοπιών χρειάζεται επιτακτικά ένα ανθρωποκεντρικό αξιακό πλαίσιο, εντός του οποίου θα εξελιχθεί η τεχνητή νοημοσύνη. Θεωρώ εγκληματική αφέλεια να αφεθεί η βιοτέχνη, τόσο από τη σκοπιά της τεχνητής νοημοσύνης όσο και της βιοτεχνολογίας, στην καλή διάθεση των τεχνολόγων ή στις μηχανές τις ίδιες. Απαιτούνται επαρκείς πολιτικές, οι οποίες θα διασφαλίζουν τον ανθρωπισμό, τα δικαιώματα, την ελευθερία και τη δημοκρατία τόσο στον ψηφιακό όσο και στον πραγματικό κόσμο. Προκειμένου να καταστεί η τεχνητή νοημοσύνη μια υπόσχεση ελευθερίας και όχι μια απειλή νέας δουλείας χρειάζεται να στηριχθούμε στις καταστατικές αρχές και αξίες του κλασικού αρχαιοελληνικού πολιτισμού, του απόλυτου ανθρωποκεντρικού προτύπου.

Τεχνητή νοημοσύνη και κλασικές

Μιας και βρισκόμαστε στον ιερό χώρο των Δελφών, ας θυμηθούμε το μύθο του Οιδίποδα. Όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με την Σφίγγα, αυτή του έθεσε το γνωστό δίλημμα: ποιο είναι το ζώο που το πρωί περπατά στα τέσσερα, το μεσημέρι στα δύο και το βράδυ στα τρία; Ο Οιδίπους απάντησε ο άνθρωπος και αμέσως η Σφίγγα γκρεμίστηκε από τον βράχο και αυτοκτόνησε. Η λέξη άνθρωπος χάλασε το τέρας, όπως είπε κάποτε ο Σεφέρης. Ο ανθρωπισμός, η πίστη και προσήλωση στον άνθρωπο, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την υπέρβαση κάθε προβλήματος ή απειλής. Είναι το θεμέλιο για την επιβίωση και την ευημερία του ανθρώπου.

Εντός αυστηρά ανθρωποκεντρικού πλαισίου ανέπτυξαν οι Έλληνες τις σκέψεις τους για τη βιοτέχνη, τη σχέση του βιολογικού παράγοντα με την τεχνολογία. Το αποδεικνύουν ορισμένως οι μύθοι τους. Ο Ιάσων και οι σύντροφοί του, στη διάρκεια της παραμονής τους στην Κολχίδα, βρέθηκαν αντιμέτωποι μ’ ένα στρατό τεχνητών στρατιωτών.Επρόκειτο για ανίκητες στρατιωτικές μηχανές, οι οποίες όμως δεν υπάκουαν σε εντολές. Ο Ιάσων πέταξε πέτρες ανάμεσά τους και τους οδήγησε να αλληλοεξοντωθούν, αφού έβλεπαν ο ένας τον άλλο πια ως εχθρό. Η πιθανότητα αντιμετώπισης αυτόνομων πολεμικών μηχανών, που θα διδάσκονται από το αποθετήριο βαρβαρότητας της ανθρώπινης ιστορίας, ανέκαθεν δημιουργούσε περισσό φόβο.

Εξόχως βαθιοί σε προβληματισμό είναι και δύο μύθοι που αναφέρονται στον Ήφαιστο, το αρχέτυπο του τεχνολόγου. Στην πρώτη αφήγηση αναφέρεται ως δημιουργός ανδροειδών, τα οποία έμοιαζαν με πραγματικές γυναίκες. Ήταν προικισμένες με αίσθηση και λογική και κατείχαν όλη την ανθρώπινη γνώση. Η έμφαση στην ιστορία αυτή αποδίδεται σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε εποπτευόμενη μηχανική μάθηση. Ο Ήφαιστος επέλεξε να χαρίσει στα ανδροειδή το άνθος του πολιτισμού, όχι τις σκοτεινές πτυχές του, με θριαμβευτικά αποτελέσματα.

Αντίθετα, στο μύθο της Πανδώρας, ο Ήφαιστος δημιουργεί ένα τεχνητό πλάσμα κατ’ εντολή των θεών, οι οποίοι ήθελαν να βλάψουν την ανθρωπότητα. Έμοιαζε με αθάνατη θεά, αλλά διέθετε τη φωνή και τη δύναμη ανθρώπου. Το πλάσμα αυτό προικίστηκε φαινομενικά με όλα τα χαρίσματα, αλλά όταν ήλθε στη Γη άνοιξε το πιθάρι που ήταν κρυμμένο το αρχέγονο κακό και σκόρπισε τη δυστυχία στην ανθρωπότητα. Παρότι ο Προμηθέας είχε προειδοποιήσει τον Επιμηθέα να μην δεχτεί δώρα από τους θεούς, εκείνος παράκουσε και σπάρθηκε ο όλεθρος.

Τεχνητή νοημοσύνη και κλασικές

Συνεπώς, οι Έλληνες είχαν απόλυτη συνείδηση του ότι η εισαγωγή προβληματικών δεδομένων σε μια ευφυή μηχανή την καθιστά επικίνδυνη. Η ανθρωπότητα σήμερα αποπειράται να περάσει σε ένα άλλο, ανώτερο, στάδιο εξέλιξης. Ο άνθρωπος, από homo—faber, επιθυμεί να καταστεί homo-deus, δημιουργώντας ευφυείς μηχανές. Ένα νέο, δηλαδή, είδος, το οποίο θα είναι περισσότερο εξελιγμένο από την παρούσα ανθρώπινη κατάσταση. Για άλλη μια φορά στην ιστορία της η ανθρωπότητα παίζει με το κουτί της Πανδώρας.

Ανταποκρινόμενοι στις προκλήσεις, επιστήμονες στις ΗΠΑ έχουν ήδη αρχίσει να πειραματίζονται με την εισαγωγή ηθικών προτύπων και αξιών σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μέσω της κλασικής λογοτεχνίας. Η ιδέα είναι ότι έτσι οι μηχανές θα μάθουν να σκέφτονται με γνώμονα την υπευθυνότητα και την ηθική, όπως οι καλοί και υπεύθυνοι άνθρωποι. Τα δεδομένα που αξιοποιούν οι μηχανές δεν πρέπει να αντλούνται αποκλειστικά από την καθημερινή εμπειρία, αλλά επιβάλλεται να προέρχονται και από το απόθεμα της ανθρώπινης σοφίας και φρόνησης, επειδή οι γνωστικές και λογικές δυνατότητες των ανθρώπων επικαθορίζονται από αισθήματα. Ο ανθρωποκεντρικός αρχαιοελληνικός πολιτισμός γέννησε πάθη και δημιούργησε διλήμματα άξια να τα στοχάζονται άνθρωποι και μηχανές, ώστε να εξανθρωπιστούν.

Η ανθρωπότητα βρίσκεται σ’ ένα σημείο καμπής. Κυριολεκτικά, τίκτεται ένα αύριο εντελώς διαφορετικό από το χθες. Δεν δημιουργείται μόνο ο λόγος της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά πρωταρχικά το ήθος και το πάθος της.

Σήμερα, εξελίσσονται παράλληλα και οι δύο εκδοχές της βιοτέχνης: οι άνθρωποι αναβαθμίζονται ως είδος μέσω της βιοτεχνολογίας και της ρομποτικής, ενώ ταυτόχρονα οι μηχανές εμβαπτίζονται όλο και περισσότερο στο ανθρώπινο.

Βρισκόμαστε στην αυγή της ρομποανθρωπότητας. Στο εγχείρημα αυτό οι θετικές επιστήμες εισφέρουν το τι, την τεχνολογία. Αλλιώς, το κέλυφος. Σημαντικότερο όμως είναι το περιεχόμενο, η ουσία. Και αυτό είναι έργο του κλασικού πολιτισμού να το παράσχει. Αν δεν εμβαπτίσουμε τις μηχανές στα νάματα του ανθρωποκεντρισμού, κάποια Πυθία θα βρεθεί στη δύσκολη θέση να εκστομίσει τον καταληκτικό χρησμό, παρόμοιο με εκείνο τον αρχαίο:

“Πείτε στον Θεό, η μεγαλόπρεπη ανθρωπότητα έπεσε στο έδαφος, ο άνθρωπος δεν έχει πια την κατοικία του, ούτε την επιστήμη που προφητεύει, ούτε τη φωνή της γνώσης, και ο πολιτισμός στέρεψε κι αυτός”.

*Keynote speech στο Hall of Philosophers του Delphi Economic Forum IV (2/3/2019).

huffingtonpost.gr

Ρατσισμός και Ατομικισμός (βίντεο) – αναλύει ο Γιάννης Δ. Ιωαννίδης

Ρατσισμός και Ατομικισμός

Κοινός τόπος είναι πλέον η προσέγγιση και η καταγγελία του φασισμού και του ναζισμού σαν να πρόκειται για ένα οπισθοδρομικό φαινόμενο, που αντλεί τις δυνάμεις του από ό,τι πιο «σκοτεινό κι ανορθολογικό» —δηλαδή ό,τι πιο ξένο προς το νεωτερικό πολιτισμό μας, λένε— υπάρχει στην ανθρώπινη ψυχή και απειλεί να γυρίσει τις σύγχρονες προοδευτικές και φιλελεύθερες κοινωνίες μας, το μοντέρνο σύστημά μας, στο «μεσαίωνα». Όμως κοινός τόπος είναι πλέον και η αποτυχία αυτής της προσέγγισης να εξηγήσει πειστικά και να ανακόψει την εμφάνιση παλιότερα και τώρα την επανεμφάνιση του ναζιστοφασισμού στις πιο προηγμένες χώρες του λεγόμενου δυτικού κόσμου, οι οποίες κατά τα άλλα οδύρονται, αλλά χωρίς να πείθουν, ότι αποτελεί εντός τους ξένο σώμα. Σε τελική ανάλυση, θα έπρεπε τουλάχιστον να προσεχθεί ότι τον «αντινεωτερισμό» επικαλείται και ο ίδιος ο ναζιστοφασισμός, αλλά ως καύχημα και για «ευγενείς λόγους» (την απαλλαγή από τις «υποκριτικές πολυπλοκότητες» της μοντέρνας ζωής και την αναβίωση ενός «απλού κι ένδοξου» αρχαίου παρελθόντος), στην προσπάθειά του να παρουσιαστεί σαν ένα κίνημα «αντισυστημικό». Οπότε … μπορείς άραγε να αντιπαρατεθείς μ’ επιτυχία σε κάποιον όταν τονίζεις υπέρμετρα ένα χαρακτηριστικό του, που και ο ίδιος θέλει να τονίζεται; Ασφαλώς όχι. Είναι ανάγκη λοιπόν να στραφούμε σε άλλου τύπου προσεγγίσεις.

Ευτυχώς, όπως είναι γνωστό, δεν είναι λίγοι οι στοχαστές που έχουν εντοπίσει και αναλύσει τη στενή σχέση του ναζισμού και του φασισμού με το κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα από μια βαθύτερη πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική σκοπιά, δείχνοντας καθαρά ότι ανήκουν στη σφαίρα του μύθου τόσο η «αντισυστημικότητα» του ναζιστοφασισμού όσο και ο «αντιφασιστοναζισμός» του συστήματος.

Εναλλακτικές προσεγγίσεις

Μεταξύ άλλων, θα αναφέρουμε εδώ για παράδειγμα:

  • την ανάλυση του Καρλ Κορς, που επισήμαινε ήδη από το 1941 («The workers’ fight against Fascism», στη συμβουλιακή επιθεώρηση Living Marxism, V, 3) τον εκφασισμό του αστικού κεφαλαιοκρατικού συστήματος μέσα από τη υπερσυγκέντρωση της οικονομικής ισχύος σε ένα σύστημα γιγάντιων ανώνυμων εταιρειών και τη γραφειοκρατικοποίηση της διοικητικής σφαίρας σε τέτοιο σημείο, ώστε, όπως έλεγε, το ίδιο το αστικό κράτος να έχει ήδη μετατραπεί σε «κορπορατιστικό κράτος», δηλαδή ακριβώς στο κράτος που οραματίζονταν οι φασίστες·
  • ή, πιο πρόσφατα, την προσέγγιση του Έντσο Τραβέρσο («Οι αντινομίες του αντιφασισμού», στο Δια Πυρός και Σιδήρου, 2007), ο οποίος προχωρώντας το νυστέρι βαθύτερα, στο πεδίο του πολιτισμού, τόνιζε πως ήταν σοβαρό σφάλμα των αντιφασιστών του Μεσοπολέμου να βλέπουν στο ναζιστοφασισμό ένα «σκοταδιστικό και μεσαιωνικό κατάλοιπο» και όχι μια «αντιδραστική εκδοχή της νεωτερικότητας», όπως πράγματι ήταν.

Και αν οι δυο προηγούμενοι είναι μαρξιστές, παρόμοια είναι και η προσέγγιση στοχαστών από άλλες σχολές σκέψης, όπως π.χ.:

  • του γνωστού μας εδώ Τζον Ράλστον Σάουλ, ο οποίος, επιβεβαιώνοντας τον Κορς, έδειξε πειστικά (βλ. Πολιτισμός χωρίς συνείδηση, 1995) με ποιο τρόπο στις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες «η νομιμότητα μετατοπίστηκε από τον πολίτη-άτομο στις ομάδες συμφερόντων» ώστε πλέον «η εξουσία να ανήκει στο νεοκορπορατισμό, που δεν είναι άλλος από τον παλιό κορπορατισμό» —πράγμα που σημαίνει ότι «ο Μουσολίνι κέρδισε τον πόλεμο»·
  • ή του επίσης πολύ γνωστού μας Ζακ Ελλύλ, ο οποίος τόσο από το 1945 αλλά και πολύ νωρίτερα («Ο φασισμός, παιδί του φιλελευθερισμού», επιθεώρηση Esprit, Φεβρουάριος 1937) τονίζει πως ο φασισμός δεν εξηγείται όπως αυτοπροβάλλεται, δηλαδή σαν υποτιθέμενη αντίδραση ή διαμαρτυρία ενάντια στο φιλελευθερισμό και τον κομμουνισμό, αλλά μόνο εάν καταλάβουμε δυο πράγματα:

α) ότι «ο φασισμός προϋπάρχει του φασιστικού δόγματος ως γεγονός», το οποίο εκδηλώνεται σε ένα «πλήθος τάσεων εκφασισμού των ίδιων των φιλελεύθερων καθεστώτων: αστυνομικά και βίαια μέτρα, υποκατάσταση του κοινοβουλίου από την κυβέρνηση, έκδοση διαταγμάτων, περιορισμός της ελευθερίας λόγου και του απεργιακού δικαιώματος, συστηματική διασπορά φόβου από τον Τύπο, επιθέσεις εναντίον κάθε αποκλίνουσας σκέψης και έκφρασης, διαμόρφωση μιας προ-φασιστικής νοοτροπίας» (1937, σ. 764)— τάσεις εγγενείς του αστικού φιλελευθερισμού· και

β) τη βαθιά συγγένεια του φασισμού με το φιλελευθερισμό στη λατρεία του τεχνικού πνεύματος, όπως τη διαπιστώνουμε π.χ. από το κρίσιμο γεγονός ότι «η απουσία οργανωμένης θεωρίας, που χαρακτηρίζει το φασισμό, αποτελεί ήδη συστατικό του φιλελευθερισμού» ακριβώς επειδή «ο φιλελευθερισμός χαρακτηρίζεται από ένα διαχωρισμό ανάμεσα στη σκέψη και τις συνέπειές της, (καθώς και) από την παρεπόμενη σύγχυση μεταξύ του επείγοντος και του εξωπραγματικού», καθώς επιδιώκει «να οργανώνεται ο υλικοτεχνικός οικονομικός κόσμος πάνω σε βάσεις απολύτως ανεξάρτητες από κάθε απόπειρα σκέψης» (1937, σ. 768-769).

Λουί Ντυμόν: ο δομικός υβριδισμός της νεωτερικότητας

Χάρη σε αναλύσεις όπως οι παραπάνω, διακρίνουμε καθαρά ότι η προσέγγιση του ναζιστοφασισμού ως ένα φαινόμενο «οπισθοδρομικό» και «ξένο» προς το σύγχρονο πολιτισμό μας είναι άστοχη· και ότι, κατά συνέπεια, η κριτική του προϋποθέτει την κριτική της ίδιας της νεωτερικότητας και του σύγχρονου κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Υπάρχει ωστόσο, πλάι σε αυτές τις κοινωνικοπολιτικές και πολιτισμικές αναλύσεις του ναζιστοφασισμού, και μια προσέγγιση που κατά τη γνώμη μου τις συμπληρώνει και μάλιστα πηγαίνει τη συζήτηση ακόμη βαθύτερα.

Είναι η προσέγγιση που οφείλουμε στον επίσης γνωστό μας εδώ ανθρωπολόγο Λουί Ντυμόν και συγκεκριμένα στη μελέτη του με τίτλο «Η αρρώστια του ολοκληρωτισμού» και υπότιτλο «Ατομικισμός και ρατσισμός στον Αδόλφο Χίτλερ», που δημοσιεύτηκε το 1970 και αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Δοκίμια για τον Ατομικισμό (Seuil, Παρίσι, 1983· Ευρύαλος, Αθήνα, 1988) —μια μελέτη που συνδέει το φαινόμενο αυτό με τις πρωταρχικότερες αξίες, τις «πρωταξίες» ή «κεντρικές σημασίες», του κυρίαρχου νεωτερικού κόσμου.

Βέβαια, ο Ντυμόν δεν ασχολήθηκε διεξοδικά με το ναζιστοφασισμό. Εκείνο που τον απασχόλησε κυρίως, ήταν η νεωτερική κοινωνία μας, όπως τη διάβασε συγκριτικά μέσα από την έρευνα πεδίου μιας εντελώς διαφορετικής κοινωνίας, της ινδικής. Καθώς δυο βασικές έννοιες που επεξεργάστηκε θα τις συναντήσουμε και εδώ, πρέπει πάρα πολύ σύντομα να πούμε ότι, μέσα από αυτή την έρευνα, κατέληξε να εντοπίσει ως πρωταξία του δυτικού νεωτερικού κόσμου το «ανεξάρτητο, αυτόνομο Άτομο», εννοώντας με αυτό ένα ειδικό «τύπο υποκειμένου», το «ηθικό Άτομο», το Άτομο «ως αξία», και όχι το απλό «εμπειρικό άτομο», όχι δηλαδή το ατομικό δείγμα του ανθρώπινου είδους, το οποίο συναντάμε άλλωστε σε όλες τις κοινωνίες. Έτσι, προσδιόρισε ως κύριο δομικό χαρακτηριστικό της νεωτερικής κοινωνίας μας τον «εξισωτικό Ατομικισμό» σε αντίθεση με τον «ιεραρχικό Ολισμό» (holisme) των προνεωτερικών κοινωνιών, όπως αυτή της Ινδίας, στις οποίες ως πρωταξία τίθεται η κοινωνία ως όλον, η όλη συλλογικότητα (κάστα, φατρία, κ.λπ.) —ενώ το Άτομο, ως τύπος υποκειμένου, μπορεί να υπάρξει εκεί μόνο «αναχωρώντας» από την κοινωνία και καταγγέλλοντάς την ως «ψευδαίσθηση» ή «τόπο του Κακού».

Το σημαντικό που πρέπει να συγκρατήσουμε εδώ σε σχέση με το ζήτημα που μας απασχολεί, είναι η ανάλυση του Ντυμόν για το δομικό «υβριδισμό» του νεωτερικού πολιτισμού. Καθώς το αυτόνομο και ανεξάρτητο Άτομο δεν μπορεί να εδραιώσει κοινωνία, μιας και αυτοπροσδιορίζεται σε ό,τι το διαφοροποιεί από το κοινωνικό σύνολο —αφήνοντας έτσι έξω, ή καλύτερα αποπέμποντας, από τον ορίζοντά του το ολιστικό στοιχείο του κοινωνικού—, ο Ατομικισμός, αν και χαρακτηρίζει τη νεωτερική κοινωνία, δεν μπορεί και να προσδιορίζει τη φύση της. Υπάρχει δηλαδή εκ των πραγμάτων η ανάγκη πάκτωσης της ολιστικής διάστασης μέσα στη θέσμιση της ίδιας της νεωτερικής κοινωνίας, επομένως η ανάγκη κάποιου συνδυασμού του Ατομικισμού με τον Ολισμό και τούτη η ανάγκη παράγει διαφόρων τύπων υβριδικές συλλογικές παραστάσεις, οι οποίες κατά τον Ντυμόν αποτελούν το «μαζικό γεγονός» της νεωτερικότητας και είναι τόσο πιο προβληματικές, παραισθητικές και εύθραυστες όσο εντονότερη, και πιο «τυφλή», προβάλλει η αποπομπή του συλλογικού από το ατομικό.

Ποια σχέση έχει αυτή η θέση του Ντυμόν με την ανάλυση του ναζισμού θα επιχειρήσω να καταδείξω στη συνέχεια, παρουσιάζοντας την ανάλυσή του κατά κύριο λόγο όπως την εξέθεσε ο ίδιος στο δοκίμιό του για την «αρρώστια του ολοκληρωτισμού».

Μια ιδιαίτερη μορφή του νεωτερικού υβριδισμού

Ο Ντυμόν τοποθετείται ξεκάθαρα στο πλευρό των στοχαστών που δεν θεωρούν το ναζιστοφασισμό ως ένα σώμα ξένο προς τον κόσμο μας, σαν ένα κατάλοιπο ας πούμε κάποιου σκοτεινού παρελθόντος: «Επιβάλλεται καταρχάς», τονίζει, «να αναγνωρίσουμε στο ναζισμό ένα νεωτερικό φαινόμενο, μια αρρώστια βέβαια, αλλά αρρώστια του κόσμου μας, και όχι απλά ένα παραλογισμό μερικών φανατικών, ένα αποτέλεσμα ποικίλων ιστορικών αιτίων ή εκτροχιασμού ενός ολόκληρου έθνους» (1988, σ. 158). Συγκεκριμένα, όπως έχει υποδείξει στη μελέτη του για τον «εξισωτικό ατομικισμό», το Homo Aequalis (τ. Α΄, Genèse et Épanouissement de l’ Idéologie Économique, Gallimard, Παρίσι, 1977), ο ναζισμός είναι μια αρρώστια της σύγχρονης εποχής, η οποία «απορρέει από την προσπάθεια, σε μια κοινωνία όπου ο ατομικισμός είναι βαθιά ριζωμένος και κυριαρχεί, να τον υπαγάγουν στην προτεραιότητα της κοινωνίας ως ολότητας» (1977, σ. 21-22).

Με άλλα λόγια, ο ναζισμός δεν είναι διόλου ξένος προς το σύγχρονο κόσμο, ούτε κι «αντισυστημικός»· απεναντίας, αποτελεί μια ιδιαίτερη εκδοχή της νεωτερικότητας, όπως λέει και ο Τραβέρσο, αλλά πολύ συγκεκριμένα: μια ιδιαίτερη εκδοχή θεμελιωμένη στην ίδια την υβριδική φύση του νεωτερικού πολιτισμού, ο οποίος αποπέμπει το κοινωνικό ως όλον και το επανεισάγει αναγκαστικά, αλλά από την πίσω πόρτα, για να μη διαλυθεί από τον ανεξέλεγκτο ατομικισμό. Μάλιστα, όπως επισημαίνει ο Ντυμόν, η ίδια η βία του ναζιστικού κινήματος έχει τις ρίζες της σε αυτή την απόπειρα υβριδικής ένωσης και «διαποτίζει ‘‘και τους ίδιους τους ηγέτες του, καθώς είναι διαμελισμένοι ανάμεσα σε δυο αντικρουόμενες τάσεις» (1977, σ. 22) ,   τον ατομικισμό και τον κοινωνικό ολισμό.

Υπάρχει ναζιστική ιδεολογία;

Για να επαληθεύσει αυτή την πρότασή του, ο Ντυμόν χρειάστηκε βέβαια να την εντοπίσει στην ίδια τη ναζιστική ιδεολογία. Εδώ είχε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ότι, από διάφορες απόψεις, φαίνεται σαν να είναι ο ναζιστοφασισμός τόσο απορροφημένος με την «ευέλικτη δράση» και τον άνευ ηθικών διλημμάτων «πρακτικισμό» ώστε, πέρα από μια σειρά κατά βάση οπορτουνιστικών προπαγανδιστικών δηλώσεων, να μη διαθέτει ένα συμπαγές δόγμα. Μάλιστα, πολλοί σημείωναν σχετικά ότι στο ναζιστικό κόμμα υπήρχαν τόσες ιδεολογίες όσες και αρχηγοί, και πως οι πιο επιρρεπείς στην ιδεολογία ήταν υποβαθμισμένοι σε σχέση με τους πιο κυνικούς.

Φαίνεται πράγματι να υπάρχει εδώ ένα κομβικό σημείο του ναζισμού. Ας θυμηθούμε ότι, όπως έχω ήδη πει, ο Ελλύλ εντόπιζε ως κοινό σημείο του ναζισμού με το φιλελευθερισμό ακριβώς το διαχωρισμό του γεγονότος από την ιδέα, την απόδοση προτεραιότητας στη μέθοδο έναντι του ιδεώδους και την απόρριψη μιας συστηματικής θεωρίας, ενός συνεκτικού δόγματος —πρωταξίες όλα αυτά της τεχνικής εποχής. Γι’ αυτό το λόγο, πρότεινε ότι μόνο «μέχρις ενός σημείου έχει νόημα να δει κανείς το φασισμό μέσα από την ιδεολογία του», εξηγώντας ότι «το φασιστικό δόγμα είναι ένα εξωτερικό στοιχείο του φασισμού, που προστίθεται σε αυτόν εκ των υστέρων και λουστράρει την πρόσοψή του, χωρίς να είναι αναγκαίο για την ύπαρξή του» (1937, σ. 764).

Έχει ενδιαφέρον ως προς αυτό, ότι ο Ελλύλ διέκρινε πως «η εδραίωση του φασισμού ακολουθεί τα εξής στάδια: δημιουργία μιας φασίζουσας νοοτροπίας — λήψη φασιστικού τύπου μέτρων — Φασισμός — δημιουργία ενός δόγματος» (1937, σ. 764), και τόνιζε ότι «ο φασίστας ηγέτης δεν είναι παρά ο άνθρωπος που καταπιάνεται με το να ενσαρκώσει όλους τους κοινούς τόπους, τους οποίους τα πλήθη έχουν ήδη αποδεχτεί, και γεννιέται αφότου ο φασισμός έχει καταστεί αναγκαίος» και (1937, σ. 765).

Ο Ντυμόν συμφωνεί βέβαια με τον Ελλύλ σε αυτό, λέγοντας ότι «η δημοτικότητα του Φύρερ θα ήταν ακατανόητη, αν δεν ήταν κατά κάποιο τρόπο και σε κάποιο πεδίο αντιπροσωπευτικός τύπος του σύγχρονου Γερμανού και, πλατύτερα, του σύγχρονου ανθρώπου» (1988, σ. 168) —με άλλα λόγια, ότι ο Φύρερ δεν δημιουργεί αλλά έρχεται απλώς να συνοψίσει και να εδραιώσει τον εκφασισμό, που ενυπάρχει σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή κρίσης των νεωτερικών κοινωνιών. Παρ’ όλα αυτά, θεωρεί πως η ιδεολογία όχι μόνο είναι υπαρκτή στο ναζισμό, αλλά και ότι μπορούμε να τον καταλάβουμε καλύτερα εάν την ερευνήσουμε.

Πράγματι, μελετώντας το πασίγνωστο βιβλίο του Χίτλερ, Mein Kampf (1924-1926), ο Ντυμόν εντοπίζει και καταγράφει δυο πράγματα:

α) αφ’ ενός, ένα πλήθος διαφορετικών χαρακτηριστικών, ατομικιστικής από τη μια και ολιστικής από την άλλη έμπνευσης, που το διαποτίζουν και συνδυάζονται εντός του σε ένα υβριδικό σύνολο· και

β) αφ’ ετέρου, ένα μικρό αριθμό αλληλένδετων εννοιών, γύρω από τις οποίες υφαίνεται «μια λίγο-πολύ ομόφωνη πίστη, η οποία προσανατολίζει τη δράση», δηλαδή σαφώς μια ιδεολογία —έννοιες όπως λ.χ. τα πρωτεία της δράσης, η έννοια του μοναδικού και υπέρτατου «αρχηγού-οδηγητή» (Führer) και η προσήλωση στο πρόσωπό του, η οποία αποτελεί την έσχατη αναφορά και αντικαθιστά αυτό που αλλού είναι η «αλήθεια», ή ο «λόγος» (βλ. Άρεντ, Οι καταβολές του Ολοκληρωτισμού, 1958). Άλλωστε, παρατηρεί, το ίδιο το Mein Kampf μάς δίνει μια σαφή ένδειξη για τη θέση της ιδεολογίας μέσα στο ναζιστικό κίνημα καθώς ο Χίτλερ εξηγεί εκεί, ότι «η βία δεν μπορεί από μόνη της να καταστρέψει μια κοσμοθεωρία και ότι για να καταστραφεί μια κοσμοθεωρία πρέπει να της αντιταχθεί μια άλλη κοσμοθεωρία».

Φυσικά, σε ό,τι αφορά τη ναζιστική κοσμοθεωρία, είναι σαφές ότι στη συσχέτιση που κάνει μεταξύ της ισχύος και της ιδεολογικής δικαίωσής της, ο Χίτλερ δίνει προτεραιότητα στην ισχύ έναντι της ιδέας, αλλά βέβαια πρόκειται για μια προτεραιότητα ιδεολογική, την οποία έρχεται να συνδράμει και να εδραιώσει ο ρατσισμός γενικά και ο αντισημιτισμός ειδικότερα. Στο σημείο αυτό ερχόμαστε σε άμεση επαφή με το ζήτημά μας.

Φυλετικός αντισημιτισμός

Γιατί ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός; Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο ο Ντυμόν αναδεικνύει και υπογραμμίζει το δομικό τους ρόλο στο ναζιστικό υβρίδιο.

Καταρχάς, σύμφωνα με τον ίδιο τον Χίτλερ, ο ναζισμός έπρεπε να είναι πρωτίστως μια απάντηση στο μαρξισμό, ο οποίος στα χρόνια του επηρέαζε τεράστιες λαϊκές μάζες· όχι όμως μια απάντηση κατά μέτωπο, όσο μια πλάγια απάντηση μέσω της παράκαμψης των θέσεων του μαρξισμού. Εδώ ακριβώς, η ναζιστική έννοια της φυλής κλήθηκε να παίξει ένα ρόλο «ομόλογο με αυτόν που έχει η έννοια της κοινωνικής τάξης στο μαρξισμό, με τη φιλοδοξία να αντικαταστήσει την ταξική πάλη με τη φυλετική» (1988, σ. 158).

Στη σημείο αυτό, από την εμμονή του Χίτλερ με τη φυλή δεν μπορεί να μας διαφεύγει η προσπάθειά του να εγκολπωθεί πλαγίως και δυο άλλες έννοιες ολιστικής υφής: τις έννοιες «λαός» και «έθνος», απομειώνοντάς τις δια της αναγωγής τους σε αυτή της φυλής. Δεν εξυπηρετούσαν την κοσμοθεωρία του έτσι όπως είχαν, διότι αυτές οι έννοιες αντιλαμβάνονται τη συλλογική κοινωνική οντότητα με όρους που υπερβαίνουν το φυσικοβιολογικό, μοιάζουν υπερβολικά «τεχνητές» και τους λείπει η αναγκαία για τον Χίτλερ πάκτωση στο «αίμα».

Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι με στενοχώρια διαπιστώνει ο Χίτλερ πως ο γερμανικός λαός (Volk) αποτελείται από τέσσερα φυλετικά στοιχεία και ότι, «δυστυχώς, το γερμανικό έθνος (Volksturm) μας δεν εδράζεται πάνω σε ενιαίο φυλετικό πυρήνα». Γι’ αυτό το λόγο, καθώς του ήταν πολύ δύσκολο να εξομοιώσει άμεσα τον Volk και το Volksturm με τη φυλή, προτίμησε μια διαφορετική έννοια, την völkisch, η οποία είχε αρχίσει να διαδίδεται ως το γερμανικό ισοδύναμο του «National», επιτρέποντας να λέγεται το «εθνικό» στα γερμανικά και όχι πλέον μέσω μιας λέξης ρωμανικής προέλευσης, και την οποία είχαν ενστερνιστεί ο παγγερμανιστές από τα τέλη του 19ου αιώνα δίνοντάς της οξεία ρατσιστική και αντισημιτική χροιά. Αυτό «το παράγωγο επιτρέπει στον Χίτλερ, ύστερα από την απόρριψη όλων των πολιτιστικών, θρησκευτικών ή πνευματικών ‘‘ονειροπολημάτων’’, να διενεργήσει τη μετάβαση στη φυλή» (1988, σ. 189)

Όμως ακόμα πιο χαρακτηριστική της εμμονής του Χίτλερ με την έννοια της φυλής και της ανάγκης του ναζισμού για φυλετική εδραίωση της κοσμοθεωρίας του, είναι το γεγονός ότι ο ναζιστικός αντισημιτισμός, παρ’ όλο που συνδυάζει προπαγανδιστικά όλες τις προϋπάρχουσες μορφές αντισημιτισμού, δεν είναι πλέον ένας θρησκευτικός αλλά ένας καθαρά φυλετικός αντισημιτισμός. «Μάλιστα», σημειώνει ο Ντυμόν, «η μετάβαση από ένα θρησκευτικό σε ένα φυλετικό αντισημιτισμό είναι ένα σημείο στο οποίο ο Χίτλερ επιμένει ιδιαίτερα» . Για ποιο λόγο;

Ο λόγος είναι ότι υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα με την έννοια της φυλής. Είναι αρκετά αδύναμη για να παίξει το ρόλο του υποκατάστατου της μαρξιστικής έννοιας της κοινωνικής τάξης, διότι η φυλή «απλώς παρατάσσει σε μια γραμμή ένα πλήθος ατόμων που σαν τέτοια δεν έχουν καν στην καθημερινή ζωή την αλληλεγγύη, που μπορούν να παρουσιάσουν τα μέλη της ίδιας κοινωνικής τάξης, π.χ. οι εργάτες ως εργάτες στους διεκδικητικούς αγώνες τους» (1988, σ. 190). Έτσι, όπως μπορεί να δει κανείς καθαρά σε ένα κεφάλαιο του Mein Kampf με τίτλο «Λαός και Φυλή», ρόλος του φυλετικού αντισημιτισμού είναι να θεμελιώσει και ενισχύσει την φυλή ως αξία στο επίπεδο των λαϊκών παραστάσεων. Με ποιο τρόπο; Με την υπόδειξη ενός φυλετικού αποδιοπομπαίου τράγου, για να θυμηθούμε εδώ τον Ρενέ Ζιράρ. Μέσα από την αποπομπή των Εβραίων ως φυλετική προσωποποίηση του κακού, η οποία, κατά τον Χίτλερ, από τον καιρό του Μωυσή παρεμβαίνει διαρκώς για «να εκτρέψει τα πράγματα από το φυσικό τους δρόμο», μπορεί ο χιτλερικός φυλετισμός να εμφανιστεί σαν ένα θετικό δόγμα, σαν μια θετική αξία: «Αρκεί να παρέμβουμε καθαρτικά εμείς, η Άρεια φυλή, για να ξαναπάρει η Ιστορία το φυσικό της δρόμο».

Όμως, όπως παρατηρεί ο Ντυμόν, το κεφάλαιο αυτό του Mein Kampf μάς δείχνει κάτι ακόμα, πολύ ουσιαστικό. Στην εμμονή του να εξοβελίσει την εβραϊκή φυλή, ο Χίτλερ μέμφεται σταθερά και μετά βδελυγμίας τους Εβραίους ότι, κατ’ αυτόν, διέπονται «από το ένστικτο της ατομικής αυτοσυντήρησης, από τον εγωισμό του ατόμου»: «Συσπειρώνονται», λέει, «σαν ζώα την ώρα του κινδύνου κι έπειτα, όταν περάσει ο κίνδυνος, σκορπίζουν». Αυτή η μομφή δίνει την εντύπωση ότι έχουμε στον Χίτλερ ένα βαθύτατο «αντι-ατομικισμό»—άρα ένα δομικό «αντινεωτερισμό» της ναζιστικής ιδεολογίας. Όμως ο Ντυμόν μάς συμβουλεύει να είμαστε προσεκτικοί, διότι η εντύπωση αυτή είναι τελείως λαθεμένη. Στην πραγματικότητα, «ο Χίτλερ πρόβαλε πάνω στους Εβραίους την ατομικιστική ροπή, που αισθανόταν ο ίδιος να απειλεί εντός του την ‘‘άρεια’’ αφοσίωσή του στην κοινότητα» (1988, σ. 180),

Σε τι πίστευε βαθιά κι ακράδαντα ο Χίτλερ;

Σε αυτό το σημείο, φτάνουμε στην ουσιώδη ανθρωπολογική επισήμανση του Ντυμόν αναφορικά με το ναζισμό: αυτό που έκανε τον Χίτλερ να θέσει ως ύψιστη έννοια για το μεν κοινωνικό την ιδέα της φυλής και για την ιστορία την ιδέα της φυλετικής πάλης, είναι ο βαθύτατος ατομικισμός του. Ας το δούμε από πιο κοντά.

Πολλοί βλέπουν στην ιδεολογία του Χίτλερ μια «επιστροφή» στα προνεωτερικά αριστοκρατικά ιδεώδη επειδή το Mein Kampf περιέχει πολλές αναφορές στην «αριστοκρατική αρχή της Φύσης». Όμως αν προσέξουμε καλύτερα, μάς λέει ο Ντυμόν, θα δούμε ότι αυτό που εννοεί ο Χίτλερ ως «αριστοκρατική αρχή της Φύσης» ουσιαστικά δεν είναι παρά η «έκφραση του κοινωνικού δαρβινισμού του: ο ισχυρός θριαμβεύει πάνω στον αδύναμο, λέει ο Χίτλερ, κι εδώ βρίσκεται το μέτρο των αξιών. Έχουμε δηλαδή την αναγωγή του συσχετισμού δυνάμεων σε ηθική αρχή, την ανύψωση της ισχύος σε αξία —μια σαφή αντιστροφή της ‘‘αριστοκρατικής αρχής’’» (1988, σ. 181). Και πραγματικά, αν αναρωτηθούμε ποιοι ήταν οι στόχοι που υπηρετούσε ο ναζισμός, η απάντηση του Χίτλερ είναι σαφέστατη: «Είναι η ίδια η εξουσία, η κυριαρχία που παράγει ή εκδηλώνει την υπεροχή».

Πιο χαρακτηριστικά ακόμα, ο Χίτλερ, επισημαίνει ο Ντυμόν, δυσπιστούσε πλήρως προς όλα τα ιδεώδη και τις ιδεολογίες. Σαν τυπικότατος μοντέρνος άνθρωπος, σκεπτικιστής και συνάμα κυνικός, όλα αυτά τα θεωρούσε απλώς σαν αγωγούς κρυφών συμφερόντων και δήλωνε καθαρά ότι μια θεωρία είναι αναγκαία πάνω απ’ όλα για να υποτάξει τη μάζα στην ισχύ. Ουσιαστικά, δεν πίστευε σε καμιά αξία. Υπήρχε όμως κάτι στο οποίο πίστευε ακράδαντα, «και αυτό ήταν η πάλη όλων εναντίον όλων. Η πάλη για την επιβίωση, η πάλη για το συμφέρον, η πάλη για την ισχύ, την εξουσία ή την κυριαρχία, αυτό ήταν για τον Χίτλερ η έσχατη αλήθεια της ανθρωπότητας. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα του Mein Kampf» (1988, σ. 182). Ορίστε μια πλήρης διατύπωσή της, από το λόγο που εκφώνησε στις 5 Φεβρουαρίου 1928 στο Κούλμπαχ:

«Η ιδέα της πάλης είναι τόσο παλιά όσο κι η ίδια η ζωή, διότι η ζωή διαιωνίζεται χάρη στο ότι πεθαίνουν στην πάλη άλλα έμβια όντα. (…) Σε αυτή την πάλη οι πιο ισχυροί και οι πιο επιδέξιοι επικρατούν πάνω στους πιο αδύναμους και τους λιγότερο επιδέξιους. Η πάλη είναι η μητέρα των πάντων. Ο άνθρωπος ζει και διατηρείται πάνω από τον κόσμο των ζώων, όχι χάρη στις ηθικές αρχές της ανθρωπότητας, αλλά αποκλειστικά και μόνο μέσω της στυγνής πάλης» (1988, σ. 183)

Μια τέτοια πνευματική κατάσταση καχυποψίας, κυνισμού και απόρριψης απέναντι στις αξίες, και μια τέτοια τελική πίστη στην ωμή πάλη για την αυτοσυντήρηση ως η «σε τελική ανάλυση» αλήθεια του ανθρώπινου όντος, «είναι δυο πράγματα ασφαλώς πολύ διαδεδομένα σήμερα στο πεδίο του κοινού νου, τόσο στη Γερμανία όσο κι έξω από τη Γερμανία» (1988, σ. 183), υπογραμμίζει ο Ντυμόν. Και εδώ βρίσκεται το κύριο γεγονός, μέσω του οποίου ο Χίτλερ αντιπροσώπευσε τον καιρό του αναπαράγοντας τις βασικές παραστάσεις ενός πλήθους ανθρώπων ποικίλης κοινωνικής προέλευσης, με μια μορφή που ασφαλώς την είχε εντείνει στο έπακρο η εμμονή του αφού πραγματικά «δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ωθήσει ως την έσχατη προέκτασή τους παραστάσεις κοινότατες στην εποχή μας: την ‘‘πάλη όλων εναντίον όλων’’, την κοινοτοπία αυτής της χοντροκοπιάς, ή το πιο εκλεπτυσμένο ισοδύναμό της, τη μειωτική περιστολή του πολιτικού στοιχείου στην έννοια της ισχύος» (1988, σ. 191).

Φυλετισμός και Ατομικισμός

Από αυτή τη χιτλερική εξύψωση της «ωμής» μέχρι θανάτου πάλης για την αυτοσυντήρηση σε εξηγητική αρχή της ανθρώπινης ιστορίας και σε υπέρτατη αρχή της δράσης έπονται πράγματι γνωστά συστατικά της ναζιστικής ιδεολογίας, όπως ο εγκωμιασμός της θέλησης, για χάρη της οποίας η ειρήνη δεν τίποτε περισσότερο από μια συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα, και η νομιμότητα ένα απλό προσχηματικό μέσον. Όμως ακριβώς σε αυτή τη βαθύτατη πίστη του Χίτλερ βλέπουμε το νεωτερικό Ατομικισμό παρόντα μέσα στις πιο θεμελιώδεις παραστάσεις της ναζιστικής ιδεολογίας. Διότι, διευκρινίζει ο Ντυμόν, «ο υπερτονισμός της πάλης για τη ζωή (και για την κυριαρχία) μεταφράζει ακριβώς την ατομικιστική καταξίωση και την ατομικιστική άρνηση των συλλογικών πίστεων» (1988, σ. 187). Κι αυτή η βαθύτερη πίστη του Χίτλερ, ότι «τα πραγματικά υποκείμενα (ή τελοσπάντων τα κυριότερα) είναι τα βιολογικά άτομα που παλεύουν για τη ζωή» και τα οποία υποτίθεται ότι προηγούνται των σχέσεων τις οποίες συνάπτουν, δηλαδή της κοινωνίας ως σύνολο, είναι ακριβώς η βαθιά πίστη του νεωτερικού κόσμου μας στο σύνολό του. Ποιος δεν θυμάται το υπέρτατο πιστεύω μιας Μάργκαρετ Θάτσερ, για την οποία «Η κοινωνία είναι κάτι το ανύπαρκτο· αυτό που υπάρχει είναι άτομα, άντρες και γυναίκες, και  οικογένειες» (Women’s Own Magazine, 1987);

Εδώ βρίσκεται λοιπόν η απάντηση στο κρισιμότερο για την κατανόηση του ναζιστοφασισμού ερώτημα, το για ποιο λόγο ναζισμός έθεσε και θέτει (έστω και σιωπηρά σήμερα) τη φυλή ως αξία. Πράγματι, αυτό που «εξανάγκασε τον Χίτλερ να δει στη φυλή τη μόνη κατάλληλη θεμελίωση της συνολικής κοινότητας και εν γένει τη μόνη κινητήρια αιτία της ιστορίας, είναι η διαδεδομένη παράσταση του νεωτερικού ατομικιστικού νου, η ιδέα της ‘‘πάλης όλων εναντίον όλων’’» (1988, σ. 190). Διότι «το μόνο κατάλοιπο που θα μπορούσε ο άγριος ατομικισμός του να ανεχτεί στο πεδίο της κοινότητας, δεν ήταν άλλο από τη φυλή: οι άνθρωποι, πίστευε, σκέφτονται τα ίδια και ιδεωδώς τουλάχιστον ζουν μαζί, επειδή είναι ταυτόσημοι από φυσική, βιολογική και υλική άποψη» (1988, σ. 189) —γι’ αυτό το λόγο άλλωστε, διακηρύσσει στο Mein Kampf ότι «σκοπός του κράτους είναι η διατήρηση και η ανάπτυξη μιας κοινότητας ζωντανών όντων, που να είναι από φυσική και ηθική άποψη gleichartig», δηλαδή όμοιοι, από το ίδιο «είδος».

Σαν συμπέρασμα

Χάρη στην προσέγγιση του Λουί Ντυμόν μπορούμε λοιπόν να κατανοήσουμε τον ανθρωπολογικής υφής —και βαθύτερο και πιο αληθινό από λόγους όπως ο πολιτικός οπορτουνισμός, ή η παροχή εκδουλεύσεων— λόγο, για τον οποίο ο ναζισμός αποτελεί τυπικό φαινόμενο της νεωτερικότητας και δεν είναι κατά κανένα τρόπο ούτε «αντινεωτερικός», ούτε «αντισυστημικός».

Από εδώ μπορούμε να σκεφτούμε δυο επιπλέον πράγματα. Πρώτον, ότι η αποπομπή της συλλογικής («ολιστικής» στο λεξιλόγιο του Ντυμόν) διάστασης του ανθρώπινου όντος είναι τόσο μεγαλύτερη όσο μεγαλύτερη είναι η θριαμβολογική έπαρση του ατομικισμού του —αλλά και τόσο πιο επικίνδυνη, διότι η αποπομπή δεν σημαίνει επίλυση του προβλήματος, αλλά συσκότισή του και μέσα από το σκοτάδι ξεπροβάλλει ο αποπεμπόμενος συνήθως με την πιο αποτρόπαια μορφή.

Δεύτερον, ότι μια πραγματικά αντισυστημική σύλληψη του προβλήματος σημαίνει μια πραγματικά αντισυστημική σύλληψη της συλλογικής θέσμισης και της παρουσίας του ατόμου εντός της, πράγμα που προϋποθέτει μια αντίληψη του «υποκειμένου», διαφορετική τόσο από την «ατομικιστική» όσο και από τη στενά «ολιστική». Η ιδέα του υποκειμένου τόσο ως «αυτοαναφορικό Άτομο», που καταλήγει από το όραμα του ατόμου-πολίτη στην πραγματικότητα του ατόμου-ιδιώτη, όσο και ως «Μέλος συλλογικότητας», που από το όραμα του οργανικού μέλος ενός ευρύτερου σώματος καταλήγει στην πραγματικότητα του δουλικού και πειθήνιου όργανου —αυτές οι δυο κυρίαρχες ιδέες, που παλεύει να συνδυάσει υβριδικά ο κόσμος μας—, βρίσκονται πλέον σε αδιέξοδο. Και σε αυτό το αδιέξοδο οφείλεται, πιστεύω, τόσο η κυριαρχία «στρουκτουραλιστικού» ή «μηδενιστικού» τύπου ιδεών πλήρους άρνησης της ίδιας της έννοιας του υποκειμένου κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, όσο και η κατά καιρούς αναβίωση του ναζιστικού υβρίδιου στο δυτικό κόσμο.

Γνώμη μου είναι τελικά, ότι μια καινούργια ιδέα για το ανθρώπινο υποκείμενο, για το ποιοι είμαστε σε τελική ανάλυση ως «ζώα πολιτικά», επιβάλλει να ξανασκεφτούμε την «τριλεκτική μέθοδο» και την έννοια του «προσώπου», στο βαθμό που αναδεικνύει το ατομικό υποκείμενο όχι «έξω», όχι «μετά», ούτε «πριν» από το συλλογικό, αλλά εντός της «ενδιάμεσης ή μεταβατικής περιοχής» όπου συντελείται η ύπαρξή μας.

Γιάννης HS Ιωαννίδης

Πηγή: http://dangerfew.blogspot.com/2018/12/blog-post_13.html

Μετάνθρωπος. Ζώντας σ᾿έναν ψηφιακό κόσμο

Ζώντας σ᾿έναν ψηφιακό κόσμο

Δ. ΓΕΡΟΥΚΑΛΗΣ
Σ. ΓΟΥΝΕΛΑΣ
ΑΘ. ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ
Δ. ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ
ΙΩ. ΠΛΕΞΙΔΑΣ

Επιτρέπεται να δημιουργήσουμε νέους «ισχυρότερους» και «ικανότερους» ανθρώπους; Ανθρώπους της διεπαφής (interface) με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή;  Επιτρέπεται να προχωρήσουμε στη διενέργεια εκτεταμένων βελτιωτικών παρεμβάσεων στον  άνθρωπο; Επιτρέπεται να παραμερίσουμε τούς ασθενείς, τούς αδυνάτους, τούς αναπήρους, τούς διανοητικά διαφορετικούς; Επιτρέπεται να συναινέσουμε σέ μία ηθική της σκοπιμότητας και της θεοποίησης της επιθυμίας; Είναι η λύση των προβλημάτων μας ο μετάνθρωπος; Είναι ο μετάνθρωπος το αναπόφευκτο μέλλον μας;

Πηγή: https://armosbooks.gr/shop/theologia/metanthropos/

Στατιστικά

  • 61.954 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Αύγουστος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

…που χει λεβέντες νέους, αναρχικούς κι ωραίους!!!

Πατήστε την εικόνα για περισσότερα...

Περισσότερα...

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…

Advertisements