//
archives

ΜΝΗΜΗ

This category contains 144 posts

Ο ΣΑΝ ΜΙΚΕΛΕ ΕΙΧΕ ΕΝΑΝ ΚΟΚΟΡΑ (1972) – Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι

πηγή κειμένου: http://www.cinephilia.gr/index.php/tainies/europa/4011-san-michele-aveva-un-gallo-paolo-vittorio-taviani

Στα τέλη του 19ου αιώνα, μια ομάδα αναρχικών εισβάλλει σ’ ένα χωριό του ιταλικού Νότου και προσπαθεί να πείσει τους χωρικούς να ενστερνιστούν τις αρχές της κολεκτιβοποίησης. Οι χωρικοί όχι μόνον μένουν απαθείς στο επαναστατικό κάλεσμα, αλλά καλούν και τις Αρχές, οι αναρχικοί συλλαμβάνονται και ο αρχηγός τους Τζούλιο Μανιέρι καταδικάζεται σε θάνατο. Τελικά η ποινή του μετατρέπεται την ύστατη στιγμή σε ισόβια και κλείνεται στη φυλακή σε απόλυτη απομόνωση και χωρίς δικαίωμα γραφής, ανάγνωσης ή οποιασδήποτε επικοινωνίας με τον έξω κόσμο.

Για να επιβιώσει χωρίς να τρελαθεί, υιοθετεί ένα τελετουργικό φανταστικών καθηκόντων και πνευματικών ασκήσεων, το οποίο εκτελεί απαρέγκλιτα με μια εξαιρετικά αυστηρή πειθαρχία που επιβάλλει στον εαυτό του. Όταν μετά από δέκα χρόνια εγκλεισμού μεταφέρεται σε μια άλλη φυλακή, στη διάρκεια της μετακίνησής του έχει την ευκαιρία να μιλήσει για πρώτη φορά με μια ομάδα νεότερων πολιτικών κρατουμένων. Με την επαφή του αυτή αντιλαμβάνεται, όχι μόνον το χιμαιρικό και ουτοπικό χαρακτήρα των ιδεών του, αλλά και πως αποτελεί πια ένα απολίθωμα του παρελθόντος, καθώς η κοινωνική πραγματικότητα, όπως και τα νέα δεδομένα του επαναστατικού κινήματος, τον έχουν ξεπεράσει.

Οι αδελφοί Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι/ Paolo & Vittorio Taviani στην πέμπτη τους ταινία, βασισμένη στη νουβέλα του Λέοντος Τολστόι «Το θείο και το ανθρώπινο», δημιουργούν ένα έξοχο πολιτικό σχόλιο πάνω στα θέματα του εγκλεισμού, της εσωτερικής αντίστασης και της επαναστατικής ουτοπίας. Η ταινία είναι ένας στοχασμός γύρω από τη σχέση σύγκρουσης ανάμεσα τις απαιτήσεις της πολιτικής στράτευσης και τις υπαρξιακές αγωνίες, ανάμεσα στον ουτοπικό και στον «επιστημονικό» σοσιαλισμό και εντέλει μεταξύ δύο διαφορετικών τρόπων ερμηνείας και κατανόησης της επαναστατικής διαδικασίας.

Πέρα από το ουσιαστικό της πολιτικό υπόβαθρο, η ταινία Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα μιλά για την ανθρώπινη θυσία στο βωμό της μοναξιάς και στο όνομα μιας υψηλής ιδέας και είναι απόλυτα επίκαιρη γιατί το βασικό της θέμα αφορά σε αυτό που σήμερα έχει παντελώς εξαφανιστεί: την πολιτική και κοινωνική στράτευση με όρους ανιδιοτέλειας και ηθικής εντιμότητας. Στην ταινία ξεδιπλώνεται, σε τρεις πράξεις, ένας θαρραλέος απολογισμός μιας ζωής που αφήνεται να πνιγεί στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας, όταν η Ιστορία αλλάζει πορεία «χωρίς να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία». Πρόκειται για μια από τις πιο αρμονικές, ισορροπημένες, εσωτερικές και τολμηρές αφηγηματικά και υφολογικά ταινίες, όχι μόνον του έργου των αδελφών από την Τοσκάνη, αλλά και του ιταλικού σινεμά της δεκαετίας του ‘70.

Το Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα, γυρισμένο το 1972, βγήκε στις αίθουσες μονάχα τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν το Αλοζανφάν καθιέρωσε διεθνώς τους Ταβιάνι. Ο ηθοποιός Τζούλιο Μπρότζι είναι εκπληκτικός, παίζοντας με μοναδικό συνομιλητή τον εαυτό του, σ’ ένα ρόλο ηθικά και σωματικά δύσκολο και επίπονο.

Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα / St. Michael Had a Rooster / San Michele aveva un gallo (Ιταλία, 1972).
Σκηνοθεσία: Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι / Paolo & Vittorio Taviani. Με τους: Giulio Brogi, Daniele Dublino, Renato Cestiè. Έγχρωμη, 90΄.

Advertisements

Ο ΚΑΛΟΣ ΜΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ…Θανάσης Βέγγος!

του Νίκου Παστελάκου

Σε μια από τις πολύ σπάνιες συνεντεύξεις του, στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», ο Θανάσης Βέγγος διηγήθηκε το εξής περιστατικό: «Κάποιο βράδυ με πλησιάζει έξω από το σινεμά ένας γέρος. “Καλέ μου άνθρωπε”, μου λέει, “είμαι συνταξιούχος και βλέπω με τη γυναίκα μου τις ταινίες σου. Σ’ ευχαριστώ. Μόλις βγαίνω από το σινεμά έχω ξαλαφρώσει για τρεις μέρες». Αυτό το “καλέ μου άνθρωπε” έγινε το σήμα κατατεθέν του Θανάση Βέγγου.

Σαν ένας απλός θεατής ένιωθα ότι τον κάθε ρόλο τον διαμόρφωνε έξω από σενάρια ή σκηνοθετικές οδηγίες με ένα αλάθητο ένστικτο που είχε κι έτσι έκανε τον ήρωα που ενσάρκωνε, συνήθως τον φιλότιμο άνθρωπο που όλοι κυνηγούν, προσωπική του υπόθεση. Δεν υποδυόταν κάποιο χαρακτήρα. Ήταν ο ίδιος ο χαρακτήρας.
Όταν έγινε ο ίδιος παραγωγός των ταινιών του, δεν υπολόγιζε τα χρήματα. Είχε μια τελειομανία και ήταν ικανός να επαναλάβει την κάθε σκηνή πολλές φορές, μέχρι να έλθει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Και όλα αυτά κόστιζαν, με αποτέλεσμα τελικά ο ίδιος, παρότι οι ταινίες του έκαναν ρεκόρ εισιτηρίων, όχι μόνο να μην εισπράττει τίποτε αλλά να οφείλει κιόλας.

Την τελειομανία του αυτή την διαπίστωσα κι εγώ ο ίδιος δυο φορές που έτυχε να βρίσκομαι σε γύρισμα σκηνών ταινιών του. Η πρώτη φορά ήταν το 1968, όταν καθισμένος σε ένα παγκάκι στην πλατεία Αγίου Παύλου, έβλεπα ξανά και ξανά μια σκηνή από ένα γύρισμα της ταινίας της Φίνος Φιλμ «Ποιος Θανάσης». Σύμφωνα με το σενάριο, ο Βέγγος τρέχοντας στο πεζοδρόμιο της οδού Κρήτης, μπροστά από την πολυκατοικία με τον αριθμό 24, έπρεπε να συγκρουστεί με ένα σερβιτόρο που έβγαινε από το ουζερί «Η Φιλόξενη Εύβοια» και να του ρίξει τον δίσκο που εκείνος κρατούσε.

Ούτε θυμάμαι πόσες φορές γυρίστηκε αυτή η τόσο απλή σκηνή μέχρι να ικανοποιηθεί ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης. Η δεύτερη φορά ήταν το 1981, όταν ο Βέγγος σκαρφαλωμένος σε ένα στύλο φωτισμού στη γωνία των οδών Χίου και Αγίου Παύλου από τη μεριά της πλατείας, επί δίωρο(!) τουλάχιστον κρατιόταν μόνο από τα διακοσμητικά μεταλλικά κάγκελα που υπήρχαν στην κορυφή του στύλου. Και όλα αυτά για να γυρίσει μια δίλεπτη, το πολύ, σκηνή της ταινίας «Το μεγάλο κανόνι» όπου με μια σφεντόνα υποτίθεται ότι χτυπάει τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής.

Εκεί όμως που με συγκίνησε με το μεγαλείο της ψυχής του αλλά και την επαγγελματική ευσυνειδησία του, ήταν τον Γενάρη του 1979, στο θέατρο ΒΡΕΤΑΝΙΑ στην οδό Πανεπιστημίου, όπου έπαιζε στο θεατρικό έργο με τίτλο «Τι έκανες στον Τρωικό πόλεμο Θανάση», διασκευή της αντιπολεμικής σάτιρας «Τρωικός Πόλεμος» των Αλέκου Σακελλάριου-Χρήστου Γιαννακόπουλου. Ήταν μια πολύ κρύα νύχτα, εργάσιμη ημέρα και στο θέατρο πήγα με τον Σπύρο, φίλο και συμμαθητή μου. Πριν αρχίσει η παράσταση όταν βρισκόμασταν στο φουαγιέ του θεάτρου, μπήκε φουριόζος ο Θανάσης Βέγγος, μας καλησπέρισε και είπε στον μπουφετζή «κάνει πολύ κρύο απόψε, κέρασε από μένα τα παιδιά ένα τσαγάκι» και έφυγε προς τα παρασκήνια να ετοιμαστεί. Όταν χτύπησε και το τρίτο κουδούνι, στην πλατεία του θεάτρου ήταν, μαζί με εμάς τους δύο, συνολικά έξι (6) θεατές!

Σκέφτηκα ότι μπορεί να μην πραγματοποιηθεί η παράσταση. Κι όμως, ο Θανάσης Βέγγος, αλλά και οι συνεργάτες του, έπαιξαν εκείνο το βράδυ λες και είχαν μπροστά τους εκατοντάδες θεατές, αποδίδοντας το μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Και μόνο γι’ αυτή τη βραδιά, που δεν θα ξεχάσω ποτέ, σε ευχαριστώ από καρδιάς Θανάση Βέγγο, καλέ μας άνθρωπε…..

Μπερδεμένες σκέψεις και μνήμες από αγαπημένους ανθρώπους που έχουν φύγει. (ειδικά της οδού Αγαθουπόλεως).

του Νίκου Παστελάκου

(Γράφτηκε πολλά χρόνια πριν)

Γλυκιά βραδιά του Φλεβάρη και είπε να περπατήσει προς την παλιά του γειτονιά. Τη γειτονιά που πέρασε τα παιδικά του χρόνια, στα Θυμαράκια, στην οδό Ρόδου. Ήταν χωρισμένος πρόσφατα, χωρίς παιδί και έμενε, μετά το θάνατο του πατέρα του, με τη μητέρα του σε ένα τριάρι με θέα το Πεδίο του Άρεως. Έκλεισε ήσυχα την πόρτα πίσω του και άφησε τη μητέρα του να δει το «Φως του Αυγερινού», το σήριαλ που παρακολουθούσε ανελλιπώς. Πάντα όταν είχε κακή διάθεση ή ήταν πιεσμένος, κυρίως από εκείνο τον φασίστα προϊστάμενο στην Τράπεζα, έβγαινε για περπάτημα μέχρι την παλιά του γειτονιά. Βαδίζοντας απόψε σκεφτόταν ότι θα έλθουν επιτέλους οι εκλογές το φθινόπωρο και θα ξεβρομίσει ο τόπος από δαύτους. Θα έλθει η αλλαγή που χρειάζεται ο τόπος. Με αυτές τις σκέψεις περπατούσε κάνοντας ζιγκ ζαγκ μέσα από στενάκια κυρίως.

Τα αυτοκίνητα λιγοστά στους δρόμους και οι διαβάτες ελάχιστοι. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν περασμένες 10.30 όταν μπήκε στην οδό Παμίσου με κατεύθυνση προς Αγαθουπόλεως. Αυτόν το δρόμο με τα νεοκλασικά και μεσοπολεμικά διώροφα που στέκονταν αγέρωχα στο πέρασμα του χρόνου, σε πείσμα της αντιπαροχής, του άρεσε πολύ να τον περπατάει. Ήταν έρημος και μόλις προχώρησε στο δεξί πεζοδρόμιο γύρω στα δέκα μέτρα από τη γωνία με την οδό Αγίου Μελετίου, η λάμπα του δήμου στο κέντρο της οδού έσβησε απότομα κι ο δρόμος τυλίχτηκε στο σκοτάδι. Κοντοστάθηκε, μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια του, όταν από το βάθος του δρόμου ακούστηκαν ποδοβολητά ανακατεμένα με φωνές ανθρώπων. Την ίδια στιγμή είδε μια ανθρώπινη μορφή να τρέχει προς το μέρος του με μεγάλη ταχύτητα, να τον προσπερνά και να χάνεται πίσω του. Ενστικτωδώς έκανε κι αυτός πίσω κι απομακρύνθηκε προς την οδό Αγίου Μελετίου με γοργό βήμα. Μόλις έφτασε στη γωνία ακούστηκε ένα μεγάλο βουητό, οι πολυκατοικίες της οδού άρχισαν να χορεύουν αγκαλιασμένες, η γη κάτω από τα πόδια του έτρεμε. Μεγάλος σεισμός, σκέφτηκε ταραγμένος και τότε ένα από τα παλιά σπίτια της οδού Παμίσου, πίσω του, κατέρρευσε σε συντρίμμια στο δρόμο. Ήταν το σπίτι που πριν από ελάχιστα λεπτά εκείνος στεκόταν μπροστά του.

Εκεί που πέρασε τρέχοντας, σαν κυνηγημένος, εκείνος ο αλλόκοτος άνθρωπος. Ο νυχτερινός ουρανός είχε γίνει κατακόκκινος και η ατμόσφαιρα είχε γεμίσει σκόνη. Σε λίγο άνθρωποι έβγαιναν έντρομοι από τις πολυκατοικίες ντυμένοι όπως -όπως, αυτοκίνητα κόρναραν, σειρήνες ασθενοφόρων και πυροσβεστικών οχημάτων ούρλιαζαν δαιμονιωδώς. Με ταχύ βήμα κατευθύνθηκε προς το σπίτι του, ανησυχώντας για την κατάσταση της υγείας της μητέρας του που υπέφερε από την καρδιά της. Ευτυχώς την βρήκε καλά. Καθόταν μαζί με άλλες γειτόνισσες σε ένα παγκάκι στην είσοδο του Πεδίου του Άρεως. Ανακουφίστηκε.

Αρκετές μέρες μετά και αφού είχε περάσει το σοκ του σεισμού, διηγήθηκε στη μητέρα του για την ανθρώπινη σκιά που είχε δει να τρέχει περνώντας μπροστά του και η οποία τον έκανε να αλλάξει κατεύθυνση, λίγο πριν το σεισμό, στην οδό Παμίσου. Τότε είδε τη μητέρα του, πρώτα να μένει αποσβολωμένη και ύστερα να ξεσπά σε γοερό κλάμα, αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά. Αμήχανος και ξαφνιασμένος αυτός δεν έλεγε τίποτε μέχρι εκείνη να συνέλθει. Όταν ηρέμησε του διηγήθηκε, ότι στην οδό Παμίσου, στην Κατοχή, οι Γερμανοί είχαν εγκαταστήσει την Ειδική Ασφάλεια των Ες-Ες και αλίμονο στον δύστυχο που θα συνελάμβαναν. Μετά τα φριχτά βασανιστήρια τον πήγαιναν για εκτέλεση. Είχαν συλλάβει και τον μακαρίτη τον πατέρα του. Θα είχε την ίδια τύχη κι αυτός, αν δεν τα έπαιζε όλα για όλα και την ώρα που τους φόρτωναν στα καμιόνια, αυτός ξέφυγε από την προσοχή τους και τρέχοντας προς την Αγίου Μελετίου μπόρεσε να σωθεί…..

Η σκιά που τον έσωσε, σκέφτηκε ταραγμένος….. Και κατάλαβε…… Έμειναν εκεί αγκαλιασμένοι και συγκινημένοι για πολλή ώρα κρατώντας σφιχτά ο ένας το χέρι του άλλου. Όπως θα ήθελε κι ο πατέρας……

Των Αφανών…! (video)

Με αφορμή τα 100 χρόνια από τον Οκτώβρη του ’17

αναδημοσίευση από: http://dlamda.blogspot.gr/2017/10/100-17.html
Κάποτε η αναφορά και μόνο της λέξης “Επανάσταση” προκαλούσε ρίγη έντονης συγκίνησης και προσδοκίας σε πολλούς ανθρώπους. Ήταν συνώνυμο μιας κρυφής ελπίδας ανατροπής, ριζικής μεταστροφής του κόσμου της αδικίας, το ξημέρωμα μιας διαφορετικής κοινωνίας. Γι’ αυτό άλλωστε σε κάποιους άλλους ,αντίθετα , προκαλούσε φόβο. Τον φόβο της διασάλευσης μιας παγιωμένης τάξης πραγμάτων.
Σήμερα η λέξη “Επανάσταση” χρησιμοποιείται, με άνεση, για να περιγράψει ευτελείς κοινοτοπίες, προχωρήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, εμπορεύματα που είναι εντελώς, υποτίθεται, διαφορετικά από τα προηγούμενα. Έχει, έτσι, κάπως χάσει την ουσιαστική της σημασία και δεν προκαλεί πλέον κανένα φόβο, γιατί σχεδόν κανείς δεν πιστεύει, ότι μπορεί να εμφανιστεί στην ιστορία , με την πλήρη σημασία της. Ο κόσμος στον οποίον ζούμε , είναι πλέον ο κόσμος που δεν θέλει ν’ αλλάξει, παρά μόνο την μόδα και το χτένισμα του. Οι βασιλιάδες αυτού του κόσμου, μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι , αισθανόμενοι δικαίως, ότι η ανάσα των υπηκόων τους, είναι μακριά από τα κάστρα τους. Τα επαναστατικά κινήματα κοιμήθηκαν, στα κρεβάτια μιας κοινωνίας, που προτιμά την κατανάλωση, την ησυχία , το χρήμα, που έχει κάνει ειρήνη με την καταπίεση.
Που είναι οι πύρινοι λόγοι των Διαφωτιστών ; Που είναι το βιομηχανικό προλεταριάτο του Μάρξ, η αιχμή του δόρατος της αλλαγής ; Που είναι οι ναρόντνικοι της προ-επαναστατικής Ρωσίας ; Που είναι όλα αυτά τα φλογερά παιδιά , που θυσίασαν ακόμα και την ίδια τους την ζωή ,μέσα στην ελπίδα ενός καλύτερου κόσμου ; Αμυδρές φιγούρες , χαμένες μέσα στο καμίνι της ιστορίας, καταγεγραμμένοι στο κεφάλαιο που έχει την επικεφαλίδα : ουτοπιστές, ιδεαλιστές, ανόητοι, εχθροί της κοινωνίας.
Η επανάσταση στη Ρωσία , ήταν μια πολύ μεγάλη βόμβα που έσκασε στα θεμέλια του τότε γνωστού κόσμου. Όλος ο πλανήτης έστρεψε το βλέμμα του με ελπίδα στην επαναστατημένη Ρωσία. Άνθρωποι από πολλά μέρη της γης με κίνδυνο της ζωής τους , πήγαιναν στη Ρωσία με σκοπό να συμβάλλουν σε αυτή την ανανέωση της προοπτικής για κάτι καλύτερο. Οι φτωχοί φάνηκε,μετά από πάρα πολλά χρόνια , ότι θα αποκτούσαν την δική τους φωνή , ότι θα μπορούσαν να φτιάξουν τον δικό τους κόσμο, που θα ήταν ένας καλύτερος κόσμος, πιο δίκαιος, πιο σωστός, πιο ελεύθερος. Η χαρά τους, βέβαια , δεν κράτησε για πολύ. Όσοι είδαν την επανάσταση να κυλά ,σιγά σιγά μέσα από τα χέρια τους, κράτησαν την πίκρα τους κρυφή, ελπίζοντας ότι αυτό που έβλεπαν θα ήταν παροδικό. Δεν ήταν όμως, δυστυχώς. Ήταν κάτι μόνιμο . Οι υπόλοιποι είτε αφομοιώθηκαν στην καινούργια τάξη πραγμάτων, είτε εξοντώθηκαν στις εκκαθαρίσεις του “πατερούλη” Στάλιν Η τάξη των μπολσεβίκων διοικητών, κάθισε στη καρέκλα της εξουσίας και γλυκάθηκε. Πολλά βιβλία έχουν γραφεί για αυτήν την περίοδο, που περιγράφουν την εκφύλιση της επανάστασης, ξεχωρίζει το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Αλεξάντερ Μπέρκμαν “ Ο ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ” σε μετάφραση Ι.ΙΩΑΝΝΙΔΗ από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ .
Η ουσιαστική επανάσταση στη Ρωσία μπορεί να κράτησε λίγο, αλλά τροφοδότησε για αρκετά χρόνια , το επαναστατικό κίνημα. Κυρίως με την αίσθηση ότι αυτός ο κόσμος του καπιταλισμού δεν είναι ανίκητος. Μπορεί να νικηθεί έστω και για λίγο. Ανανέωσε δηλαδή το στοίχημα της αλλαγής του κόσμου σε παγκόσμιο επίπεδο. Γύρω στο ‘50 , διαλύθηκαν και οι τελευταίες ψευδαισθήσεις, ότι η Ρωσία ήταν ένα επαναστατικό-εργατικό κράτος. Δεν ήταν παρά μια άλλη εκδοχή του ήδη υπάρχοντος συστήματος. Αυτό που ξεκίνησε σαν η επανάσταση του εικοστού αιώνα, είχε μετεξελιχτεί σε ένα γραφειοκρατικό καπιταλισμό. Μέχρι σήμερα οι οπαδοί των εκφυλισμένων Κ.Κ, που δεν φημίζονται για την εξυπνάδα τους , προσπαθούν να υποστηρίξουν το αντίθετο. Η αλήθεια όμως είναι ότι η επανάσταση στη Ρωσία, μόλις και μετά βίας είχε δύο χρόνια πραγματικής ζωής.
Όσο ηχηρή ήταν η έκρηξη της, άλλο τόσο ηχηρός ήταν ο αντίκτυπος από την ήττα της. Οι φόνοι , τα στρατόπεδα ,οι δίκες ,τα ψυχιατρεία, τα ψέμματα ,η εξαθλίωση του ρώσικου λαού, που αντάλλαξε ένα αισχρό καθεστώς, εν τέλει με ένα ακόμα πιο στυγερό, με τα χρόνια έδωσαν τους καρπούς τους. Σήμερα η ιδέα μιας επανάστασης περισσότερο φέρνει στο νου αυτά , παρά την ελευθερία και την προοπτική που μεταφέρει. Γιατί το μόνο το
αποτέλεσμα έχει αξία για τα κλειστά αυτιά των εφησυχασμένων. Αυτό θα διατυμπανίσουν, εκεί θα εστιάσουν την κριτική τους.
Είναι σίγουρο, ότι η επανάσταση στη Ρωσία ηττήθηκε, αλλά το όραμα ενός διαφορετικού κόσμου, δεν είναι επιτρεπτό να ηττηθεί. Αν σήμερα ζούμε τον παραγκωνισμό του, αν οι δυνάμεις του νεκρού κόσμου φαίνεται να απολαμβάνουν την νίκη τους, είναι γιατί φανταζόμαστε αυτόν τον κόσμο συμπαγή και αναλλοίωτο, ή μάλλον, γιατί καν δεν τον φανταζόμαστε, αλλά μας αρκεί να επιβιώνουμε με όποιον τρόπο μέσα του.
Η μέγγενη που κρατά αυτόν τον κόσμο αιχμάλωτο, όμως, δεν είναι τόσο ισχυρή , όσο φαίνεται. Κατορθώνει να φαίνεται συμπαγής ,γιατί τη μια της άκρη την βαστάμε εμείς, μέσα στην απελπισία μας, φοβούμενοι την αλλαγή.
Η ιστορία δεν θα πάψει ποτέ να γεννά και να καταγράφει επαναστάσεις, όσο υφίσταται η ανάγκη των ανθρώπων για έναν καλύτερο κόσμο. Μια ανάγκη που καλόν θα ήταν να μην την θεωρούμε δεδομένη, μιας και εκείνοι που έχουν να χάσουν από την ανάγκη μας, βασικό τους μέλημα έχουν, να φροντίσουν να την ξεχάσουμε ολοσχερώς .

Ο μετάνθρωπος ξαναχτυπά!

αναδημοσίευση από: https://katavasis.wordpress.com/2017/10/07/trashuman-comes-again/

Ετοίμαζα ένα άλλο κείμενο για να δημοσιευθεί σήμερα στο μπλογκ, όταν είδα σε εφημερίδα την είδηση: “Θα ζούμε για πάντα μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή! Δήλωση κορυφαίου Βρετανού φυσικού” (“Δημοκρατία”, Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017). Και το κείμενο που ακολουθούσε ήταν μια κακοχωνεμένη περίληψη των τρανσουμανιστικών θεωριών για τον “μετάνθρωπο”. Αλλά, σύμφωνα με το ειδησάριο, δήλωσε και άλλα χαριτωμένα ο κορυφαίος αυτός κύριος στην αγγλική φυλλάδα “The Sun”:

Η αθανασία μπορεί σύντομα να αποτελέσει πραγματικότητα για τον άνθρωπο με ένα… απλό “ανέβασμα” των δεδομένων του ανθρώπινου εγκεφάλου σε ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή[…] Ο Κοξ εξήγησε ότι δεν βρίσκει “απολύτως κανένα λόγο” για τον οποίο η ανθρώπινη νοημοσύνη να μην μπορεί να προσομοιωθεί από υπολογιστές[…] Μια τέτοια εξέλιξη θα μας επέτρεπε να ζούμε σ’ ένα κόσμο απεριόριστων εικονικών εμπειριών και τελικά να πετύχουμε την αθανασία. “Δεν νομίζω ότι τα μυαλά των ανθρώπων διαφέρουν από τους υπολογιστές”, πρόσθεσε ο καθηγητής.

Όταν ακούς από τέτοιες φιλοσοφικές αυθεντίες ότι “τα μυαλά των ανθρώπων (δεν) διαφέρουν από τους υπολογιστές”, τότε βεβαιώνεσαι πως κάτι δεν πάει καλά με τα μυαλά των καθηγητάδων. Η άγνοια, η αμορφωσιά, η αλαζονεία και το απροσμέτρητο θράσος των ακαδημαϊκών ηρώων του μοντερνισμού διαγράφει με μια περιφρονητική μονοκοντυλιά ολόκληρες φιλοσοφίες και μεταφυσικά συστήματα μόνο και μόνο επειδή αναπτύχθηκαν στο παρελθόν και όχι στο… θριαμβευτικό σήμερα. Μίλησε η αυθεντία! Τί να πεις; Το θέμα δεν είναι βεβαίως καινούργιο και το βλέπουμε να επανέρχεται κάθε τόσο, παράλληλα με την άλλη αφήγηση περί της συνεχώς επικείμενης οριστικής λύσης στο ενεργειακό πρόβλημα του βιομηχανισμού (βλ. το κείμενό μου Λες και δεν υπάρχει αύριο…). Πρόκειται δηλαδή για μια ακόμα σωτηριολογική ιστορία του μοντερνισμού, που αυτή τη φορά όμως δεν αναφέρεται στις “υλικές” προϋποθέσεις του βιομηχανικού πολιτισμού, αλλά φιλοδοξεί να αποκαλύψει και ένα “νοητικό” μεταβιομηχανικό επέκεινα. Και το μόνο που κατορθώνει είναι να αποκαλύψει τη φιλοσοφική και μεταφυσική ρηχότητα του μοντερνισμού.

Ο τρανσουμανισμός και ο “μετάνθρωπος” με είχαν απασχολήσει πριν μια εικοσαετία και το 1999 δημοσίευσα το κείμενο Ο νέος μύθος για τον μετάνθρωπο [1] στο ηλεκτρονικό περιοδικό “Μετα-θέσεις” που συνεξέδιδα τότε με τον μακαρίτη σήμερα Σπύρο Γεωργαντά και τον Κώστα Σοφιανό. Το περιοδικό σταμάτησε να εκδίδεται το 2003 και πραγματικά ήταν πολύ ευχάριστη η έκπληξή μου όταν χρόνια αργότερα ανακάλυψα πως κάποιοι καλοί άνθρωποι το είχαν περισώσει εξολοκλήρου σε έναν αρχειακό server, απ’ όπου και ο παραπάνω σύνδεσμος[2]. Αν μη τι άλλο, έχω την εντύπωση πως το κείμενο αυτό αποτελεί μια ενδελεχή και τεκμηριωμένη παρουσίαση του τρανσουμανισμού και του “μετανθρώπου”. Και για κάποιο δυσεξήγητο για μένα λόγο, κίνησε το ενδιαφέρον (και υποκίνησε συζητήσεις) αρκετών παλαιών φίλων, καθώς και του εκδότη του “Άρδην”, Γιώργου Καραμπελιά, ο οποίος το αναδημοσίευσε στο τεύχος 24, Απρίλιος 2000, του περιοδικού του. Αλλά υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα συνέχεια: Το “Άρδην” μου ζήτησε και ένα σχετικό κείμενο στο αφιέρωμά του για τον μεσσιανισμό, όπου βρήκα την ευκαιρία να γράψω with-tongue-in-cheek (στα μισοσοβαρά) το κείμενο “Τεχνο-μεσσιανισμός και τεχνο-χιλιασμός”, που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 35 του περιοδικού[3]. Και με αληθινή έκπληξη είδα αργότερα πως το αρχικό κείμενο για τον τρανσουμανισμό απασχόλησε αρκετές σελίδες του βιβλίου Η θεμελιώδης παρέκκλιση του Γιώργου Καραμπελιά, όπου ο συγγραφέας μου ανέθετε τον ρόλο σημαιοφόρου του τρανσουμανισμού. Αλλά δεν ήμουν.

Ομολογώ πως την εποχή που με απασχόλησε ο τρανσουμανισμός η κοσμοθεώρηση του μοντερνισμού λίγο-πολύ αντιστοιχούσε στη μέχρι τότε δική μου κοσμοθεώρηση (κι αυτό νομίζω πως φαίνεται αρκετά στο κείμενο). Γράφοντάς το όμως και αναλύοντας κατ’ ανάγκη τη βαθύτερη σημασία των τρανσουμανιστικών ιδεών, άρχισα να συνειδητοποιώ πως μπροστά μου απλωνόταν ο απόλυτος πνευματικός, κοινωνικός και πολιτικός εφιάλτης – “θεμελιώδη παρέκκλιση”, δηλαδή απόλυτη διαστροφή, το ονόμασε αργότερα ο Γιώργος Καραμπελιάς (ένα εφιαλτικό παράδειγμα είναι, λόγο χάρη, το κείμενο Κυβέρνια: Το κάλεσμα του μέλλοντος, που δημοσίευσα λίγο αργότερα στις “Μετα-θέσεις”[4]). Και το χειρότερο, όλα αυτά είναι η απολύτως λογική συνέπεια του ορθολογισμού και των βασικών παραδοχών του μοντερνισμού: Κονιορτοποίηση της ανθρώπινης κοινωνίας σε αμέτρητους ιδιοτελείς ατομικισμούς, οικονομικοποίηση κάθε έκφρασης της ζωής, θεοποίηση της τεχνολογίας και απόλυτη αγνόηση της φύσης, συγκεντρωτισμός της εξουσίας μέσω του κεφαλαίου (ιδιωτικού και κρατικού), εκθετική “ανάπτυξη” επ’ άπειρον, απώλεια της αίσθησης του μέτρου και των ορίων. Ο “μετάνθρωπος” που αναδύεται απ’ αυτό τον τραγικό χορό των παραισθήσεων και οι “προσομοιώσεις” του καλού καθηγητή που έδωσε το ερέθισμα για το παρόν κείμενο, δεν είναι βέβαια ούτε άνθρωπος ούτε μετάνθρωπος. Είναι το απόλυτο simulacrum (ομοίωμα, κούκλα, προσποίηση), το τελικό παραλήρημα, ένα γιγάντιο ανεγκέφαλο Γκόλεμ, το τέρας του Φρανκενστάιν, ο Terminator, το κύκνειο και παράφωνο άσμα ενός θνήσκοντος πολιτισμού.  Αν αυτό δεν είναι ύβρις με την πιο τραγική έννοια, τότε τί είναι η ύβρις;

Τελικά είχε ένα καλό η ενασχόλησή μου μ’ αυτό το θέμα. Όλη αυτή η ύλη για τον τρανσουμανισμό και τον “μετάνθρωπο” (δική μου και άλλων) στάθηκε χρήσιμη για τη διαμόρφωση της εικόνας που έχω σήμερα για τον μοντερνισμό και τον βιομηχανισμό. Όχι και πολύ κολακευτικής εικόνας…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Μπορείτε αν θέλετε να κατεβάσετε το κείμενο “Ο νέος μύθος για τον μετάνθρωπο” σε μορφή PDF στο υπολογιστή σας κάνοντας κλικ εδώ.

[2] Το περιοδικό είναι ακόμα επισκέψιμο από οιονδήποτε αναγνώστη χωρίς κάποια τεχνικής φύσεως προαπαιτούμενα. Και τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι έχει συνταχθεί στην αρχική και απλούστατη γλώσσα του Ίντερνετ, την HTML, πριν γίνουν μόδα οι σημερινές πολύπλοκες πλατφόρμες (π.χ. WordPress, Typepad κ.ά.), που απαιτούν βάσεις δεδομένων, σύνθετες προγραμματιστικές γλώσσες και ειδικευμένους servers. Δεν χωράει αμφιβολία ότι οι πλατφόρμες αυτές μπορούν να κάνουν πράγματα που είναι αδύνατο να γίνουν με την απλή HTML, κυρίως για μεγάλα σάιτ και on-line καταστήματα. Αλλά, όπως διαπιστώνει κανείς εκ των υστέρων, για ένα εκδοτικό εγχείρημα όπως οι “Μετα-θέσεις” η HTML ήταν υπεραρκετή. Και το κυριότερο, επιτρέπει ακόμα και σήμερα να είναι προσβάσιμο το περιοδικό χωρίς απαιτητικές τεχνολογικές διαμεσολαβήσεις (βάσεις δεδομένων και servers). Νομίζω πως το παράδειγμα αυτό εικονογραφεί πολύ ωραία τη σύγκριση απλότητας και πολυπλοκότητας και αμφισβητεί τη χωρίς περίσκεψη και προοπτική υιοθέτηση ολοένα και πιο πολύπλοκων λύσεων ακόμα και εκεί που τελικά δεν χρειάζονται.

[3] Για να κατεβάσετε το κείμενο “Τεχνο-μεσσιανισμός και τεχνο-χιλιασμός” σε μορφή PDF, κάντε κλικ εδώ.

[4] Και το κείμενο “Κυβέρνια: Το κάλεσμα του μέλλοντος” σε μορφή PDF μπορεί επίσης να κατεβεί στον υπολογιστή σας με ένα απλό κλικ εδώ.

«…που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι»

«…εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι»….

Μεγάλωσα σε μια εποχή που αυτό το τραγούδι όχι μόνο σε πλήγωνε βαθιά αλλά και σε θύμωνε άλλο τόσο για το αλυσοδέσιμο του τόπου μας, και μάλιστα σε συνθήκες που άφηναν στη χώρα μια σχετική αυτονομία αποφάσεων.

Στις μέρες μας, το ξεβράκωμα και η αποικία είναι τόσο απροκάλυπτα που φάινεται δεν κάνουν σε κανέναν εντύπωση, πια…. Άλλωστε όπως λένε οι πολλοί, δεν υπάρχουν αποικίες στο δυτικό πολύχρωμο κόσμο…. οι ξένοι φαντάροι είναι πια ξένοι καλοδεχούμενοι επενδυτές, η εκπαίδευση εκλατινίζεται για να έχουν νόημα οι ήχοι και όχι τα γραμματα και οι λέξεις, να χαθεί παιδεία, η ιστορία και η ουσία δηλαδή…!

η οριακότητα μιας κοινωνίας που σαπίζει μέσα στην καπιταλιστική νιρβάνα βαφτίζεται ατομική επιλογή, «δικαίωμα» και πολλαπλά υποκείμενα… οι φιλάνθρωποι χορηγοί αγκαλιάζουν και σφίγγουν τον πολιτισμό και μας χαρίζουν ατέλειωτα ναρκισσιστικά σαββατοκύριακαα στα Μαλς και τα Κέντρα πολιτισμού της παραλίας…Οι ιμπεριαλιστές νομιμοποιούν την κατοχή της Κύπρου μέσα από την ….κατανόηση του Άλλου( sic), ενώ η δικαιωματικοί ψυχολόγοι-θεραπευτές τους δίνουν και την απαραίτητη ιδεολογική μαγιά …η φύση είναι μόνο για να την κατακτήσεις και να τη νικήσεις γιατί «ο άνθρωπος πρέπει να γίνει θεός, στη θέση του θεού»… η τεχνολογική ύβρις εξαφανίζει τη μαστορία και την άμεση εφευρετικότητα της κοινότητας… οι κάτοικοι της αποικίας μας μιλάνε στα άκρα, με ιεραρχία ή ισοπέδωση…νικάνε οι δυνατοί, οι έχοντες, οι γαμάτοι, όλοι χωράνε σε τούτη την προοδευτική Ελλάδα του εκσυγχρονιστικού αριστεροδέξιου τυχοδιωκτισμού που πρέπει να γίνει ορθολογική Ευρώπη…! Αλλά είπαμε, αποικία δεν είμαστε!!!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Κυβέρνηση Τσίπρα, το ναδίρ της ελληνικής κοινωνίας

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι τόσο σίγουρη για τον εαυτό της, και την αγάπη που της δείχνει η ελληνική κοινωνία, ώστε ενόψει της επίσκεψης Τσίπρα στην Θεσσαλονίκη να έχει γεμίσει –πλην των ένστολων– και εκατοντάδες της… αντιτρομοκρατικής με πολιτικά, σε αριθμό-ρεκόρ για την πρόσφατη ιστορία των πρωθυπουργικών επισκέψεων.

Το γαϊτανάκι της παρακμής

Κι αυτό γιατί γνωρίζουν πολύ καλά, ότι ο λόγος για τον οποίον παραμένουν ακόμα στην εξουσία, δεν είναι η ανοχή του κόσμου, αλλά η αποτυχία της αντιπολίτευσης να παράγει αξιόμαχο λόγο. Και το κυριότερο,  το γεγονός ότι η κυβέρνηση Τσίπρα έχει κατορθώσει να ακυρώσει κάθε ελπίδα που έτρεφε ο ελληνικός λαός να βρει πολιτική απάντηση στα υπαρξιακά αδιέξοδα που αντιμετωπίζει. Η κοινωνία βιώνει μια άνευ προηγουμένου αποσύνθεση, ενώ τα αντιστασιακά της αντανακλαστικά βρίσκονται σε κώμα.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, τα νέα, αφεντικά της χώρας, ξένοι επικυρίαρχοι και οι εγχώριοι νεομαφιόζοι ολιγάρχες εκθειάζουν ανοιχτά αυτήν την κυβέρνηση, και την υποστηρίζουν.  Γιατί ανοίγει ο δρόμος για την νέα μεγάλη λεηλασία και τη διαιώνιση της φτωχοποίησης που έχει ήδη μεταβάλει την φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας, καθιστώντας την κοινωνία μαζικών αποκλεισμών και μεγάλων κοινωνικών αντιθέσεων. Έτσι, η κυβέρνηση έχει μεταβληθεί στον άριστο οικοδεσπότη όσων «επενδύουν» στην λεηλασία του δημόσιου και ιδιωτικού πλούτου, μεταβάλλοντας τους υποψήφιους άρπαγες, όπως αυτούς που συνόδεψαν τον Γάλλο πρόεδρο στην επίσκεψή του, σε περίπου εθνικούς ευεργέτες. Τι κι αν ανάμεσα τους φιγουράρουν εταιρείες που βαρύνονται με βαριά οικονομικά εγκλήματα, με πιο γνωστή την αμαρτωλή «Σουέζ» που έχει βάλει στο μάτι το νερό της Θεσσαλονίκης; Τα κοράκια μαζεύονται πάντα πάνω από το πτώμα.

Η μεταπολίτευση ακόμα να τελειώσει, αντίθετα,  μέσα στον επιθανάτιο ρόγχο της επιτείνει ένα διαρκές αδιέξοδο και επιταχύνει την καθοδική πορεία της χώρας:

Η κυβερνώσα αριστερά, έχει μεταβληθεί ανοιχτά στο κατ’ εξοχήν κόμμα της εξάρτησης και της λεηλασίας, στοχεύοντας πλέον στην τελική υποταγή του ελληνικού λαού, καθώς εκτός από τα οικονομικά  συμβόλαια που εκτελεί, έχει βάλει στο στόχαστρο την ίδια την εθνική υπόσταση πολεμώντας την ελληνική παιδεία τον πολιτισμό, την εθνική μας ταυτότητα.

Η αντιπολιτευόμενη δεξιά αδυνατεί να εκφράσει την λαϊκή αγανάκτηση, γιατί παραμένει οπαδός της παγκοσμιοποίησης, και του οικονομικού της ολοκληρωτισμού, ενώ ταυτόχρονα  παραμένει φθαρμένη ως εκπρόσωπος του παλαιού δικομματισμού.

Η «κεντροαριστερά» βολοδέρνει μέσα στις εσωστρεφείς της διαδικασίες, μεταξύ εθνομηδενισμού και ελιτισμού,  πληρώνοντας ότι οργάνωσε τις τελευταίες δεκαετίες στην παρακμή και την αποσύνθεση της χώρας.

Οι υπόλοιπες οργανωμένες δυνάμεις, που φιγουράριζαν στην μεταπολίτευση ως «κινηματικές», το ΚΚΕ, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, οι αντιεξουσιαστές παραμένουν δέσμιοι της παλαιάς, και σήμερα ανυπόστατης, διαίρεσης αριστεράς-δεξιάς κάνουν αντιπολίτευση για τις εντυπώσεις, γιατί στο πίσω μέρος του μυαλού τους προτιμούν τον Τσίπρα από τον «Κούλη».

Και γι’ αυτό η ναζιστική δεξιά κερδίζει ολοένα και περισσότερους ακροατές, ιδίως μεταξύ των λαϊκότερων και πιο απελπισμένων ανθρώπων.

Το αδιέξοδο δεν είναι μόνον πολιτικό, είναι βαθύτερο καθώς σήμερα λείπει το όραμα, και η προοπτική για μια αξιοπρεπή προσωπική και συλλογική ζωή μέσα στον 21ο αιώνα – και γι’ αυτό τα αντιστασιακά μας αντανακλαστικά έπαθαν καθίζηση με την εμφάνιση του πρώτου καπάτσου απατεώνα.

Υπάρχει έξοδος;

Υπάρχει άραγε διέξοδος από αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα; Αν η ελληνική κοινωνία δεν βρει ξανά νόημα ύπαρξης για να αντιτάξει στην ίδια την παρακμή της, η απάντηση θα είναι κατηγορηματικά αρνητική.

Και νόημα ύπαρξης για μια κοινωνία, σημαίνει να ανασυνθέσει δημιουργικά όλη την προηγούμενη ιστορική της εμπειρία, προκειμένου να βρει μια προοπτική για το μέλλον.

Σημαίνει να δούμε με αντιστασιακό τρόπο την ίδια την ταυτότητά μας, και την ζωή μας μέσα σε αυτόν τον τόπο, όπως κάνουν δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, έστωέμμεσα, επιστρέφοντας στον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, επιστρέφοντας στη φύση, εγκαταλείποντας τους τόπους και τους τρόπους της φθοράς.

Και ο ελληνικός πολιτισμός διαθέτει μια μεγάλη παράδοση Λόγου, ελευθερίας, δικαιοσύνης και πνευματικότητας που επιτρέπει στην κοινωνία να διατηρήσει το μέτρο, να ισορροπήσει την οικονομία και την τεχνική για να μην υποδουλώνει τον άνθρωπο. Μπορεί έτσι να απαντήσει ταυτόχρονα στην μηδενιστική δικτατορία της παγκοσμιοποίησης, της τεχνικής και της κατανάλωσης, και στον θρησκευτικό ολοκληρωτισμό –τις δυο μεγάλες δυνάμεις που συγκρούονται μέσα στο χάος και την αστάθεια του 21ου αιώνα.

Αυτόν τον ελληνισμό καλούμαστε να ανακαλύψουμε ξανά, εδώ που φτάσαμε, γιατί ο μηδενισμός της εποχής, μας έχει κάνει να τον λησμονήσουμε – και αυτό το στοίχημα αντιπροσωπεύει μια μεγάλη πολιτιστική και υπαρξιακή επανάσταση που παρά την γενική οικονομική δυσπραγία θα είναι σε θέση να μας βγάλει από το κώμα, ώστε να ανασυστήσουμε μακριά από τις αυταπάτες  και τα μεγάλα ψεύδη του προηγούμενου αιώνα τα συλλογικά μας οράματα και τις αντιστάσεις μας.

Γι’ αυτό και θα πρέπει ταυτόχρονα να αγωνιζόμαστε μαζί με εκείνους που στρέφονται ενάντια στην κατακτητική ορμή του νεο-οθωμανισμού, ώστε να μην εξελιχθεί η κρίση σε μια μεγάλη εθνική καταστροφή στην Κύπρο, στην Θράκη ή το Αιγαίο. Με εκείνους που υπερασπίζονται το πανάρχαιο, ιερό δικαίωμα των ανθρώπων στην εστία τους, ενάντια στους –ηλεκτρονικούς πλέον– πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας. Με όσους μάχονται ενάντια στη λεηλασία του τόπου τους από μια ψευδοανάπτυξη και μια τουριστικοποίηση που διώχνει τους Έλληνες από τον ίδιο τους τον τόπο και παρουσιάζεται ως η μόνη λύση.

Αλλά κυρίως θα πρέπει να αμυνόμαστε «θετικά» για μια Παιδεία που αφυπνίζει κόντρα στις εθνομηδενιστικές μορφές της αμάθειας. Για την ανασύσταση του παραγωγικού ιστού, προωθώντας τις μικρές και μεσαίες δημιουργικές επιχειρήσεις, τους συνεταιρισμούς, ένα μοντέλο παραγωγής επικεντρωμένο στην ποιότητα. Για την ανάταση του Πολιτισμού, ενάντια στην αποβλάκωση των ανθρώπων – και ιδίως των νέων γενεών. Ενάντια στην απόλυτη «ιδιωτικοποίηση» των ανθρώπων , που πασχίζει να υποκαταστήσει την σύγχρονη μοναξιά με την διαδικτυακή εικονικότητα και τα υπερτεχνολογικά μέσα.

Μόνον έτσι θα καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε το σκοτεινό ιστορικό πεπρωμένο που διαμορφώνει για μας ο 21ος αιώνας, και να επιστρέψουμε ως ενεργητικός παράγοντας που είναι σε θέση να καθορίσει το ίδιο του το μέλλον. Εκεί θα παιχτεί το στοίχημα της συλλογικής μας επιβίωσης, και προφανώς όχι στον διαγωνισμό κραυγών στον οποίον επιδίδονται τα διάφορα ζόμπι της μεταπολίτευσης, σε διαδηλώσεις που οι τρύπιες σημαίες και τα κενά ιδανικά έχουν μεταβάλει σε καρικατούρες διαμαρτυρίας.

Κείμενο του Άρδην που θα μοιραστεί αύριο στην διαδήλωση της ΔΕΘ.

«Δύο άκρα» ή μια, δυστυχώς κυρίαρχη, ολοκληρωτική παράδοση;

του Γιώργου Ρακκά

Αναζωπυρώθηκε μετά την απόφαση Κοντονή για την αποχή της Ελλάδας από το διαβόητο συνέδριο των Εσθονών για την ταύτιση του ναζισμού με τον σοβιετισμό, η συζήτηση για τα «δύο άκρα». Ταυτόχρονα, η παγκόσμια σκηνή έμεινε αποσβολωμένη παρακολουθώντας μια φονική σύγκρουση αντιφά και φασιστών, στο Σάρλοτσβιλ των ΗΠΑ, όπου η εκλογή Τραμπ έχει πυροδοτήσει αυτήν την αντιπαράθεση σε ένταση μάλλον άγνωστη για την πρόσφατη ιστορία της αμερικάνικης κοινωνίας.

Κάτι συμβαίνει· δεν είναι μόνο οι έωλες διαιρετικές τομές του παρελθόντος που ανακαινίζονται σήμερα ώστε να καλύψουν το έλλειμμα οράματος και διεξόδων που χαρακτηρίζει την τρέχουσα πολιτική. Καθώς η παγκοσμιοποίηση βυθίζεται σε κρίση, οι αντιθέσεις της παροξύνονται, τροφοδοτούν συγκρούσεις, που εκφράζονται με την γλώσσα του «παλιού», δηλαδή του πολιτικο-ιδεολογικού σύμπαντος που θα κυριαρχήσει μέσα στον 20ό αιώνα. Παρατηρώντας, όμως, τις περιπέτειές του από τον εξώστη του χαοτικού 21ου τον οποίον μας κληροδότησε, αντιλαμβανόμαστε πολύ καλά ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες πλέον δεν διαθέτουν την πολυτέλεια να επιδίδεται σε τέτοιες νεκραναστάσεις. Το τίμημα θα είναι βαρύ. Ιδίως, για την δικιά μας την χώρα, η οποία ακόμα αρνείται να μετρήσει τις πληγές που της άφησαν οι συγκρούσεις των «μεγάλων αφηγήσεων» του χτες, αδυνατώντας να αντιληφθεί ότι τραγωδία, για αυτήν, υπήρξε ο ίδιος ο εμφύλιος, ότι το πρόβλημα δεν αφορούσε στο ποιός θα επικρατήσει αλλά στο ότι έγινε, πράγμα που εξ αρχής απέτρεψε οποιαδήποτε σοβαρή προοπτική χειραφέτησης του Ελληνικού λαού, και τον καταδίκσε σε μια νέα δουλεία, την ίδια στιγμή που είχε βγει ως ο μεγάλος ηθικός νικητής του πολέμου που μόλις τότε είχε λήξει.

Γι’ αυτό, έστω και με αφορμή την συμπλήρωση 100 χρόνων από την Οκτωβριανή Επανάσταση, θα πρέπει να κάνουμε μια σοβαρή συζήτηση για το πολιτικό αποτύπωμα του αιώνα τον οποίον αφήνουμε πίσω μας. Και, ως προς αυτό, η θεωρία των «δύο άκρων» αποτελεί την χειρότερη δυνατή αρχή, γιατί ακριβώς φτιάχτηκε για να αποτελεί προπαγανδιστικό κατασκεύασμα και όχι μια σοβαρή τοποθέτηση αποτίμησης. Καλούμαστε, εδώ, να αξιολογήσουμε ιστορικές πραγματικότητες, και όχι να προβάλουμε επάνω τους τις θεωρητικοποιήσεις μας: Και ως προς αυτό, η συσχέτιση καπιταλισμού, σοσιαλισμού, και φασισμού δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα θεωρητικό σχήμα του κέντρου με τα άκρα.

Τόσο ο κομμουνισμός, όσο και ο φασισμός/ναζισμός, προέκυψαν ως «απόπειρες απάντησης» στην ασύδοτη επέκταση του καπιταλισμού και της αποικιοκρατίας κατά την περίοδο 1871-1914/17: Την «λεγόμενη Πρώτη παγκοσμιοποίηση», που κατά την ανάλυση του Καρλ Πολάνυι εγκαθίδρυσε τον ολοκληρωτισμό της αγοράς, καθυποτάσσοντας τις κοινωνίες στον μύλο της οικονομικής αναγκαιότητας, και που ταυτόχρονα, κατά την εμβριθή ανάλυση της Χάνα Άρεντ, είδε τους μηχανισμούς του ιμπεριαλισμού και του χρήματος να διασυνδέονται στενότερα όσο ποτέ – σ’ ένα αξεδιάλυτο κουβάρι κανονιοφόρων και τραπεζών. «Θα προσαρτούσα και τ’ αστέρια αν μπορούσα», έγραφε ο Σεσίλ Ρόουντς, ένας από τους πιο διαπρύσιους κήρυκες της βρετανικής αποικιοκρατίας, και ταυτόχρονα άνθρωπος-‘ιδεότυπος’ της εποχής του, επιχειρηματίας, κυβέρνητης αποικίας, διανοούμενος.

Αυτό το κρεσέντο οικονομικο-πολιτικής επέκτασης θα φέρει τα πάνω κάτω στις κοινωνίες της εποχής τους, καταστρέφοντας παγιωμένες ισορροπίες του βίου, παροξύνοντας τις κοινωνικές και εθνικές αντιθέσεις, προκαλώντας –αναλογικά– την μεγαλύτερη μέχρι στιγμής πλανητική μετακίνηση πληθυσμών στην ανθρώπινη ιστορία.

Δεν υπάρχει καμία διάσταση συμψηφισμών αν πούμε ότι τόσο το κομμουνιστικό κίνημα, όσο και το φασιστικό/ναζιστικό κίνημα αναδύθηκαν αξιώνοντας να ξανακλείσουν το κουτί της Πανδώρας· θα ανοίξουν καινούρια, όμως, με διαφορετικό τρόπο, αν και οι δύο πήραν την μορφή καθεστώτων διαρκούς έκτακτης ανάγκης, πολιτικών δικτατοριών που ήθελαν να υποκαταστήσουν την σαρωτική παντοδυναμία της αγοράς με την ασφυκτική κυριαρχία του κράτους σε κάθε πτυχή της ατομικής και της κοινωνικής ζωής: Οι μεν προτάσσοντας τον εθνικιστικό σωβινισμό του άριου, οι δε τον ταξικό σωβινισμό του προλετάριου (ως ψευδώνυμο της κυρίαρχης γραφειοκρατίας), με τις διαφορετικές συνέπειες που φέρουν μέσα τους τα χαρακτηριστικά αυτών των «κεντρισμών»:

Η ναζιστική «έφοδος στον ουρανό» θα λειτουργήσει θα πασχίσει να επιβάλει την άρια εθνοφυλετική αποκλειστικότητα σε μια ολόκληρη ήπειρο, με την γνωστή εμμονή στην αποτελεσματικότητα και την τελειότητα που χαρακτηρίζει την ‘πατρίδα της ψυχρής λογικής’, την Γερμανία, κι για αυτούς ακριβώς τους λόγους θα είναι καταστροφικότερη και φονικότερη. Ένα εγχείρημα που δεν θα προκαλέσει μόνον εκατόμβες θυμάτων, αλλά που θα κλονίσει ίσως ανεπανόρθωτα την ίδια την Ευρώπη, οι οποία από τότε θα «γεράσει αμετάκλητα», δίνοντας την σκυτάλη της ενδοδυτικής, αλλά και παγκόσμιας ηγεμονίας στις ΗΠΑ.

Η κομμουνιστική περιπέτεια, πέραν της ταύτισής της με την παράδοση του ρώσικου μεγαλοϊδεατισμού, είχε ένα διττό χαρακτήρα. Επειδή αποτελούσε τον κληρονόμο του εργατικού κινήματος συνδέθηκε στις καπιταλιστικές χώρες με κινήματα χειραφέτησης. Όμως στις χώρες που επεκράτησε, ιδιαιτέρα στη Σοβιετική ένωση εκεί θα μεταβληθεί σε συνώνυμο της τρομοκρατίας ενάντια στην εργατική τάξη και τους αγρότες.  Στην «πατρίδα του σοσιαλισμού» θα  διώξει την ταξική ετερότητα, και μάλιστα όχι τους μειοψηφικότατους αστούς της Ρωσίας, ή τους Αριστοκράτες, οι περισσότεροι από τους οποίους θα καταφύγουν πολύ γρήγορα στην Δύση, για να υποκατασταθούν από μια εξίσου αμείλικτη ταξική κυριαρχίαεκείνην της γραφειοκρατίας και των ‘διανοουμένων-διαχειριστών’: Η εργατική τάξη θα υποταγεί και οι αγρότες θα ‘ρευστοποιηθούν’, όπως προέβλεπε το σχέδιο που εμπνεύστηκε ο Τρότσκι, για να το υλοποιήσει ο ίδιος ο εσωκομματικός του αντίπαλος, ο Στάλιν, και το οποίο προέβλεπε μια βίαια, ταχεία εκβιομηχάνιση μέσω της στρατιωτικοποίησης της κοινωνίας –και την ίδια τύχη θα έχουν και οι μειονότητες που χαρακτηρίζονταν από υψηλό βαθμό οικονομικής ανεξαρτησίας όπως ο ελληνισμός των μικροϊδιοκτητών και των εμπόρων του Πόντου και της Κριμαίας.

Ωστόσο επειδή η Σοβιετική Ένωση αποτέλεσε έναν από τους βασικότερους αντιπάλους του ναζισμού στον πόλεμο, η εσωτερική τρομοκρατία του καθεστώτος, πέρασε σε δεύτερο πλάνο ενώ η ολόθερμη συμμετοχή των κομμουνιστών στον αντιφασιστικό – αντιναζιστικό αγώνα υποχρέωσε ένα μεγάλο κομμάτι των λαών και των προοδευτικών κινημάτων να συνταχθούν μαζί τους σε ένα κοινό μέτωπο. Εκεί βρίσκεται και η βάση της διαφοροποίησης ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον φασισμό. Ο πρώτος εξέφραζε στη Δύση, στρεβλά αλλά πραγματικά, το αντιφασιστικό κίνημα και η Σοβιετία αποτελούσε τον σύμμαχό του, παρά την τύχη που είχε επιφυλάξει στους εργάτες, αγρότες και μειονότητες στο εσωτερικό της. Και εν τέλει όπως λέει ο Κώστας Παππαϊωάννου στη Γένεση του Ολοκληρωτισμού, «Η μόνη διαφορά είναι ότι ο Χίτλερ βγήκε από το μηδέν και κατέληξε στο μηδέν, ενώ ο Στάλιν βγήκε από μια επανάσταση που φαινόταν να δικαιώνει και να πραγματοποιεί τα πιο ευγενή όνειρα του ανθρώπου.»

Η ομοιότητα τους, βρίσκεται στο  ότι αποτελούν και τα δύο τέκνα της Δύσης απηχώντας διαφορετικές πλευρές του ‘πολιτιστικού της παραδείγματος’.

Ο εθνικοσοσιαλισμός έλκει την καταγωγή του από την ‘αποπομπή της ετερότητας’, «την τάση αναγωγής του πολλαπλού στο ένα» για την οποία ο ανθρωπολόγος Πιερ Κλάστρ θα χαρακτηρίσει την ίδια την Δύση ως ‘εθνοκτονική’, και η οποία μεταβάλει το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής ιστορίας, μέχρι το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια ανεξάντλητη αλληλουχία ενδοευρωπαϊκών αλληλοσπαραγμών, με μακροβιότερο τον Εκατονταετή πόλεμο. Ή μήπως δεν υφίσταται μια συσχέτιση με το φαινόμενο της ‘συγκινησιακής πανούκλας’, την μιμητική αποθέωση της βίας και της αγριότητας η οποία θα καταλάβει τις μάζες που θα κινητοποιηθούν πίσω από τον Ντούτσε και τον Χίτλερ, με την κατά την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κυρίαρχη στους φτωχότερους ηθική της αρένας και των μονομαχιών; Όπου οι πληβειακές μάζες της Ρώμης θα συμμετάσχουν στον δημόσιο βίο, μόνον παθητικά, για να λατρέψουν σε αυτά τα θεάματα ακριβώς αυτήν την δύναμη που έχει ως ανώτατο σκοπό τον εαυτό της, υπαγορεύει την εξόντωση του αδύναμου καθώς και την ανάδειξη του δυνατότερου μέσα από ποταμούς αίματος;  Και την ίδια στιγμή, τόσο ο φασισμός όσο και ο ναζισμός θα είναι αθεράπευτα φουτουριστικοί, μορφές ‘αντιδραστικού μοντερνισμού’; Δεν αποπειράθηκαν να επενδύσουν με τις αρτιότερες μορφές της τεχνικής του καιρού τους, βλέπε τους φούρνους των κρεματορίων, το σχέδιο για την εθνοφυλετική επικράτηση;

Μήπως ο κομμουνισμός –που εμφανίζεται ως η άρση της αλλοτρίωσης του ανθρώπου, –ως ο επιγειος και επιτέλους πραγματωμένος παράδεισος–  δεν έλκει την καταγωγή του από την ίδια την ‘ριζοσπαστική υφή’ της νεωτερικότητας, αυτήν την «θέληση μιας διαρκούς επανάστασης, μιας διαρκούς υπερνίκησης των ορίων της ανθρώπινης κλίμακας –αυτής της ανθρώπινης κλίμακας που μόλις είχε αρχίσει να τη διαισθάνεται και που τη ζούσε, σα μια κατηγορηματική προσταγή για μια ακατάπαυστη δραστηριότητα, για μια ‘απέραντη γνώση’ και για μια ακατασίγαστη ανησυχία» που θα χαρακτηρίσει το… ίδιο το πνεύμα του καπιταλισμού. Το οποίο θα εκφράζει… αυθεντικότερα σε ό,τι αφορά σε ζητήματα οικονομικής μεγέθυνσης, καθώς, είναι η επέλαση του κολεκτιβίστικου εκσυγχρονισμού, ο «εξηλεκτρισμός» συνδυαζόμενος με την δικτατορία του Γενικού Γραμματέα, που θα ισοπεδώσει κάθε ασύμβατη με αυτόν κοινωνικά και οικονομικά πραγματικότητα;

Μήπως και οι δύο, η εθνική και ταξική αποκλειστικότητα, ο σωβινισμός τους, δεν θα εξαπολύσουν ως άλλες κοσμικές θρησκείες ιστορικά ασύμμετρα κύματα μεσσιανικής βίας, καθώς θα θελήσουν με το ιδεολογικό τους νυστέρι να προσαρμόσουν εδώ και τώρα υποσχόμενοι χρυσές εποχές χιλιόχρονης κυριαρχίας, ή την έλευση του παραδείσου επί της γης;

Τέλος, σε ό,τι αφορά στη συστηματοποίηση της κυριαρχίας που χαρακτηρίζει και τις δυο ως δικτατορικά καθεστώτα, μήπως τάχα δεν μοιράζονται αυτό το γνώρισμα με την δυτική αποικιοκρατία έτσι όπως εκδηλώνεται επί… 8 αιώνες; Και οι επιρροές της οποίας επιβιώνουν ανέλπιστα μέχρι σήμερα, όταν η Εσθονική Προεδρία της Ε.Ε. –αλλά και όλη η Δύση– αρνείται να προσθέσει τους πυρηνικούς βομβαρδισμούς της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, οι οποίοι «δικαιολογούνται» ακόμα στο θυμικό της δυτικής εξουσίας, καθώς στο κάτω κάτω της γραφής αφορούσαν «τους κίτρινους», που γι’ αυτήν παραμένουν στο περιθώριο της Ιστορίας;

Εν τέλει, τι έχει απομείνει από όλα αυτά σήμερα, στον 21ο αιώνα; Παραδόξως, το σύστημα που θα επικρατήσει από την τραγική περιπέτεια του 20ου αιώνα, θα ενσωματώσει μέσα του, όσες πτυχές τόσο της μιας όσο και της άλλης εκδοχής αποδίδουν:

Η τεχνική του μάρκετινγκ θα μάθει πολλά από την ναζιστική προπαγάνδα, καθώς οι ειδήμονές του θα ενδιαφερθούν και θα την αναλύσουν ήδη από την δεκαετία του 1950: Σήμερα ο ονειρικός κόσμος της διαφήμισης, έτσι όπως επαναλαμβάνεται ακατάπαυστα από τηλεοπτικούς δέκτες και διαδικτυακά τερματικά, δεν είναι τίποτα άλλο από έναν «τουρμπο-γκεμπελισμό της κατανάλωσης», όπου με το «πες, πες» όχι απλώς «κάτι θα μείνει», αλλά θα κατασκευάζονται επίπλαστες, παράλληλες πραγματικότητες. Όσο για την Σοβιετική εμπειρία, θα αποτελέσει προπομπό της παγκοσμιοποίησης, στο επίπεδο της συγκρότησης ενός ενιαίου συστήματος άνισων διεθνών συναλλαγών, με τον ίδιο τρόπο που ο εργαστηριακά, κρατικά κατασκευασμένος ‘σοβιετικός άνθρωπος’ θα ανοίξει τον δρόμο για τον μετάνθρωπο, με τον ίδιο τρόπο που η διεθνής των σοβιετικών γραφειοκρατών θα προετοιμάσει την διεθνής των γιάπηδων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ή της Παγκόσμιας Τράπεζας, τον πολίτη του «πουθενά και του τίποτα» της παγκοσμιοποίησης.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι μάλλον τα άκρα βρισκόταν και βρίσκονται ‘ήδη’ ως έσχατες συνέπειες θεμελιωδών ιστορικών πραγματικοτήτων και αντιλήψεων μέσα σε αυτό που σήμερα θέλει να παρουσιάζεται ως «κέντρο», δηλαδή, τον δυτικό υπερμοντέρνο πολιτισμό της αγοράς, του μετανθρώπου και του θεάματος. Και γι’ αυτό η υπέρβαση των «άκρων», προϋποθέτει την δική του υπέρβαση, όχι βέβαια προς την κατεύθυνση του… φονταμενταλισμού που αναπτύσσεται στην Ανατολή, η οποία αξιώνει να απαντήσει στην δυτική ύβρι… εξαϋλώνοντας την ανθρώπινη ελευθερία.

Αλλά προς έναν εναλλακτικό, μη-εργαλειακό ουμανισμό, στον οποίον μπορεί να συνεισφέρει ο εκσυγχρονισμός παραδόσεων, πολλών πολιτισμών από τους Ινδιάνους της Αμερικής μέχρι τους Κινέζους, αλλά και δευτερευόντων, υποσκελισμένων παραδόσεων της ίδιας της Δύσης. Και βέβαια τον μόνο εναλλακτικό και μη-εργαλειακό ουμανισμό που έχει υπάρξει ιστορικά στο δυτικό ημισφαίριο, τον ελληνικό ουμανισμό, είτε αφορά στην κλασική του περίοδο, είτε στις βυζαντινές και νεώτερες αναγεννήσεις του.

Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς : η υπέρβαση

εισήγηση στο βιβλίο του Γ.Καραμπελιά, Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς : η υπέρβαση

Πολύ συχνά, ο Γιώργος Καραμπελιάς, μιλά για την κατάθλιψη και την καθολική κρίση που έχει ακινητοποιήσει τον Έλληνα, στα χρόνια του μνημονίου. Κατάθλιψη και παθητικότητα που σχετίζεται και με τη χρόνια εξαρτημένη και ετερόνομη φύση του ελληνικού πολιτικού και κοινωνικού σχηματισμού ήδη από το 1821, με κορύφωση τα χρόνια της μεταπολίτευσης και με δραματική ολοκλήρωση στα χρόνια των μνημονίων. Η διάχυτη παρακμή, αποτελεί το εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσουμε για να επιβιώσουμε ως εθνικό συλλογικό υποκείμενο.

Βέβαια, εδώ συνειδητοποιούμε ότι ο Γ. Κ, δεν μένει μόνο στην διάγνωση, την συνειδητοποίηση και την αποδοχή του τραύματος, αλλά με τούτο εδώ το εγχείρημα προτείνει και την θεραπεία. Και νομίζω ότι το βιβλίο αυτό, αλλά και η σκέψη του ΑΡΔΗΝ, είναι μια διεργασία εθνικής, πολιτικής και κοινωνικής ψυχοθεραπείας. Ίσως, η αρχική του επιθυμία να σπουδάσει ψυχίατρος να τον έχει επηρεάσει και το πέρασμά του ως Υπεύθυνος στο Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων ατόμων (ΚΕΘΕΑ), να μην είναι τυχαία, αλλά μια από τις ταυτότητες που έχει ενσωματώσει από το παρελθόν του, ώστε να συνειδητοποιεί με έναν ακόμα τρόπο, ότι η υπέρβαση που προτείνει είναι σύμφυτη με την εθνική καθολική απεξάρτησή μας. (έτσι χάσαμε και μια ευκαιρία να είμαστε συνάδελφοι).

Μια απεξάρτηση, λοιπόν, από αγκυλώσεις, εμμονές, ολοκληρωτισμούς και συσσωρευμένους εμφυλίους που διαπερνούν κάθετα και οριζόντια την καθημερινή μας ζωή. Η υπέρβαση είναι απεξάρτηση, λοιπόν, για να καταλήξει στην σύνθεση, που δεν είναι η ιδεολογική ή η πολιτική σύνθεση των αντιθέσεων σε έναν ιδεολογικό χυλό ανάλογο της παγκοσμιοποίησης, αλλά η απομυθοποίηση κομματικών ναρκωτικών και η συμφιλίωση με μέρη του ελληνικού εαυτού μας, που θάφτηκαν κάτω από τον οικονομισμό, τον τυχοδιωκτικό πολιτικό μεσσιανισμό, την εγωιστική κατανάλωση του άλλου και το άγχος να «γίνουμε εφάμιλλοι των καλύτερων ευρωπαϊκών» παραδειγμάτων.

Έτσι, εκλαμβάνω τουλάχιστον εγώ το νόημα του βιβλίου, αλλά και το άμεσο βίωμα της ομάδας μας ΑΡΔΗΝ-ΡΗΞΗ. Η υπέρβαση, θα γίνει με πόνο και προσωπικές ανατροπές στις δεξιές και αριστερές ιδεοληψίες και βεβαιότητες, εφόσον τα χρονικά όρια της χώρα μας, στενεύουν δραματικά.

Η βαθιά εξαρτημένη Ελλάδα, θυμίζει όντως τους χρήστες ναρκωτικών, που έρχονται για θεραπεία, και θέλουν «να ξεχάσουν το παρελθόν», «να σβήσουν το παρελθόν τους». Οι φράσεις, αυτές αποκαλύπτουν το μέγεθος του πόνου και τραύματος και όχι τι είναι αυτό που θα θεραπεύσει. Η γενικευμένη κατάθλιψη, θυμίζει και τον οριακό άνθρωπο (ανάμεσα στην νεύρωση και την ψύχωση), που αδυνατεί να ενσωματώσει μνήμες και εμπειρίες στο παρόν. Έχει απωθήσει το ιθαγενικό παρελθόν του, μήπως και σωθεί, αλλά όπως τονίζεται και στο βιβλίο, τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από την απώλεια μνήμης.

Τα τελευταία 40 χρόνια, ο ελληνισμός αποπροσανατολίστηκε, καθώς έχασε το πολιτισμικό πλαίσιο αναφοράς του. Μόνο, αν μάθουμε ποιοι είμαστε απομυθοποιώντας τις δεξιές και τις αριστερές αυταπάτες, τα δεξιά και αριστερά αφεντικά της νόησής μας, μπορεί να χωνέψουμε τις παραδόσεις μας και να τις εκσυγχρονίσουμε, ως πρόταση επιβίωσης. Μόνο έτσι, το ελληνικό τραύμα, που στην ουσία σχετίζεται με τον «καημό της ρωμιοσύνης» του Σεφέρη, του Μοσκώφ και του Καραμπελιά, μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε ολόκληροι, μπας και ξαναδομήσουμε τα «κοινώς συμπεφωνημένα υπονοούμενα».

Ως καλό ψυχοθεραπευτικό βιβλίο, λοιπόν, ξεκινά με το τραγικό πρόσφατο σύμπτωμα της αρρώστιας. Την μνημονιακή εμπειρία και ειδικότερα την τυχοδιωκτική συμβίωση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που συνέχισε και ολοκλήρωσε το βάθεμα της εξάρτησης και τον νεοαποικισμό της χώρας από τα πρώτα μνημόνια.

Το σύμπτωμα, όμως δεν είναι η αρρώστια, αλλά το καμπανάκι ότι εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά, καθώς από κάτω, συνεχίζεται ο οργανικός παρασιτισμός και η σήψη, που συνάντησε την ανικανότητα πολιτικών και την προδοσία των διανοουμένων. Η Ελλάδα junkie, εξαρτημένη από το διεθνές κεφάλαιο, τον υψηλό δανεισμό και με τους εξαιρετικά αποεθνικοποιημένους οικονομικούς τομείς, τη ναυτιλία και τον τουρισμό, έψαχνε γιατρειά. Και τι θεραπεία της πρότειναν η δεξιά και η κάθε είδους αριστερά.; Η πρώτη, να παίρνει νεοφιλελεύθερα ναρκωτικά και υποκατάστατα απέξω, χωρίς να αλλάζει η παραγωγική δομή της χώρας, αλλάζοντας απλώς την εξάρτηση. Κι όπως μιας λέει ο Αριστοτέλης, οι αλλαγές εντός πλαισίου δεν είναι ουσιαστικές αλλαγές. Οι άλλες (κάθε είδους αριστερές), πρότειναν είτε μια μείωση βλάβης, η οποία θα επανέφερε την εξαρτημένη χώρα στη αλλοτριωμένη «φυσική» κατάστασή της, πριν το 2009, είτε μια μαγική λύση-φάρμακο (φυγή από Ε.Ε, «δραχμούλα», κ.α) που θα έλυνε οριστικά το πρόβλημα.

Αδιέξοδο. Το οποίο εκμεταλλεύονταν, είτε το κράτος και το παρακράτος με την διόγκωση της φασιστικής Χ.Α, είτε αλμπάνηδες τύπου Σώρρα και Λεβέντη. Τι κατάφεραν όλοι αυτοί με την συνέργια του διεθνούς κεφαλαίου, του ΔΝΤ, του ΟΟΣΑ, των γερμανικών εταιριών, των αμερικανικών πολυεθνικών ασφαλιστικών, κ.α,; μα, την πλήρη αποικιοποίηση και την αποσύνθεση της ίδιας της προσωπικότητας του εξαρτημένου, την αποσύνθεση δηλαδή της ιδιοπροσωπείας του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού ελληνικού τρόπου σχετίζεσθαι και σκέπτεσθαι, την μικροιδιοκτησιακή δομή του τόπου μας. Κι αν, κατά το παρελθόν, η δομή αυτή ευτελίστηκε στην αεριτζήδικη και εγωκεντρική νοοτροπία του μικρομάγαζου της μικρομεσαίας ψευοδημοκρατίας υπό την ηγεμονία μιας «λούμπεν μεγαλοαστικής τάξης», τώρα, μοιάζει η μόνη προοπτική. Αυτό που σε πλήγωσε στο παρελθόν, αυτό μπορεί και να σε γιατρέψει, αφού αλλάξει, βέβαια και ανανεωθεί. Το ίδιο το τραύμα, εμπεριέχει και τα υλικά της γιατρειάς μας.

Χρειάζεται, όμως, πρώτα να ειπωθεί ένα τεράστιο όχι. Όχι σαν αυτό, του αλαζονικού και τυχοδιωκτικού δημοψηφίσματος του Τσίπρα, αλλά αυτό της συνολικής άρνησης  της λογικής που γεννά πολιτικούς και συναισθηματικούς ολοκληρωτισμούς.

Η υπερεθνική και ταυτόχρονα απο-εθνικοποιημένη συμμαχία του παγκόσμιου κεφαλαίου, ενισχύει την καταπίεση έθνους από έθνος και εγκαθιστά νέες πλανητικές αποικιοκρατικές σχέσεις, κάτι που το βιώνουμε εφιαλτικά, στα μνημονιακά χρόνια, ανάμεσα στην αυταρχική Δύση και την νεοοθωμανική Ανατολή. Όμως, η πολιτική, οικονομική και κοινωνική κυριαρχία στην Ελλάδα, υλοποιήθηκε, αφότου συντελέστηκε η πολιτισμική-ιδεολογική αποικιοποίηση του φαντασιακού μας, στην επιστήμη, στην τέχνη, στην καθημερινή ζωή, στη λαϊκή μας παράδοση. Που ακρωτηριάστηκαν από τις «νέες αξίες» μιας ουδέτερης, ανθρωπιστικής προόδου, που ούτε ουδέτερη είναι, ούτε ανθρωπιστική, ούτε πρόοδος. Οι μάσκες, που έκρυβαν το ανανεωμένο πρόσωπο του νεοφιλελεύθερου οικονομικού και πολιτισμικού ιμπεριαλισμού, δημιούργησαν έναν δήθεν αισιόδοξο κόσμο, ανανέωσης και καινοτομίας που εκμηδένισε τις αντιστάσεις του ελληνισμού, ενάντια στην πηγή της εκμετάλλευσής του, καθώς κανείς συνετός άνθρωπος «δεν πάει ενάντια σ’εναν κόσμο που αλλάζει», όπως μας λένε.

Η αποδόμηση αρχών και αξιών, ένωσαν τους φιλελεύθερους καπιταλιστές και σοσιαλιστές, σε μια κοινή γλώσσα. Ιδιαίτερα, η παγκοσμιοποιητική και «αντιαυταρχική» αριστερά και ένας ψευδεπίγραφος αναρχικός χώρος (όχι αυτός του Κροπότκιν και των ουτοπιστών σοσιαλιστών αλλά του ναρκισσιστικού ατομισμού του Στίρνερ και του Νετσάγιεφ), αλλοτριωμένοι από το …φάντασμα του καπιταλισμού, προωθώντας την δήθεν πολιτισμική χειραφέτηση του ατόμου, μέσα από την λάγνα αλλοτρίωση του, «Θέλω να είμαι τα πάντα και τίποτα», επιτρέπει στην ισοπεδωτική παγκοσμιοποιημένη οικονομία, να επιχειρεί τα πιο μεγάλα άλματα προς τα μπρος. Στο πλαίσιο του καταναλωτισμού, του οικολογικού αδιεξόδου, της εμπορευματοποίησης και της κοινωνίας του Θεάματος. Γνωρίζοντας καλά,  τον μηδενιστικό σχετικισμό, η «αριστερά» αυτή, θρέφει τη … «φαντασιακή θέσμιση» του καπιταλισμού και μάλιστα θεωρώντας τον εαυτό της, εξεγερμένο και «αντι-εξουσιαστικό»! Ο ιστορικός υλισμός, είναι η πνευματική συνείδηση του καπιταλισμού, θα πει με αυτοκριτική κάποτε ο Τζώρτζ Λούκατς.

Αυτή η διεθνής κατανομή ρόλων (Αριστερά – Δεξιά), ανατέμνεται έξοχα στο βιβλίο αυτό.  Συνεχίζοντας την κριτική που ξεκίνησε, ο Καραμπελιάς και η ομάδα, ήδη από την δεκαετία του ’70, στην ίδια την φύση του μαρξισμού περισσότερο και λιγότερο του ίδιου του Μάρξ. Μια κριτική, στη μεγαλύτερη ίσως κοινωνική ουτοπία που η παραγωγίστικη μονοδιάστατη λογική της, κοινή με τον φιλελευθερισμό, συνέτριψε την ελευθερία που ευαγγελιζόταν για χάρη της ισότητας που επεδίωκε. Όμως εδώ, το βιβλίο αυτό είναι μια σύγχρονη Οδύσσεια, που ο ελληνισμός πρέπει να ξαναπεράσει και όπως ο Οδυσσέας να ξανατυφλώσει τον Πολύφημο μέσα στο σπήλαιό του που είναι εντέλει η αποικιοποιημένη σκοτεινή ψυχή μας, και το ένα μάτι του, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή η μονόφθαλμη, μονοδιάστατη οπτική εξήγησης του κόσμου. Για να γίνει αυτό, όντως χρειάζεται να μείνει κανείς μόνος από παλιούς φίλους ή συντρόφους, όντως χρειάζεται να γίνουμε Κανένας, να μηδενίσουμε και να απομυθοποιήσουμε τις εμμονές και τις παλιές μας ψευδοταυτότητες,  για να ξαναβρούμε και πάλι την ιδιοπροσωπία μας, ώστε να επαναεδαφικοποιήσουμε τον όραμα της ζωής μας. Να αποκαθηλώσουμε την παρακμή της εξάρτησης, εκκινώντας άλλη μια φορά, κυριολεκτικά απ’το μηδέν. Ένα μηδέν, που δεν είναι ο μηδενισμός, των αντιφά : «Να πεθάνει η Ελλάδα, να ζήσουμε εμείς», ή αυτή του ανθρώπου εμπορεύματος, αντάμα με τον άνθρωπο-κατασκευή χωρίς ιδιότητες, φύλο και ιστορία, αλλά είναι η αρχή μιας νέας παραγωγικής συγκρότησης του εαυτού μας, με τα υλικά που μας προσφέρει ο τόπος μας.

Και τι χρειάζεται πάντα η απεξάρτηση, η αναγέννηση; Ένα όραμα, μια νέα Μεγάλη ιδέα, που να σε οδηγήσει σε μια μεγάλη πορεία. Με την λογική αυτή, η σκέψη και η πράξη του ΑΡΔΗΝ, είναι μετανεωτερική, είναι ρομαντικά μεταμοντέρνα για να αποκαταστήσουμε κι αυτή την παρεξηγημένη έννοια. Είναι εναλλακτικά μεταμοντέρνα γιατί όντως θέλουμε να υπερβούμε με ελληνικό τρόπο, την υπερνεωτερική ύβρη του  εργαλειακού διαφωτισμού, απορρίπτοντας την μια και μόνη ερμηνεία του κόσμου και συνθέτοντας όλες τις αντιθέσεις που κινούν τη ζωή του ανθρώπου: την εθνική αντίθεση, την αντίθεση φύσης-ανθρώπου, ατομικού – συλλογικού, άνδρα-γυναίκας, των γενεών, της διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, την οικονομική αντίθεση, την αντίθεση του λόγιου και του λαϊκού, του τοπικού και του πλανητικού. «Εκσυγχρονίζοντας τις παραδόσεις μας», ότι έκαναν ή κάνουν και σήμερα ακόμα και άλλα έθνη και λαοί.

Τον πολιτισμό που ψάχνει ο σύγχρονος άνθρωπος, ο ελληνικός τρόπος τον έχει διαμορφώσει από παλιά. Από το Όμηρο και τον Σωκράτη μέχρι τον Διονύσιο Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη, από την Ιλιάδα μέχρι τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, από την διαλεκτική και την άμεσα δημοκρατία της εκκλησίας του Δήμου, μέχρι την ορθόδοξη κοινοτική μας παράδοση και την υψηλή πνευματική σύλληψη της γενιάς του ΄30 και του ΄60.  Το αντιστασιακό ήθος του ελληνισμού,( κατά Νίκο Σβορώνο) και το όραμα, λέει ο Γ.Κ είναι η ταυτότητά μας, πάνε μαζί.

Το πλαίσιο είναι οι πατρίδα μας, ο τόπος μας, με βάση : 1ον την ανάπτυξη ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, πολυκαλλιεργητικού και συνεταιριστικού στηριζόμενο στην τεχνολογία και στην μαστοριά της παράδοσης, 2ον την αναζήτηση συμμαχιών στην αναγκαστική παραμονή μας στην ΕΕ, περπατώντας στις Βαλκανικές συμμαχίες του Ρήγα, σε μια Ευρώπη από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια 3ον με την ενίσχυση της παραγωγικής μας αυτονομίας και της αμυντικής μας ικανότητας, έναντι της επεκτατικής Τουρκίας. 4ον την ενίσχυση του ρόλου των πολιτών, με τον εκσυγχρονισμό της κοινοτικής δημοκρατικής μας παράδοσης , ενάντια στην κυριαρχία του κομματοκεντρικού  πολιτειακού συστήματος 5ον την πνευματική και πολιτική ολοκλήρωση της ταυτότητάς μας.

Για να σταματήσουμε να είμαστε «παρασιτική απόφυση της Δύσης» από τη μια και υποτελείς νεοφαναριώτες, από την άλλη. Η πολιτισμική μας ανάπτυξη είναι η μόνη μεγέθυνση που αποδεχόμαστε ενάντια στον γιγαντισμό της καπιταλιστικής πολυεθνικής μεγαμηχανής που στην πιο δύσκολη χώρα του πλανήτη κινδυνεύουμε να μας εξαφανίσει ως εθνικό συλλογικό υποκείμενο.

Δημήτρης Ναπ.Γ

Στατιστικά

  • 37,446 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Δεκέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031
Πατήστε την εικόνα για περισσότερα...

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!