//
archives

ΜΝΗΜΗ

This category contains 129 posts

Πίσω απ΄τη βιτρίνα η Δραπετσώνα, το Κερατσίνι, η Ελευσίνα …

Πίσω απ’ τη βιτρίνα
η Δραπετσώνα, το Κερατσίνι, η Ελευσίνα
πίσω απ’ τη βιτρίνα όλα αυτά.
Γκαζάδικα, βαφεία κι η θάλασσα λεκές,
έγινε το κορμί μου σκουπιδοντενεκές
και βρίζω τον αγέρα κι αυτή τη μαύρη σκόνη
που γδέρνει τα πλεμόνια και τη ζωή μου λιώνει…

Όταν ο Κώστας Τριπολίτης έγραφε τους στίχους, το μεγαλύτερο πρόβλημα των περιοχών αυτών ήταν η μόλυνση και οι κακές συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων. Περιοχές φτωχές και υποβαθμισμένες τα προηγούμενα πολλά χρόνια, με έντονο προσφυγικό στοιχείο και την προγραφή τους ως τόποι ανάπτυξης της ελληνικής βιομηχανίας. Προλεταριάτο, πρόσφυγες, βιοπαλαιστές κάθε είδους, λούμπεν και απόκληροι, μικρομάγαζα, αχθοφόροι του λιμανιού και μικροβιοτεχνίες, φασόν κάθε είδους, μηχανουργεία και μαστορική με όλες τις αντιφάσεις και παραγωγικές στρεβλώσεις προσκολλημένα στην «εκσυγχρονιστική» στρεβλή διόγκωση της εξαρτημένης εκβιομηχάνισης κυρίως από τον ξένο παράγοντα και τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες.

Και πλήθος λαού. Εξαγνισμένος και μυθοποιημένος, όπως τον αντίκριζα κι εγώ πίσω από τη βιτρίνα της μικροαστικής γωνιάς της γειτονιάς μου, στην αθηναϊκή μεγαλούπολη. Αγωνιστές ενάντια στην εξουσία και το μαράζι της καθημερινότητας.

Την δεκαετία του ’60, ο επώδυνος καθημερινός μόχθος στις «παραγκουπόλεις» και στα προσφυγικά, ισορρόπησε με την αθρόα μετανάστευση, ενώ στην δεκαετία του 70, τα ναυπηγεία και τα διυλιστήρια του Τομ Πάππας με τις φουτουριστικές δεξαμενές, έδεσαν με την ανάγκη του μεροκάματου και την υποτέλεια της χώρας σε ξένους και ντόπιους δυνάστες. Δημιουργήθηκε τότε ένα νεορεαλιστικό «κινηματογραφικό» τοπίο με την ανάγκη στέγασης που κατέλαβε το βουνό πάνω από το Πέραμα με τα εργατικά αυθαίρετα. Λαϊκές κατοικίες της μιας νύχτας, με την βοήθεια της γειτονιάς και την ταύτιση του παραγωγού κατοικιών με τον χρήστη τους, σε μια σχεδόν επαναστατική ανατροπή της εμπορευματικής λογικής της κατοικίας. Είναι τα γιαπιά που τόνιζαν την ανάγκη των εσωτερικών μεταναστών για «ένα κεραμίδι πάνω απ’το κεφάλι μας», αρκετό για να στεγάσει τα «αυθαίρετα», για το κεφάλαιο και το άπονο κράτος, όνειρα των λαϊκών τάξεων με την μικρή αυλή και το γιασεμί στη γλάστρα. Πλημμύριζε ο τόπος απ’την ευωδιά των λουλουδιών με την διάχυτη υπενθύμιση του μαζούτ και της μόλυνσης του τόπου. Χρωματίζοντας με αντιφατικά χρώματα και αρώματα, την αγωνία για να ανθίσει ζωή μέσα στις ρωγμές μιας Ελλάδας που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να γίνει λεύτερη.

Και το ΄80, με την «δικαίωση» των λαϊκών ονείρων, «από τα πάνω», μέσω ενός παρασιτικού «σοσιαλισμού», ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός έγινε ακόμα πιο αντιφατικός. Η διαστρέβλωση εθνικών και ταξικών οραμάτων απελευθέρωσης, η δημαγωγία και ο αερητζίδικος τριτογενής τομέας, δημιούργησαν νεόκτιστα (νεόδμητα, για τον «εκσυγχρονισμό») οικήματα και όνειρα, παλεύοντας με κάθε τρόπο να λεηλατήσουν το ήθος και την λαϊκή ψυχή. Και στα χρόνια της τωρινής μνημονιακής κατοχής, τα ερείπια και τα φαντάσματα των συνοικιών του μόχθου και της παραγωγής, μοιάζουν να αναζητούν όχι εκείνη την δύσκολη εποχή, αλλά το πνεύμα μιας αυτόκεντρης και αυτόνομης ευκαιρίας που χάθηκε μέσα στις πολλές αντικρουόμενες ιδεολογικές ατραπούς.

 

Συχνά, ψάχνω στις  γειτονιές αυτές. Τον ήχο του πρώτου πρωινού λεωφορείου και τον στεναγμό συγγενών και φίλων που επισκεπτόμασταν οικογενεικώς Κυριακές απόγευμα.. Μορφών με γλύκα και πείσμα, που ξεκινούσαν αξημέρωτα για μια κοπιαστική ζωή με όνειρα και όραμα. Κάπου, ίσως υπάρχει πάλι ελπίδα. Τώρα που ορφάνεψαν οι ιδεολογίες και οι χίμαιρες έδειξαν το εφιαλτικό πρόσωπό τους. Στα χρόνια μας,  που χρειάζεται ένα συλλογικό χέρι να δώσει πάλι ζωή, όχι στην μόλυνση και στην εκμετάλλευση καιρών αλλοτινών, αλλά σε μια νέα παραγωγική λογική μακριά από αφέντες και δυνάστες. Εγώ θα συνεχίζω να ψάχνω…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

 

Η Μνημοσύνη αγαπά τον ποιητή Σταύρο Βαβούρη!

 

Μια μέρα σαν τη σημερινή αξίζει να θυμηθώ τον ποιητή και καθηγητή μου Σταύρο Βαβούρη. Φέτος που ξαναβρισκόμαστε, στην καμπή των χρόνων, με παλιούς συμμαθητές. Σήμερα, που η ασταμάτητη βροχή, σκίζει τον προβλέψιμο και ασφαλή ήλιο του Μαΐου. Γιατί έτσι ήταν ο φιλόλογος-ποιητής μας στο Γυμνάσιο. Βρεγμένα αστροπελέκια το κατακαλόκαιρο και οργιώδης ήλιος τον χειμώνα. Απρόβλεπτος! Θεατρικός και παραστατικά φωνακλάς. Αυστηρός και λάτρης κάθε ταπεινού και φανταχτερού αντικειμένου και ειδώλου. Μελαγχολικός και γοητευτικός. Πάντα στα άκρα, απόλυτος.

Όπως τον περιγράφει ο Γιώργος Χρονάς, όταν θυμάται κάποιον θρασύ Γιάννη, να ονομάζει σε άρθρο του τον Βαβούρη, ποιητή του αποκλίνοντος ερωτισμού. «Πως τόλμησε να μιλήσει για τις επιθυμίες του;(…) Γιατί υπερέβη το πλατωνικό σύμπαν του εγώ; Δεν ήξερε πως αν ο Θεός συγχωρεί τα πλάσματά του, αυτός, ο Σταύρος Βαβούρης, ποτέ δεν συγχωρεί;»

Κι όμως, θαρρώ, εμάς μας συγχώρησε! Άνοιξε η πόρτα, στην Α΄Γυμνασίου και όταν πρόβαλλε για πρώτη φορά ο καθηγητής μας, σηκωθήκαμε και δεν… «άντεξα». Το πνιχτό γέλιο μας, εμένα και του κολλητού μου Γιώργου, τρύπησε τη σιωπή. Βλάσφημη στιγμή μια ανώριμης νιότης ή τραγική προσπάθεια ν’αντέξουμε την θλίψη για την «αλλοπρόσαλη» περπατησιά του, ενθύμιο παιδικής ασθένειας που δεν καθηλώθηκε σε καροτσάκι, αλλά προτίμησε να πορευτεί με «αναπηρία» περήφανη, όπως η τραγική Ελλάδα που μου έμαθε. Μας έριξε ένα αυστηρό βλέμμα και συνέχισε περήφανος πρός την έδρα, πρός την αιωνιότητα!

Πάντα κοκέτης, εμφανίσιμος και περιποιημένος, διεισδυτικός και αθυρόστομος, αιχμηρός και είρων, παθιασμένος αλλά πάντα αξιοπρεπής. Μεταξωτά φουλάρια και πουκάμισα, καραμέλες Μentos και τσιγάρα Salem menthol, που συχνά πυκνά «παράγγελνε» από τον Γρήγορη, που τότε ο πατέρας του ακόμα ήταν ναυτικός. Κι αν χαιρόμαστε που απουσίαζε συχνά, είμαι σίγουρος ότι το μυαλό δεν είχε συνειδητοποιήσει ποιος ήταν ο δάσκαλός μας,μέσα στα κρυφά γέλια, τα σχόλια και συχνά τη λοιδορία μας για την ακαταλαβίστικη ποίηση. Μα είμαι σίγουρος ότι το ένιωθε η καρδιά μας και σήμερα το επιβεβαιώνει η μνήμη που δεν λαθεύει. Μια μνήμη, μεταξωτή κλωστή, μια πολύτιμη γλώσσα που παλεύει να σώσει την Ελλάδα που χάνεται, με το πνεύμα και την διονυσιακή μανία μιας Ελλάδας που δημιουργούσε πολιτισμό. Λαϊκό και λόγιο.

Αυτή ήταν η μήτρα του δασκάλου μας. Ο Καβάφης και οι καταραμένοι ποιητές, οι βροχεροί δρόμοι του κέντρου και της αέναα νωπής απουσίας, η Μεγάλου Αλεξανδρου και το Μεταξουργείο, η λαγνεία και η ταυτόχρονη απεγνωσμένη αναζήτηση τρυφερότητας. Ο μύθος των Ατρειδών, ο Ηρόδοτος, ο Θουκιδίδης, ο Ελύτης και ο …Μπωντλέρ. Η Κλυταιμνήστρα, η Ηλέκτρα, η Μήδεια και η Μεσαλίνα. Η Ηλιάδα, ο Αχιλλέας και ο Ευρύλοχος, ο μοναδικός σύντροφος του Οδυσσέα που δεν έγινε «γουρούνι» απ΄την Κίρκη. Να μας παιδεύει και να μας εκπαιδεύει.

Τα είχα αγοράσει τα ποιήματα, «Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»», που «προκλητικά» μας πρότεινε, σίγουρος για την τέχνη του. Δεν αντιστάθηκα, τυχερός νιώθω. Είναι ενθύμιο και ξόρκι για δίσεκτους καιρούς.

Ο Γιώργος Χρονάς, Έλληνας και συλλέκτης στιγμών μοναδικών, καταγράφει για τον ποιητή: «Την πρώτη φορά που τον συνάντησα έμενε στο νεοκλασικό που γεννήθηκε, στο Μετaξουργείο. Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ποιητές και ταλαντούχοι συγγραφείς ήταν ο κύκλος του. Τούς διάλεγε με αυστηρότητα. Τους σεβόταν, αλλά ταυτόχρονα μπορούσε να μπορούσε να τους κάνει σκουπίδι για μια πράξη τους. Να τους πετάξει έξω. Ήταν ευέξαπτος, αλλά και μελαγχολικά σοφός. Καθηγητής φιλόλογος που η τέχνη τους, της ποιήσεως, τον συνόδευε σφόδρα. Τα βιβλία του στις εκδόσεις Ερμής. Η κυρία Λένα Σαββίδη ήταν φίλη του. Το μόνο πρόσωπο που αγαπούσε μέχρι το τέλος. Που δεν τσακώθηκε ποτέ. Όταν είδε την παράσταση της Ηλέκτρας του, στους Δελφούς, από τη Μέμη Σπυράτου σκηνοθετημένη, ένα δάκρυ κύλησε από το μάγουλό του. Με ένα λευκό μαντήλι το απορρόφησε. Το βράδυ στην ταβέρνα, δίπλα στον θεό Διόνυσο και στον Ηνίοχο, ου δεν του άρεσε ως άγαλμα, προτιμούσε τον Ερμή του Πραξιτέλη, ευχήθηκε στην υγεία της θεάς Αθηνάς και της κόρης της Δήμητρας, Περσεφόνης. Που τ’όνομά της τον ταράζει.  (…) Τον ξαναείδα πολλές φορές. Αλλού και με άλλους. Πάντα γοητευτικός. Θηριώδης. Με ψυχή παιδιού. Μια από τις στιγμές της ζωής μου όπου θα θυμάμαι, τον ποιητή-ηθοποιό που συνάντησα. και είδα αυτό που ήταν και που ευφυώς περιέφερε. Ή έκρυβε;»

Αυτός ήταν ο δάσκαλός μας. Μια φιγούρα αλλόκοτη, αλαφροίσκιωτη και σοφή. Τυχεροί που ήρθε στη ζωή μας, μέσα από δρόμους παράξενους και, ίσως, σε λάθος στιγμές. Δεν θα μπορούσε, όμως να είναι αλλιώς. Πάντα ακούς και συλλογίζεσαι, όταν είσαι έτοιμος γι’αυτό. Και αυτό θέλει χρόνο…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Λάκτισμα και ημιχρόνιο, στους φιλελέ νεολογισμούς του ποδοσφαίρου!

Από το εναρκτήριο λάκτισμα στην μπαρούφα του «παίζει στον άξονα» στα «βαριά κορμιά» και στο «over lap». 

Συχνά, αναπολώ, μου λείπουν για την ακρίβεια, λέξεις, φράσεις και συναίσθημα από την λαϊκή γιορτή του ποδοσφαίρου. Ως απόηχος από τις μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες -όπου στο βάθος περιέγραφε αγώνα ο Βασίλης Γεωργίου, ο Στάθης Γαβάκης (περιγραφή και Ιπποδρόμου, αυτός),  ο θρυλικός Αντώνης Πυλιαρός (αξέχαστος και στις παρελάσεις), ο παροιμιώδης Βασίλης Κοντοβαζαινίτης και ο αξεπέραστος Διακογιάννης-  ακούγονται στ’αυτιά μου το εναρκήριο λάκτισμα, το γωνιαίο λάκτισμα (κόρνερ), η πλάγια επαναφορά (πλάγιο άουτ), το ημιχρόνιο, το ελεύθερο, ο παίκτης που έπαιζε στα …ντεμί (μεσοεπιθετικός), το μελέ(φάση διαρκείας με κάθε τρόπο για την επίτευξη γκολ), ο μικρός το δέμας επιθετικός, ή  το εκτός παιδιάς (offside). Οι οποίες συνυπήρχαν με τους αγγλικούς όρους, ζυμωμένους σε μια λαϊκή ατμόσφαιρα που δεν ξένιζε ως αγγλικούρα, καθώς ο δημοσιογράφος, η γειτονιά, η παρέα, τις ενσωμάτωνε σε μια «μικτή και πολιτισμικά …νόμιμη» διάλεκτο. Εκεί που το γκολ, λεγόταν και τέρμα!

Έτσι, οι φράσεις και όροι αυτοί, που γεννήθηκαν το ΄50 και το ΄60, αλλά χρωμάτισαν τα ποδοσφαιρικά χρόνια μας, το ΄70 και το ΄80, συνδύαζαν και αγγλικούς όρους, αυτούσια μεταφερόμενους ή λυρικά…παραποιημένους. Έτσι, και το σέντερ φόρ υπήρχε και το σέντερ χάφ, αλλά εκστασιάζομαι όταν τα ξανακούσω, ως …σέντρεφορ και σεντρεχαφ. Μελωδία το πλονζόν (η βουτιά του τερματοφύλακα), όπερα ο μέσα δεξιά και ο μέσα αριστερά, αλλά και ροκ ηχητικός νεωτερισμός το εξτρέμ (που εναλλασσόταν με το ελληνικό ακραίος επιθετικός) και τα …καρέ ( η μικρή και μεγάλη περιοχή).

Στο γήπεδο, στο ποδοσφαιρικό δίτερμα ή μονότερμα της γειτονιάς, στην ποδοσφαιροκουβέντα, θριάμβευσαν οι λέξεις και τα νοήματα αυτά, ώσπου στο όνομα ενός ψευδεπίγραφου διανοουμενισμού των αθλητικών αναμεταδόσεων και στην ρωγμή ενός στρεβλού μεταμοντερνισμού και αθλητικής «επιστημοσύνης», πήξαμε από τα μέσα της δεκαετίας του 90, στις δήθεν ψαγμένες  περιγραφές του Σκουντή (πρώτος στο είδος, που ξεκίνησε από το έτσι κι αλλιώς ευεπίφορο στους γλωσσικούς μιμητισμούς basket ball-καλαθόσφαιριση. Πάουερ φόργουορντ, Σμολ φόργουορντ, Σούτινγκ γκαρντ  και δε συμμαζεύεται.) και του Αλέξη Σπυρόπουλου.

Νέα Ελλάδα, νέοι όροι, νέες λέξεις, για να ξορκιστεί το βέβηλο λαϊκό ποδόσφαιρο ή η παρωχημένη επαρχιώτικη λαϊκή καθαρεύουσα των προηγούμενων χρόνων. Ταυτόχρονα, με τον κοινωικοοικονομικό παρασιτισμό για να προλάβουμε να γίνουμε «εφάμιλλοι των καλύτερων ευρωπαϊκών» παραδειγμάτων. Έτσι, πήξαμε στις Ακαδημίες για να ξεχαστούν τα …τσικό, στους ποδοσφαιριστές που παίζουν άμυνα σε ζώνη, σε αμυντικούς που παίζουν με over lap, σε σταρς που παίζουν στον ….άξονα και παίρνουν τη φάση πάνω τους και οδηγούν την μπάλα και σε ομάδες που έχουν τα σφυρίγματα. Ένας σωρός περιγραφές αγώνων που διεκδικούν θέση στην Lifo και την Athens Voice, αλλά ποτέ στον πυρήνα της ψυχής όλων των μπαλαδόρων, των μπαλαδόφατσων, που από τις νέες μεταγραφές που είναι «βαριά κορμιά», προτιμούν ακόμα το λαϊκά ακαδημαϊκό, μεγάλος ή μικρός το δέμας (ανάλογα τη σωματική διάπλαση του παίκτη)  ή ακόμα καλύτερα το χαμηλοκώλης ή το αξεπέραστα γλαφυρό …κοντοπούτανος!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Δείτε:

Διαβάστε επίσης: http://ourout.blogspot.gr/search?updated-max=2011-06-27T20:40:00%2B03:00&max-results=300&start=18&by-date=false

 

 

Στο Σταθμό Λαρίσης…!

του Νίκου Γ. Λεμονή

Ο Σταθμός Λαρίσης δεν λέγεται (επισήμως) Σταθμός Λαρίσης. Λέγεται Σιδηροδρομικός Σταθμός Αθηνών αν και στην πραγματικότητα μέχρι το 2005 αποτελούσε μόνο το 50% του Σιδηροδρομικού Σταθμού Αθηνών. Το υπόλοιπο 50% ήταν ο Σταθμός Πελοποννήσου που επίσης δεν λεγόταν επισήμως Σταθμός Πελοποννήσου, αλλά (τι πρωτοτυπία!) Σιδηροδρομικός Σταθμός Αθηνών κι αυτός.

Ας μην σταθούμε όμως σε τυπικότητες. Αυτός που όλο το έως σήμερα γνωστό σύμπαν γνωρίζει ως Σταθμό Λαρίσης, κατασκευάστηκε το 1904 αρκετά χρόνια μετά τον παρακείμενο Σταθμό Πελοποννήσου. Ο τελευταίος ανήκε στον ΣΠΑΠ (που θα πει: Σιδηρόδρομος Πειραιώς, Αθηνών, Πελοποννήσου) ενώ ο Σταθμός Λαρίσης στον ΣΕΚ, δηλαδή στους Σιδηροδρόμους Ελληνικού Κράτους. ΣΠΑΠ και ΣΕΚ, δύο δημόσιες εταιρείες που αργότερα συγχωνεύθηκαν και δημιουργήθηκε ο γνωστός μας σημερινός ΟΣΕ (Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος).

Το κτήριο είναι διώροφο και αποτελεί τυπικό δείγμα νεοκλασικισμού με ορισμένα εκλεκτικιστικά στοιχεία. Και τα δύο είναι σχεδόν αδύνατο να τα παρατηρήσουμε σήμερα, καθώς μια σειρά από μεταγενέστερες παρεμβάσεις έχουν μεταλλάξει προς το πολύ χειρότερο την αισθητική του.

«Λαρίσης» ονομάστηκε στην κοινή αθηναϊκή συνείδηση ο συγκεκριμένος σταθμός, διότι από εδώ έφευγαν τα σιδηροδρομικά δρομολόγια για τη Λάρισα, τελευταία τότε πόλη προς βορρά της επικράτειας του ελληνικού κράτους, που δεν συμπεριλάμβανε ακόμη τη Μακεδονία και τη Θράκη. Η αλήθεια είναι πως ο τελευταίος σταθμός των τρένων που ξεκινούσαν από την Αθήνα προς τα πάνω δεν ήταν η Λάρισα, αλλά ένα χωριό ονόματι Παπαπούλι. Πάντως δεν ονομάστηκε ποτέ «Σταθμός Παπαπουλίου».
Τα σύνορα άλλαξαν, το ελληνικό κράτος μεγάλωσε, ήρθαν εποχές που τα ελληνικά τρένα έφταναν πολύ πιο πέρα από τη Λάρισα, ως τη Σόφια, το Βελιγράδι, τη Βενετία και το Μόναχο, αλλά ο Σταθμός Λαρίσης πεισματικά δεν άλλαξε όνομα. Μάλιστα πρόσφερε την ονομασία του σε όλη την γύρω περιοχή.

Ο Σταθμός Λαρίσης για ‘μένα ήταν κάτι σαν την παιδική Γη της Επαγγελίας. Στην προσχολική και στην πρώτη σχολική μου ηλικία στα μισά της δεκαετίας του ’70, κάθε απογευματινή βόλτα με τον παππού μου κατέληγε στις αποβάθρες του Σταθμού. Εκεί συνήθιζε να μου αφηγείται πως σαν αμαξάς με έδρα την Πλατεία Ιπποδαμείας στον Πειραιά, μετέφερε συχνά ανθρώπους και εμπορεύματα από το Λιμάνι στον Σταθμό Λαρίσης. Σήμερα μου φαίνεται περίεργο αυτό, καθώς ξέρω πως ο Πειραιάς είχε κι αυτός τους δικούς του Σταθμούς Πελοποννήσου και Λαρίσης. Ποιος ξέρει γιατί κάποιοι προτιμούσαν να επιβιβαστούν στο τρένο από την Αθήνα;

Τέλος πάντων στις αποβάθρες του Σταθμού χάζευα με τις ώρες τον κόσμο. Θυμάμαι τον σταθμάρχη με ένα κόκκινο καπέλο, μια σφυρίχτρα και ένα παράξενο στρογγυλό σημαιάκι δύο όψεων που έδινε την εντολή για αναχώρηση στην «ταχεία αμαξοστοιχία». Επίσης θυμάμαι να μου μιλούν οι πάντες για κάποιο ή κάποια περίφημο ή περίφημη «οτομοτρίς». Το μόνο που κατάλαβα μεγαλώνοντας είναι πως η λέξη είναι γαλλική και δηλώνει κάποιο είδος μηχανής. Τα υπόλοιπα – και γιατί στην εποχή της ήταν τόσο σημαντική – τα αγνοώ ακόμη. Τέλος θυμάμαι πολλούς, πάρα πολλούς, άπειρους φαντάρους να ανεβοκατεβαίνουν στα τρένα. Είμαι βέβαιος πως ήταν οι καλύτεροι πελάτες του σιδηροδρόμου.

Στην πραγματικότητα μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’70 ο Σταθμός Λαρίσης ήταν το βασικό σημείο αναφοράς της γειτονιάς μας. Αυτός καθόριζε τη φυσιογνωμία της περιοχής μας, άλλωστε ακούγαμε ακόμη καθαρά, σε πολλά οικοδομικά τετράγωνα απόσταση, το σφύριγμα των τρένων που έμπαιναν στον Σταθμό.
Λόγω της γειτνίασης με τον Σταθμό (και βεβαίως με την Ομόνοια και το κέντρο της πόλης) στην συνοικία λειτουργούσαν πολλά ξενοδοχεία. Συγκέντρωναν επαρχιώτες, τουρίστες και τουρίστες. Για χάρη των τελευταίων άνθισε στη γειτονιά μας το κλασικό πρότυπο του greek kamaki και «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’αγόρι μου» με σπουδαίες επιτυχίες στο ενεργητικό του.

Επιπλέον το «Βουναλάκι», δηλαδή η πλατεία ακριβώς απέναντι από την κεντρική είσοδο του Σταθμού Λαρίσης, γέμιζε κάθε βράδυ με υπνόσακους νεαρών και χίπηδων στο πνεύμα της εποχής, αγοριών και κοριτσιών, που θα έπαιρναν το επόμενο τρένο ή απλώς περίμεναν να απολαύσουν το αττικό φως το ξημέρωμα . Εκεί στο «Βουναλάκι» υπήρχε ένας φύλακας του Δήμου που ήταν επιφορτισμένος με το μοναδικό καθήκον να μας κυνηγάει όταν παίζαμε μπάλα μέσα στα παρτέρια, που στην παιδική μας φαντασία ήταν κάτι σαν τον χλοοτάπητα του Μαρακανά. Έτσι βρισκόμασταν αλληλέγγυοι στην παρανομία εμείς κι οι χίπηδες που κοιμόντουσαν την νύχτα στα ίδια παρτέρια. Ευτυχώς το βράδυ ο φύλακας την έκανε για το σπίτι και τουλάχιστον ο ήσυχος ύπνος εξασφαλιζόταν.

Παρά την τόση μου συνάφεια με τον Σταθμό Λαρίσης και τον σιδηρόδρομο, μπορώ να πω ότι αν έπρεπε να βάλω έναν τίτλο στην παιδική μου ηλικία αυτός θα ήταν: «ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν». Πράγματι με τρένο ταξίδεψα για πρώτη φορά στη ζωή μου στα 16 μου. Και μάλιστα όχι σε ελληνικό τρένο, αλλά στην Ιταλία. Για κάποιον που από τα πέντε του χρόνια ζει στα 150 μέτρα απόσταση από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της χώρας, το λες και γελοίο. Αλλά δυστυχώς είναι τραγικό. Γιατί ενώ σε όλον τον υπόλοιπο πλανήτη το τρένο, και οι κρατικές σιδηροδρομικές εταιρείες προσφέρουν αξιόπιστες υπηρεσίες και προάγουν τον πολιτισμό και την επικοινωνία των ανθρώπων, στην Ελλάδα ο σιδηρόδρομος απαξιώθηκε σταθερά για να εξυπηρετηθούν ιδιωτικά συμφέροντα ανταγωνιστικών μέσων μεταφοράς (με πρώτα από όλα τα χουντικά ΚΤΕΛ).

Η τελευταία, αλλά όχι λιγότερο σημαντική, συνεισφορά του Σταθμού Λαρίσης στη γειτονιά μας είναι κι αυτή: Στα 1927 οι εργάτες του «Λαρισαϊκού Σιδηροδρόμου» που εργάζονταν στον Σταθμό μας αποφάσισαν να φτιάξουν μια ποδοσφαιρική ομάδα. Έτσι γεννήθηκε ο Αθλητικός και Ποδοσφαιρικός Σύλλογος Λαρισαϊκός. Σήμερα, 90 χρόνια μετά ο «Lary» μας είναι το πιο ζωντανό κοινωνικό και αθλητικό κύτταρο στη γειτονιά και στο κέντρο της Αθήνας.

«Άξιον εστί» – Οδυσσέας Ελύτης

Ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί πως έγραψε το Αξιον Εστί…

«Οσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ηταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ητανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοιρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ηταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.

Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ‘χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Έλληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.

Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί».

Πηγή: http://www.klik.gr/gr/el/24-hours/tis-dikaiosunis-ilie-noite-mpithikotsis/

Έξοδος από την πολιορκία …του δυτικού φαντασιακού! Η «συστημική» ποιητική σκέψη του Διονύσιου Σολωμού

Αντί επετείου για την Έξοδο του Μεσολογγίου, που ύμνησε το ελεύθερο διαχρονικό πνεύμα των λαών, το παρακάτω κείμενο, που συνδέει την ποίηση του Διονύσιου Σολωμού με την συστημική σκέψη, πολύ πριν εισαχθεί εκ νέου στην θεραπευτική «επιστήμη» του τόπου μας, ντυμένη με δυτικά κουστουμάκια!  Το κείμενο δεν λοιδορεί τις ανακαλύψεις μιας παγκόσμιας επιστημολογίας, αλλά καυτηριάζει την φθήνια της αποικιοποίησης της σκέψης μας, απότοκο ενός αρχοντοχωριάτικου νεοραγιαδισμού πνευματικής υποτέλειας.

Η «ΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ» ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ

Από το τοπικό στο παγκόσμιο, από το προσωπικό στο συλλογικό, από την επιβίωση στις μεγάλες αξίες

 «Κάμε ώστε ο μικρός Κύκλος, μέσα εις τον οποίον κινιέται η πολιορκημένη πόλη, να ξεσκεπάζει εις την ατμόσφαιρα του τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδας, για την υλική θέση, οπού αξίζει τόσο για εκείνους οπού θέλουν να τη βαστάξουν, όσο για εκείνους οπού θέλουν να την αρπάξουν, – και για την ηθική θέση, τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητας. Τοιουτοτρόπως η υπόθεση δένεται με το παγκόσμιο σύστημα. – Ιδές τον Προμηθέα και εν γένει τα συγγράμματα του Αισχύλου. – Ας φανεί καθαρά η μικρότης του τόπου και ο σιδερένιος και ασύντριφτος κύκλος οπού την έχει κλεισμένη. Τοιουτοτρόπως από τη μικρότητα του τόπου, ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δύναμες, θέλει έβγουν οι Μεγάλες Ουσίες»

Είναι αυτή η μικρή «πόλη», ο «μικρός Κύκλος» , μέσα στο οποίο κινείται ο εαυτός μας αλλά και το κοινωνικό μας περιβάλλον – εμείς, η οικογένεια, οι σχέσεις, οι γύρω μας. Από την «κατάσταση πολιορκίας», που ζούμε στην εποχή της μετανεωτερικότητας, ξεκινά η προσπάθεια για ελευθερία και απελευθέρωση από την προσωπική ή συλλογική μας δυσκολία.

Η διατήρηση της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας, του συνεχή αγώνα μέσα στο σύμπτωμα (τον μικρό κύκλο), κάμε να «κινιέται» με τέτοιον τρόπο,  έτσι ώστε να απελευθερωθεί, η «υλική θέση» (δηλαδή, η βιολογική και  σωματική μας υγεία) και να αποδεικνύει πόσο σημαντική είναι αυτή για μας, αλλά και γι’αυτούς που μας πολιορκούν, αυτούς, δηλαδή που συμβάλλουν στην δημιουργία της «πολιορκίας» (δηλαδή του συμπτώματος).

«Κάμε», όμως, κι  αυτή η προσπάθεια (ο αγώνας, η απελευθέρωση, η αλλαγή), να αποκτά την «ηθική θέση» που την συνδέει με τα μεγαλύτερα συμφέροντα της «Ανθρωπότητας». Με αξίες οικουμενικές και παγκόσμιες της κοινότητας των ανθρώπων.

Μιλώντας ειδικά για τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», ο Ιάκωβος Πολυλάς, λέει ότι η ηθική ελευθερία είναι το πιο οχυρό καταφύγιο της ανθρώπινης ψυχής που πολιορκείται από τη φυσική βία. Ο άνθρωπος που συνειδητοποιεί την αυτονομία του απέναντι στις φυσικές δυνάμεις (το τραύμα, το σύμπτωμα, κ.α) οδηγείται στη δράση και από τη σύγκρουση αυτή γεννιούνται οι υψηλές πράξεις.

Στο ποίημα, φαίνεται  ακέραιος ο άνθρωπος· το ύψος της ψυχής του και συνάμα τα φυσικά αισθήματα (έρωτας, μητρική αγάπη, ενθουσιασμός της δόξας, φιλοζωία, έρωτας προς τα κάλλη της φύσης) σε όλη τους τη σφοδρότητα, την ώρα που τα σκεπάζει η σκιά του θανάτου (του συμπτώματος). Και συγχρόνως αυτή η υπεροχή του πνεύματος μπροστά στη βία (την αλλαγής έναντι της ψυχικής ή σωωματικής κακοποίησης ),  φαίνεται και στον ανδρικό και στο γυναικείο χαρακτήρα γιατί είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

Χρόνια αργότερα, ο Σεφέρης αναφέρει για τον Σολωμό:

«Ο γενάρχης της λογοτεχνίας αυτής δεν ήξερε ελληνικά, αλλά τα έμαθε και τα μάθαινε ως το τέλος της ζωής του. […] Αλλά την πορεία της ελληνικής γλώσσας την εχάραξε μια για πάντα η διάνοια του Σολωμού. Και ίσως επειδή ερχότανε κάθε τόσο από μακριά, να κοίταξε τα πράγματα με το φρέσκο και το σίγουρο μάτι που τα κοίταξε(Σεφέρης [1937] 1984: 71, 74)

Ας το παραλλάξω, μέσα στην «θεραπευτική μου διαστροφή» :

«Ο γενάρχης της αλλαγής (ο άνθρωπος στην θεραπεία), δεν ήξερε την γλώσσα της, αλλά την έμαθε και συνέχιζε να μαθαίνει ως το τέλος της ζωής του […]. Αλλά την πορεία αυτή την εχάραξε μια για πάντα η δική του μοναδική διάνοια. Και ίσως επειδή, ερχόταν κάθε τόσο από μακριά (ξέροντας πως γεννήθηκε και πως ήρθε στη ζωή, παιδί μιας μακραίωνης οικογενειακής και πολιτισμικής ιστορίας), να κοίταξε  – παίρνοντας απόσταση, όποτε χρειαζόταν – τα πράγματα με το φρέσκο και το σίγουρο μάτι που τα κοίταξε»

Δημήτρης Ναπ. Γ. 

ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΩΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

του Γιώργου Αλεξάτου

Ανεξαρτήτως του αν και κατά πόσο μπορεί κάποιος να ενδιαφέρεται για το ποδόσφαιρο ως άθλημα και ως θέαμα, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει το γεγονός ότι έχει αναδειχθεί παγκοσμίως, εδώ και έναν αιώνα περίπου, στο πλέον δημοφιλές σπορ. Πώς το ‘λεγε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, σε εκείνο το τραγούδι; «Αρχίζει το ματς, αδειάσαν οι δρόμοι…».

Το ποδόσφαιρο, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο άθλημα, προκαλεί καθημερινές συζητήσεις, εν μέσω αστεϊσμών, αλλά και αντεγκλήσεων, ενίοτε και καβγάδων. Διαθέτει οπαδούς ενθουσιώδεις και πολύ συχνά φανατικούς. Και αποτελεί στοιχείο του λαϊκού πολιτισμού στις σύγχρονες κοινωνίες, αντικείμενο μελέτης της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας.

Βασικό του χαρακτηριστικό η λαϊκότητα. Το έχουν αγκαλιάσει τα εργατικά και λαϊκά κοινωνικά στρώματα και δένονται μαζί του. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι δήμοι με τις περισσότερες τοπικές ποδοσφαιρικές ομάδες είναι αυτοί που έχουν εργατική-λαϊκή πληθυσμιακή σύνθεση, σε αντίθεση με τους δήμους όπου ζουν κυρίως αστικά και μεσοαστικά κοινωνικά στρώματα. Έτσι, έχουμε περίπου 15 ποδοσφαιρικούς συλλόγους σε Κερατσίνι-Δραπετσώνα, σε Νίκαια-Ρέντη και στο Περιστέρι, ενώ μόλις έναν σε Φιλοθέη-Ψυχικό, στη Βούλα κ.ά. Νιώθουν εξοικειωμένοι οι λαϊκοί άνθρωποι με το ποδόσφαιρο κι αυτό για πολλούς λόγους.

Ποδόσφαιρο μπορεί να παίξει η όποια παρέα πιτσιρικάδων, αν εξασφαλίσει δυο απλές προϋποθέσεις. Έναν ανοιχτό χώρο, όπου δυο σημάδια απ’ τη μια πλευρά και δύο από την άλλη ορίζουν τα σημεία του τέρματος, και μια μπάλα, που δεν χρειάζεται να είναι απαραιτήτως ποδοσφαιρική. Κάποτε, μια μπάλα από κομμάτια παλιών υφασμάτων, σφιχτά δεμένων μεταξύ τους, μπορούσε να κάνει θαυμάσια τη δουλειά της, μέχρι να διαλυθεί, οπότε έληγε και ο αγώνας. Κάτι που συμβαίνει ακόμη και σήμερα σε φτωχές χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής.

Ποδόσφαιρο έπαιζαν σχεδόν όλοι οι πιτσιρικάδες στις λαϊκές γειτονιές. Κάποιοι ήταν οι αναγνωρισμένοι «μπαλαδόροι». Συμμετείχαν όμως ακόμη και παιδιά που καλούνταν να πάρουν μέρος, μόνο και μόνο για να συμπληρωθεί η ομάδα. Κι όταν λέμε ομάδα εννοούμε τρεις, πέντε, οχτώ παίχτες. Καμιά φορά, αν ήταν μεγάλη και η αλάνα, συμπληρωνόταν κι η επιδιωκόμενη εντεκάδα.

Έτσι, κάθε γειτονιά είχε τη δική της «Ακαδημία Ποδοσφαίρου», χωρίς κανένας να έχει φροντίσει για την ίδρυση και τη λειτουργία της. Κι έτσι, έβγαιναν από τις λαϊκές γειτονιές τα νέα ταλέντα, που όταν έφταναν στην εφηβεία στελέχωναν τις ομάδες των τοπικών συλλόγων. Κι ανάμεσά τους ξεχώριζαν αυτοί που πραγματοποιούσαν το όνειρο και εντάσσονταν στις μεγάλες ομάδες και γίνονταν γνωστοί στο πανελλήνιο. Αυτοί που ξεκινώντας απ’ τις αλάνες δοξάζονταν στα εθνικά και διεθνή στάδια.

Ανάδειξη στη βάση των πραγματικών ικανοτήτων του καθενός, που σπάνια, τουλάχιστον μέχρι και τη δεκαετία του 1950, συνοδευόταν και από οικονομικές απολαβές. Βιομηχανικοί εργάτες, λιμενεργάτες, οικοδόμοι, ανθρακωρύχοι ήταν στη μεγάλη τους πλειονότητα οι βρετανοί, ιταλοί, λατινοαμερικάνοι και άλλοι παγκοσμίως γνωστοί θρύλοι των γηπέδων. Το ποδόσφαιρο εξαιρετικά σπάνια συνέβαλε στον βιοπορισμό τους.

Το 1950 νεαρός ποδοσφαιριστής, που τον διεκδικούσε ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης, υπέγραψε τελικά με τον ΠΑΟΚ, γιατί του παρείχε δωρεάν τα αθλητικά παπούτσια! Ένα γάιδαρο πήρε ως «μπόνους» ο κορυφαίος του Ολυμπιακού Γιώργος Μουράτης, αντικαθιστώντας έτσι το γέρικο ζώο με το οποίο γυρνούσε τις γειτονιές του Πειραιά, ως πλανόδιος μανάβης!

Το ποδόσφαιρο αποτέλεσε στοιχείο αναγνώρισης της κοινωνικής συνοχής της συνοικίας, χάρη στους μικρούς τοπικούς συλλόγους που ξεφύτρωναν ακόμη και κατά ενορία. Κάποιοι σύλλογοι σηματοδοτούσαν τη διαφορετικότητα της καταγωγής των κατοίκων. Κυρίως σύλλογοι προσφυγικοί, αλλά όχι μόνο. Άλλες φορές –κι αυτές οι περιπτώσεις δεν ήταν λίγες- η ίδρυση ενός ποδοσφαιρικού σωματείου εξέφραζε και την πολιτική τοποθέτηση ενός κόσμου. Έτσι, εκεί που ένας τοπικός σύλλογος είχε ιδρυθεί από αριστερούς ή είχε τεθεί υπό τον έλεγχό τους, οι δεξιοί φρόντιζαν να δημιουργήσουν τον δικό τους, στην ίδια συνοικία. Κι αυτό συνέβαινε και αντιστρόφως. Ιδιαίτερα στις δεκαετίες 1930-60.

Ο αγώνας της τοπικής ομάδας την Κυριακή, άλλες φορές Σάββατο και κάποιες λίγες φορές μεσοβδόμαδα, ήταν γεγονός για τη συνοικία.  Το γήπεδο -συνήθως μια αλάνα, όπου είχαν τοποθετήσει δοκάρια για τέρματα, ενίοτε και χωρίς δίχτυ, και φυσικά ούτε λόγος για γρασίδι και κερκίδες- ήταν τόπος συνάντησης και μαζικής εκτόνωσης.

Εκεί μπορούσε να φωνάξεις όσο θέλεις, να βρίσεις και να βλαστημήσεις ακόμη και τα θεία, χωρίς νομικές επιπτώσεις, δίπλα και στον χωροφύλακα ή τον αστυφύλακα, να καλαμπουρίσεις, να χλευάσεις και να αμφισβητήσεις τη μικροεξουσία του διαιτητή και του τοπικού ποδοσφαιρικού (και συνήθως όχι μόνο) παράγοντα. Κυρίαρχη η αγανάκτηση, αλλά και ο αυτοσαρκασμός, όταν η ομάδα «σερνόταν», η περηφάνια και η έπαρση, όταν «σάρωνε» τον αντίπαλο.

Ανθρώπινα πράγματα, δηλαδή, απαραίτητα για την ψυχική ισορροπία ανθρώπων που ζούσαν στα όρια μεταξύ φτώχειας και εξαθλίωσης, σε πολιτικές συνθήκες έκτακτης ανάγκης και απαγορεύσεων, που σ’ αυτόν εδώ τον τόπο κράτησαν, με τη μια ή την άλλη μορφή, κοντά μισό αιώνα και σημάδεψαν τον ψυχισμό του ελληνικού λαού.

Στο καφενείο αδιαχώρητο, όταν μεταδίδονταν από το ραδιόφωνο ποδοσφαιρικοί αγώνες της Α΄ Εθνικής, του Κυπέλλου ή της Εθνικής Ελλάδος. Οι «τυχεροί», αυτοί που έφταναν νωρίτερα -συνήθως όσοι είχαν τη δυνατότητα να παραγγείλουν καφέ, ούζο, κονιάκ ή μπύρα- έπιαναν τις καρέκλες. Οι άλλοι όρθιοι κι όλοι μαζί συγκεντρωμένοι «ν’ ακούσουν μπάλα» συλλογικά, ώστε να ‘χει περισσότερο ενδιαφέρον, αλλά και τον σχετικό χαβαλέ, η υπόθεση. Αλλά και γιατί ελάχιστα σπίτια είχαν την πολυτέλεια να διαθέτουν ραδιόφωνο. Ακόμη και το 1964, στην Ελλάδα αναλογούσαν 81 ραδιόφωνα ανά 1.000 κατοίκους (περίπου ένα ανά τέσσερα νοικοκυριά), όταν στην Ιταλία η αναλογία ήταν 126, στη Δυτική Γερμανία 308 και στις ΗΠΑ 944.

Λαϊκό και συνάμα δημοκρατικό άθλημα το ποδόσφαιρο. Και όχι μόνο γιατί ήταν η αθλητική διέξοδος για τα παιδιά των εργατικών-λαϊκών συνοικιών που παίζοντας διαμόρφωναν συνείδηση της αξίας της συλλογικής προσπάθειας, αλλά και λόγω των σχέσεων μεταξύ των φιλάθλων.

Ποιος εργάτης και ποιος λεφτάς; Ποιος αγράμματος και ποιος επιστήμονας; Όταν ανοίγει η κουβέντα για το αμφισβητούμενο πέναλτι, ο καθένας νομιμοποιείται να έχει άποψη, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου, κοινωνικής θέσης και οικονομικής επιφάνειας. Συχνά, είναι ο εργάτης του δημοτικού που αναγνωρίζεται από τον φίλαθλο γιατρό πως έχει δίκιο. Κι η κουβέντα ανάβει, με απεύθυνση στον ενικό. Από όλους προς όλους.

Μοιάζει παράταιρη με το γενικό κλίμα μια φράση του τύπου, «δεν έχετε δίκιο, κύριε καθηγητά! Οφσάιντ ήταν. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό και θεωρώ πως πρέπει να επανεξετάσετε το ζήτημα». Το άλλο ακούγεται καλύτερα: «Στα μαθηματικά δεν ξέρω, για να ‘σαι καθηγητής καλός θα ‘σαι. Αλλά από μπάλα έχεις μεσάνυχτα. Στραβώθηκες απ’ το πολύ διάβασμα καημένε κι ούτε το οφσάιντ δεν μπόρεσες να δεις!»

Υπήρχαν, βεβαίως, και τα άλλα. Οι παραγοντισμοί, η αξιοποίηση της δραστηριότητας στο ποδοσφαιρικό σωματείο για την προώθηση ιδιοτελών συμφερόντων. Ο μεγαλομαγαζάτορας της συνοικίας, που εξαργύρωνε την προσφορά της φανέλας στους παίχτες ή των εξόδων ενός ταξιδιού εκτός έδρας, με την αύξηση της πελατείας του, ο δικηγόρος που εκτός από πελάτες προσδοκούσε και σε ψήφους στις δημοτικές εκλογές κ.λπ.

Κι αν έχει δεχτεί επικρίσεις το ποδόσφαιρο! Σε κάποιες περιπτώσεις όχι άδικα. Σε άλλες, απλώς εκφράζονταν και εκφράζονται συμπλεγματικές αντιμετωπίσεις.

Είναι αλήθεια πως η ενασχόληση με το συγκεκριμένο άθλημα ήταν υπόθεση καθαρά αντρική, αν και για λόγους που δεν έχουν καμιά σχέση με την ίδια του τη φύση. Άλλωστε, υπάρχει πλέον και αναπτύσσεται και το γυναικείο ποδόσφαιρο, ενώ σημαντικό ποσοστό γυναικών εντάσσεται στο φίλαθλο κοινό. Οι αιτίες που αναδείχθηκε ως κατεξοχήν αντρικό άθλημα αναζητούνται στις συνολικότερες κοινωνικές σχέσεις, που περιόριζαν τη γυναίκα στον ιδιωτικό χώρο. Και το ποδόσφαιρο ήταν και είναι υπόθεση του δημόσιου χώρου.

Επικρίθηκε το ποδόσφαιρο ως μέσο μαζικού αποπροσανατολισμού και αποχαύνωσης. Χαρακτηρίστηκε «σύγχρονο όπιο του λαού» και χρησιμοποιήθηκε από αυταρχικά αντιλαϊκά καθεστώτα, που προσπαθούσαν να αντλήσουν κύρος από τις νίκες στα γήπεδα. Ας θυμηθούμε τη δική μας περίπτωση με το Γουέμπλεϊ και τη Χούντα.

Και για την έξαρση του εθνικισμού και του μίσους κατά άλλων λαών έχει επικριθεί. Μόνο που όλα αυτά και πολλά άλλα που του καταλογίζονται, δεν αποτελούν παρά φαινόμενα συγκυριακά, που επίσης δεν απορρέουν από τη φύση του αθλήματος. Συνιστούν εκφράσεις ενίοτε κοινωνικά κυρίαρχων ιδεολογικών τάσεων, που βρίσκουν έδαφος να εκδηλωθούν και σ’ αυτό το πεδίο.

Οι συμπλεγματικές αντιμετωπίσεις έχουν αφετηρία την απέχθεια κύκλων της κυρίαρχης τάξης και της ελιτίστικης διανόησης προς ό,τι λαϊκό και δημοκρατικό και στη συγκεκριμένη περίπτωση προς τον λαϊκό και δημοκρατικό χαρακτήρα των σχέσεων που διαμορφώνονται μέσα κι έξω από το γήπεδο. Ενοχλεί ο εξισωτισμός των οπαδών, που καταργεί τη διάκριση μεταξύ κοινωνικών τάξεων και μεταξύ μορφωτικών επιπέδων, όπως ενοχλεί και η δυνατότητα του παιδιού της συνοικίας να γίνεται, με μόνες τις ικανότητές του, λαϊκό ίνδαλμα ακόμη και στα είκοσί του χρόνια.

Σ’ εκείνους που εντάσσονται στους κύκλους της διανόησης και βρίσκουν φτηνό το ποδόσφαιρο ως θέαμα, έχει απαντήσει κατάλληλα ο μεγάλος ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ, γράφοντας στη «Σύντομη Ιστορία του 20ού αιώνα» πως «όποιος έχει δει την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Βραζιλίας στις ένδοξες μέρες της θα μπορούσε άραγε να αρνηθεί ότι πρόκειται περί τέχνης;»

Εντούτοις, η επαγγελματοποίηση του ποδοσφαίρου συνοδεύτηκε από μια σειρά άλλες αρνητικές εξελίξεις. Η σύνδεση των μεγάλων ποδοσφαιρικών σωματείων, που μετατράπηκαν σε εταιρίες, με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, ο παραγοντισμός, ο ευτελισμός και το φαινόμενο της «παράγκας» τείνουν να κυριαρχήσουν. Από την άλλη, ο αφανισμός των ανοιχτών ελεύθερων χώρων σε πόλεις πνιγμένες στο τσιμέντο, το γεγονός ότι όλο και λιγότερα παιδιά ξεχύνονται στους δρόμους για να παίξουν μπάλα –και για την ακρίβεια για να παίξουν οτιδήποτε- έχει επίσης σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις.

Ο χουλιγκανισμός είναι μία από τις συνέπειες αυτών των εξελίξεων. Η τυφλή βία αποτελεί αυτόματη λειτουργία εκτόνωσης σε συνθήκες κοινωνικής απομόνωσης και μοναξιάς, που επιχειρείται να καλυφθεί με την οπαδοποίηση με όρους μίσους προς το άλλο, το διαφορετικό και στην προκειμένη περίπτωση τους οπαδούς της άλλης ομάδας. Η αβεβαιότητα και τα προσωπικά αδιέξοδα βρίσκονται στη βάση της τάσης να τίθενται νέα παιδιά λαϊκής προέλευσης στην υπηρεσία των συμφερόντων μεγαλοσχημόνων παραγόντων.

Όμως και παρ’ όλα αυτά, το ποδόσφαιρο παραμένει ένα άθλημα  αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με τον σύγχρονο λαϊκό πολιτισμό. Και κατά συνέπεια, αξίζει να μελετηθεί ως τέτοιο. 

Κούνδουρος: Η σημερινή Ελλάδα μοιάζει σαν να μην έχει πολιτισμό

cover_koundouros_final150-600x400

Συνέντευξη του Νίκου Κούνδουρου στον Απόστολο Διαμαντή που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» το 2001. Την αναδημοσιεύουμε από το tvxs.gr 

Ο Νίκος Kούνδουρος είναι ένας άνθρωπος με χιούμορ. Δηλητηριώδες. Mιλάει γρήγορα, με μιά ανάσα, περνώντας αδιόρατα από το σοβαρό στο αστείο. Ίσως γιατί βιάζεται να τελειώσει την καινούργια ταινία του, που τον οδηγεί στο Kαμπράλ, κάπου μεταξύ  Iορδανίας και Συρίας- εκεί κάνει τα γυρίσματα.

«Δεν έχω μυαλό για συνεντεύξεις, τρέχω στα στούντιο. Δεν μ’ αρέσει εξάλλου και το επάγγελμά σας, τα βλέπετε όλα πολύ πρόχειρα. Ορίστε, ρωτήστε με».

Ο κ. Kούνδουρος δεν γνωρίζει προφανώς πως αφενός λατρεύω τις ταινίες του και πως αφετέρου λατρεύω τους διαξιφισμούς.

«Kαταλαβαίνω την απέχθειά σας για τις συνεντεύξεις, ωστόσο όμως τις δίνετε». Mε κοιτάζει ανέκφραστος και συνεχίζει. «Φυσικά τις δίνω. H δουλειά μας απαιτεί και λίγη εκπόρνευση. Πρέπει να παίρνεις υπόψη σου τα μέσα για να επικοινωνείς με το κοινό». Ωραία αρχίσαμε.

Kάθεται σε ένα μεγάλο γραφείο της εταιρίας «Lexicon». Γύρω μας οι όμορφες συνεργάτιδές του, οι Mικρές Aφροδίτες, ο Δράκος, το Mπορντέλο, ξύλινα έπιπλα, ανάκλινδρα- μια αίσθηση αναμενόμενης χαλαρότητος και καλού γούστου που με αποκαρδιώνει.

«Γυρίζετε κάποια ταινία νομίζω. Aς αρχίσουμε λοιπόν απ’ αυτό. Περί τίνος πρόκειται;». Eπιθυμώ να είμαι σαφής και απλός- όχι διανοουμενισμούς. Διότι έχω το προαίσθημα πως θα τους απεχθάνεται. Kαλώς το έχω. «Γυρίζω ταινία είπατε; Πολύ ωραία. Γυρίζω γύρω απ’ τον εαυτό μου και φτιάχνω μια ταινία».

H ANTIΓΟNH TΟY KAMΠPAΛ

Ο Nίκος Kούνδουρος πιθανόν να είναι ο σπουδαιότερος έλληνας σκηνοθέτης σήμερα. Όχι λόγω βραβείων, ούτε μόνον λόγω φήμης. Eξ’ αντικειμένου. Eξ’ αιτίας των πολλών και σπουδαίων ταινιών του, που έμειναν σπουδαίες για πάντα, που κράτησαν ζωντανή μια χαρακτηριστική  εικόνα της Eλλάδας και του πολιτισμού της, που αγαπήθηκαν από τον κόσμο πολύ. Δεν πρόκειται φυσικά να του πω τέτοια πράγματα, αλλά ο δημοσιογράφος έχει το πλεονέκτημα της τελευταίας λέξης. Tον αφήνω λοιπόν να λέει- ότι πείτε θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σας.

Mιλάει στο τηλέφωνο και μετά με ξανακοιτάζει περίεργα. Πάλι θα με ειρωνευτεί; Όχι. Mιλάει σοβαρά. «Λοιπόν η νέα ταινία μου, ‘η Aντιγόνη του Kαμπράλ’, είναι μια σύγχρονη εκδοχή της Aντιγόνης. Που έψαχνε το σώμα του νεκρού αδελφού της, περιφέροντας την μικρή ψυχούλα της, μόνη της, ένα έρημο κορμάκι, απέναντι στην αδυσώπητη εξουσία. H σύγχρονη Θήβα είναι ένα μεταλείο ασημιού στην Iορδανία. Eκεί γυρίζουμε, εκεί γίνονται οι εμφύλιοι πόλεμοι. H Aντιγόνη προσπαθεί να σώσει την ψυχή της, να ορθώσει το ανάστημά της. Kαι οι άνθρωποι στο σημερινό χάος μοιάζουν απροστάτευτοι, μέσα στην παγκόσμια φρίκη της φτώχιας και των πολέμων».

Έτσι άρχισαν και οι ερωτήσεις.

– Aυτό είναι ένα σοβαρό θέμα. Έχει κάτι να προτείνει ο ελληνισμός γι’ αυτούς τους κατατρεγμένους;

«Aν μιλάμε για τους χιλιάδες πρόσφυγες, αλλοδαπούς και Έλληνες, που έρχονται, τότε μπορούμε να πούμε πως πρέπει το κράτος να τους νομιμοποιήσει. Nα τους ελέγξει, να τους δώσει μια ταυτότητα, να ξέρει ποιοί είναι. Ήταν μια σωστή κίνηση η χορήγηση κάρτας, αλλά από τις 600.000 την πήραν πολύ λίγοι».

– Eίναι πολύ περισσότεροι. Kαι το κύμα συνεχώς αυξάνει. Ο κόσμος δείχνει ανασφαλής, παίρνει τα όπλα, μια έντονη ξενοφοβία υπάρχει. Ήρθαν και το ’22 οι πρόσφυγες, αλλά σιγά σιγά ομαλοποιήθηκε η κατάσταση.

«Πως ομαλοποιήθηκε; Aυτοί ξέρουν τι τράβηξαν, τι αποκλεισμούς, τι δράματα, μέχρι να βρουν το δρόμο τους. Kαι να δείξουν αργότερα πως έφερναν έναν τεράστιο πολιτισμό μαζί τους, μια ποιότητα που μας έκανε όλους μας καλύτερους».

– Δεν είναι το ίδιο. Tώρα μοιάζει αδύνατη η, έστω και σταδιακή, ενσωμάτωση.

«Φυσικά. Διότι οι σημερινοί πρόσφυγες είναι εντελώς διαφορετικοί. Eίναι άνθρωποι εξαγριωμένοι από τη ζωή τους στις σοσιαλιστικές κοινωνίες που κατέρρευσαν. Aυτή είναι δυστυχώς η αλήθεια. Δεν έχουν κανένα μέτρο, δεν πιστεύουν σε κανόνες. Δεν είναι εύκολο να πιστέψουν σε νομιμότητες, σε μια κοινωνία που δεν έχει το μαχαίρι να κρέμεται απειλητικά πάνω από το κεφάλι τους. Eίδατε; Eίπαμε να μιλήσουμε για κινηματογράφο και τελικά η συζήτηση πήγε αλλού. Διότι πολιτισμός είναι κάτι που έχει σχέση με την καθημερινότητα όπως τη ζούμε. H σημερινή Eλλάδα μοιάζει σαν να μην έχει πολιτισμό».

Αποτέλεσμα εικόνας για Νίκος Κούνδουρος δρακος

ΠAΛIΟΣ KAI NEΟΣ EΛΛHNIKΟΣ KINHMATΟΓPΑΦΟΣ

Mιλήσατε για ποιότητα; Aυτή η λέξη περιφέρεται παντού. Στις επιτροπές πρίσης των ταινιών ας πούμε. Ποιός κρίνει την ποιότητα;

«Kάποιος που αποφασίζει. Ποιός έκρινε τον Eλύτη για Nόμπελ; Aσφαλώς εμείς όλοι που τον αγαπήσαμε, και η Aκαδημία με τα δικά της κριτήρια. Eίναι αναπόφευκτο αυτό, όταν μπαίνεις σε μια διαδικασία κρίσης».

– Eφόσον δεν υπάρχουν πλέον ιδιώτες παραγωγοί κινηματογράφου, το σινεμά μπαίνει υπό κρατική προστασία. Γιατί έκλεισαν οι μεγάλες εταιρίες παραγωγής, εκεί γύρω στο 70;

«Για οικονομικούς λόγους. H τηλεόραση, αυτός ο μεγάλος εχθρός του κινηματογράφου, έφερε την κρίση των εισητηρίων και έτσι δεν υπήρχε οικονομικό κίνητρο. Tώρα ξαναρχίζει πάλι ο κόσμος να πηγαίνει σινεμά και πιθανόν να ξαναγυρίσουν και οι παραγωγοί. Aυτό είναι το πιο υγιές κλίμα για τον κινηματογράφο».

– Nοιώθετε καλύτερα όταν δουλεύετε με έναν παραγωγό ή προτιμάτε την κρατική επιχορήγηση;

«Πουθενά δεν νοιώθω καλύτερα ως σκηνοθέτης. Mίλησα για υγιές κλίμα από την εμπορική άποψη του πράγματος. Tίθενται κριτήρια αγοράς, εισητηρίων- αυτό εννούσα».

– Aγαπάτε τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο;

«Eίναι ο πιο τίμιος, ο πιο ανθρώπινος, ο πιο ευχάριστος. Kαι για όλους αυτούς τους λόγους περισσότερο χρήσιμος από τον νέο, που προβάλλει ως υπέρτατη αξία την πρσωπικότητα του δημιουργού του. Aς προσθέσουμε ένα επιπλέον στοιχείο: Aυτό της θανάσιμης πλήξης που συνοδεύει τις 8 από τις 10 ταινίες του λεγόμενου νέου ελληνικού κινηματογράφου».

– Nομίζω πως το πρόβλημα βρίσκεται στην αφόρητη ιδεολογικοποίηση του ελληνικού κινηματογράφου. H πραγματική ζωή είναι εκτός. Kαι ακόμη και κάποιες πρόσφατες ταινίες που ξεφεύγουν απ’ αυτό και ξαναφέρνουν τον κόσμο στις αίθουσες, το κάνουν κάπως άτσαλα.

«Kυττάξτε: Nέο κοινό, νέοι άνθρωποι, νέες συμπεριφορές. Ο λαός- καταναλωτής δηλώνει τις επιθυμίες του και ορίζει την ιδεολογία και την πορεία του κινηματογράφου. Οι εξαιρέσεις είναι πάντα εξαιρέσεις, καθώς η παντοδύναμη ‘μάζα’ θα κατασπαράσσει ό,τι δεν της είναι αρεστό».

– Στην Eυρώπη τι συμβαίνει, υπάρχει και εκεί μια ανάλογη κατάσταση; Διότι νομίζω πως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες επέζησε η κινηματογραφική βιομηχανία.

«Tίποτε δεν επέζησε. Δείτε το επί της ουσίας. Όλοι μιλάνε για τη κυριαρχία του αμερικανικού σινεμά και για το χαμηλό επίπεδο του σημερινού κινηματογράφου. Eίναι αλήθεια. Που είναι οι μεγάλοι ευρωπαίοι σκηνοθέτες σήμερα; Πού είναι ο ιταλικός κινηματογράφος, αυτή η μεγάλη μεταπολεμική σχολή; Πού είναι το γαλλικό ή το γερμανικό σινεμά; Tο ευρωπαϊκό σινεμά είναι ανυπόληπτο, ανύπαρκτο. Eπομένως κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί, όχι μόνον εμείς».

Ο HΟMΟ XERΟX

Ίσως στη βάση αυτού του προβλήματος να βρίσκεται η παγκόσμια ομοιομορφία, η ισοπέδωση, που είναι και οικονομικός μηχανισμός. Όλοι μοιάζουν, όλο και περισσότερο. Eπομένως δεν μπορεί το γαλλικό σινεμά να έχει ταυτότητα, εφόσον δεν έχει δική του ζωή να δείξει.

«Πιθανόν. Mόνον οι πολύ απελπισμένοι, οι φτωχοί λαοί δεν έχουν μπει ακόμη σ’ αυτό το πλαίσιο. Όχι για άλλους λόγους, αλλά λόγω φτώχιας και καθυστέρησης. Kανείς δεν πρόκειται να αντισταθεί. Ένας φίλος μου είπε μιαν ανατριχιαστικά ακριβή φράση. Σήμερα έχουμε τον Homo XERΟX. Eίναι σαν να βγαίνουν οι άνθρωποι σε κόπιες».

– Πολύ καταστροφολογικά ακούγονται όλα αυτά. Δεν πιστεύετε στην πρόοδο;

«Πιστεύω σε ό, τι βλέπω. Άκουγα σήμερα στο ραδιόφωνο έναν διάσημο έλληνα μουσικό, ο οποίος ζει στο εξωτερικό, προστατευμένος από το ευρωπαϊκό κέλυφος. Kαι έλεγε πως δεν είναι δυνατόν να παίζουν τα ραδιόφωνα συνεχώς αυτή την απαράδεκτη, την κακή ελληνική μουσική.  Eξεπλάγην ο άνθρωπος απ’ αυτό το απερίγραπτο χάλι της μουσικής μας. Aυτή όμως είναι η πραγματικότητα».

– Πως εξηγείτε το γεγονός, να έχουμε το 40,  50 και το 60 τόσο ωραία μουσική και σήμερα, μετά το έντεχνο διάλειμμα του Xατζιδάκι, του Mίκη και του Γκάτσου να βρισκόμαστε στο χάος. Mήπως αυτό το διάλειμμα έκανε τελικώς κακό; Mήπως σοβάρεψε πολύ το τραγούδι και σήμερα βλέπουμε την αντίδραση;

«Tα πράγματα δεν εξελίσσονται με σχέδια, με αποφάσεις κάποιων εγκεφάλων. Yπάρχουν υπόγειες διεργασίες που έχουν τη δική τους λογική. Aπλώς άλλαξε ο πολιτισμός μας και δεν παράγει ωραία πράγματα. Xάθηκε το δημοτικό τραγούδι, το λαϊκό ή το ελαφρό. Έμεινε ο πολιτισμός της τηλεόρασης, το κηνυγητό του χρήματος. H μουσική, το σινεμά και η τέχνη γενικώς, καθρεφτίζουν απολύτως το κοινό γούστο. Aδιόρατα, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, επιβάλλουμε εμείς οι ίδιοι αυτό το συνολικό κλίμα. Δεν το αποφασίζουν οι εταιρείες δίσκων ή οι εγκέφαλοι του Xόλυγουντ».

– Tι επιζεί από το παρελθόν; Yπάρχει μια ωραία έκφραση: «Eλληνικό πνεύμα». Έχει νόημα να την μνημονεύουμε  σήμερα;

«Πριν λίγες μέρες μου έστειλε κάποιος αυτούς τους ογκώδεις τόμους που βλέπετε. Πρόκειται για μια μελέτη της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Eίναι μια εξαιρετική δουλειά, από έναν άνθρωπο που μου είναι εντελώς άγνωστος και ο οποίος προφανώς δεν εντάσσεται σε κάποια επίσημη δραστηριότητα. Λοιπόν είναι εκπληκτικό, κάποιος χωρίς καμμία βοήθεια, εντελώς μόνος, να καταβάλλει τόσο μόχθο και να παράγει ένα σημαντικό έργο. Eσείς στη δουλειά σας υποθέτω πως παίρνετε ένα μισθό. Προσφέρετε κάτι στο Έθνος με το έργο σας;».

Ομολογώ πως αιφνιδιάστηκα. Διότι ασφαλώς και δεν προσφέρω κάτι σημαντικό στο Έθνος, κάτι το οποίον να δικαιολογεί αμοιβή. Aλλά το βρήκα. Tο Έθνος είναι λέξις ντεμοντέ, οπότε το ξεπερνάμε.

«Nτεμοντέ είπατε; Δεν μιλάω για εθνικισμούς και τέτοια. Δεν αναφέρομαι σε ιδεολογικά ζητήματα. Mιλάω για το έθνος, όπως το έλεγε ο Mακρυγιάννης. Οι λέξεις, ξέρετε, δεν συγχωρούν. Σπάνε κόκκαλα καμμιά φορά, δεν μπορείς να τους ξεφύγεις».

Kαι κάπου εκεί μας διέκοψαν για κάποιο τηλεφώνημα, ενώ ο κ. Kούνδουρος αμέσως μετά εξαφανίστηκε, τρέχοντας προς την σύγχρονη Aντιγόνη του.

* Η συνέντευξη του Νίκου Κούνδουρου δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» το 2001

Πηγή:http://ardin-rixi.gr/archives/202903

Θόρυβος και οργή: οι σκίνχεντ

Το βίντεο (από μια συναυλία της Χ.Α. το 2005) που δημοσιεύτηκε χθες με τους νεοναζί Χρυσαυγίτες να ψέλνουν τον ύμνο της ναζιστικής Γερμανίας, να υψώνουν την ναζιστική σημαία και τα υπόλοιπα που ταιριάζουν στην κουλτούρα των νεο-ναζιστικών ομάδων ανά την Ευρώπη, δεν προκαλεί εντύπωση. Αυτή ήταν πάντα η Χρυσή Αυγή, μια νεοναζιστική οργάνωση·  σε αφιέρωμα του Άρδην (τ.90) το 2012, αλλά και αργότερα, με άλλα κείμενα και παρεμβάσεις είχαμε ασχοληθεί συστηματικά, με όλες τις πλευρές της νεοναζιστικής γκρούπας. Τα περισσότερα από αυτά τα κείμενα έχουν  ανέβει στο διαδίκτυο, και βρίσκονται διαθέσιμα και συγκεντρωμένα σε αυτόν τον σύνδεσμο

Εδώ, αναδημοσιεύουμε ένα κείμενο από εκείνο το αφιέρωμα για τον τρόπο που οι νεο-ναζιστικές ομάδες χρησιμοποίησαν νεανικά μουσικά ρεύματα για να βρουν νεολαία. Στα ίδια μονοπάτια κινούνταν και η Χρυσή Αυγή γι΄αυτό και πολλά από τα πρωτοκλασάτα στελέχη της (Ματθαιόπουλος, Γερμενής, Γκλέτσος κ.ά.)  ήταν μουσικοί σε τέτοιου είδους συγκροτήματα.

Θόρυβος και οργή: οι σκίνχεντ  

Tου Νικολά Λεμπούρ* από το αφιέρωμα του Άρδην τ. 90 στην Χρυσή Αυγή και γενικότερα στην ελληνική και ευρωπαϊκή ακροδεξιά

Μετάφραση: Χρ. Σταματοπούλου

Πρόκειται για παραβατικούς νεαρούς: ρατσιστές, βίαιους, ταραχοποιούς. Μέσα σε 24 ώρες, τα κατάφεραν να γίνει δύο φορές λόγος γι’ αυτούς, με τα μαχαιρώματα στη Βαρκελώνη και τη βεβήλωση ενός νεκροταφείου στη βόρεια Γαλλία. Παρόντες διεθνώς, αλλά ολιγάριθμοι, οι σκίνχεντ εμφανίζονται τόσο περιθωριακοί ώστε δεν μπαίνει κανείς στον κόπο να μάθει ποιοι είναι και γιατί… Έχουν όμως μια ιστορία, διαολεμένα παράξενη, σαν και τους ίδιους. Αν μπει κανείς στον κόπο να το καταλάβει, θα συνειδητοποιήσει ότι δεν φωτίζει απλά ένα περιθωριακό κοινωνιολογικό φαινόμενο, λιγότερο απλοϊκό απ’ ό, τι φαίνεται, αλλά αποκαλύπτει τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς των τελευταίων δεκαετιών.

Μια προλεταριακή νεολαία και το ναζιστικό υπόστρωμα

Το φαινόμενο σκίνχεντ ξεκίνησε από τα αγγλικά εργατικά προάστια, στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Οι πρώτοι σκίνχεντ προέρχονται από τους Mods, ένα εντελώς απολίτικο νεολαιίστικο κίνημα, που λάτρευε τη ρυθμ εν μπλουζ και σόουλ μουσική, καθώς και τα βεσπάκια, στολισμένα με καθρέφτες. Αυτοί οι πρώτοι σκίνχεντ φορούν ακόμα, καμαρώνοντας, τα συνηθισμένα ρούχα της εποχής. Μπορεί να επιτίθενται σε ομάδες Πακιστανών, αλλά πρόκειται για βία συμμοριών και όχι για πολιτική πράξη, όπως και οι ταραχές που προκαλούν γύρω από τα γήπεδα εκφράζουν απλά μια παράδοση του αγγλικού λούμπεν προλεταριάτου, που ριζοσπαστικοποιήθηκε μεν κατά τη δεκαετία του 1950, αλλά η αφετηρία του ανάγεται στις αρχές του αιώνα.
Αφού ατόνησε για κάποια χρόνια, το κίνημα σκίνχεντ αναδύεται και πάλι το 1977, ως απάντηση στην πανκ. Αυτό σπρώχνει το Εθνικό Μέτωπο, κόμμα ρατσιστικό σε πλήρη εκλογική υποχώρηση, να προσανατολιστεί προς αυτό το κίνημα, ενώ την ίδια στιγμή αρχίζει να προσεγγίζει και τον χώρο των χούλιγκαν. Η μουσική σκηνή των σκίνχεντ συγκροτείται γύρω από τη νέα τους μουσική (μια παραλλαγή του πανκ, την «Oi!» σύμφωνα με μια λέξη που προέρχεται από τη συντόμευση του «Hey, you!», με προφορά κόκνεϋ). Το Ροκ ενάντια στον κομμουνισμό (R.A.C.), που εμφανίστηκε στην Αγγλία το 1982, ως απάντηση στην κίνηση Ροκ ενάντια στον φασισμό, αποτέλεσε τον ιμάντα μεταβίβασης του Εθνικού Μετώπου στον χώρο της σκίνχεντ νεολαίας, και ξεκίνησε από τον Ίαν Στιούαρτ, ηγέτη του συγκροτήματος Skrewdriver, που αποτελούν μύθο για τους Ευρωπαίους σκίνχεντ. Το κίνημα αυτοδιαμορφώνεται στη συνέχεια, αφού διασπαστεί (1985) με το White Noise Club, που προωθούσε το Εθνικό Μέτωπο, για να δημιουργήσει το κίνημα Αίμα και Τιμή, το οποίο χρησιμοποιεί σαν έμβλημά του ένα ναζιστικό σύμβολο. Η κίνηση αυτή κάνει έκκληση για ενότητα των σκίνχεντ και βρίσκεται κοντά στη «Διεθνή» των σκίνχεντ, την Combat 18. Η τελευταία αντιπροσωπεύει ευρέως τον κόσμο των σκίνχεντ. Λογότυπο της είναι το Totenkopf S.S., η διάσημη νεκροκεφαλή των Ες Ες, που είχαν αναλάβει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ ο αριθμός «18» αναφέρεται στον πρώτο και το όγδοο γράμμα της αλφαβήτου, «A.H.», δηλαδή «Adolph Hitler” .
Ο τίτλος Αίμα και Τιμή δεν είναι ένα κίνημα διεθνώς δομημένο, αλλά ένα είδος αλυσίδας υποκαταστημάτων (franchising).

Η εισαγωγή του φαινομένου στη Γαλλία

Από όταν εμφανίστηκε στη Γαλλία (1979-1980) μέχρι περίπου το 1984, το γαλλικό κίνημα των σκίνχεντ ήταν απολίτικο. Το 1984, ιδρύεται η ομάδα Oi Légion 88 (δηλαδή «H.H.» ή «Heil Hitler») που θέτει ρητά εκπεφρασμένο στόχο να πολιτικοποιήσει τους σκίνχεντ, στρατολογώντας τους στην άκρα δεξιά. Το 1985, δημιουργείται το πρώτο πολιτικό έντυπο των σκίνχεντ. Το χέρι υψώνεται σε χιτλερικό χαιρετισμό. Είναι επίσης η χρονιά που το συγκρότημα Evilskins υπογράφει μια από τις μεγαλύτερες σκίνχεντ επιτυχίες, τα λόγια της οποίας είναι η απόλυτη πρόκληση («Ο Φύρερ επιστρέφει / Θα ξανανάψουμε τους φούρνους / Θα ξετυλίξουμε τα συρματοπλέγματα/ Και θα ετοιμάσουμε το Zyklon Β»), καθώς και άλλα τραγούδια του ιδίου φυράματος («Τους κομμουνιστές πρέπει να τους σκοτώσουμε / Στο δρόμο να τους αρπάξουμε, να τους σταυρώσουμε / Πριν προλάβουν να βγάλουν τσιμουδιά / Θα βρεθούν όλοι στον θάλαμο αερίων»).
Δύο χρόνια αργότερα, ο Γκαέλ Μποντιλίς, εργάτης στον Ναύσταθμο της Βρέστης, δημιουργεί τη δισκογραφική εταιρεία του R.A.C., Εξεγερμένοι Ευρωπαίοι, νεο-ναζιστικής τοποθέτησης, που σύντομα γίνεται η δεύτερη δισκογραφική εταιρεία σκίνχεντ στην Ευρώπη. Είναι ενεργό μέλος της νεολαίας του Εθνικού Μετώπου, της νεο-φασιστικής ομάδας, Τρίτος Δρόμος, ενώ, στη συνέχεια, συνδέεται με το άκρως νεο-ναζιστικό Γαλλικό και Ευρωπαϊκό Εθνικιστικό Κόμμα (το λογότυπο γίνεται, τότε, η Totenkopf), πράγμα που μαρτυρά, με αποκαλυπτικό τρόπο, τη δυσκολία της γαλλικής σκηνής σκίνχεντ να σταθεροποιηθεί σε μια πολιτική δομή. Πρόκειται, πλέον, για ένα νέο κοινό για την ακροδεξιά νεολαία, που μέχρι τότε αποτελούνταν από τα παιδιά της αστικής τάξης.
Εδώ τα ήθη είναι πιο άγρια. Έτσι, οι αλλεπάλληλες συναυλίες καταλήγουν σε αλησμόνητες «κλοτσοπατινάδες», όπως αυτή που λαμβάνει χώρα στην πόλη Argelès-sur-Mer, στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Σε αυτό το θέρετρο, μια ομάδα σκίνχεντ πραγματοποιεί «κάθοδο», οπλισμένη με ρόπαλα του μπέιζμπολ, γεγονός που οδηγεί σε αντιπαράθεση με δεκάδες άλλους νέους, Βορειο-αφρικανούς και αντιφασίστες. Η σύγκρουση είναι βίαιη, σφαίρες από πυροβόλα όπλα σφηνώνονται στους τοίχους, το γεγονός δημιουργεί μια ακραία ένταση στην περιοχή. 17 σκίνχεντς συλλαμβάνονται, όλοι ακτιβιστές του Τρίτου Δρόμου, οι οποίοι, τις προηγούμενες ημέρες, είχαν συμμετάσχει σε θερινή κατασκήνωση εκπαίδευσης με πραγματικά πυρά. Στη συνέχεια, οι εθνικιστές μεταβαίνουν στο Lloret del Mar, για μια πανευρωπαϊκή συνάντηση των σκίνχεντ, όπου πρόκειται να διεξαχθούν τόσο πολιτικές συζητήσεις όσο και συναυλίες. Οι Evilskins είναι πάντα παρόντες. Μετά τα επεισόδια στο Argelès, οι ισπανικές αρχές απαγορεύουν την εκδήλωση, αλλά οι συμμετέχοντες μεταφέρονται στη Βαρκελώνη, όπου λαμβάνουν χώρα συγκρούσεις με τους τοπικούς πανκ.

Η ανέφικτη πολιτική οργάνωση

Σύντομα, ο χώρος των σκίνχεντ διεκδικείται από τη γαλλική ακροδεξιά: πώς να τον χρησιμοποιήσουν, όμως, χωρίς να έχουν επικοινωνιακό κόστος; Για να χρησιμοποιήσεις έναν χώρο, χρειάζεται και αυτός να αυτο-οργανώνεται στοιχειωδώς, πράγμα που δεν αρέσει καθόλου στους σκίνχεντ. Μία από τις σπάνιες μορφές που αναδείχθηκε είναι ο Σερζ Αγιούμπ, γνωστός και ως «Batskin» (που ουδεμία σχέση έχει με το προλεταριάτο). Εκτός από το ταλέντο του να διαχειρίζεται ταραχώδεις ομάδες, διαθέτει επικοινωνιακές αρετές, είναι από καιρό θαμώνας των ΜΜΕ και των τηλεοπτικών τοκ-σόου. […] Διαθέτει μία ομάδα πιστών που σχετίζονται με τους Evilskins. Πετυχαίνει να εντάξει τις δραστηριότητες των σκίνχεντ σε μια ιστορική και πολιτική προοπτική, παραλληλίζοντάς τους με τα τάγματα εφόδου του ναζιστικού κόμματος. Αυτοί οι άνθρωποι συμμετέχουν επίσης στις ομάδες περιφρούρησης του Εθνικού Μετώπου. Μάλιστα, το τελευταίο πρότεινε στον Σερζ Αγιούμπ, στις δημοτικές εκλογές του 1995, να είναι επικεφαλής σε εκλογικό συνδυασμό. Αυτός αρνήθηκε, σε ένδειξη διαμαρτυρίας διότι η ομάδα περιφρούρησης του Μετώπου συνεργάστηκε με την αστυνομία για να συλλάβει τους σκίνχεντ που σκότωσαν τον Μπραχίμ Μπουαράμ, σε μία πρωτομαγιάτικη διαδήλωση.
Ωστόσο, η βία δεν είναι πλέον εργαλείο πολιτικής συγκρότησης, όπως στην περίοδο του μεσοπολέμου. Μετά τις «μαζικές ρατσιστικές βιαιότητες», που πραγματοποίησαν οι σκίνχεντ στη Ρουέν και τη Βρέστη, οι τελευταίοι απομονώθηκαν πολιτικά, αφού ακόμα και οι μικρές ομάδες της ριζοσπαστικής άκρας δεξιάς τρόμαξαν από τη συμπεριφορά τους. Η απομόνωση και η καταστολή (ισχυρή μετά τις ρατσιστικές δολοφονίες που διαπράχθηκαν το 1988 και το 1995) οδήγησαν πολλούς σκίνχεντ να κρεμάσουν τις αρβύλες, ενώ άλλοι προτίμησαν να περάσουν στον χουλιγκανισμό. Ο ίδιος ο «Batskin» εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Μόνο πρόσφατα επανεμφανίστηκε, στο βήμα του Θερινού Πανεπιστημίου της ομάδας Ισότητα και Συμφιλίωση (ομάδα της οποίας ηγείται ο Αλαίν Σοράλ, πρώην κομμουνιστής συγγραφέας που τώρα πρόσκειται στην Μαρίν Λεπέν), παρέα με τον πρώην κωμικό Ντιεντονέ και τον νεο-φασίστα Κριστιάν Μπουσέ.

Ο Απόστολος Γκλέτσος της Χ.Α. γνωστός και ως Τόλης 88 (δηλαδή «H.H.» ή «Heil Hitler»)

Πρώτος απολογισμός

Οι κεντρικές ιδεολογικές θεματικές που εμφανίστηκαν στον χώρο των σκίνχεντ είναι η διεξαγωγή του εθνικού πολέμου και η καταγγελία μιας παγκόσμιας εβραϊκής συνωμοσίας με σκοπό την ανάμειξη των φυλών. Παρά τον σημαντικό ρόλο του πολιτισμικού νεο-ναζισμού, πρόκειται για μια καινούργια νεολαιίστικη κουλτούρα, που αναπτύσσεται μέσα στη χαρακτηριστική ροή της πολιτιστικής παγκοσμιοποίησης, με τελετουργίες και έλλειψη δογματισμού, που κάθε άλλο παρά αντιγράφει τις φασιστικές νεολαίες του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.
Παρά τις αναφορές τους σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, είναι σαφές ότι οι σκίνχεντ προτιμούν την αταξία από την τάξη. Αυτά τα κοινωνιολογικά στοιχεία, καρποί ενός κινήματος νέων προλετάριων σε ρήξη, των οποίων η ναζιστική αναφορά είναι περισσότερο πρόκληση παρά δομημένη άποψη, αποκρυσταλλώνονται σε μεγάλο βαθμό χάρη στη συμβολή του αμερικανικού νεοναζισμού.

Η αμερικανική μεταμόσχευση

Στη δεκαετία του 1950, το νεο-ναζιστικό Εθνικό Κόμμα Αναγέννησης θεωρεί ότι, πίσω από την αμερικανική κυβέρνηση, κρύβεται μια «σιωνιστική» εξουσία. Μιλάει για την εμφάνιση μιας λευκής φυλετικής συνείδησης και καλεί σε συμμαχία των ΗΠΑ με τη Σοβιετική Ένωση, τον αραβικό κόσμο και περιφερειακές συμμαχίες με τις χώρες του πρώην Άξονα. Ο Ναζισμός εκσυγχρονίζεται, επίσης, δανειζόμενος στοιχεία από τον σατανισμό και τον αποκρυφισμό.
Στη δεκαετία του 1970, όχι μόνο εντείνεται η σχέση του με τον σατανισμό (μεταξύ άλλων, υπό την επίδραση του Τσαρλς Μάνσον, του διάσημου εγκληματία γκουρού), αλλά προσπαθεί να συνδεθεί με όλες τις μέχρι τότε γνωστές αναταράξεις της αμερικανικής κοινωνίας, συντηρητικές ή επαναστατικές. Το 1968, ο ρατσιστής υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές, Τζωρτζ Γουάλας, παίρνει 13,5% των ψήφων, το μεγαλύτερο ποσοστό που πετυχαίνει ανεξάρτητος υποψήφιος μετά από 44 χρόνια. Οι νέοι που τον υποστηρίζουν αποτελούν τη ακραία ριζοσπαστική Εθνική Συμμαχία. Το 1969, οι κατά δήλωσή τους νεοναζί, Τζόζεφ Τομάζι και Γουίλιαμ Πηρς, ιδρύουν το Εθνικό Σοσιαλιστικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, σε μια προσπάθεια να συγχωνεύσουν έναν μυστικιστικό νεοναζισμό με την αντι-κουλτούρα και να πραγματοποιήσουν τη σύνδεση με αριστερούς επαναστάτες (άλλωστε, ο Τομάζι είχε εκδιωχθεί από το Εθνικό Σοσιαλιστικό Λευκό Λαϊκό Κόμμα για σεξουαλικές ακρότητες και χρήση μαριχουάνας στα γραφεία του κόμματος). Το 1971, ο Πηρς αναλαμβάνει την ηγεσία της Εθνικής Συμμαχίας. Διατηρεί δεσμούς με αγγλικές νεοναζιστικές ομάδες που θα δράσουν στον χώρο των σκίνχεντ. Έχει συνείδηση της αναγκαιότητας να αναπτυχθεί μια διαφορετική πολιτική. Το 1978, εκδίδεται το βιβλίο του, που θα γίνει μπεστ-σέλερ στον ναζιστικό χώρο, σε παγκόσμια κλίμακα: Τα ημερολόγια του Τέρνερ (σ. Άρδην τα οποία στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί από την Χρυσή Αυγή, Τι διαβάζει ένας χρυσαυγίτης;).
Το βιβλίο αφηγείται την τελική φυλετική μάχη, με την εξέγερση των οπαδών της ανώτερης λευκής φυλής ενάντια στη σιωνιστική εξουσία. Σε αυτό θα βρούμε πληθώρα λεπτομερών οδηγιών σχετικά με την κατασκευή βομβών (μεταξύ άλλων και τη συνταγή που χρησιμοποίησε ένας ακροδεξιός ακτιβιστής στη βομβιστική επίθεση στην Οκλαχόμα, το 1995) καθώς και πληθώρα φαντασιώσεων σχετικά με τη χρήση πυρηνικών, χημικών, βακτηριολογικών όπλων ενάντια σε μη Αρίους πληθυσμούς. Στο τέλος, ο ήρωας πεθαίνει σε μια πυρηνική επίθεση εναντίον του Πενταγώνου. Το βιβλίο εξάπτει τα πνεύματα των σκίνχεντ σε διεθνές επίπεδο, καθώς δίνει μια εντελώς διαφορετική οπτική, πέρα από την απλή ρατσιστική αντιπαράθεση. Θαυμαστές του βιβλίου, οι νεαροί ακτιβιστές της Εθνικής Συμμαχίας περνούν στην τρομοκρατία, με τη δημιουργία της ομάδας «Τάξη», το 1983. Ένας από αυτούς, ο Ντέιβιντ Λέιν, επινοεί «τη φράση των 14 λέξεων», και καλεί τους Ευρωπαίους σκίνχεντ να την μεταφράσουν και να την υιοθετήσουν: «Πρέπει να εξασφαλίσουμε την ύπαρξη της φυλής και ένα μέλλον για τα λευκά παιδιά» (ο Ντέιβιντ Λέιν, αυτή τη στιγμή, εκτίει ποινή 150 ετών, για φόνο).
Στο πεδίο της μουσικής, είναι η ομάδα RAHOWA (από τα αρχικά του «Racial Holy War» – «ιερός φυλετικός πόλεμος») που αποσπά την προσοχή. Το 1994, δημιουργεί τη δική της δισκογραφική εταιρεία, Αντιστασιακές Ηχογραφήσεις, η παραγωγή της οποίας εξάγεται σε όλη την Ευρώπη, καθώς και μια εφημερίδα, Αντίσταση, η οποία βρίσκεται στην αφετηρία της επιτυχίας του ακρωνύμιου Z.O.G. (Zionist Occupation Government – Σιωνιστική Κυβέρνηση Κατοχής), οντότητα που καλεί σε τρομοκρατική δράση, εμπνεόμενη από τα Ημερολόγια του Τέρνερ. Η εταιρεία αγοράζεται τελικά από την Εθνική Συμμαχία, η οποία την ανακατευθύνει προς το Black Metal, αλλά η στόχευση παραμένει η ίδια. Η πρωτοτυπία της Αντίστασης βρίσκεται, πράγματι, στο ότι ανανέωσε τη σχέση ανάμεσα σε μουσική και πολιτική, υποστηρίζοντας ότι η πρώτη έπρεπε να ωθεί ανθρώπους, που δεν ήταν εκ των προτέρων ρατσιστές, να ενταχθούν πολιτικά στον χώρο, και όχι μόνο να ενισχύει τις πεποιθήσεις των ήδη πεισμένων οπαδών.

Ο Γερμενής με διεθνή καριέρα ως μουσικός του Black Metal με σατανιστική στιχουργία

Η επίδραση του αμερικανικού νεοναζισμού στη Γαλλία

Το 1993, μέσω του Ερβέ Γκουτουζό, σκίνχεντ του Τρίτου Δρόμου που προσχώρησε στο P.N.F.E. (Γαλλικό και Ευρωπαϊκό Εθνικιστικό Κόμμα), η Αντίσταση ενσωματώνεται στη γαλλική εθνικιστική σκηνή, ενώ η θεματική και το λεξιλόγιο των Αμερικανών σκίνχεντ εξαπλώνονται ευρέως μέσω του διαδικτύου. […]
Η διείσδυση της σατανιστικής αντι-κουλτούρας και εκείνης που συνδυάζει το ναζιστικό υπόστρωμα με τον αποκρυφισμό οδήγησε στην ανάπτυξη αυτού του φαινομένου που σκοπεύει στον εντυπωσιασμό. Στη Γαλλία, η βεβήλωση του νεκροταφείου Καρπεντράς από τους σκίνχεντ του P.N.F.E. ακολουθείται από μια διαδήλωση που συγκεντρώνει περί το ένα εκατομμύριο ανθρώπους, ακόμα και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας∙ οι συνομωσιολογικές φήμες που διαδίδουν διαρκούν για χρόνια και λειτουργούν, παράλληλα, και σαν φορείς διάδοσης της ακροδεξιάς κοσμοθεωρίας. Έτσι, νεαροί, μέλη του C.H.S., και συνδεδεμένοι με τον χώρο Black Metal, συλλαμβάνονται για βεβήλωση τάφων και πτωμάτων, τον Ιούλιο του 1996. Στο Νεκροταφείο της Τουλόν, ξέθαψαν τη σωρό μιας γυναίκας και της φύτεψαν ένα σταυρό στο στήθος, αφού της διαμέλισαν το κρανίο, προκαλώντας σάλο στην κοινή γνώμη. Νεοναζισμός, Black Metal και σατανισμός: πρόκειται για ένα σαφέστατο σημάδι της ανερχόμενης επιρροής της αμερικανικής άκρας δεξιάς κατά τη δεκαετία του 90. […]
Παραδόξως, η αμερικανική επίδραση είναι επίσης εμφανής στη γέννηση μιας μετεξέλιξης του R.A.C. που φιλοδοξεί να βγάλει το κίνημα από το γκέτο ναζί-σκίνχεντ. Πρόκειται για την ομάδα Fraction-Τμήμα (αρχικά ονομάστηκε Fraction Hexagone, τίτλος που εγκαταλείφθηκε διότι παρέπεμπε στην προώθηση μιας Ευρώπης των περιφερειών, που αποσυνέθετε τα Έθνη-Κράτη), χαρακτηριστική αυτής της τάσης, στην οποία και συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό. Αρχικά το Τμήμα ακολουθεί την τάση Oi, αλλά παράλληλα εξελίσσεται σε hard core και επαναπροσδιορίzει το ακρωνύμιο R.A.C. σε «Rock against Capitalism» (Ροκ ενάντια στον καπιταλισμό). Οι στίχοι των τραγουδιών έχουν θέματα για την Ευρώπη, τους Τσιάπας, τον αντι-καπιταλισμό, την άρνηση του αστικού πνεύματος, την άρνηση του Ολοκαυτώματος, τη ριζοσπαστική οικολογία, τον αγώνα κατά του «σιωνιστικού αμερικανικού ιμπεριαλισμού». Σε ένα σκίνχεντ τοπίο, που μονοπωλείται από τον νεοναζισμό και την Oi, το στοίχημα είναι προκλητικό και τολμηρό. Η επιδίωξη είναι να προταθεί μια πιο επεξεργασμένη ιδεολογία.
Η ομάδα συμμετέχει στην προώθηση της τάσης «Γαλλική Ροκ Ταυτότητα» (Rock Identitaire Franҫais – R.I.F.), όρος που εμφανίζεται το 1997, αλλά η λέξη είναι παραπλανητική γιατί το R.I.F. καλύπτει όλα τα είδη μουσικής, χωρίς να φοβάται ούτε τη ραπ ούτε την τέκνο. Διακηρυγμένος στόχος του R.I.F., εκτός από το να προκαλέσει το R.A.C., είναι να  προσελκύσει νέους ανθρώπους στις εθνικιστικές ιδέες, φιλοδοξώντας να γίνει αυτό που αντιπροσώπευαν οι Μαύροι Béruriers ή οι Zebda για την άκρα αριστερά. Υπ’ αυτή την έννοια, το R.I.F. είναι, επίσης, ένα μέσο να ανοίξουν τα μυαλά των ριζοσπαστικών νέων στην κοινωνική πραγματικότητα που τους περιβάλλει, και να ξεφύγουν από το «γκέτο», στο οποίο τείνουν να εγκλωβιστούν. Εν ολίγοις, η επιρροή της τακτικής των Αντιστασιακών Ηχογραφήσεων είναι προφανής, αλλά εκφράζεται για –και μέσα από– μια ιδεολογία που αυτή τη φορά στοχεύει στο να απαλλάξει τον ριζοσπαστικό χώρο από προκλητικές ναζιστικές αναφορές.
Μήπως αυτό σημαίνει ότι οι σκίνχεντ έχουν πολιτικοποιηθεί; Όχι ακριβώς, πρόκειται μόνο για ένα κομμάτι τους, αλλά είναι εκείνο που υπέστη την καταστολή της δεκαετίας του 90, η οποία σφυρηλατήθηκε μέσα από συγκρούσεις και συλλήψεις, και τώρα προσφέρει πολιτικά στελέχη στην ακροδεξιά. Έτσι, ο Φαμπρίς Ρομπέρ, εμψυχωτής του Τμήματος, έχει επενδύσει πολύ στην οργάνωση της ριζοσπαστικής νεολαίας της δεξιάς και, σήμερα, ανήκει, μαζί με τον Φιλίπ Βαρντόν (τραγουδιστή του Τμήματος) και άλλους, στην ηγεσία του ταυτοτικού κινήματος.

Απολογισμός και προοπτική

Ο χώρος των ακροδεξιών σκίνχεντ παρουσιάζει ορισμένα γενικά χαρακτηριστικά: α) ρατσισμό β) προλεταριακή συνείδηση γ) αποστροφή για την οργάνωση και προτίμηση δράσης με τη μορφή συμμορίας δ) ιδεολογική διαμόρφωση που ξεκινάει ή στηρίζεται στη μουσική. Δεν είναι κατ’ ανάγκην νεοναζί, αλλά ο νεοναζισμός είναι ηγεμονικός στις ομάδες σκίνχεντ. Δεν είναι κατ’ ανάγκην βίαιοι, αλλά συμμετέχουν σε μια ομάδα που εξυμνεί και ασκεί τη βία. Η ένταξή τους είναι κυρίως συναισθηματική, εξ ου και το πέρασμα, ενίοτε, από ναζιστικές ομάδες σκίνχεντ σε αντιφασιστικές ομάδες σκίνχεντ, ανάλογα με τις περιστάσεις, τις φιλίες, κ.λπ.

Στη μετα-βιομηχανική εποχή, το κίνημα των σκίνχεντ είναι το μοναδικό πραγματικά προλεταριακό κίνημα της άκρας δεξιάς και μια σπανιότατη διεθνής πολιτική συγκρότηση μέσω εταιρειών (δισκογραφικές, δίκτυα διανομής) και του μη εμπορευματικού τομέα (τα περιοδικά σκίνχεντ – skinzines). Όχι μόνο αποτελεί έναν από τους ελάχιστους χώρους όπου η άκρα δεξιά καταφέρνει να δημιουργήσει ένα λόγο κοινωνικής αμφισβήτησης, χωρίς να χρειάζεται να δανειστεί τη ρητορική της Αριστεράς, αλλά είναι και η μοναδική περίπτωση που έχει επιτύχει να διαδώσει τα πρότυπά της: πράγματι, η ενδυμασία σκίνχεντ έχει γίνει σύμβολο της αυτο-περιθωριοποίησης, που έχει εξαπλωθεί μέχρι την άκρα αριστερά, και, τελικά, φαινόμενο που έχει τη σημασία του στις εμπορευματικές δημοκρατίες, στα τέλη του 20ού αιώνα, το οικειοποιήθηκε και το αποπολιτικοποίησε πλήρως η εμπορευματική κοινωνία.

Αυτοί οι νεαροί προλετάριοι δεν στρέφονται ούτε προς την Αριστερά –που την θεωρούν πιο πρόθυμη να υπερασπιστεί τον «παραβατικό μετανάστη» παρά «τον φτωχό λευκό εργαζόμενο»– ούτε προς τη Δεξιά – ο συντηρητισμός της οποίας δεν έχει τίποτα να κάνει με τη νοοτροπία και τον τρόπο ζωής τους. Γι’ αυτούς, «το σύστημα» έχει εγκαταλείψει τους φτωχοδιάβολους και η συμμορία αποτελεί μια αντι-κοινωνία όπου βρίσκουν ικανοποίηση και αλληλεγγύη. Η ναζιστικού τύπου πρόκλησή τους είναι μια μορφή αντίδρασης στην αγιοποίηση της μνήμης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, την οποία το σύστημα επικαλείται για τα πάντα και για οτιδήποτε (από τη συζήτηση για το δημοψήφισμα πάνω στην Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη μέχρι τη νομιμοποίηση κάθε πολέμου που διεξάγει). Με λίγα λόγια, πίσω από τη βία τους, τίθενται πραγματικά ερωτήματα. Και η υποκρισία, που περιβάλλει ενίοτε τις ενέργειες του συστήματος, δεν είναι το πιο ασήμαντο.
Στην ανατολική Ευρώπη, το φαινόμενο σκίνχεντ αναδύθηκε με την πλήρη αποσταθεροποίηση της εργατικής τάξης, που προέκυψε από τη μετάβαση στον καπιταλισμό. Η ρατσιστική βία, που σημάδεψε τη ρωσική πραγματικότητα, από το 2001, συνάντησε τη λαϊκή επιθυμία: το 2002, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι το 58% των Ρώσων θεωρούσε ότι οι Ρώσοι σκίνχεντ κάνουν τη «βρώμικη δουλειά» στη θέση των κρατικών δυνάμεων. Στη Γερμανία, οι ρατσιστικές βιαιότητες, στο Ροστόκ, στα τέλη Αυγούστου 1992, έλαβαν χώρα υπό τα χειροκροτήματα των γειτόνων και με την ευμενή ουδετερότητα των δυνάμεων καταστολής. Απλοί πολίτες ήταν αυτοί που, πλάι στους σκίνχεντ, λιντσάριζαν μετανάστες εργάτες, και όλα αυτά με την επιδοκιμασία των περαστικών …
Σε κάθε χώρα, η «Λευκή Δύναμη» δείχνει πως, όταν ολόκληρα τμήματα του πληθυσμού εγκαταλείπονται στην απόλυτη οικονομική βία, ελλείψει ενός κοινωνικού κινήματος ικανού να κατακτήσει τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, τότε θα κυριαρχήσει ο ρατσιστικός λόγος και θα ξεδιπλωθεί η φυλετική και ρατσιστική βία.

* Nicolas Lebourg, Διδάκτωρ Ιστορίας, έκτακτος διδάσκων στον τομέα Εκπαίδευσης και Έρευνας.
29 Σεπτεμβρίου – 5 Οκτωβρίου 2008

Πηγή: http://ardin-rixi.gr/archives/10495

ΟΧΙ ΣΗΜΕΡΑ. ΓΙΟΡΤΑΖΩ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ…

lesbos-oi-foties-ai-gianni-klidona

με αφορμή την γιορτή του Αγ.Βαλεντίνου, ένα υπέροχο κείμενο του Γιάννη Κων. Κρούσσου 

(Η ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΑ ΜΥΑΛΑ ΜΑΣ)

Δεν φτάνει που αγοράζουμε και ψηφίζουμε ό,τι διαφημίζεται. Γιορτάζουμε με τον τρόπο που αγοράζουμε. Αυτό που αυτοαποκαλείται «δυτικός πολιτισμός» είναι περασμένο στις πιο μύχιες σκέψεις και συναισθήματα μας.
Ζούμε καθ’ υπαγόρευση, γιατί δεν έχουμε ταυτότητα.
Δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να ξέρουμε ούτε τι θέλουμε, ούτε πώς να το αποκτήσουμε.
ΔΕΝ γιορτάζω τη «γιορτή των ερωτευμένων».
Γιορτάζω το θερινό ηλιοστάσιο, τη γιορτή του έρωτα και της φωτιάς.

Στην Αρχαία Ελλάδα η νύχτα του Ηλιοτρόπιου, ήταν η γιορτή μιας ερωτικής μαγείας, με τους νέους να ανταλάσσουν ερωτικούς όρκους και να πηδούν πάνω από τις φωτιές για να εξαγνίσουν αυτούς τους όρκους αποδιώχνοντας κάθε επιβουλή. Ήταν οι φωτιές της τύχης, πηδώντας πάνω από τις φλόγες τρεις φορές. Στη νεώτερη γιορτή, όλα τα έθιμα παραπέμπουν στην ερωτική μαγεία και στην αναζήτηση του ερωτικού ταιριού.

Του Άη Γιάννη, του Λαμπαδάρη, του Ριζικάρη, του Θεριστή, του Φανιστή, Ο Άη Γιάννης είναι ο Άγιος του Έρωτα.
Όλα τα έθιμα της άγιας μέρας, σ’ αυτόν παραπέμπουν. Ο μικρός Θεός του έρωτα έγινε Άγιος και μέσα στο θερινό ηλιοστάσιο, κοντά στην πιο μεγάλη μέρα του χρόνου, κι όπως το συνηθίζει ο έρωτας, άναψε φωτιές. Φωτιά και έρωτας για αγόρια και κορίτσια.
Στις φωτιές του Άη Γιάννη καίνε το στεφάνι του Μάη. Η γιορτή της κορύφωσης της Άνοιξης τελειώνει την κορύφωση του καλοκαιριού. Το τέλος μιας εποχής είναι η αρχή μιας άλλης και τα στεφάνια της κάθε γιορτής δεν είναι για τα σκουπίδια. Καίγονται με τρόπο γιορτινό. Οι ζωή είναι εποχές, κύκλος κι όχι ευθύγραμμος χρόνος «προόδου». Το έσχατο είναι αρχή και αιωνιότητα.
Κάθε έθιμο αυτής της μέρας, κρυμμένο στη χριστιανική γιορτή της πιο μεγάλης μέρας του χρόνου έχει μέσα του έρωτα. Στις φωτιές καίγονται και οι απαγορεύσεις. Καίγονται και τα παλιά σκιάχτρα, οι γενίτσαροι των χωραφιών. Μήτε το θείο μήτε το εθνικό γλιτώνει από την τιμή που τους πρέπει στις γιορτές του λαού.
Η αρχαία μαντική τέχνη αποθεώνεται. Είναι η γιορτή με την πιο εμφανή διατήρηση της μαντικής λειτουργίας, μέσα στα έθιμα, όπου οι κόρες αναζητούν το μήνυμα που θα προσδιορίσει το ταίρι της.

revolutionlove

Στον κλήδονα, το κορίτσι θα δει τη μορφή του ανθρώπου που θ’ αγαπήσει. Στο νερό του πηγαδιού το καθρέφτισμα του προσώπου του αγοριού που θα παντρευτεί. Το αμίλητο νερό των κοριτσιών, είναι μέρος της ιεροτελεστίας του κλήδονα. Τα τρία πρόσωπα που θα δει η κοπελιά στον καθρέφτη, είναι δύο των δαιμόνων και το τρίτο το καλύτερο, του δικού της αγοριού. Το πρώτο αρσενικό όνομα, που θα ακούσει του Άη Γιάννη ανήμερα είναι του αυριανού δικού της άλλου μισού.
«Κι οπ’ αγαπάει στη γειτονιά τη βλέπει αυγή και βράδυ».
Όλα για των αγοριών και των κοριτσιών τις αγάπες. Για δυο παιδιά που αγαπιούνται και θα αγαπηθούν. Ο Άγιος των μελλούμενων και της επερχόμενης χαράς.

Η άσκηση της μαντικής τέχνης περιορίστηκε στην αναζήτηση του ιδανικού ζευγαριού. Ο Αη Γιάννης είναι μια γιορτή ύμνος στο ζευγάρωμα, στον έρωτα και τους ερωτευμένους. Ένας ύμνος στην αναζήτηση της ιδανικής αγάπης και τίποτα περισσότερο.
Η φωτιά, το κάψιμο του πρωτομαγιάτικου στεφανιού, των ξερών χόρτων, της παλιάς ρίγανης, των σκιάχτρων, που κάπου τα λένε «γενίτσαρους», και το πήδημα της φωτιάς συμβολίζουν, επίσης, τον εξαγνισμό και την κάθαρση. Ο έρωτας πάει μαζί με τον εξαγνισμό και την κάθαρση;
Ο έρωτας είναι μαγεία, ηδονή, γέννα, ζωή, εξαγνισμός, κάθαρση. Αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητό –δεν είναι επιτρεπτό- από την τυποποιημένη ορθολογική δογματική.
Ο έρωτας είναι ανατροπή :
«καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν».

ΠΟΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΥΟ ΓΙΟΡΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΗ;
Ο Έρωτας είναι Επανάσταση.
ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
(Υπερχρεωμένων το Ανάγνωσμα)

 

Στατιστικά

  • 32,246 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Ιουνίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!