//
archives

ΜΝΗΜΗ

This category contains 135 posts

Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς : η υπέρβαση

εισήγηση στο βιβλίο του Γ.Καραμπελιά, Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς : η υπέρβαση

Πολύ συχνά, ο Γιώργος Καραμπελιάς, μιλά για την κατάθλιψη και την καθολική κρίση που έχει ακινητοποιήσει τον Έλληνα, στα χρόνια του μνημονίου. Κατάθλιψη και παθητικότητα που σχετίζεται και με τη χρόνια εξαρτημένη και ετερόνομη φύση του ελληνικού πολιτικού και κοινωνικού σχηματισμού ήδη από το 1821, με κορύφωση τα χρόνια της μεταπολίτευσης και με δραματική ολοκλήρωση στα χρόνια των μνημονίων. Η διάχυτη παρακμή, αποτελεί το εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσουμε για να επιβιώσουμε ως εθνικό συλλογικό υποκείμενο.

Βέβαια, εδώ συνειδητοποιούμε ότι ο Γ. Κ, δεν μένει μόνο στην διάγνωση, την συνειδητοποίηση και την αποδοχή του τραύματος, αλλά με τούτο εδώ το εγχείρημα προτείνει και την θεραπεία. Και νομίζω ότι το βιβλίο αυτό, αλλά και η σκέψη του ΑΡΔΗΝ, είναι μια διεργασία εθνικής, πολιτικής και κοινωνικής ψυχοθεραπείας. Ίσως, η αρχική του επιθυμία να σπουδάσει ψυχίατρος να τον έχει επηρεάσει και το πέρασμά του ως Υπεύθυνος στο Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων ατόμων (ΚΕΘΕΑ), να μην είναι τυχαία, αλλά μια από τις ταυτότητες που έχει ενσωματώσει από το παρελθόν του, ώστε να συνειδητοποιεί με έναν ακόμα τρόπο, ότι η υπέρβαση που προτείνει είναι σύμφυτη με την εθνική καθολική απεξάρτησή μας. (έτσι χάσαμε και μια ευκαιρία να είμαστε συνάδελφοι).

Μια απεξάρτηση, λοιπόν, από αγκυλώσεις, εμμονές, ολοκληρωτισμούς και συσσωρευμένους εμφυλίους που διαπερνούν κάθετα και οριζόντια την καθημερινή μας ζωή. Η υπέρβαση είναι απεξάρτηση, λοιπόν, για να καταλήξει στην σύνθεση, που δεν είναι η ιδεολογική ή η πολιτική σύνθεση των αντιθέσεων σε έναν ιδεολογικό χυλό ανάλογο της παγκοσμιοποίησης, αλλά η απομυθοποίηση κομματικών ναρκωτικών και η συμφιλίωση με μέρη του ελληνικού εαυτού μας, που θάφτηκαν κάτω από τον οικονομισμό, τον τυχοδιωκτικό πολιτικό μεσσιανισμό, την εγωιστική κατανάλωση του άλλου και το άγχος να «γίνουμε εφάμιλλοι των καλύτερων ευρωπαϊκών» παραδειγμάτων.

Έτσι, εκλαμβάνω τουλάχιστον εγώ το νόημα του βιβλίου, αλλά και το άμεσο βίωμα της ομάδας μας ΑΡΔΗΝ-ΡΗΞΗ. Η υπέρβαση, θα γίνει με πόνο και προσωπικές ανατροπές στις δεξιές και αριστερές ιδεοληψίες και βεβαιότητες, εφόσον τα χρονικά όρια της χώρα μας, στενεύουν δραματικά.

Η βαθιά εξαρτημένη Ελλάδα, θυμίζει όντως τους χρήστες ναρκωτικών, που έρχονται για θεραπεία, και θέλουν «να ξεχάσουν το παρελθόν», «να σβήσουν το παρελθόν τους». Οι φράσεις, αυτές αποκαλύπτουν το μέγεθος του πόνου και τραύματος και όχι τι είναι αυτό που θα θεραπεύσει. Η γενικευμένη κατάθλιψη, θυμίζει και τον οριακό άνθρωπο (ανάμεσα στην νεύρωση και την ψύχωση), που αδυνατεί να ενσωματώσει μνήμες και εμπειρίες στο παρόν. Έχει απωθήσει το ιθαγενικό παρελθόν του, μήπως και σωθεί, αλλά όπως τονίζεται και στο βιβλίο, τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από την απώλεια μνήμης.

Τα τελευταία 40 χρόνια, ο ελληνισμός αποπροσανατολίστηκε, καθώς έχασε το πολιτισμικό πλαίσιο αναφοράς του. Μόνο, αν μάθουμε ποιοι είμαστε απομυθοποιώντας τις δεξιές και τις αριστερές αυταπάτες, τα δεξιά και αριστερά αφεντικά της νόησής μας, μπορεί να χωνέψουμε τις παραδόσεις μας και να τις εκσυγχρονίσουμε, ως πρόταση επιβίωσης. Μόνο έτσι, το ελληνικό τραύμα, που στην ουσία σχετίζεται με τον «καημό της ρωμιοσύνης» του Σεφέρη, του Μοσκώφ και του Καραμπελιά, μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε ολόκληροι, μπας και ξαναδομήσουμε τα «κοινώς συμπεφωνημένα υπονοούμενα».

Ως καλό ψυχοθεραπευτικό βιβλίο, λοιπόν, ξεκινά με το τραγικό πρόσφατο σύμπτωμα της αρρώστιας. Την μνημονιακή εμπειρία και ειδικότερα την τυχοδιωκτική συμβίωση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που συνέχισε και ολοκλήρωσε το βάθεμα της εξάρτησης και τον νεοαποικισμό της χώρας από τα πρώτα μνημόνια.

Το σύμπτωμα, όμως δεν είναι η αρρώστια, αλλά το καμπανάκι ότι εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά, καθώς από κάτω, συνεχίζεται ο οργανικός παρασιτισμός και η σήψη, που συνάντησε την ανικανότητα πολιτικών και την προδοσία των διανοουμένων. Η Ελλάδα junkie, εξαρτημένη από το διεθνές κεφάλαιο, τον υψηλό δανεισμό και με τους εξαιρετικά αποεθνικοποιημένους οικονομικούς τομείς, τη ναυτιλία και τον τουρισμό, έψαχνε γιατρειά. Και τι θεραπεία της πρότειναν η δεξιά και η κάθε είδους αριστερά.; Η πρώτη, να παίρνει νεοφιλελεύθερα ναρκωτικά και υποκατάστατα απέξω, χωρίς να αλλάζει η παραγωγική δομή της χώρας, αλλάζοντας απλώς την εξάρτηση. Κι όπως μιας λέει ο Αριστοτέλης, οι αλλαγές εντός πλαισίου δεν είναι ουσιαστικές αλλαγές. Οι άλλες (κάθε είδους αριστερές), πρότειναν είτε μια μείωση βλάβης, η οποία θα επανέφερε την εξαρτημένη χώρα στη αλλοτριωμένη «φυσική» κατάστασή της, πριν το 2009, είτε μια μαγική λύση-φάρμακο (φυγή από Ε.Ε, «δραχμούλα», κ.α) που θα έλυνε οριστικά το πρόβλημα.

Αδιέξοδο. Το οποίο εκμεταλλεύονταν, είτε το κράτος και το παρακράτος με την διόγκωση της φασιστικής Χ.Α, είτε αλμπάνηδες τύπου Σώρρα και Λεβέντη. Τι κατάφεραν όλοι αυτοί με την συνέργια του διεθνούς κεφαλαίου, του ΔΝΤ, του ΟΟΣΑ, των γερμανικών εταιριών, των αμερικανικών πολυεθνικών ασφαλιστικών, κ.α,; μα, την πλήρη αποικιοποίηση και την αποσύνθεση της ίδιας της προσωπικότητας του εξαρτημένου, την αποσύνθεση δηλαδή της ιδιοπροσωπείας του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού ελληνικού τρόπου σχετίζεσθαι και σκέπτεσθαι, την μικροιδιοκτησιακή δομή του τόπου μας. Κι αν, κατά το παρελθόν, η δομή αυτή ευτελίστηκε στην αεριτζήδικη και εγωκεντρική νοοτροπία του μικρομάγαζου της μικρομεσαίας ψευοδημοκρατίας υπό την ηγεμονία μιας «λούμπεν μεγαλοαστικής τάξης», τώρα, μοιάζει η μόνη προοπτική. Αυτό που σε πλήγωσε στο παρελθόν, αυτό μπορεί και να σε γιατρέψει, αφού αλλάξει, βέβαια και ανανεωθεί. Το ίδιο το τραύμα, εμπεριέχει και τα υλικά της γιατρειάς μας.

Χρειάζεται, όμως, πρώτα να ειπωθεί ένα τεράστιο όχι. Όχι σαν αυτό, του αλαζονικού και τυχοδιωκτικού δημοψηφίσματος του Τσίπρα, αλλά αυτό της συνολικής άρνησης  της λογικής που γεννά πολιτικούς και συναισθηματικούς ολοκληρωτισμούς.

Η υπερεθνική και ταυτόχρονα απο-εθνικοποιημένη συμμαχία του παγκόσμιου κεφαλαίου, ενισχύει την καταπίεση έθνους από έθνος και εγκαθιστά νέες πλανητικές αποικιοκρατικές σχέσεις, κάτι που το βιώνουμε εφιαλτικά, στα μνημονιακά χρόνια, ανάμεσα στην αυταρχική Δύση και την νεοοθωμανική Ανατολή. Όμως, η πολιτική, οικονομική και κοινωνική κυριαρχία στην Ελλάδα, υλοποιήθηκε, αφότου συντελέστηκε η πολιτισμική-ιδεολογική αποικιοποίηση του φαντασιακού μας, στην επιστήμη, στην τέχνη, στην καθημερινή ζωή, στη λαϊκή μας παράδοση. Που ακρωτηριάστηκαν από τις «νέες αξίες» μιας ουδέτερης, ανθρωπιστικής προόδου, που ούτε ουδέτερη είναι, ούτε ανθρωπιστική, ούτε πρόοδος. Οι μάσκες, που έκρυβαν το ανανεωμένο πρόσωπο του νεοφιλελεύθερου οικονομικού και πολιτισμικού ιμπεριαλισμού, δημιούργησαν έναν δήθεν αισιόδοξο κόσμο, ανανέωσης και καινοτομίας που εκμηδένισε τις αντιστάσεις του ελληνισμού, ενάντια στην πηγή της εκμετάλλευσής του, καθώς κανείς συνετός άνθρωπος «δεν πάει ενάντια σ’εναν κόσμο που αλλάζει», όπως μας λένε.

Η αποδόμηση αρχών και αξιών, ένωσαν τους φιλελεύθερους καπιταλιστές και σοσιαλιστές, σε μια κοινή γλώσσα. Ιδιαίτερα, η παγκοσμιοποιητική και «αντιαυταρχική» αριστερά και ένας ψευδεπίγραφος αναρχικός χώρος (όχι αυτός του Κροπότκιν και των ουτοπιστών σοσιαλιστών αλλά του ναρκισσιστικού ατομισμού του Στίρνερ και του Νετσάγιεφ), αλλοτριωμένοι από το …φάντασμα του καπιταλισμού, προωθώντας την δήθεν πολιτισμική χειραφέτηση του ατόμου, μέσα από την λάγνα αλλοτρίωση του, «Θέλω να είμαι τα πάντα και τίποτα», επιτρέπει στην ισοπεδωτική παγκοσμιοποιημένη οικονομία, να επιχειρεί τα πιο μεγάλα άλματα προς τα μπρος. Στο πλαίσιο του καταναλωτισμού, του οικολογικού αδιεξόδου, της εμπορευματοποίησης και της κοινωνίας του Θεάματος. Γνωρίζοντας καλά,  τον μηδενιστικό σχετικισμό, η «αριστερά» αυτή, θρέφει τη … «φαντασιακή θέσμιση» του καπιταλισμού και μάλιστα θεωρώντας τον εαυτό της, εξεγερμένο και «αντι-εξουσιαστικό»! Ο ιστορικός υλισμός, είναι η πνευματική συνείδηση του καπιταλισμού, θα πει με αυτοκριτική κάποτε ο Τζώρτζ Λούκατς.

Αυτή η διεθνής κατανομή ρόλων (Αριστερά – Δεξιά), ανατέμνεται έξοχα στο βιβλίο αυτό.  Συνεχίζοντας την κριτική που ξεκίνησε, ο Καραμπελιάς και η ομάδα, ήδη από την δεκαετία του ’70, στην ίδια την φύση του μαρξισμού περισσότερο και λιγότερο του ίδιου του Μάρξ. Μια κριτική, στη μεγαλύτερη ίσως κοινωνική ουτοπία που η παραγωγίστικη μονοδιάστατη λογική της, κοινή με τον φιλελευθερισμό, συνέτριψε την ελευθερία που ευαγγελιζόταν για χάρη της ισότητας που επεδίωκε. Όμως εδώ, το βιβλίο αυτό είναι μια σύγχρονη Οδύσσεια, που ο ελληνισμός πρέπει να ξαναπεράσει και όπως ο Οδυσσέας να ξανατυφλώσει τον Πολύφημο μέσα στο σπήλαιό του που είναι εντέλει η αποικιοποιημένη σκοτεινή ψυχή μας, και το ένα μάτι του, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή η μονόφθαλμη, μονοδιάστατη οπτική εξήγησης του κόσμου. Για να γίνει αυτό, όντως χρειάζεται να μείνει κανείς μόνος από παλιούς φίλους ή συντρόφους, όντως χρειάζεται να γίνουμε Κανένας, να μηδενίσουμε και να απομυθοποιήσουμε τις εμμονές και τις παλιές μας ψευδοταυτότητες,  για να ξαναβρούμε και πάλι την ιδιοπροσωπία μας, ώστε να επαναεδαφικοποιήσουμε τον όραμα της ζωής μας. Να αποκαθηλώσουμε την παρακμή της εξάρτησης, εκκινώντας άλλη μια φορά, κυριολεκτικά απ’το μηδέν. Ένα μηδέν, που δεν είναι ο μηδενισμός, των αντιφά : «Να πεθάνει η Ελλάδα, να ζήσουμε εμείς», ή αυτή του ανθρώπου εμπορεύματος, αντάμα με τον άνθρωπο-κατασκευή χωρίς ιδιότητες, φύλο και ιστορία, αλλά είναι η αρχή μιας νέας παραγωγικής συγκρότησης του εαυτού μας, με τα υλικά που μας προσφέρει ο τόπος μας.

Και τι χρειάζεται πάντα η απεξάρτηση, η αναγέννηση; Ένα όραμα, μια νέα Μεγάλη ιδέα, που να σε οδηγήσει σε μια μεγάλη πορεία. Με την λογική αυτή, η σκέψη και η πράξη του ΑΡΔΗΝ, είναι μετανεωτερική, είναι ρομαντικά μεταμοντέρνα για να αποκαταστήσουμε κι αυτή την παρεξηγημένη έννοια. Είναι εναλλακτικά μεταμοντέρνα γιατί όντως θέλουμε να υπερβούμε με ελληνικό τρόπο, την υπερνεωτερική ύβρη του  εργαλειακού διαφωτισμού, απορρίπτοντας την μια και μόνη ερμηνεία του κόσμου και συνθέτοντας όλες τις αντιθέσεις που κινούν τη ζωή του ανθρώπου: την εθνική αντίθεση, την αντίθεση φύσης-ανθρώπου, ατομικού – συλλογικού, άνδρα-γυναίκας, των γενεών, της διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, την οικονομική αντίθεση, την αντίθεση του λόγιου και του λαϊκού, του τοπικού και του πλανητικού. «Εκσυγχρονίζοντας τις παραδόσεις μας», ότι έκαναν ή κάνουν και σήμερα ακόμα και άλλα έθνη και λαοί.

Τον πολιτισμό που ψάχνει ο σύγχρονος άνθρωπος, ο ελληνικός τρόπος τον έχει διαμορφώσει από παλιά. Από το Όμηρο και τον Σωκράτη μέχρι τον Διονύσιο Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη, από την Ιλιάδα μέχρι τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, από την διαλεκτική και την άμεσα δημοκρατία της εκκλησίας του Δήμου, μέχρι την ορθόδοξη κοινοτική μας παράδοση και την υψηλή πνευματική σύλληψη της γενιάς του ΄30 και του ΄60.  Το αντιστασιακό ήθος του ελληνισμού,( κατά Νίκο Σβορώνο) και το όραμα, λέει ο Γ.Κ είναι η ταυτότητά μας, πάνε μαζί.

Το πλαίσιο είναι οι πατρίδα μας, ο τόπος μας, με βάση : 1ον την ανάπτυξη ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, πολυκαλλιεργητικού και συνεταιριστικού στηριζόμενο στην τεχνολογία και στην μαστοριά της παράδοσης, 2ον την αναζήτηση συμμαχιών στην αναγκαστική παραμονή μας στην ΕΕ, περπατώντας στις Βαλκανικές συμμαχίες του Ρήγα, σε μια Ευρώπη από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια 3ον με την ενίσχυση της παραγωγικής μας αυτονομίας και της αμυντικής μας ικανότητας, έναντι της επεκτατικής Τουρκίας. 4ον την ενίσχυση του ρόλου των πολιτών, με τον εκσυγχρονισμό της κοινοτικής δημοκρατικής μας παράδοσης , ενάντια στην κυριαρχία του κομματοκεντρικού  πολιτειακού συστήματος 5ον την πνευματική και πολιτική ολοκλήρωση της ταυτότητάς μας.

Για να σταματήσουμε να είμαστε «παρασιτική απόφυση της Δύσης» από τη μια και υποτελείς νεοφαναριώτες, από την άλλη. Η πολιτισμική μας ανάπτυξη είναι η μόνη μεγέθυνση που αποδεχόμαστε ενάντια στον γιγαντισμό της καπιταλιστικής πολυεθνικής μεγαμηχανής που στην πιο δύσκολη χώρα του πλανήτη κινδυνεύουμε να μας εξαφανίσει ως εθνικό συλλογικό υποκείμενο.

Δημήτρης Ναπ.Γ

Για τον Ιούλη του 1965…!

Για τα Ιουλιανά, πρωτάκουσα από τον πατέρα μου. Μέσα από την αχλύ του χρόνου, μισοθυμάμαι, να μας μιλά για κάποιον Ιούλη που ο «γέρος της δημοκρατίας», με τον «ανένδοτο αγώνα» του, τα έβαλε με το παλάτι και τη σκύλα Φρειδερίκω, όπως την έλεγαν κοροιδευτικά και κεφαλονίτικα οι γονείς μας. Και πλήθος κόσμου ήταν κάθε μέρα στο δρόμο γιατί δεν το ήθελε το άδικο.Και αυτό το άδικο – στην εφηβεία – μ’έκανε από την μια να απορώ, μα και να γλυκαίνω ταυτόχρονα με την απορία μου, πως ο Γεώργιος Παπανδρέου, μπορεί να χαρακτηριζόταν δημοκράτης…

Όπως μας μιλούσε και για τα Δεκεμβριανά, ατάραχα, ιστορικά και φυσιολογικά! Χωρίς το μένος που φορτίζει τις λέξεις της ιδεολογικής στράτευσης…ένθεν και ένθεν. Τα Δεκεμβριανά για τον πατέρα, ήταν απλά τότε που το ΕΑΜ ήθελε να πάρει την εξουσία. Τόσο απλά! Ίσως γιατί πάνω απ’ολα οι αφηγήσεις του, οι εμπειρίες του, ήθελε να μας μπάσουν σε όσα συνέβαιναν στη Ελλάδα, να μας οδηγήσουν στην ιστορία την ίδια, αυτής της χώρας.

Αυτός ο βενιζελικός, ο επιλοχίας του αλβανικού μετώπου, ο κεντρώος, ο «συντηρητικός», ο καθοδηγητικός-υποστηρικτικός δημοκράτης, που ζούσε το συνεχές «μεροκάματο» της ζωής, ως την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να επιβιώσει μέσα στην πατρίδα του. Αυτός που έζησε και πλούσια και φτωχά, με το αδιάψευστο μοιρογνωμόνιο της ζωής του,  μου έμαθε την σχετικότητα των κοινωνικών συνθηκών, προτού γκρεμοτσακιστώ στις «παραμορφωμένες» γνώσεις των πανεπιστημίων! Και ήταν εκπληκτικό, αυτόν που πάντα μια ζωή, πάλευε μέσα στο ελεύθερο επάγγελμα, δεν το άκουσα ούτε μια φορά να λοιδορεί, να σιχτιρίζει τους δημοσίους υπαλλήλους ή τον κράτος. Με τον τρόπο του μου έδειχνε ενα άλλο, διαφορετικό μέτρο, μια άλλη ματιά. Γιατί τα πράγματα είναι απλά, φυσιολογικά, η ζωή είναι λειτουργικός κύκλος στον οποίο δεν οφελεί να προβάλλεις τις προσωπικές σου εμμονές…σε ξεπερνά. Μάθε από αυτήν, επέστρεψε σ’αυτήν. Το παρακάτω κείμενο, αφιερωμένο στα «Ιουλιανά» του πατέρα μου…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Ιουλιανά 1965: Μετά είκοσι έτη

του Γιώργου Καραμπελιά

Αντικρίζοντας σήμερα, μετά από 20 χρόνια, τα γε­γονότα του Ιούλη 1965 αντιλαμβανόμαστε την κομβικότητα και τη σημασία των γεγονότων εκείνου του μακρινού Ιούλη που εξακολουθεί να πυροδοτείται μέσα στη σημερινή πραγματικότητα. Μόνο και μόνο η παρουσία δύο πρωταγωνιστών και αντιπάλων του ‘65 στην ηγεσία των δύο μεγάλων κομμάτων της χώ­ρας, του Ανδρέα και του Μητσοτάκη, θα αρκούσε για να καταδείξει τη σημασία του.

Βλέποντας σήμερα το 1965 κατανοούμε πως αποτέ­λεσε τόσο τη συμπύκνωση αντιθέσεων που εκρήγνυ­νται στην τότε πραγματικότητα όσο και την αρχή μιας άλλης περιόδου που θα έρθει να ολοκληρωθεί με τη μεταπολίτευση.

Ταυτόχρονα οι 70 μέρες αδιάκοπων διαδηλώσεων, που άρχισαν τον Ιούλη και τέλειωσαν τον Σεπτέμβρη, σημαδεύουν και οριοθετούν εκείνη τη ριζοσπαστικό-τητα και την ιδιαιτερότητα της πολιτικο-κοινωνικής συγκρότησης που θα ξεδιπλωθεί στη συνέχεια στην περίοδο μετά τη μεταπολίτευση και θα πάρει την πιο ολοκληρωμένη μορφή της με το ΠΑΣΟΚ. Ίσως δε το 1985 να αποτελεί μια καμπή, ένα «τέλος εποχής» –και από αυτή την άποψη, ότι δηλαδή αυτή η ριζοσπαστικότητα έχει πια οδηγηθεί στο τέλος της με την ιδιαίτερη μορφή που αναπήδησε το 1965. Το 1965 υπήρξε η εκδήλωση των ίδιων δυνάμεων –βασικά– που κινήθηκαν στη μεταπολίτευση, ήταν το κλεί­σιμο της «μικρής μεταπολίτευσης», 1963-65, ως της πρώτης απόπειρας ριζικού εκδημοκρατισμού της ελληνικής κοινωνίας μετά τον εμφύλιο. Και η ήττα –τότε– ήρθε να πυροδοτήσει –από απόσταση– την ωρίμαν­ση των δυνάμεων που 9 χρόνια αργότερα θα ξεκινού­σαν τη μεγάλη κίνηση της μεταπολίτευσης. Αλλά ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά.

Οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα

Εκ των υστέρων μπορούμε να προτείνουμε μια συ­γκεκριμένη περιοδολόγηση της ελληνικής οικονο­μίας και κοινωνίας. Η περίοδος 1950-1961 είναι η εποχή της «ανοικοδόμησης», της κατασκευής υποδο­μής, η εποχή των «έργων» του πρώτου Καραμανλή, μια εποχή κατά την οποία το κέντρο βάρους πέφτει στους δρό­μους, το ηλεκτρικό δίκτυο, την ανοικοδόμηση των καταστροφών της δεκαετίας 1940-1950, της ανασύν­θεσης του κοινωνικού ιστού σε μια νέα βάση. Εκείνη την πρώτη δεκαετία διαμορφώνεται ο χαρακτήρας της ανάπτυξης που θα σφραγίσει την μετέπειτα Ελλά­δα.

Όπως έχουμε δείξει εκτενέστερα στο βιβλίο Μι­κρομεσαία Δημοκρατία, ο δρόμος που πήρε από το 1945 και μετά η ελληνική οικονομία και κοινωνία ήταν αποτέλεσμα της ταξικής σύγκρουσης της δεκαε­τίας 1940-1950. Απέναντι στην κρίση των μικροϊδιοκτητικών και μικροαστικών δυνάμεων γενικότερα, που στην Κατοχή τροφοδότησε την Αντίσταση και τη διόγκωση των δυνάμεων του ΚΚΕ, το «κατεστημένο» και οι Αμερικάνοι καθοδηγητές τους δεν απάντησαν μόνο με μέτρα στρατιωτικής καταστολής, αλλά προ­σπάθησαν να οικοδομήσουν και ένα σύνολο από τα­ξικές συμμαχίες και να συγκροτήσουν κοινωνικές δομές που να επιτρέ­πουν τη διευρυμένη αναπαραγωγή του συστήματος. Κεντρικός στόχος σ’ αυτή την κατεύθυνση ήταν η αποφυγή της προλεταριοποίησης των παλιών μεσαίων στρωμάτων και η αναπαραγωγή σε διευρυμέ­νη κλίμακα νέων μικρομεσαίων στρωμάτων που θα έμπαιναν φραγμός στον «κομμουνιστικό κίνδυνο». Ακολουθείται λοιπόν μια συνειδητή πολιτική «δια­σποράς της ιδιοκτησίας» και άρνησης της καπιταλι­στικής συγκέντρωσης, όσο αυτό ήταν δυνατό. Το νέο μοντέλο που προωθείται είναι η επέκταση των μικρο­μεσαίων στρωμάτων και όχι απλά η ανασύσταση των παλιών κατεστραμμένων μικροϊδιοκτητών. Τότε γεν­νιέται εκείνο το μοντέλο της μεταπολεμικής ανάπτυ­ξης που δε στηρίζεται στη βιομηχανική συγκέντρω­ση αλλά στην κατασκευή υποδομής, την εκτέλεση έργων, την επέκταση της αγροτικής παραγωγής, ενώ από την άποψη της βιομηχανικής παραγωγής στηρί­ζεται απλά στην ανασύνταξη και ανανέωση του πα­λιού βιομηχανικού δυναμικού. Όλα αυτά βέβαια μέ­σα σε ένα πλαίσιο γενικευμένης καταστολής, αντικομουνιστικού κράτους, συντηρητισμού, παλατια­νής κυριαρχίας, πιστοποιητικών νομιμοφροσύνης, χαφιεδοκρατίας, δικών για κατασκοπεία, κλπ.

Τα τέλη της δεκαετίας του 50 αποτελούν μια τομή σ’ αυτή την πολιτική. Η συγκυρία μεταβάλλεται. Η μεταπολεμική επέκταση του δυτικο-ευρωπαϊκού κα­πιταλισμού αρχίζει να επηρεάζει και την Ελλάδα. Η κυβέρνηση Καραμανλή υπογράφει τη συμφωνία σύν­δεσης με την ΕΟΚ που μετά από μια μεταβατική περίοδο 22 χρόνων θα οδηγούσε σε ένταξη. Η εποχή της «υποδομής» έχει τελειώσει. Αρχίζει η εποχή της «μεγάλης ανάπτυξης». Για 12 χρόνια περίπου, από το 1961 μέχρι το 1973, η Ελλάδα γνωρίζει μια από τις σημαντικότερες περιόδους οικονομικής επέκτασης της ιστορίας της, ενώ ταυτόχρονα ο κοινωνικός ιστός ανασυντίθεται. Αρχίζει η μεγάλη εποχή της οικοδο­μής που ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 φέρνει την Ελλάδα σε μια από τις πρώτες θέσεις στην οικοδομή σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στη βιομηχανία αρχίζει, μέσα από τη διεύρυνση της άμεσης και παραγω­γικής κατανάλωσης, η δημιουργία εκείνης της «μο­ντέρνας βιομηχανίας» που σφραγίζει και τη σημερι­νή παραγωγική δομή. Τσιμέντα, διυλιστήρια, ναυπη­γεία, χαλυβουργίες, αλουμίνιο, αναπτύσσονται ξαφ­νικά κάτω από την ώθηση του ξένου κεφαλαίου. Πεσινέ και Έσσο-Πάππας γίνονται τα σύμβολα αυ­τής της νέας ανάπτυξης και εισβολής του ξένου βιο­μηχανικού κεφαλαίου. Ταυτόχρονα αρχίζει η μεγάλη έξοδος της αγροτιάς. Η μετανάστευση στην Αθήνα και την Ευρώπη παίρνει τεράστιες διαστάσεις. Περί­που 150.000 άτομα το χρόνο μεταναστεύουν στο εξω­τερικό. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη έξοδο μετά την καμπή του αιώνα και τη μετανάστευση στην Αμερι­κή.

Το παλιό κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο τρίζει. Νέες κοινωνικές δυνάμεις περνάνε στο προσκήνιο. Οικοδόμοι και βιομηχανικοί εργάτες κάνουν αισθη­τή την παρουσία τους, με επίκεντρο τους οικοδόμους. Εκατόν πενήντα χιλιάδες οικοδόμοι στην Αθήνα –ο «εργάτης-μάζα» της ελληνικής ανάπτυξης, με κέ­ντρο τους μπεταζήδες– αποτελούν τις κεντρικές δυ­νάμεις αυτής της αυθεντικής «στρατιάς της αλλαγής». Και η κυριαρχία της Αριστεράς είναι σχεδόν απόλυ­τη. Ήταν μια «εκδίκηση της ιστορίας». Οι παλιοί αριστεροί, διωγμένοι από το δημόσιο και τις μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις από την Ασφάλεια και τα πι­στοποιητικά νομιμοφροσύνης, καταφεύγουν στην οι­κοδομή. Όταν μετά το 1960 ο κλάδος διογκώνεται με την είσοδο χιλιάδων αγροτών που διώχνονται από τα χωριά, η Αριστερά κατέχει μια στρατηγική θέση στον κλάδο. Παράλληλα αναπτύσσεται η νέα εργατική τά­ξη της βιομηχανίας.

Η ανατροπή προφανώς δεν περιορίζεται στις κατώ­τερες τάξεις. Γεννιέται μια νέα βιομηχανική και επι­χειρηματική αστική τάξη που δε στοχεύει απλώς στην εισαγωγή και τη συναρμολόγηση, μια αστική τάξη που θεωρεί τη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς ως ανάγκη. Για πρώτη φορά αναπτύσσονται τα «νέα με­σαία στρώματα». Τεχνικοί και τεχνοκράτες, οικονο­μολόγοι και μάνατζερ κάνουν την εμφάνιση τους στο ελληνικό στερέωμα. Παράλληλα ο φοιτητικός χώρος μεταβάλλεται σε κεντρικό χώρο ζύμωσης, προβληματισμού, συζήτησης. Η Ελλάδα έμπαινε σε μια περίοδο μεγάλης αλλαγής!

Το παλιό πλαίσιο, αποδείχτηκε ανίκανο να χωρέ­σει τη νέα πραγματικότητα. Οι εκλογές του 1961 απο­τελούν μια τομή. Η παλιά δομή της δεξιάς, η δομή του χαφιέδικου κράτους, των θυρωρών, των ψιλικατζή­δων με πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης, των εργολά­βων, της παλιάς ολιγαρχίας, του Παλατιού, του στρα­τού των καραβανάδων, των ασφαλιτών, των Κυπατζήδων και των πρακτόρων της CΙΑ, αποδείχνεται ανίκα­νη να χωρέσει τις νέες κοινωνικές δυνάμεις και μετα­σχηματισμούς. Το 1961 γίνεται η πρώτη αγωνιώδης απόπειρα να κρατηθεί στην εξουσία απέναντι στην «Ένωση Κέντρου» που νεκρανασταίνεται με τη βοήθεια της ίδιας της αμερικάνικης πρεσβείας που τρομάζει από το 25% της ΕΔΑ στις εκλογές του 1958. Οι εκλο­γές της «βίας και νοθείας» της Δεξιάς το 1961 είναι η πρώτη λυσσαλέα αντίδραση του παλιού χαφιέδικου κράτους, η πρώτη μιας σειράς αντιδράσεων που θα οδηγήσουν μέχρι τη δικτατορία του 1967 και θα κλεί­σουν μόνο με την κατάρρευση της, δεκατρία χρόνια αργότε­ρα, ενώ οι κοινωνικές και πολιτικές της προσβάσεις θα περιορίζονται αδιάκοπα.

Οι εκλογές της «βίας και νοθείας» του 1961 και η σύγκρουση που ακολούθησε, για να κορυφωθεί το 1965, επιτρέπουν μια νέα αναδιάταξη των δυνάμεων, μια αναδιάταξη που θα σφραγίσει την επόμενη εικο­σαετία. Η νέα αντιπαράθεση που αρχίζει από το 1961 θα είναι η αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυνάμεις του «σκότους» και του «φωτός», ανάμεσα στις «προοδευ­τικές» δυνάμεις και την «αντίδραση», ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και την καθυστέρηση. Έτσι η παλιά αντιπαράθεση ανάμεσα σε αριστερά και «εθνικόφρονες» (γιατί, παρά τις διαφορές τους, δεξιοί και κε­ντρώοι, είχαν αντιμετωπίσει ενιαία την Αριστερά στη διάρκεια του εμφύλιου) αρχίζει να περνάει σε δεύτερο πλάνο. Η ελληνική κοινωνία μπαίνει σε κίνηση. Μια κίνηση που θα διαρκέσει τουλάχιστον είκοσι χρόνια, και που οι κατευθύνσεις της θα διαγραφούν αδρά σ’ αυτή την αρχική περίοδο σχηματισμού.

 Η ανατροπή του παλιού μπλοκ

Αρχίζει ο ανένδοτος αγώνας που θα σημαδέψει αυ­τή τη νέα τομή, αυτό το νέο διπολισμό της ελληνικής κοινωνίας, διπολισμό που η μεταπολίτευση θα έρθει να ολοκληρώσει και να μεταθέσει σε τελευταία ανά­λυση σε νέα πεδία. Αλλά ας μείνουμε στο θέμα μας: Το παλαιό «Κέντρο», οργανωμένο κάτω από την πρωτοβουλία των ίδιων των Αμερικανών και διαθέτοντας πρό­σκαιρα την εύνοια του Παλατιού, προβάλ­λει πλέον ως ο φορέας μιας εναλλαγής, μετά από δέκα χρόνων κυριαρχία δεξιών κυβερνήσεων. Αλλά ο μακιαβελισμός του Παλατιού θα αποδειχτεί παιδαριώδης. Μπορεί στην ηγεσία του Κέντρου να βρίσκονταν οι ίδιοι φθαρμένοι και δοκιμασμένοι αντικομουνιστές, ο Βενιζέλος, ο Παπανδρέου, ο Στεφανόπουλος, αλλά το «περιεχόμενο» δεν ήταν πλέον το ίδιο. Δεν επρόκειτο για μια εναλλαγή του τύπου της εναλ­λαγής δεξιών και κεντρώων κυβερνήσεων της δεκαε­τίας του ’40 και του ’50. Με έναν ιδιότυπο τρόπο, πίσω από τον φθαρμένο τίτλο της «Ένωσης Κέντρου», συ­γκεντρώνονταν οι νέες δυνάμεις της ελληνικής κοι­νωνίας. Ο «ανένδοτος αγώνας» του Γεώργιου Παπαν­δρέου μπορεί να φάνταζε σαν προεκλογική μανούβρα ενός γερασμένου πολιτικού με παρωχημένα ρητορι­κά σχήματα, ωστόσο επέτρεπε την ανάπτυξη δυνάμε­ων που δεν έβρισκαν τρόπο να εκφραστούν μέσα από την παλιά Αριστερά.

Το «κατόρθωμα» του Ανδρέα Παπανδρέου μετά το 1974, η δημιουργία δηλαδή ενός μεγάλου κόμματος και η απογύμνωση της παραδοσιακής Αριστεράς από συνθήματα και ανθρώπους είχε ήδη πραγματοποιη­θεί, σε άλλες συνθήκες και με άλλους όρους, από τον πατέρα του. Η ΕΔΑ, που το 1958 με το 25% των ψήφων έμοιαζε πως έβαζε στα σοβαρά υποψηφιότητα για τη μεταβολή της στο δεύτερο πόλο της ελληνικής πολι­τικής ζωής, γρήγορα ξεπεράστηκε και υποβιβάστηκε σε εκείνο το 14% που και σήμερα δείχνει να αποτελεί το «μοιραίο» όριο της παραδοσιακής Αριστεράς. Η προσκόλληση της στη Ρωσία και βέ­βαια η ήττα της στον Εμφύλιο, όπως και η αδυναμία της να κινηθεί έξω από τα κλασικά της σχήματα, την έκαναν ανίκανη να εκφράσει τη νέα δυναμική. Από το 1961 και μετά, εκτός από κάποια μικρά διαλείμματα, θα μεταβληθεί σε δορυφορική δύναμη κάποιου Πα­πανδρέου, του Πρώτου ή του Δεύτερου. Στο βάθος αυτής της αδυναμίας της παραδοσιακής αριστεράς θα πρέπει βέβαια να αναζητηθεί η ιδιαίτερη κοινωνική δομή της Ελλάδας. Μια χώρα όπου οι μισθωτοί δεν ξεπερνούσαν –τότε– το 35% και σήμερα μόλις φτά­νουν το 50%, μια χώρα όπου οι μικροϊδιοκτήτες αγρό­τες κυμαίνονταν ανάμεσα στο 50% το 1960 και το 25% το 1985, ο παπανδρεϊσμός, τόσο του «γέρου» όσο και του «Ανδρέα» στη συνέχεια, δεν εξέφραζε παρά τη φυσική πορεία της ριζοσπαστικοποίησης μιας μικροϊδιοκτητικής κοινωνίας.

Η πολιτική της δεξιάς για την ενίσχυση της μικροϊδιοκτησίας, αμέσως μετά το 1945, μεταβάλλεται σε μπούμεραγκ κάποια δοσμένη στιγμή. Γιατί αυτή η πολιτική δεν επέτρεψε μια γενικευμένη επέκταση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και αν πράγματι α­πέτρεψε τον σχηματισμό ενός συμπαγούς βιομηχανι­κού προλεταριάτου, ταυτόχρονα απετέλεσε εμπόδιο και στο σχηματισμό μιας αναπτυγμένης και ισχυρής σύγχρονης αστικής τάξης. Έτσι ο «εκσυγχρονι­σμός» δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί ικανο­ποιητικά από μια ισχυρή αστική τάξη, όπως έγινε σε ένα βαθμό σε χώρες όπως η Ισπανία, ή στις δυτικο­ευρωπαϊκές χώρες μετά τον πόλεμο, αλλά οδήγησε αντίθετα σε μια γενικευμένη περίοδο κοινωνικής α­ναταραχής, ανατροπών, κλπ.· και τελικά σφραγίστη­κε με μια δικτατορία που κατέρρευσε με την ήττα της Ελλάδας στην Κύπρο και που πληρώθηκε στη συνέ­χεια από την ίδια την αστική τάξη με την μετεξέλιξη της παλιάς Ένωσης Κέντρου σε σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ και τη γενικευμένη κρατικοποίηση ενός μεγά­λου αριθμού επιχειρήσεων.

Αλλά ας μην προτρέχουμε. Το 1963-64, με τις δύο αλλεπάλληλες εκλογικές νίκες της Ε.Κ., όλα φαίνο­νταν πιθανά για το αστικό εγχείρημα του εκσυγχρονι­σμού. Η αστική τάξη, πραγματοποιώντας μια ευρεία εκσυγχρονιστική κίνηση και έχοντας αφαιρέσει το 35% της δύναμης της παραδοσιακής Αριστεράς, φά­νηκε πως μέσα σε μια ευνοϊκή οικονομική συγκυρία –με ρυθμούς βιομηχανικής επέκτασης που ξεπέρναγαν συχνά το 10% το χρόνο, με την εξαγωγή των πλεονασματικών χεριών στο εξωτερικό, την εισαγω­γή συναλλάγματος, τη διόγκωση του, τουρισμού, της ναυτιλίας, με ένα νόμισμα αρκετά σταθερό κ.λπ..– θα πετύχαινε έναν «ήρεμο εκσυγχρονισμό», με τις ευλογίες των Αμερικάνων και του Παλατιού.

Το παλιό συγκρότημα εξουσίας, η παλαιά Δεξιά έμοιαζε να έχει πάρει την κάτω βόλτα για μια μεγάλη περίοδο, περιορισμένη στο 35% των ψήφων. Ο Καραμανλής, υποχωρώντας μπροστά στον Παπανδρέου, εγκατέλει­πε την Ελλάδα με ψευδώνυμο. Η Ελλάδα έμπαινε στον αστερισμό του εκσυγχρονισμού.

Και πράγματι ήταν καιρός. Το εγχείρημα άρχιζε σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το αντίστοιχο της Δυτι­κής Ευρώπης. Η ιστορική καθυστέρηση ήταν τερά­στια.

Η Πολιτιστική Επανάσταση του ’60

Και όπως γίνεται πάντα, αυτή η μεγάλη πολιτική και κοινωνική κίνηση, αυτή η απελευθερωτική κίνη­ση της ελληνικής κοινωνίας από τα μετεμφυλιακά δεσμά, συνοδεύτηκε και ή προετοιμάστηκε από μια πολιτιστική επανάσταση που όμοια της δεν είχε γνω­ρίσει η μεταπολεμική Ελλάδα. «Επανάσταση» που συμβάδιζε με την παγκόσμια πολιτιστική επανάστα­ση που διαπερνούσε τον πλανήτη μας, από την Κίνα μέχρι το Μπέρκλεϋ και από τη Λατινική Αμερική μέχρι την Αφρική. Αυτός ο συντονισμός της ελληνι­κής με την παγκόσμια κίνηση είχε σα συνέπεια μια άνθηση μεγάλης κλίμακας[1].

Το Πανεπιστήμιο μεταβάλλεται σε έναν χώρο προβληματι­σμού που όμοιος του ίσως δεν έχει υπάρξει στη σύγ­χρονη Ελλάδα. Για πρώτη φορά εισβάλλουν όλα τα ρεύματα σκέψης, έστω και σε μικροκλίμακα. Η «Πανσπουδαστική» γίνεται το πρώτο όργανο προβληματι­σμού. Τα βιβλία του Λένιν και του Μαρξ αρχίζουν και πάλι να κυκλοφορούν. Από τότε γνωρίζουμε τον Καίσλερ και φτάνουν οι πρώτοι απόηχοι της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα. Ο Γκεβάρα, ο Κάστρο, ο Μάο, το Κράτος και Επανάσταση του Λένιν, τα βιβλία του Πουλιόπουλου, κ.λπ. Αλλά στην άκρα αρι­στερά θα επανέλθουμε. Ας δούμε τι γίνεται στον το­μέα της γενικότερης πολιτιστικής και ιδεολογικής κίνησης.

Στην ποίηση είναι η εποχή της κριτικής αποτίμη­σης του παρελθόντος και της αποφασιστικής αλλα­γής στη μορφή. Ο Αναγνωστάκης, ο Κύρου, ο Λεοντάρης, ο Ρίτσος εκείνης της εποχής. Ανακαλύπτεται και πάλι ο Κατσαρός, και περιοδικά όπως οι Μαρτυ­ρίες και η Επιθεώρηση Τέχνης σπάνε τα παλιά δεσμά του «δογματισμού» (έστω και αν οι Μαρτυρίες το κάνουν από μια «τροτσκιστική» επαναστατική σκοπιά και η Επιθεώ­ρηση Τέχνης από πρώιμη «ευρωκομμουνιστική»). Ο Σεφέρης παίρνει το Νόμπελ και ο Ελύτης μεσουρα­νεί. Η Ελλάδα ανακαλύπτει τον Μπρεχτ, τον Σαρτρ, και στο θέατρο προβάλλει πια η «νέα ελληνική δρα­ματουργία», Καμπανέλλης, Αναγνωστάκη, Κουν, κ.λπ. Στο τραγούδι έχουμε την «επανάσταση» του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη ενώ ήδη το 1963-64 εμφανίζε­ται ο Σαββόπουλος. Στον κινηματογράφο ανατέλλει ο «νέος ελληνικός κινηματογράφος», Μανθούλης, Πανουσόπουλος, Αγγελόπουλος, Δαμιανός, κ.λπ. Δη­μιουργούνται και λειτουργούν δυο κινηματογραφικές λέσχες στην Αθήνα. Στην πεζογραφία η κυριαρχία της παλιάς γενιάς του τριάντα σπάει με την εμφάνιση του Τσίρ­κα, του Κουμανταρέα, του Βασιλικού, του Χατζή, και άλλων. Στην κριτική, στο δοκίμιο, κ.λπ. εμφανίζονται ήδη ο Μαρωνίτης, ο Σταματίου, ο Μπακογιαννόπουλος, ο Ραφαηλίδης, ο Γεωργουσόπουλος, κ.λπ. Και αν συνεχίσουμε την απαρίθμηση θα διαπιστώσουμε ότι όλο το πνευματικό κατεστημένο της μεταπολίτευσης και της Αριστεράς που σήμερα θεσμοθετεί και κυ­ριαρχεί στην πολιτιστική ζωή, αναπτύσσεται και δια­μορφώνεται σε κείνη την κοσμογονική για την Ελλά­δα και τον κόσμο αρχή της δεκαετίας του 1960. Αλλά τότε βέβαια κάτω από άλλους όρους. Χωρίς χρήματα και παχυλούς μισθούς, καταδιωγμένοι από την Ασφά­λεια και το πολιτιστικό και ιδεολογικό κατεστημένο των εθνικοφρόνων. Τότε, παρ’ όλο που εν πολλοίς επρόκειτο για μια ρεφορμιστική αρι­στερά, ήταν όμως μια μαχόμενη αριστερά μέσα σε δύσκολες συνθήκες.

Αυτή η πολιτιστική επανάσταση αγκαλιάζει το­μείς που μέχρι τότε είχαν μείνει ακίνητοι, έξω από κάθε προβληματισμό. Από τον Οικονομικό Ταχυδρό­μο θα ξεπηδήσει ο νεαρός αρθρογράφος —παλιός Επονίτης— για να γίνει υπουργός της κυβέρνησης Παπανδρέου, Θανάσης Κανελλόπουλος·. Τα new Ιοοκ Αμέρικα μπόυς που ήρθαν στην Ελλάδα στις αποσκευές του Ανδρέα Παπανδρέου, οι κεϋνσιανοί και νεο-κευνσιανοί, θα συσπειρωθούν γύρω από το περιοδικό Νέα Οικονομία, Φίλιας, Παπασπηλιόπουλος, Καράγιωργας, Νοταράς (η μετέπειτα «Σοσιαλι­στική Πορεία»). Η θεωρία της υπανάπτυξης,, ο «τριτο-κοσμισμός», ξαπλώνονται. Σε όποιο τομέα και να κοι­τάξουμε έχουμε αυτή την αίσθηση αναβρασμού και κίνησης. Τότε είναι η μεγάλη εποχή της ανακάλυψης του Μακρυγιάννη, του Θεόφιλου, του «λαϊκού» και του ρεμπέτικου, ακόμα βέβαια σε στενούς κύκλους μιας «πρωτοπορίας».

Ο χώρος της αριστεράς είναι το επίκεντρο όλων αυτών των κινήσεων. Και οι κινήσεις είναι σημα­ντικές. Η ρήξη του χρουστσωφισμού με την παλιά σταλινική ορθοδοξία ανοίγει το δρόμο για αναθεω­ρήσεις και προβληματισμούς. Προβληματισμούς που ενώ στην αρχή ξεκινάνε με τη μορφή μιας απλής «προσαρμογής» στα πλαίσια της εποχής και ένα σκιώδη πρωτο-ευρωκομμουνισμό, με εκφραστή από τότε τον Λεωνίδα Κύρκο και τον Ανδρέα Λεντάκη στο χώρο της νεολαίας, σύντομα αυτή η φάση αρχίζει να ξεπερ­νιέται, ιδιαίτερα στη νεολαία, που την απομάκρυνση από το δογματισμό δεν την βλέπει μόνο σαν αποτίνα­ξη του Ζαχαριάδη και πέρασμα σε έναν τολιατισμό, αλλά, παίρνοντας όλο και πιο έντονα τα μηνύματα από την επανάσταση στον Τρίτο Κόσμο –Κούβα, Αλγερία, Βιετνάμ, Κογκό κ.λπ.– όπως και από τη γέννηση του «νέου κινήματος» στη Δύση –Μπέρκλεϋ, «πρόβος» στην Ολλανδία, κ.λπ.–, αρχίζει να βάζει όλο και πιο προχωρημένα αιτήματα. Στο χώρο της Νεολαίας της ΕΛΑ αρχικά και των Λαμπράκηδων από το 1964 και μετά, οι προβληματισμοί πολλαπλα­σιάζονται. Όταν μάλιστα εμφανίζεται η κινέζικη διαφωνία, οι κινήσεις αυτές βρίσκουν μια βάση και στο παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα. Η νεολαία μεταβάλλεται σε «διαρκές πρόβλημα» για την ηγεσία της αριστεράς που προσπαθεί να αντιμετωπίσει αυτή την πολύμορφη ετεροδοξία που επεκτείνεται. «Κινέζοι», «τσαουσεσκικοί», «κοινοβίτες» (από την ομάδα που ανήκε ο Σωτήρης Πέτρουλας, ο Μάκης Παπούλιας, ο Παναγιώτης Γου­λιέλμος, και που έβαζε σαν στόχο την κοινοβιακή ζωή), «Φινιχίτες» (από την ομάδα που έβγαζε αρχικά το περιοδικό Φίλοι Νέων Χωρών με τον Νίκο Ψυρούκη και στη συνέχεια το περιοδικό Αντιϊμπεριαλιστής), τροτσκιστές που γνώριζαν μια νέα εξάπλωση στη νεολαία μετά από πολλά χρόνια, και τέλος «Αναγεννητές», από το 1964 και μετά, δηλαδή εκείνοι που είχαν συσπειρωθεί γύρω από το περιοδικό Ανα­γέννηση που έβγαζαν παλιοί ζαχαριαδικοί όπως ο Γιάννης Χοτζέας που μόλις είχαν γυρίσει από την εξορία, και που ταυτόχρονα υποστήριζαν την κινέζι­κη πολιτική, ακόμα και μερικοί «σομπίτες», δηλαδή υποστηρικτές του περιοδικού Socialisme ou Barbarie και του Καστοριάδη. Η νεολαία Λαμπράκη είναι ένα τεράστιο χωνευτήρι διαφορετικών ομάδων, φρα­ξιών, απόψεων, κινήσεων.

Αποτέλεσμα εικόνας για οικοδομοι απεργιες 1960

Η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος

Αυτή η πολιτιστική, οικονομική και πολιτική α­ναταραχή που διαπερνούσε όλη την κοινωνία δεν ήταν δυνατό να αφήσει απ’ έξω το ερ­γατικό κίνημα. Μάλιστα, το αναπτυσσόμενο εργατι­κό κίνημα αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά των ανατρο­πών που περιγράψαμε.

Όπως τονίσαμε ήδη, το κέντρο του νέου κινήμα­τος είναι οι οικοδόμοι, που γνώρισαν μια τεράστια αύξηση αυτή την περίοδο. Μέσα σε λίγα χρόνια οι οικοδόμοι, που το 1950 ήταν γύρω στα 70.000 άτομα, έφτασαν τις 200.000. Ήταν ένα προλεταριάτο νέο, δυναμικό, που εμφάνιζε όλα τα χαρακτηριστικά του «εργάτη-μάζα». Ας επιμείνουμε λίγο σ’ αυτό. Η οικο­δομή εκείνης της εποχής ελάχιστα μοιάζει με τη ση­μερινή. Σε κάθε γιαπί δούλευαν ταυτόχρονα δεκάδες ή ακόμα και εκατοντάδες ανειδίκευτοι εργάτες που κουβαλούσαν με τα χέρια το τσιμέντο και τη λάσπη και κατασκεύαζαν επί τόπου το σιδερένιο σκελετό. Δεν υπήρχαν ούτε αναβατόρια, ούτε προκατασκευα­σμένο σκυρόδεμα. Όλα γίνονταν επί τόπου και με την άμεση μυϊκή δύναμη. Χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες νέοι από αγροτικές περιοχές ήρθαν να επανδρώσουν τον κλάδο, ενώ οι παλιοί αριστεροί οικοδόμοι έγιναν εργολάβοι και τεχνίτες. Την ίδια στιγμή που στην Ευρώπη αναπτυσσόταν (με κέντρο τον εργάτη αλυσί­δας της αυτοκινητοβιομηχανίας, και γενικά τον εργά­τη της αλυσίδας παραγωγής) το φαινόμενο του «ερ­γάτη-μάζα», στην Ελλάδα ο μόνος τομέας της παρα­γωγής που εμφάνιζε αντίστοιχα χαρακτηριστικά ή­ταν ο τομέας των κατασκευών. Ο Έλληνας «εργάτης -μάζα» ήταν ο οικοδόμος στα τέλη του ’50 αρχές του ’60. Και αυτός ο εργάτης παρουσίαζε αντίστοιχα κοι­νωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά με εκείνον της Ευρώπης: πολιτική και κοινωνική ριζοσπαστικότητα, πάλη στο επίπεδο της παραγωγής  –μεροκάματο και ωράριο– χρησιμοποίηση της προλεταριακής βίας, εξισωτισμός, επέκταση των αγώνων. Όμως τα επίσημα συνδικάτα της ΓΣΕΕ του Μακρή και τα οι­κοδομικά του Λυκιαρδόπουλου, δεν ήταν παρά παρα­κρατικοί μηχανισμοί. Δημιουργούνται έτσι καινού­ρια σωματεία, τα περιβόητα «115» οικοδομικά σωμα­τεία που στη συνέχεια επεκτείνονται και σε άλλους κλάδους και φτάνουν πάνω από 500 σωματεία εκτός επίσημης ΓΣΕΕ. Οι αγώνες που δίνουν είναι υποδειγ­ματικοί, είναι αγώνες οικονομικοί και πολιτικοί. Εί­ναι αγώνες για τη μείωση του ωραρίου εργασίας – οι οικοδόμοι κέρδισαν μια κατάκτηση με έναν τρόπο μοναδικό σε παγκόσμιο επίπεδο, μείωσαν τις ώρες δουλειάς σε 7 τη μέρα χωρίς τη συμφωνία των αφεντι­κών και του κράτους, την αποφάσισαν και την εφάρ­μοσαν μονομερώς χωρίς να ρωτήσουν κανένα! Ταυ­τόχρονα οι αγώνες των οικοδόμων δεν περιορίζονται σε αγώνες με μόνο στόχο τα οικονομικά αιτήματα. Πρωτοστατούν στις πολιτικές κινητοποιήσεις, απο­τελούν μαζί με τους φοιτητές το «δίδυμο» της δεκαε­τίας του ’60, το δίδυμο των Ιουλιανών. Και η ίδια η σύνθεση και η φύση των οικοδομικών αγώνων βοηθά­ει σε κάτι τέτοιο. Δεν πρόκειται για αγώνες που στρέ­φονται ενάντια σε κάποια μεγάλα αφεντικά. Η φύση της παραγωγής στην οικοδομή είναι τόσο διάσπαρτη ώστε η σύγκρουση έχει σαν αντίπαλο το ίδιο το κρά­τος. Οι αγώνες των οικοδόμων είναι άμεσα αντικρατικοί αγώνες, γι’ αυτό και άμεσα πολιτικοί. Επιπλέον είναι αγώνες που διεξάγονται στα κέντρα των πόλεων και ιδιαίτερα στο κέντρο της Αθήνας. Την εποχή αυτή το κέντρο της Αθήνας είναι ένα απέραντο γιαπί. Πώς να ξεχάσουμε εκείνες τις διαδηλώσεις των Ιου­λιανών, ακόμα και τις φοιτητικές διαδηλώσεις της εποχής που πέρναγαν από τα μεγάλα γιαπιά, οι οικο­δόμοι σταμάταγαν τη δουλειά και χειροκροτούσαν, φώναζαν συνθήματα ή κατέβαιναν να ενωθούν με τους διαδηλωτές! Η παρουσία των οικοδόμων ήταν άμεση, φυσική, απτή στα κέντρα των πόλεων. Και οι αγώνες τους σφραγίζουν ακριβώς εκείνη την περίοδο ή μάλ­λον αποτελούν αποφασιστικό στοιχείο εκείνων των αγώνων.

Αλλά μετά τη βιομηχανική επέκταση που αρχίζει στη δεκαετία του ’60 οι αγώνες δεν περιορίζονται μόνο στους οικοδόμους, επεκτείνονται και στα εργοστά­σια. Η μεγάλη κινητοποίηση των εργατών του Καρέλα στο Λαύριο το 1964, επί κυβέρνησης Παπανδρέου, που αντιμετωπίστηκε με στρατό, σηματοδοτεί την εί­σοδο του βιομηχανικού προλεταριάτου στον αγώνα. Σε συνθήκες πτώσης της ανεργίας, όπως στις αρχές της δεκαετίας του ’60, με το άνοιγμα της μετανάστευ­σης και την επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας, οι εργατικοί αγώνες δεν έχουν χαρακτήρα αμυ­ντικό, «υπεράσπισης της δουλειάς», αλλά επιθετικό, για το μεροκάματο, το ωράριο, τις συνθήκες δου­λειάς. Η πτώση της Δεξιάς και η άνοδος της κυβέρνη­σης Παπανδρέου πυροδοτούν πια ένα εργατικό κίνημα που όμοιο του ίσως δεν είχε γνωρίσει η Ελλάδα, τουλάχιστον η μεταπολεμική.

Η Ελλάδα του 1964 και του 1965 είναι πρώτη χώρα στον κόσμο σε μέρες απεργίας! Το παλιό τοπίο ανα­τρέπεται άρδην. Στη χώρα που μέχρι τότε σκιάζονταν από τον ασφαλίτη, το χαφιέ, το συνδικαλιστικό της Ασφάλειας, το κυνήγι και το πέρασμα στο μαυροπί­νακα των αριστερών εργατών, ξεκινάνε αγώνες μεγά­λης έντασης και πνοής. Καθημερινά η Αθήνα διασχί­ζεται από διαδηλώσεις και απεργούς.

Παράλληλα ξεσηκώνονται οι αγρότες. Οι ελληνι­κές πόλεις γνωρίζουν για πρώτη φορά μια νέου είδους κινητοποίηση. Την εισβολή των τρακτέρ στα κέντρα των πόλεων. Δυο δεκαετίες καταπίεσης, τρομοκρα­τίας και αθλιότητας ανατρέπονται βίαια. Η Ελλάδα γνωρίζει μια πρώιμη και πολύ πιο εκρηκτική «μετα­πολίτευση», που όμως δεν κράτησε πάνω από 18 μή­νες. Η αστική τάξη, το Παλάτι, οι Αμερικάνοι, τρο­μαγμένοι οπισθοχωρούν και ανατρέπουν την κυβέρ­νηση Παπανδρέου. Δίπλα βέβαια στους οικοδόμους, τους βιομηχανικούς εργάτες, τους αγρότες, υπάρχουν και οι φοιτητές.

Η φοιτητική άνοιξη

Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο της «πολιτιστι­κής επανάστασης» που περιγράψαμε πιο πάνω είναι η «φοιτητική άνοιξη» που όμοια της δεν είχε γνωρίσει η Ελλάδα. Αυτή η «φοιτητική άνοιξη», που αρχίζει από τα τέλη της δεκαετίας του 50 και φτάνει μέχρι το 1966-67, φέρνει την Ελλάδα και το φοιτητικό χώρο από συνθήκες φοβερής υπανάπτυξης στην πρωτοπο­ρία νέων αγώνων, πρωτόγνωρων στις ελληνικές συν­θήκες. Το ελληνικό Πανεπιστήμιο γνωρίζει εκείνη την περίοδο την πρώτη του μεγάλη διεύρυνση· από 20 χιλιάδες φοιτητές φτάνει τους 50-60 χιλιάδες, γεννιέται το μαζικό Πανεπιστήμιο.

Ταυτόχρονα η καθυστερημένη και αναχρονιστική ιδεολογία της Δεξιάς σαρώνεται. Οι νέες ανάγκες της παραγωγής αλλά και της διαμόρφωσης ενός σύγχρο­νου κράτους σπρώχνουν στην αναμόρφωση του εκ­παιδευτικού συστήματος. Η πίεση για εκσυγχρονι­σμό είναι τεράστια. Ένας από τους βασικότερους αγώνες που οδήγησαν στην πτώση της Δεξιάς είναι ο αγώνας για να δοθεί το 15% του κρατικού προϋπολο­γισμού στην παιδεία, το περιβόητο Κίνημα του «15%». Τότε το φοιτητικό κίνημα διεκδικεί ταυτό­χρονα σε όλα τα επίπεδα, τη βελτίωση και τη ριζική αλλαγή της υλικοτεχνικής βάσης, την κατάργηση των υποχρεωτικών παρουσιών στις παραδόσεις, το γκρέμισμα της από καθέδρας διδασκαλίας, την αλλα­γή του περιεχόμενου της εκπαίδευσης, που ήταν συ­χνά όχι απλά αναχρονιστικό και απαρχαιωμένο αλλά ανοιχτά φασιστικό και καθαρευουσιάνικο. Η πλειο­ψηφία των καθηγητών στις θέσεις-κλειδιά είναι είτε μεταξικοί είτε διορισμένοι στον εμφύλιο. Οι αποβο­λές, τα πειθαρχικά, το κόψιμο για συνδικαλισμό είναι καθημερινή πραγματικότητα. Μέχρι τη δεκαετία του 60 χρειάζεται πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης για να μπορείς να γραφτείς στο Πανεπιστήμιο και οι τραμπούκοι της ΕΚΟΦ, οι Φύσσας, ‘Εβερτ, Ιωαννίδης και άλλοι σημερινοί ήρωες του «νεοφιλελευθερισμού», σε συνεργασία με το σπουδαστικό τμήμα της Ασφάλειας, τους Καραπαναγιώτη, Κραβαρίτη, Μπάμπαλη, κλπ, επιβάλλανε τον νόμο της τρομοκρατίας μέσα στα Πανεπιστήμια.

Η κατάσταση αλλάζει σταδιακά από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50, όταν αρχίζει ένα κίνημα με βάση αρχικά το Κυπριακό και το αίτημα της «αυτοδιάθε­σης» και που στη συνέχεια ριζώνει στη συνδικαλιστι­κή οργάνωση των φοιτητών. Από τους φοιτητές της νεολαίας της ΕΔΑ, που συχνά ανήκουν και στην ΕΠΟΝ, ξεκινάει η πρώτη συνδικαλιστική οργάνωση των φοιτητών, η ΔΕΣΠΑ, που οργανώνει τους φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη Θεσσαλονίκη η ΦΕΑΠΘ τραμπουκοκρατείται. Και μόνο στη δεκαε­τία του ’60 η ΕΦΕΕ θα εμφανιστεί σαν το πρώτο συλλογι­κό συνδικαλιστικό όργανο των φοιτητών. Η νεολαία της ΕΔΑ, οι Λαμπράκηδες στη συνέχεια, πρωτοστα­τούν στην οργάνωση της, αλλά από το 1964 και μετά η νεολαία της Ένωσης Κέντρου παίρνει το πάνω χέρι. Ταυτόχρονα όμως η νεολαία Λαμπράκη υπερφαλαγ-γίζεται και από τα αριστερά της. Γεννιέται η αριστερή αμφισβήτηση. Αυτή η πορεία του φοιτητικού κινήμα­τος δε γίνεται εν κενώ. Πρόκειται για μια εποχή πλού­σια σε αντιπαραθέσεις.

Οι ιδεολογικές συγκρούσεις εναλλάσσονται με τη διαδήλωση, με τη σύγκρουση στο δρόμο, με τη σύ­γκρουση με τους Εκοφίτες, κ.λπ. κ.λπ. Και μέσα σ’ όλα αυτά, όπως δείξαμε, η εισβολή νέων ιδεών και «ακουσμάτων» από το εξωτερικό.

Γεννιέται το σύγχρονο φοιτητικό κίνημα στην Ελ­λάδα. Οι φοιτητές, από μια μικρή και συχνά αντιδρα­στική ελίτ, αρχίζουν να μεταβάλλονται σε μια ευρύ­τερη νεολαιίστικη κατηγορία, σε ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο που γνωρίζει τη συνδικαλι­στική οργάνωση, την καθημερινή διεκδίκηση, την πάλη στο δρόμο και τα οδοφράγματα. Περνάμε από το φοιτητικό χώρο, απλή «αντανάκλαση» των κοινωνι­κών αντιθέσεων —όπως οριζόταν από τους «κλασι­κούς»— στο φοιτητικό χώρο σαν ένα νέο μαζικό χώρο, όχι απλά αντανάκλαση των ταξικών διαχωρισμών αλλά νέα συνιστώσα της ταξικής πάλης. Αυτή η νο­σταλγία που διαπερνάει σήμερα όλα τα κείμενα των μεσόκοπων της γενιάς του 114 για εκείνη την εποχή, είναι η νοσταλγία για μια εποχή που το φοιτητικό κίνημα γεννιόταν και έσπαγε τους κυματοθραύστες που συναντούσε στο διάβα του. Ήταν πράγματι μια ανεπανάληπτη εποχή, μ’ όλες τις αντιφάσεις της. Η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η «ανάπτυξη», ο «εκσυγ­χρονισμός», η ανατροπή της εξάρτησης. Αυτές οι ιδεολογικές συνιστώσες δίνουν και τα ιδεολογικά όρια αυτού του φοιτητικού κινήματος, που έρχεται να εξαντληθεί στα μεταπολιτευτικά πλαίσια μέσα από μια ενσωμάτωση στην ανάπτυξη και τον εκσυγχρονι­σμό. Ταυτόχρονα όμως, ακριβώς γιατί αυτά τα αιτή­ματα αποτελούσαν τότε αιτήματα πραγματικής πά­λης, δύσκολα ενσωματώσιμα, μπορούσαν άμεσα να συνδυάζονται με ανατρεπτικές πρακτικές και να διεκ­δικούνται στο πεζοδρόμιο. Μπορούσαν ταυτόχρονα να συνδυάζονται με προβληματικές που ξεπερνούσαν τον εκσυγχρονισμό και στόχευαν στην ανατροπή. Εξάλλου από το 1965 και μετά οι αριστερές τάσεις δυναμώνουν και τείνουν να κεντράρουν στην ανάγκη ενός ιδεολογικού βαθέματος του κινήματος.

Μετά το 1965 δε θα υπάρξει πια «γενιά του 114», τα αιτήματα θα τείνουν να γίνουν πιο ριζοσπαστικά και οι Λα­μπράκηδες θ’ αρχίσουν να υπερφαλαγγίζονται από τα αριστερά τους. θα έρθει όμως η χούντα να δώσει τη δική της απάντηση, πριν αυτό το κίνημα μπορέσει να εξελιχθεί. Πάντως, από το 1964-1965 ο «αριστερισμός» αρχίζει να ξαπλώνεται ανάμεσα στους φοιτη­τές, φυσικά με μεγαλύτερο βάρος στις «μ-λ» απόψεις και με αναφορά στην Κίνα. Στο εσωτερικό πεδίο, η «αντιϊμπεριαλιστική» και «αντικαπιταλιστική» κριτι­κή αρχίζει να ξεπροβάλλει πίσω από την απλή ανα­φορά στη δημοκρατία και τον εκσυγχρονισμό. Όλα αυτά μέσα στο πλαίσιο της εποχής, μέσα σε ένα πλαί­σιο όπου η σύγκρουση με το Παλάτι, με τη Δεξιά, τη στρατοκρατία, έχει ένα συγκεκριμένο, απτό και πραγματικό περιεχόμενο…

Σκίτσο του Μποστ δημοσιεύτηκε στην Αυγή τον Αύγουστο του 1964 και σατιρίζει Τούρκο αεροπόρο που είχε συμμετάσχει στον βομβαρδισμό της Τηλλυρίας  

Η λειτουργία του πυροδότη

Παράλληλα με τις εσωτερικές ταξικές αντιθέσεις κινητοποιούνται και οι αντίστοιχες εξωτερικές, και πάνω απ’ όλα το Κυπριακό. Το καθεστώς της Ζυρί­χης τινάζεται στον αέρα. Η τρίχρονη λειτουργία του κυπριακού «κράτους» έδειξε πόσο αγεφύρωτη είναι η αντίθεση ανάμεσα στην τουρκοκυπριακή μειοψηφία και τη συντριπτική ελληνική πλειοψηφία, έδειξε πως το κράτος τη Ζυρίχης είναι ένα τεχνητό κατασκεύα­σμα που δεν έχει προοπτικές επιβίωσης. Ταυτόχρονα στην Κύπρο αναπτύσσεται κιόλας, γύρω από τον Μα­κάριο και τον νεοδημιουργημένο κρατικό μηχανισμό, γύρω από μια μερίδα της αστικής τάξης και την πα­ντοδύναμη εκκλησία, μια πτέρυγα που δεν επιζητεί πια την ένωση με την Ελλάδα. Μια πτέρυγα που παύει να θεωρεί πια τη συμφωνία της Ζυρίχης σαν ένα απλό τακτικό βήμα προς την πολυπόθητη αυτοδιάθεση, που αποδέχεται έμμεσα αλλά σαφώς τη βιωσιμότητα του Κυπριακού κράτους ως αυτόνομου κράτους και που προσπαθεί να την κατοχυρώσει πίσω από μια τυπική αναφορά στην «ελληνικότητα». Αυτή η πολι­τική ευνοείται και από τη Ρωσία, που προτιμάει βέ­βαια μια «ανεξάρτητη» Κύπρο από μια Κύπρο ενταγ­μένη στη νατοϊκή Ελλάδα.

Απέναντι στην εδραίωση του Ζυριχικού κράτους αντιδράει μόνο μια μερίδα των παλιών «ενωτικών», με τον Γρίβα επικεφαλής, που προσπαθεί να προκαλέσει μια σύγκρουση με τους Τουρκοκύπριους και να ανα­τρέψει τους συσχετισμούς της Ζυρίχης. Αρχίζει η εσωτερική αντιπαράθεση στην Κύπρο, αντιπαράθε­ση που φτάνει μέχρι τον βομβαρδισμό ελληνικών χωριών από την τούρκικη αεροπορία, αποστολή ελ­ληνικού στρατού στο ύψος της μεραρχίας και ενεργό παρέμβαση των Αμερικάνων. Τότε διαμορφώνεται το περίφημο σχέδιο «’Ατσεσον» που, μετά από διαδοχι­κές επεξεργασίες, καταλήγει σε ένα σχήμα ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, με ταυτόχρονη παραχώ­ρηση στους Τούρκους μιας νοικιασμένης βάσης στην Καρπασία και πιθανά την παραχώρηση του Καστελό­ριζου. Οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας φτάνουν τελικά σε μια αρχική συμφωνία κάτω από πίεση των Αμερικάνων που δεν έχουν καμιά διάθεση να δυναμιτίσουν την νότιο-ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και επιθυμούν μια «σταθερή» λύση. Αντίθετοι είναι βέβαια οι Άγγλοι που βλέπουν πως θα χάσουν τις βάσεις τους, ο Μακάριος και η δεμένη με τα αγγλι­κά συμφέροντα κυπριακή εμπορική και μεταπρατική αστική τάξη. Την ίδια θέση από τη δική τους πλευρά έχουν και οι Ρώσοι που κινητοποιούν στην Ελλάδα και στην Κύπρο την Αριστερά ενάντια στο «ξεπούλη­μα» του σχεδίου Άτσεσον. Η τούρκικη κυβέρνηση, που είχε δεχτεί το σχέδιο Άτσεσον μόνο κάτω από τις πιέσεις των Αμερικάνων, αδράχνει κάθε ευκαιρία για να το σαμποτάρει. Ταυτόχρονο; και ο ίδιος ο Πα­πανδρέου, που το είχε δεχτεί, υπαναχωρεί και αρνεί­ται στη Νέα Υόρκη να καμφθεί στις πιέσεις του Τζόνσον, μια και το σχέδιο Άτσεσον ταυτίζεται πια μέσα στη λαϊκή συνείδηση με ένα νέο «ξεπούλημα» της Κύπρου. Έτσι τα πράγματα στην Ελλάδα αλλάζουν, γεννιέται ο σύγχρονος αντιαμερικανισμός!

Η Ελλά­δα που εκτός από την αριστερά ήταν φιλοαμερικάνικη στην πλειοψηφία της μέχρι το 1960 περίπου, αρχί­ζει να αλλάζει χρώμα. Οι Κεντρώοι μετακινούνται σταδιακά σε αντιαμερικανικές θέσεις. Το σχέδιο Μάρσαλ έχει τελειώσει, ο ψυχρός πόλεμος έχει εξα­σθενήσει και η απειλή της αριστεράς έχει περιορι­στεί πια στα μάτια των παλιών αντικομουνιστών. Η «φιλοτουρκική» στάση της Αμερικής και η υποστή­ριξη από πλευρά τους του Παλατιού σπρώχνει σε μετακινήσεις μεγάλης κλίμακας.

Η Κύπρος, ο μεγάλος πυροδότης των πολιτικών εξελίξεων σε όλη την μεταπολεμική ιστορία μας, παρεμβαίνει και πάλι. Αυτή η κίνηση για αποτίναξη της αμερικάνικης εξάρτησης που βαθαίνει μέσα στη λαϊκή συνείδηση δεν είναι μόνο συνέπεια του Κυ­πριακού και της ύφεσης στο διεθνές πεδίο. Εκφράζει βαθύτερες τάσεις της ελληνικής οικονομίας και κοι­νωνίας. Η Ελλάδα, μέσα από τη βιομηχανική και γενικότερη οικονομική της ανάπτυξη, προσεγγίζει στην Δυτική Ευρώπη, που μεταβάλλεται σταδιακά στον πρώτο εταίρο της ελληνικής οικονομίας. Ο ατλαντισμός αρχίζει να εξασθενεί σε όφελος του ευρωπαισμού. Αρχίζει η μεγάλη στροφή που θα οδηγήσει την Ελλάδα, είκοσι χρόνια μετά, σε σχέσεις με την Αμερική παρόμοιες με εκείνες της Δυτικής Ευρώπης, ενός μικρού εταίρου, και όχι πια ενός προτεκτοράτου, όπως ήταν στη δεκαετία του 50. Όμως η κίνηση μόλις αρχίζει.

Η αποτυχία της αριστεράς και το «νέο» Κέντρο

Όπως τονίσαμε παραπάνω η μεγάλη άνοδος της Αριστεράς στις εκλογές του 1958 αποτέλεσε το σήμα κινδύνου για τους Αμερικάνους και την αστική τάξη, για το Παλάτι. Σπρώχνουν τότε στην ανασυγκρότη­ση και ενοποίηση του παλιού Κέντρου, που είχε πε­ράσει σε παρακμή.

Πράγματι μέχρι το 1952, το παλιό Κέντρο — Φιλε­λεύθεροι, ΕΠΕΚ, Παπανδρέου, Σοφούλης, Πλαστήρας, Βενιζέλος κ.λπ. — αποτέλεσε την κύρια δύναμη που έφερε σε πέρας τον εμφύλιο και την επανεπιβεβαίωση της καθεστηκυίας τάξης μετά τη μεγάλη κρί­ση της δεκαετίας του ’40. Οι Άγγλοι, και οι Αμερικά­νοι στη συνέχεια, δεν ευνοούσαν κυβερνήσεις της Δεξιάς που ήταν πολύ σφιχτά και πρόσφατα δεμένες με τα Τάγματα Ασφαλείας, το δωσιλογισμό, τη συνερ­γασία με τον καταχτητή. Τον εμφύλιο και τη σύ­γκρουση με την Αριστερά τον ανέλαβαν κύρια οι Κεντρώοι και κεντρογενείς. Ο εμφύλιος θα αρχίσει το Δεκέμβρη με το τσιράκι του Σκόμπυ, Παπανδρέου, και θα συνεχιστεί με τον Σοφούλη, τον Ζέρβα, τον Πλαστήρα, κ.λπ. Μετά το τέλος του εμφύλιου, είναι πια τόσο ξεζουμισμένοι ώστε παραμερίζονται από τα αφεντικά τους και μπαίνουν στο περιθώριο, ενώ ένας μεγάλος αριθμός από κεντρώους πολιτευτές περνάει με τη Δεξιά. Δεν πρέπει εξάλλου να ξεχνάμε ότι ο ζογκλέρ Γεώργιος Παπανδρέου εκλέγεται με τον Συναγερμό το 1952, ενώ ο Αβέρωφ ήταν παλιό μέλος του κόμματος των Φιλελευθέρων. Το Κέντρο περνάει στην ανυποληψία και τον κατακερματισμό μέσα σε εμφύλιες διαμάχες και συγκρούσεις των κεντρώων κομματαρχών. Ανοίγεται ο δρόμος για την άνοδο της Αριστεράς που με τη μορφή της ΕΛΑ φτάνει όπως είπαμε στο 25% στις εκλογές του 1958.

Οι Αμερικάνοι και το Παλάτι δε διστάζουν λοιπόν να ωθήσουν σε μια διαδικασία ενοποίησης του πα­λιού Κέντρου, ώστε να προσφέρουν μια νέα δυνατό­τητα εναλλαγής στις μάζες που έχουν αρχίσει να αντιδρούν απέναντι στην πολιτική της Δεξιάς. Ό­μως, όπως συμβαίνει συχνά στην ιστορία, η επιτυχία τους σ’ αυτό το εγχείρημα ήταν τελικά πύρρεια. Γιατί η οικοδόμηση ενός κόμματος που κατόρθωσε να εκ­φράσει ένα μεγάλο ποσοστό των παλιών εαμογενών μαζών και να περιορίσει τη δεξιά στο 35% του 1964 και του 1981, ανέτρεψε την πολιτική ισορροπία στην Ελλάδα. Γιατί υποχρέωσε τους παλιούς και φθαρμέ­νους πολιτικούς του Κέντρου να μεταβληθούν σε όρ­γανο μιας μεταρρύθμισης που σήμαινε τεράστιες αλ­λαγές για την Ελλάδα, σήμαινε απομάκρυνση από την αμερικάνικη ηγεμονία, περιορισμό της δύναμης του Παλατιού, αποδυνάμωση του φασιστικού και ατ­λαντικού στρατού, άνοδο της αγοραστικής δυνατότη­τας των μαζών, καταστροφή του παλιού δοσιλογικού «κατεστημένου», αλλαγή στους ταξικούς συσχετι­σμούς, εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, κ.λπ. κ.λπ. Μπο­ρεί το Παλάτι και οι Αμερικάνοι να απόφυγαν τον κίνδυνο της παραδοσιακής αριστεράς μέσα από την ανασυγκρότηση του Κέντρου, δεν μπορούσαν όμως να φανταστούν ότι άνοιγαν μια διαδικασία που θα την πλήρωναν ακριβά στη συνέχεια και. που είκοσι χρό­νια αργότερα θα είχε σαν συνέπεια την αντικατάστα­ση του Κέντρου από ένα σοσιαλιστικό κόμμα βγαλ­μένο μέσα από τα σπλάχνα αυτού του παλιού κέντρου. Το Κέντρο και στη συνέχεια το ΠΑΣΟΚ ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας τα οράματα της παραδοσιακής Αρι­στεράς. Η ιστορία παίζει παράξενα παιχνίδια. Φυσι­κά η ίδια η παραδοσιακή Αριστερά μπήκε σε μια μακρόχρονη και περίεργη κρίση «περικύκλωσης» και ξεπεράσματος της απ’ αυτό το νέο «Κέντρο».

Η ΕΛΑ και το ΚΚΕ, που συνέχιζε να αποτελεί την ραχοκοκαλιά της και να την καθοδηγεί, μεταβάλλο­νται σταδιακά σε δευτερεύοντα πόλο της αντίθεσης. Ενώ μετά τη δεκαετία του ’40 οι παραδοσιακές αντιθέ­σεις ανάμεσα στα αστικά κόμματα υποχωρούν μπρος στην αντίθεση τους συνολικά με το ΚΚΕ, από τη δεκαετία του ’60 και μετά τα πράγματα αντιστρέφο­νται, η αντίθεση του αναγεννημένου Κέντρου με τη Δεξιά τείνει να αποκτήσει νέα χαρακτηριστικά, να μεταβληθεί σε αντίθεση «προοδευτικών» — «αντι­δραστικών» και έτσι να εγκλωβίσει και την παραδο­σιακή αριστερά που μεταβάλλεται απλά στην αριστε­ρή πτέρυγα του «προοδευτικού» στρατοπέδου. Η Ε­ΔΑ, κουβαλώντας και το κόμπλεξ του ηττημένου, δεν κατορθώνει να μπει μπροστά στην αντιπαράθεση της ελληνικής κοινωνίας, αλλά μεταβάλλεται σύντομα σε ουρά του Παπανδρέου και του Κέντρου. Τελικά όλα παίχτηκαν το 1961, στις ανεπανάληπτες εκλογές του 1961, εκλογές «βίας και νοθείας», όπου ψήφισαν τα δέντρα και οι πεθαμένοι, όπου κάλπες έκαναν φτε­ρά και υπήρξαν ακόμα και νεκροί αριστεροί, όπου τα ΤΕΑ εξορμούσαν με τα όπλα και οι βουλευτές της ΕΛΑ δεν μπορούσαν να κάνουν προεκλογική εκστρα­τεία στους παραμεθόριους, «απαγορευμένους», νο­μούς (η προσπέλαση σ’ αυτούς απαιτούσε άδεια από το φρουραρχείο!)

Μετά από αυτές τις εκλογές η ΕΔΑ περιορίστηκε σε απλές διαμαρτυρίες και το Κέντρο άδραξε την ευκαιρία. Άρχισε ο «ανένδοτος αγώνας» του «Γέ­ρου». Τα πράγματα έχουν πια παιχτεί. Τον αγώνα ενάντια στη Δεξιά θα τον αναλάβει πολιτικά το Κέ­ντρο και ο «Γέρος», ενώ οι αριστεροί θα είναι οι νεροκουβαλητές και τα θύματα. Από τότε, τουλάχιστον οι μισοί αριστεροί και εαμογενείς ψηφοφόροι μεταναστεύουν μόνιμα πια στο Κέντρο και αργότερα στο ΠΑΣΟΚ. Μέσα από τη συγκόλληση των αποτυ­χημένων πολιτικών του παλιού Κέντρου γεννήθηκε ένα «νέο» Κέντρο που ανέλαβε να εκφράσει τις νέες δυναμικότητες και πραγματικότητες της ελληνικής κοινωνίας. Όσο για την παραδοσιακή αριστερά, όσο περισσότερο ξαπλώνονταν οι απόψεις της τόσο πε­ριοριζόταν ο πολιτικός της ρόλος.

Και σύντομα η ανάληψη αυτού του νέου ρόλου από το παλιό Κέντρο άρχισε να μεταλλάσσει κι αυτό το ίδιο το κόμμα του Κέντρου. Η νεολαία του, η ΕΔΗΝ, τραβάει σταδιακά, ιδιαίτερα μετά το 1965, προς τα αριστερά, αρχίζει να ορίζεται όλο και περισσότερο σαν σοσιαλιστική, πορεία που θα ολοκληρωθεί με την έλευση της χούντας. Στην ίδια την κοινοβουλευ­τική ομάδα ξεχωρίζουν πια οι «ριζοσπάστες» —με επικεφαλής τον Ανδρέα— από τη δεξιά πτέρυγα που θα αποτελέσει τη βάση της αποστασίας, τους Μητσο­τάκη, Στεφανόπουλο, τον παλιό «εαμικό» Τσιριμώ­κο, κ.λπ. Είναι προφανές ότι μετά το 1965 η ριζοσπαστικοποίηση της βάσης, αλλά και του μεγαλύτερου μέρους του κόμματος, επιταχύνεται, έχει κιόλας δη­μιουργηθεί η βάση, ο πυρήνας του μελλοντικού ΠΑ­ΣΟΚ.

Να λοιπόν πού οδήγησε ο «έξυπνος ελιγμός» των Αμερικάνων και του Παλατιού.

Οι αντιθέσεις εκρήγνυνται

Τελικά η Ένωση Κέντρου με την άνοδο της στην εξουσία δεν κατόρθωσε να προωθήσει ένα σενάριο απλού εκσυγχρονισμού του καθεστώτος. Στριμωγμέ­νη ανάμεσα στη λαϊκή κινητοποίηση και το «κατε­στημένο», η Ένωση Κέντρου γίνεται κομμάτια στο εσωτερικό της και σπρώχνεται στην αντιπαράθεση με το Παλάτι και τους Αμερικάνους.

Η κατάκτηση κάποιων στοιχειωδών ελευθεριών και η καθαίρεση της Μακρικής ηγεσίας της ΓΣΕΕ επιτρέπουν μια πρωτοφανή επέκταση των εργατικών αγώνων που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε η κατα­στολή ούτε οι υποσχέσεις. Οι εργατικοί αγώνες, οι κινητοποιήσεις των αγροτών, οι φοιτητικές διαδηλώ­σεις και το Κυπριακό αποδείχνουν στην αστική τάξη πως δεν είναι δυνατό η μεταρρύθμιση να μείνει μόνο στα πλαίσια ενός απλού εξωραϊσμού του καθεστώτος. Το Κέντρο αποδείχνεται επικίνδυνο για το Παλάτι, τους Αμερικάνους, την αστική τάξη, ακριβώς γιατί δεν μπορεί να ελέγξει την λαϊκή κίνηση, αντίθετα σπρώχνεται απ’ αυτή. Το φιλελεύθερο πείραμα του «κατεστημένου» αποδείχνεται αδιέξοδο, οι λαϊκές και εργατικές κινητοποιήσεις βάζουν αιτήματα που το ξεπερνούν. Πολύ σύντομα οι ίδιοι οι υποστηρικτές του Παπανδρέου τον εγκαταλείπουν και το Παλάτι προκαλεί ανοιχτά την κυβέρνηση σε παραίτηση, για να «λυθεί» το Κυπριακό, να επιβληθεί λιτότητα, και να ξαναγυρίσουν οι μάζες στα σπίτια τους, «για να ξαναγυρίσει το πεζοδρόμιο στα υπόγεια και να πά­ψουν οι Λαμπράκισσες με τις μαύρες κάλτσες να παρασύρους τους εθνικόφρονες φαντάρους», όπως γρά­φει στην Καθημερινή η αφιονισμένη Ελενίτσα!

Ένα κομμάτι των πολιτευτών του κέντρου ακούει τη φωνή του κυρίου του, αλλά η φοβερότερη λαϊκή κινητοποίηση στην ελληνική ιστορία, εκτός από την Αντίσταση και την Κατοχή, δεν επιτρέπει την απο­σύνθεση του Κέντρου, αντίθετα σπρώχνει το ίδιο το Κέντρο προς τα αριστερά. Τώρα πια η τομή έχει γίνει πραγματικότητα. Το σύνθημα «πάρ’ τη μάνα σου και μπρος, δε σε θέλει ο λαός» κυριαρχεί στις «70 μέρες του Ιούλη»· παρά τους πυροσβέστες της ΕΔΑ και του Κέντρου, το «καθεστωτικό» έχει μπει αντικειμενικά, και «καθεστωτικό» στις ελληνικές συνθήκες σημαί­νει πολλά ακόμα, σημαίνει το ζήτημα του στρατού και της εξάρτησης, σημαίνει κράτος της Δεξιάς και μια δοσμένη μορφή κατασταλτικής κυριαρχίας πάνω στις μάζες.

Ο Ιούλης του ’65 παίρνει έτσι την πραγματική του σημασία και αναδείχνεται σαν το τέλος της παλιάς αντιπαράθεσης που είχε σφραγιστεί με τον εμφύλιο και την ήττα της αριστεράς. Ο Ιούλης του ’65 σήμαινε το οριστικό τέλος της αντιπαράθεσης εθνικοφρόνων και κομμουνιστών και τη μετάθεση της αντίθεσης σε ένα νέο πεδίο, τη σύγκρουση «προόδου» και «συντήρησης», που θα εξελιχτεί στη συνέχεια σε αντιπαράθεση «αστι­κού» και «σοσιαλιστικού» στρατοπέδου. Εκεί, σ’ αυ­τές τις μέρες του Ιούλη, σφυρηλατήθηκε ένα νέο μέ­τωπο, που ξεκινούσε από την άκρα αριστερά και έ­φθανε μέχρι αυτό το νέο «Κέντρο», ένα μέτωπο που αντικειμενικά θα διαμορφώσει τα σημεία της πολιτι­κής αντιπαράθεσης για μια εικοσαετία και θα οδηγη­θεί στην εξουσία το 1981[2].

«Ιουλιανά» και Μεταπολίτευση

Στον Ιούλη του 1965 θα βρει κανένας όλα τα συνθή­ματα, τις προβληματικές, τις ταξικές συμμαχίες που αποτελούν το «σοσιαλιστικό κατεστημένο» του σή­μερα, που αποτέλεσαν τη βάση της αντιχουντικής συμμαχίας, του Πολυτεχνείου, κ.λπ. Εκεί θα συναντή­σει κανείς αυτές τις ταξικές συμμαχίες ανάμεσα στα μικροαστικά στρώματα, τους εργάτες, τους φοιτητές τους αγρότες και του νεόκοπους τεχνοκράτες που αποτέλεσαν κι εξακολουθούν οριακά να αποτελούν το μπλοκ της «αλλαγής». Και παρά την αντιφατικό­τητα αυτού του μπλοκ, τις εσωτερικές του αντιφάσεις και αντιθέσεις, η κατάσταση είχε ένα χαρακτήρα πραγματικά εκρηκτικό, επαναστατικό θα λέγαμε. Γιατί αφενός μεν ήταν κυριολεκτικά ανεξέλεγκτη, μια και οι οργανωμένες δυνάμεις των κομμάτων ήταν τότε ελάχιστες –δεν υπάρχει καμιά σύγκριση με το σήμερα– και αφετέρου γιατί οι εχθροί αυτού του κι­νήματος ήταν τότε παντοδύναμοι. Το 1965 δεν ήταν το 1974. Το 1974 το Παλάτι είχε ήδη διωχτεί από την χούντα, ο στρατός είχε κυριολεκτικά διαλυθεί από την ήττα του στην Κύπρο, οι Αμερικάνοι έκαναν τον ψόφιο κοριό και η Δεξιά πραγματοποιούσε το εκσυγ­χρονιστικό της άλμα για να διαχωριστεί από τη χού­ντα. Ουσιαστικά η μεταπολιτευτική αλλαγή έγινε σχεδόν χωρίς σύγκρουση, έγινε με την ψήφο και την οργάνωση στα κόμματα και τα συνδικάτα. Η οργάνω­ση και η ψήφος αντικατέστησαν τη λαϊκή σύγκρου­ση και το οδόφραγμα, με αποτέλεσμα το φρούτο της εξουσίας να πέσει ήσυχα-ήσυχα στα χέρια της «αλ­λαγής» χωρίς να ανοίξει μύτη. Γιατί οι μύτες είχαν ήδη ανοίξει σ’ όλη την προηγούμενη περίοδο! Γι’ αυτό οι άκαπνοι βρέθηκαν στην εξουσία πατώντας στους, αγώνες που κάποιοι άλλοι είχαν διεξαγάγει παλαιότε­ρα.

Την περίοδο όμως που ανοίγεται με τον Ιούλη του 1965 η ανατροπή της παλιάς τάξης πραγμάτων είχε αντικειμενικά έναν επαναστατικό χαρακτήρα και ά­νοιγε προφανώς μια διαδικασία «διαρκούς επανάστα­σης», δηλαδή μιας περιόδου αλλεπάλληλων ανατρο­πών που οδηγούσαν αναπόφευκτα στο άνοιγμα μιας επαναστατικής κρίσης. Γι’ αυτό και το «κατεστημένο» έβαλε μπροστά τα μεγάλα μέσα: Το βασιλικό πραξικόπημα το 1965 και, όταν αποδείχτηκε ότι το κίνημα όχι μόνο δεν υποχωρούσε αλλά με τις εκλογές θα πραγματοποιούσε ένα νέο ποιοτικό άλμα, το 1967, η δικτατορία της 21ης Απρίλη. Το παλιό καθεστώς αποπειρόταν να ανακόψει τη διαδικασία της ανατροπής της παλιάς τάξης πραγμάτων. Γι’ αυτό έβγαλε στην επιφάνεια όλα τα αποθέματα κτηνωδίας και χυδαιότητας που διέθετε. Ανέσυρε τους βασανιστές της Μακρονήσου, τους στρατοδίκες, τους δοσίλογους, τους χαφιέδες επαρχιακούς δικηγό­ρους και τους πράκτορες της ΣΙΑ και τους έβαλε στην κυβέρνηση. Αυτή ήταν πια η κατάντια της εθνικοφροσύνης.

Οι εκλογές του 1967 που θα οδηγούσαν σε σάρωμα της Δεξιάς και των αποστατών θα αποτελούσαν αντι­κειμενικά ένα δημοψήφισμα ενάντια στο Παλάτι, τους Αμερικάνους και την ίδια την αστική ομαλότη­τα.

Η χούντα, παρ’ όλη την χυδαιότητα της, δεν ήταν τελικά, ούτε αποδείχτηκε στη συνέχεια, «βλακεία» έστω και αν σήμερα πληρώνεται ακριβά από τους πρωτεργάτες της. Για το καθεστώς λειτούργησε σω­τήρια. Τα 7 1/2 χρόνια της δικτατορίας σύντριψαν το φοβερό λαϊκό κίνημα του 65 που βρισκόταν σε εξέλι­ξη και όταν ήρθε η μεταπολίτευση τα πράγματα ήταν πια διαφορετικά. Μέσα από τη χούντα διαμορφώθηκε μια νέα φυσιογνωμία του ελληνικού λαού, μια φυσιο­γνωμία ατομισμού, καταναλωτισμού, μια φυσιογνω­μία «φίλαθλου». Το καταπληκτικό πολιτικό υποκείμενο του 1965 είχε εξαφανιστεί για πάντα. Οι οικοδόμοι του 1965, ο εργάτης-μάζα με τις επαναστατικές από­ψεις, δεν ήταν πια παρά κάποιοι «υψηλόμισθοι» κα­ταναλωτές σκυλάδικων και τα μικροϊδιοκτητικά λαϊ­κά στρώματα του 1965, που αποτελούσαν την εαμογενή μάζα, είχαν μεταβληθεί σε καταναλωτικούς μικροαστούς. Οι φοιτητές, αφού πέρασαν μέσα από τις συμπληγάδες της χού­ντας και του αντιχουντικού αγώνα, μετά την μεταπο­λίτευση θα μετακινηθούν προς την ΚΝΕ, σε αντίθεση με το φοιτητικό κίνημα της Ευρώπης και θα μεταβλη­θούν σε «χρυσή νεολαία» του μεταπολιτευτικού καθεστώτος.

Αυτή η φοβερή λαϊκή διαθεσιμότητα που είχε το κίνημα του 1965 χάθηκε για πάντα. Εκείνο το κίνημα που για 70 μέρες αψηφούσε την αστυνομία και τους πυροσβέστες των κομμάτων έγινε πια αδιανόητο στις νέες συνθήκες. Και ναι μεν τα αιτήματα εκείνου του κινήματος στη συντριπτική τους πλειοψηφία πραγματώθηκαν μετά τη μεταπολίτευση, αλλά πραγ­ματοποιήθηκαν με τρόπο «δοτό», από τα πάνω, από τα κόμματα και όχι μέσα από την διαδικασία που είχε ανοίξει το ’65 μέσα από την άμεση λαϊκή αντιπαράθε­ση. Έτσι συνέβη αυτό που τόσες φορές έχει συμβεί στην ιστορία. Η αντεπανάσταση διακόπτει κάποια επαναστατική διαδικασία και στη συνέχεια, αφού τσακίσει τις επαναστατικές δυνάμεις, πραγματοποιεί εν πολλοίς το πρόγραμμα του κινήματος, αφού όμως βγάλει το άμεσο υποκείμενο από το προσκήνιο!

Ενώ το 1965 είναι η εποχή που ο ριζοσπαστισμός των μαζών πυροδοτείται από τα κάτω, από τις δυνά­μεις του ίδιου του λαϊκού κινήματος, και προσκρούει στην αντίδραση του «συστήματος», ακόμα και των φιλολαϊκών κομμάτων, μετά τη μεταπολίτευση ο νέος ριζοσπαστισμός ελέγχεται και «καναλιζάρεται» από τα πάνω. Στη μεταπολίτευση, ο Ανδρέας, το ΚΚΕ, ακό­μα και ο Καραμανλής, ελέγχουν αυτό το ριζοσπαστι­σμό και τον μεταβάλλουν σε κομματική ισχύ. Γι’ αυτό και στις νέες συνθήκες οι πραγματι­κές αλλαγές που γίνονται στη ζωή των μαζών δεν εκφράζονται μέσα από ένα επαναστατικό κίνημα αλ­λά έρχονται μέσα από την «επαναστατικοποίηση» του «κατεστημένου». Οι εφημερίδες γίνονται σοσια­λιστικές, ο σοσιαλισμός είναι μια ανέξοδη και εν πολλοίς αποδοτική ιδεολογία και το νέο κατεστημένο της Ελλάδας είναι ένα σοσιαλιστικό κατεστημένο. Οι παλιοί φουκαράδες δημοσιογράφοι του 1965 που ψωμολυσσούσαν γίνονται οι καλοπληρωμένοι γιάπηδες του εκσυγχρονισμού, οι αριστεροί διανοούμενοι, που γνώ­ριζαν προβλήματα βιοπορισμού και αποκλεισμού, σήμερα καθορίζουν τα σχολικά προγράμματα, την τηλεόραση και το εθνικό θέατρο, ενώ η αφόρητη πολυθεσία τους κάνει να μοιάζουν με καλοφαγωμένα χταπόδια που απομυζούν από παντού.

Η χούντα λοιπόν πέτυχε· πέτυχε να σπάσει την επαναστατική δυναμική του κινήματος του 1965. Δεν πέτυχε βέβαια –και γι’ αυτό οι πρωτεργάτες της βρίσκονται στη φυλακή– να εμποδίσει την πραγμα­τοποίηση με μεταρρυθμιστικό τρόπο και από τα πάνω των αιτημάτων εκείνου του κινήματος. Άλλωστε αυ­τό το τελευταίο ήταν αδύνατο. Η δυναμική που άνοιξε το 1965 ήρθε να εκφραστεί μετά τη μεταπολίτευση με τη μεγάλη μεταρρύθμιση που συντάραξε για δέκα χρόνια την ελληνική κοινωνία.

Κοιτάζοντας τώρα, 43 χρόνια πίσω, μπορούμε να έχουμε μια σφαιρική εικόνα της εξέλιξης. Μιας εξέ­λιξης που ήταν αντιφατική. Από τη μια η ολοκλή­ρωση των αιτημάτων του 1965, των αιτημάτων της δημοκρατίας, της αποπομπής του Παλατιού, του ξεδοντιάσματος των στρατοκρατών, της αλλαγής του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στις λαϊκές τάξεις και την ολιγαρχία, της σχετικής μείωσης της εξάρτησης από την Αμερική. Όλα αυτά έγιναν πράξη. Μ’ αυτή την έν­νοια ο μεγάλος αγώνας του 1965 δεν πήγε χαμένος. Το πρόγραμμα του νίκησε. Η ζωή των ανθρώπων άλλαξε. Εκείνο βέβαια που δεν έγινε ήταν πως το 1965 δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει άμεσα, μέσα από τη λαϊκή κίνηση, αυτά τα αιτήματα! Το Παλάτι διώχτη­κε από τη χούντα, ο στρατός κλείστηκε στους στρα­τώνες μετά την ήττα του στην Κύπρο, την απόσταση από τους Αμερικάνους την πήρε ο ίδιος ο Καραμαν­λής, και η μείωση των ωρών δουλειάς από 48 σε 40 έγινε μέσα από την προσαρμογή στο καθεστώς της τότε ΕΟΚ! Και αυτός ο τρόπος εκπλήρωσης του «προ­γράμματος» του 1965 δεν επέτρεψε τη διαμόρφωση επαναστατικών δυνάμεων που θα ήθελαν να οδηγή­σουν τη διαδικασία πιο πέρα, σε μια επαναστατική ανατροπή με μεγαλύτερο βάθος. Γι’ αυτό οι επανα­στατικές δυνάμεις ηττήθηκαν ενώ το «πρόγραμμα» κέρδισε!

Τα Ιουλιανά παραμένουν λοιπόν μια μεγάλη στιγμή, μια επαναστατική στιγμή στην εξηντάχρονη μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας. Μια στιγμή που άνοιξε τη νέα διαδικα­σία μιας ταξικής σύγκρουσης με νέους όρους, μιας ταξικής σύγκρουσης όπου η παλιά αντίθεση αριστεράς-δεξιάς ενσωματώνεται σιγά-σιγά στην αντίθεση «προοδευτικών-συντηρητικών» του αστικού στρατο­πέδου. Με τη διαδικασία που άρχισε στη δεκαετία του 60 τα αιτήματα που έβαλε η Αριστερά στη δεκαετία του 40 τείνουν να απορροφηθούν από το στρατόπεδο του αστικού εκσυγχρονισμού και να διαμορφωθεί ένα νέο στρατόπεδο, αυτό που με σύγχρονους όρους θα ονομάζαμε «στρατόπεδο της αλλαγής». Και αν το 1965 τα κόμματα ήταν ανέτοιμα για κάτι τέτοιο, δέκα χρό­νια μετά ήταν πια ικανά να οδηγήσουν τη μεγάλη μεταρρύθμιση, έχοντας υποτάξει τις μάζες σε υποδεέ­στερη θέση, ενώ αντίστροφα το 1965, τα κόμματα και το σύστημα βρίσκονταν πίσω από την κίνηση των μαζών. Το Κέντρο, όπως είχαμε πει, είχε φτιαχτεί σαν κόμμα κάτω από τις ευλογίες των Αμερικάνων, η Δεξιά μιλούσε ακόμα τη γλώσσα του εμφύλιου και έστηνε συνομωσίες, υπήρχε το Παλάτι και ο ΙΔΕΑ. Ακόμα και η ΕΔΑ ήταν εντελώς ανίκανη να ελέγξει τα πράγματα, απλά τα παρακολουθούσε. Αντίθετα, μετά τη μεταπολίτευση, τα κόμματα και το σύστημα εμφανίζονται εντελώς ανανεωμένα, έτοιμα να χωνέ­ψουν τον έτσι κι αλλιώς αμβλυμμένο –αλλά υπαρκτό σε επίπεδο αιτημάτων– ριζοσπαστισμό των μαζών.

Να λοιπόν η μεγάλη διαφορά των Ιουλιανών και της μεταπολίτευσης. Στα Ιουλιανά η πρωτοβουλία έρχεται από τα κάτω, είναι έκφραση μιας ανεπανάληπτης κίνησης μαζών, ενώ δέκα χρόνια αργότερα η πρωτοβουλία έρχεται από τα πάνω, από το σύστημα των κομμάτων το σύστημα έχει ανανεωθεί για να χωνέψει με τους λιγότερους δυνατούς κραδασμούς τα αιτήματα του 1965. Το αποτέλεσμα είναι βέβαια η συρρίκνωση των επαναστατικών δυνάμεων. Είκοσι χρόνια μετά το ’44, η εκπλήρωση κάποιων από τα αιτήματα του ήταν ακόμα «επανάσταση». Σαράντα χρόνια αργότερα αποτέλεσε πραγματωμένη μεταρ­ρύθμιση. Γι’ αυτό το 1965 είναι ο συνδετικός κρίκος, η μεγάλη στιγμή, ανάμεσα στο 1944 και το 1985.

Κοιτάζουμε λοιπόν γύρω μας και βλέπουμε πραγ­ματωμένα –στο μεγαλύτερο ποσοστό– τα αιτήματα του 1965 ενώ ταυτόχρονα ζούμε σε μια κοινωνία τέ­τοιας εμπορευματοποίησης και χυδαιότητας που τσι­μπιόμαστε, μήπως και ονειρευόμαστε. Και όμως όχι, έτσι είναι η ιστορία! Το επαναστατικό κίνημα του 1965 περιθωριοποιήθηκε υποκειμενικά και ταυτό­χρονα νίκησε! Dura lex!

* Από το βιβλίο Ιούλης του 65, η έκρηξη.

[1]  Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η αντίστοιχη κίνηση που παρατηρείται μετά τη μεταπολίτευση δεν έχει πλέον τα στοιχεία της ζωντάνιας και του δυναμισμού που είχε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, για πολλούς λόγους· κατ’ αρχάς διότι η μετά το 1974 κίνηση δεν ήταν παρά μια συνέχεια και επέκταση των χαρακτηρι­στικών που είχαν διαμορφωθεί στη δεκαετία του 1960, εν συνεχεία διότι η ελληνική κίνηση μετά το 1974 δεν βρίσκεται πια σε συντονισμό με την παγκόσμια κίνηση, αντίθετα το εκκρεμές σε παγκόσμια κλίμακα βαδίζει αντίστροφα και γι’ αυτό δεν έχουμε τον τρομερό συντονισμό της «μεγάλης δεκαετίας». Τέλος, αλλά όχι ελάχιστο. γιατί εκείνο που το 1960 ήταν καινούριο, επαναστατικό ή και ριζοσπαστικό, έμοιαζε κιόλας ξαναζεσταμένο φαΐ, δεκαπέντε χρό­νια αργότερα και ενταγμένο πλέον στην κυρίαρχη δομή. Οι επανα­στατικές ή ριζοσπαστικές ιδέες του 1960, δεκαπέντε ή είκοσι χρό­νια μετά, έμοιαζαν στοιχεία της διαλεκτικής της εξουσίας. Γι’ αυτό άλλωστε έχουμε το περίεργο, από πρώτη άποψη, φαινόμενο που παρουσιάζει ιδεολογικά, πολιτικά και πολιτιστικά το τέλος της δεκαετίας του 70 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του 80. Ενώ η μεταπολίτευση αποτελεί μια περίοδο που στο συνολικό επίπεδο της κοινωνίας διαπιστώνουμε πρωτοφανέρωτες αλλαγές και η κοινωνία καλύπτει καθυστέρηση δεκαετηρίδων, αντίθετα στο επίπεδο των πρωτοποριών, πολιτικών, πολιτιστικών, στο τομέα των ιδεών, η μεταπολίτευση φαντάζει σαν ένα απέραντο τέλμα! Κι αυτό γιατί το ιδεολογικό πολιτιστικό και θεωρητικό οπλοστάσιο είτε έχει παρα­χθεί είκοσι χρόνια πριν, είτε έχει εισαχθεί από έξω. Η παραγωγή και η ριζοσπαστικότητα κάποιων νέων ιδεών και ρευμάτων, διακό­πτονται τόσο χρονικά όσο και από την άποψη των ίδιων των φορέων τους. Έτσι μόνο μπορούμε να ορμηνέψουμε και την ιδιότυ­πη σχέση του ΠΑΣΟΚ με τους αριστερούς διανοούμενους και το κόμμα τους, το ΚΚΕ εσωτ. και εν μέρει το ΚΚΕ. Το ΠΑΣΟΚ πήρε τις ιδέες και τις πρακτικές που γεννήθηκαν πριν δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια μέσα στη μαχόμενη αριστερή διανόηση των αρχών της δεκαετίας του 60 και τις μετέβαλε σε μαζική πρακτική ενός κόσμου χωρίς «κουλτούρα» και αριστερή παράδοση, σε μαζική πρακτική και ιδεολογίες ενός κόσμου με πρόσφατη αγροτική προέλευση.

Έτσι γεννήθηκε το «βλαχο-σοσιαλιστικό» στιλ –το στιλ «Μπακάλικος»– που τόσο πολύ απεχθάνονται όλοι οι παλιοί διανοούμενοι της αριστεράς. Γιατί αυτοί μεταβλήθηκαν ταυτόχρο­να σε «κατεστημένο», που ό,τι είχαν να παράγουν το παρήγαγαν πριν 10 ή 20 χρόνια, ενώ τις ιδέες τους ης υλοποίησε ένα κόμμα χωρίς «κουλτούρα» και παράδοση. Τελικά το να είσαι αριστερός από τα γεννοφάσκια σου αποτελεί μια ιδιότυπη αριστοκρατία και αυτό θα το διαγνώσουμε τόσο στο κόμπλεξ των Πασοκτζήδων προς τους παλιούς αριστερούς, τους «αγωνιστές», όσο και στην περι­φρόνηση και συχνά στο μίσος των αριστερών διανοούμενων προς τους «βλάχους» του ΠΑΣΟΚ. Το μίσος των διανοούμενων του «Εσωτερικού» για το ΠΑΣΟΚ είναι σε ένα βαθμό έκφραση αυτής της ιδιομορφίας. Απ’ αυτή την αντιφατικότητα της λειτουργίας του ΠΑΣΟΚ βγαίνει και η δική μας αντιφατική στάση απέναντι του. Ενώ από τη μια δεν μπορούμε να χωνέψουμε την «εκ του ασφαλούς» ριζοσπαστικοποίησή του, την «κατόπιν εορτής», από την άλλη δεν μπορούμε να μη διακρίνουμε την ιδιαίτερη λειτουργία του σε σχέση με τις πρόσφατα αστικοποιημένες μάζες και την αγροτιά, όπου συχνά οι Πασοκτζήδες είναι πολύ πιο προοδευτικοί και ανοιχτοί σε νέες ιδέες από τους παραδοσιακούς αριστερούς.

Το ΠΑΣΟΚ σε επίπεδο διανοουμένων συγκέντρωνε τους πλέον καριερίστες και αγράμματους, αλλά σε επίπεδο μαζών ο κόσμος του ήταν πιο δεκτικός, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, από εκείνον των αριστερών κομμάτων. Πιστεύουμε ότι αυτό το παράδοξο θα ανεβρεθεί ακριβώς σ’ αυτή τη διακοπή της αντιπαράθεσης που δινόταν στις αρχές της δεκαετίας του 60, τότε που οι νέες ιδέες και ρεύματα επιβάλλονταν με πραγματική πάλη, όπου το να είσαι, για παράδειγμα, δημοτικιστής μαθητής στο Γυμνάσιο, σήμαινε ακόμα και αποβολή και οι αριστεροί καθηγητές αποτελούσαν σχεδόν άγνωστο είδος· η πολιτιστική επανάσταση που διαπερνούσε την ελληνική κοινωνία αποτελούσε μια μαχόμε­νη πραγματικότητα. Αντίθετα μετά το 1974 και το 1981, διάφοροι πρώην χουντικοί, φασίστες και κρυπτοφασίστες δημοσιογράφοι και ανεγκέ­φαλοι «διανοούμενοι» γίνονται διαπρύσιοι κήρυκες ενός σοσιαλι­σμού που έγινε πια καθεστώς.

 Οι «καημένοι» οι αριστεροί φανταζόντουσαν πως μετά τη δικτατορία θα ξανάρχιζαν οι «παλιοί δύ­σκολοι αγώνες» και γι’ αυτό οι μεν ακροαριστεροί κράταγαν την παρανομία τους για καιρό και ετοιμαζόντουσαν για «μεγάλες μάχες με το «σύστημα»», ενώ οι Εσωτερικοί πρότειναν δειλά-δειλά την ΕΑΔΕ. Οι μόνοι που κατάλαβαν τη νέα πραγματικότητα σε βάθος ήταν ακριβώς εκείνοι που την… έκφραζαν. Πρώτα απ’ όλους οι Πασοκτζήδες. Δεν υπήρχαν πια «μεγάλες μάχες» να δοθούν παρά μόνο σε επίπεδο ντουντούκας και ψήφου. Η μάχη στο επίπεδο της διαμόρφωσης ρευμάτων και ιδεών είχε δοθεί και κερδηθεί δέκα ή δεκαπέντε χρόνια πριν. Τώρα πια θα κέρδιζε όποιος θα γινόταν ο πιο φανατικός υποστηριχτής τους. Γι’ αυτό έμειναν εμβρόντητοι οι διανοούμενοι του Εσωτερικού, της Σοσιαλιστικής Πορείας και οι «αγωνιστές» της ακροαριστερός να βλέπουν τους «άξεστους» Πασοκτζήδες και τους άκαπνους Κνίτες να περνάνε στην πρώτη γραμμή για να δρέψουν τους καρπούς μιας μάχης που είχε ήδη δοθεί. Εξάλλου τι άλλο έκανε ο Μιττεράν στη Γαλλία, από το 1972 και μετά; Ενώ λοιπόν έχουμε, από το 1974 και μετά, κοσμοϊστορι­κές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία, δεν έχουμε καμιά πολιτιστι­κή ανάταση. Αυτή είχε ήδη γίνει! Και ο νέος κυρίαρχος τύπος διανοούμενου είναι ο απλός αναμεταδότης και γλείφτης της εξου­σίας.

[2] Ωστόσο, εύλογα τίθεται το ερώτημα πώς, μετά απ’ αυτή την έξαρση των Ιουλιανών, η χούντα της 21ης Απριλίου μπόρεσε να επιβληθεί τόσο εύκολα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η χούντα ήρθε 20 μήνες μετά τον Ιούλη, αφού πρώτα οι μάζες είχαν χάσει πια την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και ήταν σχετικά κουρασμένες από την αδυναμία των κομμάτων. Είναι όμως φανερό πως η βέβαιη συντριβή της δεξιάς των αποστατών και πάνω απ’ όλα του Παλα­τιού και των Αμερικάνων στις εκλογές του Μάη θα άνοιγε μια νέα περίοδο αντιπαράθεσης και μάλιστα σε ανώτερη κλίμακα. Έτσι η επιλογή της στιγμής για το πραξικόπημα ήταν η πιο σωστή για τη Δεξιά, σε μια στιγμή κούρασης των μαζών και πριν από τη νέα στροφή που θα ανοιγόταν με τις εκλογές.

 

 

 

Μια επέτειος, ένας απολογισμός

του Γιώργου Ρακκά 

Σήμερα, 5 Ιουλίου 2017, κλείνουμε ακριβώς δυο χρόνια από το την τέλεση του περίφημου δημοψηφίσματος, της μεγαλύτερης πολιτικής μηχανορραφίας που είδε ποτέ η σύγχρονη ελληνική ιστορία, και το βασικό εργαλείο με το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ θα εξασφαλίσει ένα άκρως σημαντικό κεφάλαιο κοινωνικής ανοχής –και όχι υποστήριξης– ώστε να προχωρήσει στις τομές που θα εισαγάγει στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία δύο χρόνια.

Για να κατανοήσουμε τον ρόλο που έπαιξε το δημοψήφισμα ως αιχμή ενός σχεδίου διακυβέρνησης, καθώς και τον καθοριστικό αντίκτυπο που το τελευταίο είχε στην φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε την γραμμική πολιτική ανάλυση των ΜΜΕ, για χάρη μιας ‘κβαντικής’ ματιάς όπου τα συμβάντα έχουν ταυτόχρονα δύο υποστάσεις: Το ΟΧΙ καταναλώθηκε από το 64% που το στήριξε ως την κορυφαία έκφραση της αντιστασιακής διάθεσης που θα επιδείξει η ελληνική κοινωνία απέναντι στην πολιτική επιτροπείας που επιβλήθηκε στην χώρα από το Καστελόριζο του ΓΑΠ, κι ύστερα· ωστόσο, αυτός που έκανε πολιτικά ‘ταμείο’ με αυτό το 62%, ο Τσίπρας δηλαδή, είχε άλλες προθέσεις: Να χρησιμοποιήσει ακριβώς αυτήν την κινητοποίηση και τον διχασμό που θα προκαλέσει μεταξύ δυο μπλοκ (που στην πραγματικότητα υπήρξαν εξαιρετικά συγκεχυμένα) ως «πρώτη ύλη» για μια διακυβέρνηση υπό το αντιμνημονιακό σχήμα, που θα αποπειραθεί να επιβάλει πολύ ριζικές τομές στην ελληνική κοινωνία.

Έτσι, αυτό που θα ερμηνευθεί από τους πολλούς ως προδοσία, και κωλοτούμπαστην πραγματικότητα υπήρξε η στιγμή της αποκάλυψης του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία – της πραγματικής φυσιογνωμίας της σύγχρονης ελληνικής κυβερνώσας αριστεράς. Που δεν έχει να κάνει με την αμφισβήτηση του οικονομικού προγράμματος, ή ακόμα βαθύτερα, με την απόρριψη των χαρακτηριστικών που φέρει μέσα του το μοντέλο δικτατορίας των αγορών που ακολουθούν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες. Εδώ και καιρό, από το 1992, και αυτή η αριστερά θα αποδεχθεί ως κανονικότητα την Παγκοσμιοποίηση, και άρα τον σκληρό οικονομικό φιλελευθερισμό που αυτή φέρει μέσα της· το πρόβλημα για αυτήν, δεν είναι το πως θα τον αντιμετωπίσει, αλλά το πως θα χρησιμοποιήσει την δυσαρέσκεια εναντίον του για να αναδειχθεί σε μια εξουσία που καλείται απαρεγκλίτως να συνυπάρξει μαζί του, και να εκτελέσει τις βουλές του.

Για να συντελεστεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μια μετάθεση ευθυνών: Όσοι απορρίψαμε εξ αρχής το κόλπο γκρόσο του δημοψηφίσματος, και πασχίζαμε με νύχια και με δόντια να αποκαλύψουμε την τυχοδιωκτική του φύση, φωνάζαμε τότε ότι η επιλογή του ισοδυναμεί με μια γιγάντια παγίδευση της ελληνικής πλευράς, στο μπρα ντε φερ της με τους δανειστές. Οι εξελίξεις των γεγονότων θα αποδείξουν ότι αυτό ήταν το ζητούμενο για τον Τσίπρα. Γιατί η διαδικασία της ‘παγίδευσης’, η ιστορία της 17ωρης διαπραγμάτευσης στην οποία εγκλωβίστηκε άνευ πραγματικής εναλλακτικής λύσης, ήταν αναγκαία για να κατασκευαστεί το αφήγημα της θυματοποίησης: Ο Αλέξης ήταν «καημένος», γιατί πραγματικά αγάπησε τον λαό, πάλεψε για λογαριασμό του με τα μυθικά τέρατα της Γερμανικής Ευρώπης, και έχασε.

«Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς…», λοιπόν, με προίκα μιας εκλογικής διαδικασίας που ανέδειξε την υποστήριξη του 62%. Ένα πολιτικό και επικοινωνιακό κεφάλαιο που θα επιτρέψει στον «Αλέξη» και τους συν αυτώ, από εκεί και πέρα, να μεταθέσουν τις ευθύνες από την εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος στους… «Μένουμε Ευρώπη», τον «Κυριάκο», και το ‘παλιό πολιτικό σύστημα’. «Εγώ δεν φταίω», λέει ο Τσίπρας, «είμαι πρωθυπουργός σε ομηρία, και εφαρμόζω ένα πρόγραμμα που μου επιβάλουν οι Γερμανοί, και που στηρίζει διακαώς η αξιωματική αντιπολίτευση». Γελοίο; Θα σκεφτείτε. Όσο είναι και το μνημείο πεσόντων της ΕΡΤ που στήθηκε πριν από λίγες μέρες έξω από το Ραδιομέγαρο. Ωστόσο λειτουργεί, και θα επιτρέψει στον ΣΥΡΙΖΑ μια ‘κανονική διακυβέρνηση’ παρά το γεγονός ότι η πολιτική του έχει αντιμέτωπο το 80% της κοινωνίας.

Η πορεία, όμως, που η τελευταία έκανε μέχρι εδώ είναι έχει εξασφαλίσει στην κυβέρνηση ότι λειτουργεί υπό κλίμα ανοχής: Και έτσι να εισάγει δυο πολύ ριζικές τομές για την χώρα μας: Αφενός, να ολοκληρώσει σε συνθήκες σιωπής νεκροταφείου μια πολιτική λεηλασίας δια της καταστροφής των μεσοστρωμάτων, εκποίησης του πλούτου, εκχώρησης των σημαντικότερων οικονομικών θεσμών στο ξένο μεγάλο κεφάλαιο. Αφετέρου, μια πολιτιστική πολιτική αποδόμησης της ταυτότητας που συνέχει την ελληνική κοινωνία, ώστε να διαλυθεί η αίσθηση της εθνικής μας κοινότητας, και να πάψουμε πλέον να εγείρουμε την αξίωση της λαϊκής κυριαρχίας σε αυτόν τον τόπο. Η νέα υποδούλωση, που συντελείται μέσα από αυτές τις διαδικασίες, έρχεται υπό την μορφή ενός πολυεκδοχικού μηδενισμού: Μηδενισμός της εθνικής μνήμης, μηδενισμός της ιστορικής ταυτότητας, μηδενισμός της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, μηδενισμός των φύλων, του οικογενειακού κυττάρου κ.ο.κ. Όλων των μηχανισμών, δηλαδή, που παράγουν την ‘ανθρωπινότητα’ της κοινωνίας, την εξοικείωση των ανθρώπων μαζί της, ότι είναι η δική τους κοινωνία, και όχι κάτι ξέχωρο και ψυχρό από αυτούς, ξένο. Η παγκοσμιοποίηση, όμως, λέει πια ότι για να λειτουργήσουν οι αναγκαιότητες του συστήματος πρέπει να ζούμε σε κοινωνίες ξένων. Και η προσφορά της αριστεράς σε αυτήν την παγκοσμιοποίηση, πέραν του γεγονότος ότι εξωραΐζει με την συμμετοχή της στο κάδρο την οικονομική δικτατορία των αγορών, είναι ότι λειτουργεί ως πολιτιστικός οδοστρωτήρας, ως προπαρασκευαστής αυτής της νέας συνείδησης εκπτωχευμένου μοναχικού πλήθους, επίδοξου καταναλωτή και υπηκόου.

Μοιάζει με σενάριο επιστημονικής φαντασίας; Μόνον αν κανείς δεν έχει έλθει σε επαφή με τις αντιλήψεις αυτής της καθεστυκίας αριστεράς, την στιγμή που αυτές επωάζονται – στα «κινήματα», τις φοιτητικές συνελεύσεις, στην κάθε κινητοποίηση. Μόνο αν δεν έχει κατανοήσει κανείς το πως ο λενινιστικός απόηχος του παρελθόντος, έχει κληροδοτήσει σε όλα τα σχήματα της ελληνικής αριστεράς μια ψύχωση κεκαλυμμένου ελέγχου των πάντων, ή καλύτερα έχει ταυτίσει την εσωτερική τους λειτουργία με διαδικασίες που στοχεύουν στο να την ικανοποιήσουν: Οι ίδιοι άνθρωποι, κατά το παρελθόν, μπορούσαν να ασχολούνται ημέρες επί ημερών για το πως θα υποτάξουν μια μικροσυνέλευση συνοικίας, ένα συντονιστικό κινητοποιήσεων, μια δημοτική παράταξη, ενός συνεταιρισμού για την κοινωνική αλληλεγγύη, μια συνέλευσης βάσης. Δεν θα έκαναν έτσι για την.. διακυβέρνηση μιας ολόκληρης χώρας; Ή μήπως είναι τυχαίο ότι σε αυτό το κόλπο γκρόσο θα συμπράξει και ο Πάνος Καμμένος, τον οποίον δεν θα πρέπει ως προς αυτά που συζητάμε να τον λογίσουμε ως προερχόμενο από την λαϊκή δεξιά, αλλά από την χειρότερη φοιτητική ΔΑΠ της δεκαετίας του 1980, που θα εξοικειωθεί στις ίδιες τακτικές από τους ΚΝίτες που καλούνταν να αντιμετωπίσει;

Το πικρό συμπέρασμα από τα πολιτικά ήθη και τις πρακτικές που θα εισαγάγει αυτή η κυβέρνηση, έχει να κάνει με τον βαθύ τους αντίκτυπο στην πολιτική φυσιογνωμία της χώρας: Ο οχετός των ψεμάτων, η αποθέωση της διπροσωπίας, το κρεσέντο μιας προπαγάνδας που παρουσιάζει ως ‘πραγματικότητα’ εξωφρενικά αφηγήματα, η ταύτιση της πολιτικής με την υποκρισία, συνιστούν πολιτικό υπερόπλο στις μέρες μας, ωστόσο, την ίδια στιγμή πλήττουν θανάσιμα το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα. Το οποίο και έχουν ξεκάνει, όχι μόνο ολοκληρώνοντας την υποδούλωσή του στην τυπική, θεσμική του διάσταση, μια διαδικασία που ξεκίνησε το 2010, αλλά στην ουσιαστική του. Ζούμε την τυραννία ενόςδημοκρατισμού που προσποιείται ότι ενσαρκώνει τα ιερά και τα δικαία ενός λαού, ώστε να τα σκοτώνει εν κρυπτώ, κάθε μέρα και περισσότερο. Η ιδέα της δημοκρατίας υποβιβάζεται σε στρατήγημα, παύει να είναι πλέον σχέση μεταξύ ισότιμων πολιτών, και μεταμορφώνεται σε οργουελιανή χρήση των φαντασιακά φορτισμένων συμβόλων της, από τους κυβερνώντες που υλοποιούν ανοιχτά ένα πρόγραμμα υποδούλωσης. Το περιεχόμενο έχει εκκενωθεί, μένει στο κουκούλι, τώρα, να καταρρεύσει.

Mπορεί να φανεί υπερβολικό, αλλά το πιο πιθανό για τον ιστορικό του μέλλοντος είναι να γράψει ότι το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου θα σηματοδοτήσει την… αρχή του τέλους της δημοκρατίας, και της εθνικής ανεξαρτησίας στην ελληνική κοινωνία του καιρού μας. Κοιτάξτε αυτά τα δυο χρόνια που μεσολάβησαν, πόσο χειρότερη, πόσο πιο ασυνάρτητη έχει γίνει αυτή η χώρα. Ζούμε ήδη ένα τέλος, και το πιο τυραννικό είναι ότι μας παρουσιάζεται δανειζόμενο μορφές προσώπων σαν αυτή του… Πολάκη.

Πηγή: http://ardin-rixi.gr/archives/204802

Η ΕΡΤ κι «εμείς»: Χάσαμε τη μπάλα

Απόσπασμα από παλιότερο άρθρο (την εποχή του κλεισίματος της ΕΡΤ) του:

του Γιάννη Κων.Κρούσου

Και την πρόταση μας «Δώστε τη ραδιοτηλεόραση στο λαό. Μια μετοχή κάθε πολίτης που πληρώνει την ΕΡΤ«, κάποιος σχολίασε:

«Είναι δυνατόν να εκλέγουμε άμεσα τις διοικήσεις τόσων οργανισμών; Τράπεζα της Ελλάδας, ΕΥΔΑΠ, ΔΕΗ κ.λ.π.«.

Η ερώτηση θα μπορούσε να διατυπωθεί έτσι: «Είναι δυνατόν να έχουμε δημοκρατία;«.

Επάνω σε αυτή την «αδυναμία», που από τους πρώτους, είχε διαπιστώσει ο πατέρας των νεωτερικών συνταγμάτων και πολιτευμάτων, ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ, πάτησε η Ολιγαρχική διαχείριση της ζωής μας. Πάτησε και έκτοτε μας πατά, μας τσαλαπατά και μας τσαλακώνει.

Μάθαμε για «αυτονόητο» αυτό που χρόνια ζούμε και που από χρόνια μας έχουν σερβίρει, ως βορειοδυτικό εισαγόμενο προϊόν πολιτισμού και πολιτικής.  Έτσι απομακρυνθήκαμε από τις αυτονόητες  σημασίες μιας γλώσσας, που κατ΄εξοχήν, είναι γλώσσα Πολιτική. Στους αιώνες των αιώνων, σμιλευμένη. Χάσαμε τους αιώνες μας, την ταυτότητα μας, τα νοήματα μας.

Φτού κι απ΄την αρχή (από την ελληνική αλφαβήτα): «Πολιτική», λέξη προερχόμενη από την πόλη, όπου πόλις δεν ήταν ντουβάρια, αλλά οι άνθρωποι της, οι πολίτες. Το όνομα της Κορίνθου ήταν «Κορίνθιοι». Της Αθήνας, «Αθηναίοι». Ο Δήμος δεν ήταν «της Αθήνας».  Ήταν Δήμος Αθηναίων.

Για την ετυμολογία των λέξεων και για τις σημασίες που κουβαλούν μαζί τους, «Δήμος», «Δημόσιο» και «Δημοκρατία», να μην κάνουμε επανάληψη.

Κι όμως, απωλέσαμε το αυτονόητο.

Θα μπορούσα να τελειώσω την απάντηση στο ερώτημα «είναι δυνατόν;» με αυτά μόνο.

Όμως, η ιστορία δεν τα λέει όλα. Χρειάζεται και η επινόηση, η φαντασία, η δημιουργία( έργο του δήμου ή για το δήμο ή και τα δυο μαζί).

Ας δούμε λίγο την καθεστηκυία «αδυναμία», πάνω στην οποία πάτησαν οι νεώτεροι αιώνες της ιστορίας, για να μας κάτσουν στο σβέρκο οι Ρόθτσιλντς, οι Ροκφέλερ και οι πολιτικοί υπηρέτες τους(σήμερα, ο Σαμαράς και Σια, ο Τσίπρας, ο Μιχαλολιάκος, ο Κουτσούμπας).

«Είναι δυνατόν δημοκρατία;«

Να πάτε να μελετήσετε την Χάνα Άρρεντ, τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Παναγιώτη Κονδύλη. Και δεν είναι τυχαίο, που οι δύο στους τρεις είναι Έλληνες και η Εβραία της παρέας, όλη της τη σκέψη τη στήριξε στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Είναι οι δάσκαλοι της Ανθρώπινης Αυτονομίας, Δημιουργίας και Απόφασης. Είναι οι δάσκαλοι της Δημοκρατίας(υπάρχουν και άλλοι).

Είμαι πολύ λίγος και πολύ μικρός, με όρους ποιοτικούς και όχι ύψους, ηλικίας ή βάρους, για να προσθέσω πολλά νοήματα σε όσα αυτοί έχουν πει.

Θα προχωρήσω, όμως, σε μία βιωματική απόπειρα απάντησης. Προέρχεται, δηλαδή, από αυτό που βιώνει κάποιος που ήταν ένας πολίτης που δεν χρωστούσε πουθενά, ως το 2009, και, σήμερα, έχει καταντήσει οφειλέτης σε κράτος, τράπεζες, ταμεία και είναι προσωρινός κάτοικος του σπιτιού του και προσωρινά έξω από τη φυλακή.

Χτες, έλαβα μία ακόμα ειδοποίηση από την εφορία: «…είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε στη λήψη εις βάρος σας μέτρων, όπως προβλέπεται από το νόμο«. Δεν θα σχολιάσω αυτή τη μικρή φράση, γιατί δεν είναι το θέμα τούτης της γραφής.

Ο άνθρωπος πριν προσέλθη «εις γάμου κοινωνία» (γάμησε τα κι άφησε τα) με άλλους άνθρώπους είχε κάποια φυσικά «δικαιώματα». Στην πραγματικότητα, δεν ήταν «δικαιώματα». Ήταν μια φυσική κατάσταση. Μετά, γεννήθηκαν τα κοινωνικά «δικαιώματα», η Χάρτα των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι Θεμελιώδεις Νόμοι και τόσα άλλα κοινωνικά.

Το «δικαίωμα» στην τεμπελιά ήταν μια φυσική κατάσταση, που όταν ο άνθρωπος συνήλθε σε κοινωνία έγινε «δικαίωμα». «Δικαίωμα», υποτιμημένο, περιφρονημένο και κατακριτέο, από τότε που εμφανίστηκε το «δικαίωμα» στην εργασία(19ος αιώνας).

Αυτό το τελευταίο «δικαίωμα» έχει καταργηθεί στις μέρες μας ή τείνει να καταργηθεί(μισογεμάτο ή μισοάδειο το ποτήρι;).

Μας στέρησαν το φυσικό «δικαίωμα» και τώρα μας παίρνουν και το άλλο, το «κοινωνικό».

Η νεο-Φεουδαρχία – δουλοπαροικία είναι το «πολίτευμα» στο οποίο το πλήθος παύει να έχει δικαιώματα. Έχει μόνο υποχρεώσεις έναντι ενός κάποιου Νόμου. Είναι ο «Νόμος» της επιστολής που έλαβα. («Νόμος», λέξη ελληνική από το ρήμα νέμω, που σημαίνει «κατέχω», «μοιράζω», «μοιράζομαι». Λέξη που βασίζεται στην ιδιοκτησία και τη μοιρασιά. Πάνε κι αυτά. Χάθηκαν. Ο Νόμος έγινε κάτι το υπερβατικό, το θείο και το αδιαπραγμάτευτο, που έπαψε να επιτρέπει κατοχή και μοιρασιά).

Ας δούμε, λοιπόν, το πώς μπορούμε να επιστρέψουμε στη φυσική κατάσταση της τεμπελιάς. Το περιφρονημένο τούτο «δικαίωμα» μας.

 Για να καταλήξω (αν μπορώ) κάπου, θα αντλήσω διαπιστώσεις από ένα άρθρο του κ. Βαγγέλη Χριστοδούλου, ο οποίος το στηρίζει στον Αριστοτέλη και τον Καστοριάδη:

  • «...η πολιτική δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο στην περίπτωση που η διακυβέρνηση εφαρμόζεται ανάμεσα σε ελεύθερους και ίσους , συνεπώς δεν χωρά καμία διάκριση μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων. «Η δε πολιτική ελευθέρων και ίσων αρχή» (Α΄ βιβλίο , 7ο κεφ. , 1255b , 21). Ακόμα και αν χρειαστεί σε ένα πρώτο στάδιο κάποιος να είναι κυβερνώμενος , αυτό γίνεται για να μάθει στη συνέχεια να κυβερνά, να μπορεί να συμμετέχει σε αυτήν την εναλλάξ διαδικασία . Όταν όμως ένας άνθρωπος είναι απόλυτα υποδουλωμένος στις βιοτικές του ανάγκες , σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ίσος ή ελεύθερος σε σχέση με κάποιον που δεν έχει βιοποριστικό πρόβλημα . Αυτό ακριβώς είναι που οι κατέχοντες την εξουσία , γνωρίζουν πολύ καλά» .

Πώς να «διοικήσεις», να «κυβερνήσεις», να άρχεις και να άρχεσαι με τρόπο ίσο και δίκαιο, όταν οι μέρες σου χάνονται μέσα στην απελπισία, το άγχος ή τις βιοποριστικές ανάγκες;

Συνεχίζει ο κ. Χριστοδούλου:

  • « Η παραγωγή πλούτου στις σύγχρονες κοινωνίες δεν χρειάζεται τόσο τους εργαζόμενους όσο πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνιαο εργαζόμενος δεν απασχολείται αλλά εξαντλείται, αφού το ζητούμενο είναι «το ανώτατο όριο ταχύτητας να φτάσει το ανώτατο όριο αποτελεσματικότητας»… Γράφοντας «αποπροσανατολισμός» εννοώ πως το κύριο μέλημά μας είναι η προσπάθεια παραμονής μας στην εργασία ή η οικονομική μας ανέλιξη και όχι η συμμετοχή στη διαμόρφωση των νόμων που ορίζουν την παραμονή και την οικονομική ανέλιξη . Για να στρέψουμε όμως το βλέμμα μας εκεί , χρειάζεται ακριβώς το να έχουμε απόσταση από την ανάγκη και χρόνο για να σκεφθούμε . Να σκεφθούμε , όχι για να προτείνουμε κάτι , αλλά για να πιστέψουμε πως τελικά μπορούμε να σκεφθούμε πολιτικά . Από τη στιγμή που κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, μοιραία αποδεχόμαστε υπόρρητα τον σταθερό και υπαρκτό διαχωρισμό σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους, με αποτέλεσμα να υποτασσόμαστε στην νεωτερική και πάγια αρχή της αντιπροσώπευσης. Υποσυνείδητα, πιστεύουμε πως δεν υπάρχουν ίσες δυνατότητες για τη συμμετοχή όλων στη πολιτική ζωή . Αποτέλεσμα τούτου είναι να αφήνουμε την πολιτική στους λίγους «εργαζόμενους στην πολιτική» , τους επαγγελματίες της πολιτικής. Η αρχή της αντιπροσώπευσης , είναι κατεξοχήν αρχή αποκλεισμού των πολλών που δήθεν αντιπροσωπεύονται από τους λίγους ...».

Και κλείνει με μια φράση του Κορνήλιου Καστοριάδη:

  • Όταν ο Benjamin Constant υποστηρίζει […] ότι η σύγχρονη βιομηχανία κάνει αυτούς που εργάζονται σε αυτήν ανίκανους να ασχοληθούν με την πολιτική, και άρα είναι επιβεβλημένος ένας εκλογικός φόρος, το ερώτημα που τίθεται για μας είναι: θέλουμε τη σύγχρονη βιομηχανία όπως είναι και με τις υποτιθέμενες συνέπειές της, μεταξύ των οποίων η πολιτική ολιγαρχία, περί αυτού πρόκειται στην πραγματικότητα και αυτό άλλωστε συμβαίνει. Ή θέλουμε μια πραγματική δημοκρατία, μία αυτόνομη κοινωνία; Στη δεύτερη περίπτωση θεωρούμε ότι η οργάνωση της σύγχρονης βιομηχανίας, και αυτή η βιομηχανία, δεν είναι ούτε φυσική αναγκαιότητα ούτε απόρροια της θείας θέλησης, είναι μία από τις συνιστώσες της κοινωνικής ζωής, την οποίαν καταρχήν πρέπει και μπορούμε να μετασχηματίσουμε με βάση τις πολιτικές και κοινωνικές μας βλέψεις και απαιτήσεις. (Κορνήλιος Καστοριάδης , Χώροι του ανθρώπου , σελ. 226-227.)    

Ένοιωσα την ανάγκη να βάλω όλα αυτά, για να πω ότι είναι πολύ «εύκολο» να επιστρέψουμε στην κατάσταση τεμπελιάς, αυτονομίας και αυτοκυβέρνησης.

Το μυστικό και το «κόλπο» των κρατούντων την εξουσία βρίσκεται στο χρήμα.

Γιατί δουλεύουμε (όταν δουλεύουμε) σκληρά;

Γιατί, σήμερα, έχουμε «κρίση» με τα χαρακτηριστικά που όλοι ξέρουμε;

Γιατί, με τόση και τόση «εξέλιξη», «ανάπτυξη», τεχνολογικές και επιστημονικές καινοτομίες, εμείς δεν δουλεύουμε λιγότερο;

Μα, είναι μπροστά μας η απάντηση και δεν τη βλέπουμε. Βλέπουμε τα δέντρα και χάσαμε το «δάσος».

Φταίει η εσκεμμένη και, μόνιμα, καλά σχεδιασμένη σπανιότητα του χρήματος.

Φταίει που το χρήμα είναι ιδιοκτησία κάποιων λίγων.

Φανταστείτε έναν κόσμο που το χρήμα θα ήταν υπό «δημοκρατική διαχείριση». Θα ήταν όσο χρειαζόμαστε. Θα ήταν σαν μια κοινωνία δίχως χρήμα. Δεν θα ασχολιόταν κανείς με το «κυνήγι» του. Θα ασχολούμαστε με πιο όμορφα πράγματα. Η ενασχόληση με την πολιτική, θα ήταν μια αναγκαία, πλην όμως, βαρετή διαδικασία. Θα ασχολούμασταν με τους έρωτες μας, τις αγάπες μας, η εργασία θα ήταν λίγη και θα τη λέγαμε δημιουργία, θα ξυνόμασταν όλη μέρα, θα τρωγώμασταν με τα ρούχα μας, ο κήπος μας θα ήταν πιο όμορφος, τα παιδιά θα είχαν γονείς, το σχολείο θα ήταν σχόλη… Ε, και κάπου – κάπου θα ρίχναμε μια ματιά στο αν κάνουν καλά τη δουλειά τους οι εντολοδόχοι. Λίγη ώρα, μια φορά τη βδομάδα, ας πούμε. Όλος ο χρόνος μας θα ήταν ελεύθερος και όχι κάτι λίγο έως καθόλου.

Φανταστείτε και θυμηθείτε αυτό που κάποτε, στην Ελλάδα, υπήρχε:

«σαν ένα είδος ανταλλάξιμου αντιπροσώπου της ανάγκης δημιουργήθηκε με κοινή συμφωνία το νόμισμα«. (ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ρεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε)

Φανταστείτε αυτό που ζούσε ο Αριστοτέλης: Το χρήμα να είναι αποτέλεσμα κοινής συμφωνίας , με σκοπό την εξυπηρέτηση των αναγκών μας. Θα είχαμε όσο χρήμα, χρειαζόμαστε.

Θυμηθείτε και φανταστείτε: Το ασήμι των ορυχείων του Λαυρίου ήταν δημόσιο αγαθό, δημόσια ιδιοκτησία. Ανήκε, δηλαδή, στον Δήμο.

Θυμηθείτε, ότι με παρότρυνση του Θεμιστοκλή, αντί η εκκλησία του δήμου να αποφασίσει να πάρει κάθε πολίτης κάποια τάλαντα, αποφάσισε να φτιάξει πλοία (τα περίφημα «ξύλινα τείχη»)!!!!!!!!!!!!!!!

Θυμηθείτε, ότι, χάρις στους δούλους (τα «εργαλεία» της εποχής) και χάρις στη δημόσια ιδιοκτησία του χρήματος, οι Αθηναίοι είχαν χρόνο να αποφασίζουν για τη ζωή τους! Περιφρονούσαν την εργασία και «τεμπέλιαζαν», φιλοσοφούντες άνευ μαλακίας και φιλοκαλούντες μετ’ ευτελείας,  στην αγορά. Εκεί που αγόρευαν και αγόραζαν. Στην Εκκλησία, στη συνέλευση του Δήμου. (Όποιος ήθελε).

Δεν χρειάζεται να «φανταστείτε» περισσότερα. Όλα είναι θέμα απόφασης.

Ας αποφασίσουμε το αυτονόητο, όπως αυτό προκύπτει από τη γλώσσα και την ιστορία μας:

Αν αποφασίσουμε να διεκδικήσουμε- να κάνουμε στόχο μας- η τεχνολογία, η καινοτομία και το χρήμα, με διαδικασίες «κοινής συμφωνίας», να περάσουν στα χέρια του λαού, θα έχουμε χρόνο για τεμπελιά, αυτονομία και αυτοδιακυβέρνηση.

Τόσο απλά.

Odyssey

ΥΓ: Ο φίλος μου ο Νίκος ο Ηλιόπουλος γράφει στο καινούργιο του βιβλίο:

«(είναι) επιτακτική ανάγκη συγκεκριμενοποίησης αυτής της απουσίας νοήματος και της δημιουργίας μιας πολιτικής της αυτονομίας για το σήμερα… Στην πολιτική υπάρχει η δόξα, δηλαδή η γνώμη, των πολιτών. και ισχύει το αξίωμα ότι όλες οι γνώμες είναι ισοδύναμες«. (Νίκος Ηλιόπουλος, «Άλλες στάσεις ζωής», εκδόσεις Νησίδες)

Μια γνώμη είπα. «Συγκεκριμενοποίησα«. Το μεγάλο νόημα, όμως,  βρίσκεται στη γνώμη – απόφαση των πολλών. Αυτό πρέπει να επιδιώκουμε. Προς αυτό πρέπει να βαδίζουμε.

ΥΓ2: Έχω κάτι, με την ευκαιρία αυτή, να πω σε εκείνον που μου έγραψε «ο δικός μου Angelus Novus της ιστορίας δεν έχει ελληνικό το γένος και την ταυτότητα. Ένας έλληνας Angelus Novus δεν θα ήταν τίποτα άλλο παρά ένας Janus Novus…«.

Αν δεν ήξερα ελληνικά, αν δεν ήμουν Έλληνας, δεν θα έγραφα τίποτα από αυτά. Θα έγραφα στα λατινικά και θα προσπαθούσα να «μεταφράσω» το αμετάφραστο. Ουδείς άπατρις, ουδείς άφιλος, ουδείς δίχως γειτονιά. (Πλην αυτών που πετούν σε θολά σύνεφα  δυτικοφερμένης ιδεολογικής ομίχλης. Πώς να καταλάβεις τι σημαίνει το γύρω και το πριν από σένα και πως να καταλάβεις το τι συμβαίνει στα γύρω σου, δίχως πατρίδα, δίχως δηλαδή τους γύρω σου και τη γλώσσα τους; ) .

Στις εικόνες: Ο Δον ΨΥΧΩΤΗΣ … ο οποίος «έγραψε», πάλι: στο παρελθόν και το παρόν, είμαι αυτός που αποκαλείς απαισιόδοξος.. αν για κάτι είμαι αισιόδοξος είναι ότι στο μέλλον θ’αποδειχτει ότι δεν είμαι ο ηλίθιος!..

πηγή: http://www.ithacanet.gr/article/%CE%B7-%CE%B5%CF%81%CF%84-%CE%BA%CE%B9-%CE%B5%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CF%87%CE%AC%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B7-%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BB%CE%B1

«Απαγγέλλοντας» …έναν παλιό φίλο!

«Αγάπη που σε λένε 14» και «Η γυναίκα της Ηπείρου» – Ηλίας Κωνσταντίνου

Η ψυχογεωγραφία του Έρωτα, των ελληνικών τόπων και της μνήμης

Έναν φίλο, δεν τον ξεχνάς για δυο λόγους, είτε επειδή σε «πούλησε», είτε επειδή δεν σε «ξεπούλησε». Στην πραγματικότητα όχι εσένα, αλλά ένα σύστημα συναιθημάτων, σκέψης και βίου, εντός του οποίου παρά τις αντιφάσεις της ζωής μας, επιμένουμε να το πιστεύουμε και να το νιώθουμε σαν την ζεστή αγκαλιά του μεσοκαλόκαιρου της πατρίδας μας. Με τον ήλιο που σπάει την πέτρα και σμιλεύει τον διονυσιακό έρωτα και την ζωοδότρα ορμή του Πάνα για την Φύση και το πρόσωπο των εραστών που σμίγουν κάτω από το ίδιο φώς του τόπου μας. Έτσι όπως το ύμνησε ο Αλέξης Δαμιανός στα λόγια και στα έργα του.

Γιατί στην ποίηση του παλιού φίλου μου, ο έρωτας των ανθρώπων είναι κεντημένος με τόπους. Από την αγαπημένη πόλη, στην Πατησίων και τα εφηβικά καλοκαίρια των διακοπών σε πλακόστρωτα σοκάκια, το ερωτικό πάλεμα σε μια ακτή της Αττικής μέχρι την ενήλικη αναζήτηση της…ερωμένης μνήμης στην γενέθλια γη της. Έχετε σκεφτεί ότι όταν ερωτευόμαστε τους συντρόφους μας ερωτευόμαστε και τους τόπους τους; τα εδαφικά χνάρια που τους διαμόρφωσαν και τους ζύμωσαν γλυκά, ώστε να συναντήσουν τους δικούς μας τόπους; Μα πως αλλιώς θα γνωρίσεις τον Άλλον, την Άλλην, αν δεν τους ψάξεις στους δικούς τους γεννέθλιους δρόμους και μάλιστα μετά από κάποιον χωρισμό, όταν χρειάζεται μεγάθυμο συναίσθημα για να αρχίζεις να ψάξεις εσύ, χωρίς την μικροπρέπεια μιας αυτάρεσκης απόσυρσης στις δικές σου βεβαιότητες; αν δε τους ψάξεις, στην ίδια φύση που «βαφτίστηκαν», «πάλεψαν» με την οικογενειακή φωλιά για να πετάξουν, λούστηκαν στο φώς της και δάκρυσαν στην βροχή της;

«τον ύπνο τον διώχνει η βροχή..

ο έρωτας καίει και εξατμίζει τις στάλες της…»

Στην «Γυναίκα της Ηπείρου», το μέρος συνάντησης είναι μια επιτακτική ανάγκη του εραστή που γίνεται ουσία, γεωγραφία και για τους δυο. Είναι μια ολόκληρη μετουσίωση του πάθους και του πόνου στην «σκληρή», μα τόσο φιλόξενη ηπειρωτική γη, που δροσίζεται αιώνες τώρα από έναν Ιόνιο γαλάζιο έρωτα.               Το παράδοξο του ερωτικού δαίμονα…δεν θέλω να σε ξαναδω, γιατί αναπνέουμε τον ίδιο πνιγηρό αέρα της πόλης…γι’αυτό φεύγω για να λυτρωθώ…πηγαίνοντας στα μέρη που…γεννήθηκες. Η δύναμη και η πανδαισία που δημιουργεί στον ψυχισμό μας  η απόφαση να μην αποφύγουμε το τραύμα μας, το οποίο εμπεριέχει τα υλικά της γιατρειάς μας. Ότι σε πλήγωσε, αυτό μπορεί και να σε γιατρέψει!

«η πόλη έχει γίνει ένα μικρό πνιγηρό χωριό..

δεν χωράω..

δεν μπορώ να αναπνέω τον ίδιο αέρα μαζί σου..

έτσι δεν θα σε γνωρίσω απ’την αρχή..

πρέπει να φύγω μακριά..

Στα μέρη που γεννήθηκες..»

Χρειάζεται να αδειάσει η ψυχή σου και η οργή σου, για να κατασταλάξει η αγάπη. Η Νεκρόπολη της ψυχής… «Νεκρόπολη η ψυχή..ορμώ με φόρα, χτυπώ, χτυπιέμαι, γεμίζω αίματα από πληγές, αμυχές που δεν κλείνουν μα δεν πονούν κιόλας…». Πρέπει να μείνουμε πολύ μόνοι με την ψυχή μας, φίλε, για να ξανασυναντήσουμε τους άλλους. Και όταν οι Άλλοι έρθουν, τελικά, όταν η γυναίκα της Ηπείρου προσκαλεστεί στον τόπο της από την θέληση του Άλλου, τότε ξαναγιεννιέται ο Έρωτας που θέλει πάντα έδαφος και γη και υλοποιείται σε μικρές, καθημερινές πράξεις αγάπης. Το γενεόγραμμα της σχέσης μας, της ιστορίας μας, που ξεκινά πάντα από το παρελθόν…!

Η θεογονία-κοσμογονία του Ησιόδου, που γίνεται, στα δικά μου μάτια, κοσμογονία του Έρωτα, στην ποίηση του παλιού συμμαθητή.

«ἤτοι μὲν πρώτιστα Χάος γένετ’· αὐτὰρ ἔπειτα Γαῖ‘ εὐρύστερνος, πάντων ἕδος ἀσφαλὲς αἰεὶ ἀθανάτων οἳ ἔχουσι κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου, Τάρταρά τ’ ἠερόεντα μυχῷ χθονὸς εὐρυοδείης, ἠδ’ Ἔρος, ὃς κάλλιστος ἐν ἀθανάτοισι θεοῖσι, λυσιμελής, πάντων τε θεῶν πάντων τ’ ἀνθρώπων δάμναται ἐν στήθεσσι νόον καὶ ἐπίφρονα βουλήν.» (Ησιόδου Θεογονία)

Εν αρχήν ην το Χάος (της σχέσης), που μας τυφλώνει, που χανόμαστε στο φωτεινό σκοτάδι της…κι έπειτα που θέλουμε ένα «έδαφος», μια Γή ευρύστερνη, για να μην διαλυθούμε, για να ωριμάσουμε με τους καρπούς της, για να έρθει, τότε ο Έρωτας, που μας λύνει τα μέλη και μας κάνει να είμαστε ερωτευμένοι με τον Άλλον/η, με τα πάντα, με την ζωή!

Ο φίλος μου στο «Αγάπη που σε λένε 14», απενοχοποιεί το παρελθόν. Πιστός στο ραντεβού του και με την δική μου ματιά. Σε ένα μοντέλο ζωής που αποφεύγει να «πιεί» το παρελθόν, όπως οι μοναχικές περιπλανήσεις του φίλου μου στα μπαρ της ψυχής του και της πόλης και επιτακτικά σου ζητά να «μιλάς μόνο για το μέλλον». Μα το μέλλον δεν έρχεται επειδή αποστρέφεσαι και θάβεις το παρελθόν, αλλά εξερευνώντας όλα τα στοιχειά, τους δαίμονες της ψυχής σου, αποκαθιστώντας τη Μνήμη. Αλλιώς, έχεις απλά αναμνήσεις, δηλαδή, αναμασήματα! Ο συμμαθητής μου μιλά για μνήμη. Για ρίζα, δηλαδή, το ερωτικό βάθρο για το μέλλον!

Έτσι, το 14, παίρνει χυμούς και ζωή. Δε μένει ένας απλός αριθμός, άγουρου έρωτα. Αλλά ένα ολόκληρο ραντεβού ολικής μνήμης που χωρά ένα σωρό ανθρώπους και αντικείμενα. Είναι μια ολόκληρη μυθολογία της εφηβικής μας ζωής, λατρεμένη, μυθοποιημένη, ίσως, αλλά τόσο ζωντανή, ώστε να δώσει σ’ενα αριθμό, την συνέχεια της ζωής, την συνέχιση της…ιστορίας!

«υπάρχει λόγος που γράφουμε,

υπάρχει λόγος που διαβάζουμε,

υπάρχει λόγος που ζούμε..

αλλά κάποιοι δεν το αντιλαμβάνονται

και πετάνε τη ζωή σαν μια σακούλα σκουπίδια..»

Υπάρχει λόγος, σοβαρός, Ερωτικός, φίλε μου! Άλλωστε, «όμοιος ομοίω αεί πελάζει» (ο όμοιος τον όμοιο πάντα πλησιάζει)!

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

«Μπορώ να ξεχάσω;» – Μανώλης Γλέζος!!!

Ιδιαίτερα συγκινημένος ο Μανώλης Γλέζος αναφέρθηκε στους πέντε λόγους για τους οποίους η Ελλάδα κατάφερε, παρά τα 400 χρόνια σκλαβιάς, να ξαναυπάρξει: την κοινή μας γλώσσα, την ύπαρξη λαϊκής εξουσίας, τα ήθη και τις παραδόσεις που κράτησαν τον ελληνισμό αδούλωτο, τον κλήρο και την εκκλησία που ήταν δίπλα στο λαό και την ιδεολογία της αντίστασης.

Επίσης, μίλησε για τους κινδύνους της ελληνικής γλώσσας που είναι η φτωχοποίηση των ομιλητών, η ξενοποίηση και η μονοσημαντότητα.

Αναφερόμενος στην πολυπραγμοσύνη και με δάκρυα στα μάτια είπε ότι «τις παραμονές από κάθε μάχη μαζευόμαστε και κουβεντιάζαμε και λέγαμε «εάν εσύ ζεις μην με ξεχάσεις», «εάν εσένα δεν σε βρει το βόλι όταν συναντάς ανθρώπους στο δρόμο, θα λες καλημέρα και από εμένα, και όταν πίνεις κρασί θα πίνεις κρασί και από εμένα, και όταν ακούς τον παφλασμό των κυμάτων θα τον ακούς και για μένα, και όταν ακούς τον άνεμο να περνάει μέσα από τα φύλλα, όταν ακούς το θρόισμα των φύλλων, θα το ακούς και για μένα, και όταν χορεύεις θα χορεύεις και για μένα»».

«Μπορώ να ξεχάσω;» αναρωτήθηκε και υπογράμμισε ότι «τo δυσκολότερο πράγμα για μένα είναι ότι ζω και οι άνθρωποι που πολέμησα μαζί τους, οι άνθρωποι που αντιμετωπίσαμε μαζί τον θάνατο, οι φίλοι μου, δεν ζουν σήμερα. Μπορώ να τους ξεχάσω; Είναι δυνατόν να ξεχάσω αυτό τον κόσμο; Δεν είναι δυνατό. Και γι΄αυτό έχω αυτή την πολυπραγμοσύνη, γιατί εκτελώ εντολές ή προσπαθώ να εκτελέσω τις εντολές τους».

«Και επειδή αυτή η σύναξη δεν είναι ένα απλό ακροατήριο, αλλά εσείς συμμετέχετε ως ενεργοί πολίτες στο πολιτικό γίγνεσθαι, ο καθένας στον τομέα του αναλαμβάνει να κάνει πράξη τα όνειρα αυτών των ανθρώπων. Και αν πεθάνω, θα σας κυνηγάει η ύπαρξη μου για να κάνετε αυτό που πρέπει να κάνετε. Μην νομίζετε ότι θα γλυτώσετε από εμένα ποτέ» κατέληξε καταχειροκροτούμενος ο Μανώλης Γλέζος.

Πηγή: http://www.real.gr/DefaultArthro.aspx?page=arthro&id=617042&catID=182&utm_source=dlvr.it&utm_medium=facebook&utm_campaign=real.gr

Πίσω απ΄τη βιτρίνα η Δραπετσώνα, το Κερατσίνι, η Ελευσίνα …

Πίσω απ’ τη βιτρίνα
η Δραπετσώνα, το Κερατσίνι, η Ελευσίνα
πίσω απ’ τη βιτρίνα όλα αυτά.
Γκαζάδικα, βαφεία κι η θάλασσα λεκές,
έγινε το κορμί μου σκουπιδοντενεκές
και βρίζω τον αγέρα κι αυτή τη μαύρη σκόνη
που γδέρνει τα πλεμόνια και τη ζωή μου λιώνει…

Όταν ο Κώστας Τριπολίτης έγραφε τους στίχους, το μεγαλύτερο πρόβλημα των περιοχών αυτών ήταν η μόλυνση και οι κακές συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων. Περιοχές φτωχές και υποβαθμισμένες τα προηγούμενα πολλά χρόνια, με έντονο προσφυγικό στοιχείο και την προγραφή τους ως τόποι ανάπτυξης της ελληνικής βιομηχανίας. Προλεταριάτο, πρόσφυγες, βιοπαλαιστές κάθε είδους, λούμπεν και απόκληροι, μικρομάγαζα, αχθοφόροι του λιμανιού και μικροβιοτεχνίες, φασόν κάθε είδους, μηχανουργεία και μαστορική με όλες τις αντιφάσεις και παραγωγικές στρεβλώσεις προσκολλημένα στην «εκσυγχρονιστική» στρεβλή διόγκωση της εξαρτημένης εκβιομηχάνισης κυρίως από τον ξένο παράγοντα και τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες.

Και πλήθος λαού. Εξαγνισμένος και μυθοποιημένος, όπως τον αντίκριζα κι εγώ πίσω από τη βιτρίνα της μικροαστικής γωνιάς της γειτονιάς μου, στην αθηναϊκή μεγαλούπολη. Αγωνιστές ενάντια στην εξουσία και το μαράζι της καθημερινότητας.

Την δεκαετία του ’60, ο επώδυνος καθημερινός μόχθος στις «παραγκουπόλεις» και στα προσφυγικά, ισορρόπησε με την αθρόα μετανάστευση, ενώ στην δεκαετία του 70, τα ναυπηγεία και τα διυλιστήρια του Τομ Πάππας με τις φουτουριστικές δεξαμενές, έδεσαν με την ανάγκη του μεροκάματου και την υποτέλεια της χώρας σε ξένους και ντόπιους δυνάστες. Δημιουργήθηκε τότε ένα νεορεαλιστικό «κινηματογραφικό» τοπίο με την ανάγκη στέγασης που κατέλαβε το βουνό πάνω από το Πέραμα με τα εργατικά αυθαίρετα. Λαϊκές κατοικίες της μιας νύχτας, με την βοήθεια της γειτονιάς και την ταύτιση του παραγωγού κατοικιών με τον χρήστη τους, σε μια σχεδόν επαναστατική ανατροπή της εμπορευματικής λογικής της κατοικίας. Είναι τα γιαπιά που τόνιζαν την ανάγκη των εσωτερικών μεταναστών για «ένα κεραμίδι πάνω απ’το κεφάλι μας», αρκετό για να στεγάσει τα «αυθαίρετα», για το κεφάλαιο και το άπονο κράτος, όνειρα των λαϊκών τάξεων με την μικρή αυλή και το γιασεμί στη γλάστρα. Πλημμύριζε ο τόπος απ’την ευωδιά των λουλουδιών με την διάχυτη υπενθύμιση του μαζούτ και της μόλυνσης του τόπου. Χρωματίζοντας με αντιφατικά χρώματα και αρώματα, την αγωνία για να ανθίσει ζωή μέσα στις ρωγμές μιας Ελλάδας που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να γίνει λεύτερη.

Και το ΄80, με την «δικαίωση» των λαϊκών ονείρων, «από τα πάνω», μέσω ενός παρασιτικού «σοσιαλισμού», ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός έγινε ακόμα πιο αντιφατικός. Η διαστρέβλωση εθνικών και ταξικών οραμάτων απελευθέρωσης, η δημαγωγία και ο αερητζίδικος τριτογενής τομέας, δημιούργησαν νεόκτιστα (νεόδμητα, για τον «εκσυγχρονισμό») οικήματα και όνειρα, παλεύοντας με κάθε τρόπο να λεηλατήσουν το ήθος και την λαϊκή ψυχή. Και στα χρόνια της τωρινής μνημονιακής κατοχής, τα ερείπια και τα φαντάσματα των συνοικιών του μόχθου και της παραγωγής, μοιάζουν να αναζητούν όχι εκείνη την δύσκολη εποχή, αλλά το πνεύμα μιας αυτόκεντρης και αυτόνομης ευκαιρίας που χάθηκε μέσα στις πολλές αντικρουόμενες ιδεολογικές ατραπούς.

 

Συχνά, ψάχνω στις  γειτονιές αυτές. Τον ήχο του πρώτου πρωινού λεωφορείου και τον στεναγμό συγγενών και φίλων που επισκεπτόμασταν οικογενεικώς Κυριακές απόγευμα.. Μορφών με γλύκα και πείσμα, που ξεκινούσαν αξημέρωτα για μια κοπιαστική ζωή με όνειρα και όραμα. Κάπου, ίσως υπάρχει πάλι ελπίδα. Τώρα που ορφάνεψαν οι ιδεολογίες και οι χίμαιρες έδειξαν το εφιαλτικό πρόσωπό τους. Στα χρόνια μας,  που χρειάζεται ένα συλλογικό χέρι να δώσει πάλι ζωή, όχι στην μόλυνση και στην εκμετάλλευση καιρών αλλοτινών, αλλά σε μια νέα παραγωγική λογική μακριά από αφέντες και δυνάστες. Εγώ θα συνεχίζω να ψάχνω…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

 

Η Μνημοσύνη αγαπά τον ποιητή Σταύρο Βαβούρη!

 

Μια μέρα σαν τη σημερινή αξίζει να θυμηθώ τον ποιητή και καθηγητή μου Σταύρο Βαβούρη. Φέτος που ξαναβρισκόμαστε, στην καμπή των χρόνων, με παλιούς συμμαθητές. Σήμερα, που η ασταμάτητη βροχή, σκίζει τον προβλέψιμο και ασφαλή ήλιο του Μαΐου. Γιατί έτσι ήταν ο φιλόλογος-ποιητής μας στο Γυμνάσιο. Βρεγμένα αστροπελέκια το κατακαλόκαιρο και οργιώδης ήλιος τον χειμώνα. Απρόβλεπτος! Θεατρικός και παραστατικά φωνακλάς. Αυστηρός και λάτρης κάθε ταπεινού και φανταχτερού αντικειμένου και ειδώλου. Μελαγχολικός και γοητευτικός. Πάντα στα άκρα, απόλυτος.

Όπως τον περιγράφει ο Γιώργος Χρονάς, όταν θυμάται κάποιον θρασύ Γιάννη, να ονομάζει σε άρθρο του τον Βαβούρη, ποιητή του αποκλίνοντος ερωτισμού. «Πως τόλμησε να μιλήσει για τις επιθυμίες του;(…) Γιατί υπερέβη το πλατωνικό σύμπαν του εγώ; Δεν ήξερε πως αν ο Θεός συγχωρεί τα πλάσματά του, αυτός, ο Σταύρος Βαβούρης, ποτέ δεν συγχωρεί;»

Κι όμως, θαρρώ, εμάς μας συγχώρησε! Άνοιξε η πόρτα, στην Α΄Γυμνασίου και όταν πρόβαλλε για πρώτη φορά ο καθηγητής μας, σηκωθήκαμε και δεν… «άντεξα». Το πνιχτό γέλιο μας, εμένα και του κολλητού μου Γιώργου, τρύπησε τη σιωπή. Βλάσφημη στιγμή μια ανώριμης νιότης ή τραγική προσπάθεια ν’αντέξουμε την θλίψη για την «αλλοπρόσαλη» περπατησιά του, ενθύμιο παιδικής ασθένειας που δεν καθηλώθηκε σε καροτσάκι, αλλά προτίμησε να πορευτεί με «αναπηρία» περήφανη, όπως η τραγική Ελλάδα που μου έμαθε. Μας έριξε ένα αυστηρό βλέμμα και συνέχισε περήφανος πρός την έδρα, πρός την αιωνιότητα!

Πάντα κοκέτης, εμφανίσιμος και περιποιημένος, διεισδυτικός και αθυρόστομος, αιχμηρός και είρων, παθιασμένος αλλά πάντα αξιοπρεπής. Μεταξωτά φουλάρια και πουκάμισα, καραμέλες Μentos και τσιγάρα Salem menthol, που συχνά πυκνά «παράγγελνε» από τον Γρήγορη, που τότε ο πατέρας του ακόμα ήταν ναυτικός. Κι αν χαιρόμαστε που απουσίαζε συχνά, είμαι σίγουρος ότι το μυαλό δεν είχε συνειδητοποιήσει ποιος ήταν ο δάσκαλός μας,μέσα στα κρυφά γέλια, τα σχόλια και συχνά τη λοιδορία μας για την ακαταλαβίστικη ποίηση. Μα είμαι σίγουρος ότι το ένιωθε η καρδιά μας και σήμερα το επιβεβαιώνει η μνήμη που δεν λαθεύει. Μια μνήμη, μεταξωτή κλωστή, μια πολύτιμη γλώσσα που παλεύει να σώσει την Ελλάδα που χάνεται, με το πνεύμα και την διονυσιακή μανία μιας Ελλάδας που δημιουργούσε πολιτισμό. Λαϊκό και λόγιο.

Αυτή ήταν η μήτρα του δασκάλου μας. Ο Καβάφης και οι καταραμένοι ποιητές, οι βροχεροί δρόμοι του κέντρου και της αέναα νωπής απουσίας, η Μεγάλου Αλεξανδρου και το Μεταξουργείο, η λαγνεία και η ταυτόχρονη απεγνωσμένη αναζήτηση τρυφερότητας. Ο μύθος των Ατρειδών, ο Ηρόδοτος, ο Θουκιδίδης, ο Ελύτης και ο …Μπωντλέρ. Η Κλυταιμνήστρα, η Ηλέκτρα, η Μήδεια και η Μεσαλίνα. Η Ηλιάδα, ο Αχιλλέας και ο Ευρύλοχος, ο μοναδικός σύντροφος του Οδυσσέα που δεν έγινε «γουρούνι» απ΄την Κίρκη. Να μας παιδεύει και να μας εκπαιδεύει.

Τα είχα αγοράσει τα ποιήματα, «Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»», που «προκλητικά» μας πρότεινε, σίγουρος για την τέχνη του. Δεν αντιστάθηκα, τυχερός νιώθω. Είναι ενθύμιο και ξόρκι για δίσεκτους καιρούς.

Ο Γιώργος Χρονάς, Έλληνας και συλλέκτης στιγμών μοναδικών, καταγράφει για τον ποιητή: «Την πρώτη φορά που τον συνάντησα έμενε στο νεοκλασικό που γεννήθηκε, στο Μετaξουργείο. Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ποιητές και ταλαντούχοι συγγραφείς ήταν ο κύκλος του. Τούς διάλεγε με αυστηρότητα. Τους σεβόταν, αλλά ταυτόχρονα μπορούσε να μπορούσε να τους κάνει σκουπίδι για μια πράξη τους. Να τους πετάξει έξω. Ήταν ευέξαπτος, αλλά και μελαγχολικά σοφός. Καθηγητής φιλόλογος που η τέχνη τους, της ποιήσεως, τον συνόδευε σφόδρα. Τα βιβλία του στις εκδόσεις Ερμής. Η κυρία Λένα Σαββίδη ήταν φίλη του. Το μόνο πρόσωπο που αγαπούσε μέχρι το τέλος. Που δεν τσακώθηκε ποτέ. Όταν είδε την παράσταση της Ηλέκτρας του, στους Δελφούς, από τη Μέμη Σπυράτου σκηνοθετημένη, ένα δάκρυ κύλησε από το μάγουλό του. Με ένα λευκό μαντήλι το απορρόφησε. Το βράδυ στην ταβέρνα, δίπλα στον θεό Διόνυσο και στον Ηνίοχο, ου δεν του άρεσε ως άγαλμα, προτιμούσε τον Ερμή του Πραξιτέλη, ευχήθηκε στην υγεία της θεάς Αθηνάς και της κόρης της Δήμητρας, Περσεφόνης. Που τ’όνομά της τον ταράζει.  (…) Τον ξαναείδα πολλές φορές. Αλλού και με άλλους. Πάντα γοητευτικός. Θηριώδης. Με ψυχή παιδιού. Μια από τις στιγμές της ζωής μου όπου θα θυμάμαι, τον ποιητή-ηθοποιό που συνάντησα. και είδα αυτό που ήταν και που ευφυώς περιέφερε. Ή έκρυβε;»

Αυτός ήταν ο δάσκαλός μας. Μια φιγούρα αλλόκοτη, αλαφροίσκιωτη και σοφή. Τυχεροί που ήρθε στη ζωή μας, μέσα από δρόμους παράξενους και, ίσως, σε λάθος στιγμές. Δεν θα μπορούσε, όμως να είναι αλλιώς. Πάντα ακούς και συλλογίζεσαι, όταν είσαι έτοιμος γι’αυτό. Και αυτό θέλει χρόνο…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Λάκτισμα και ημιχρόνιο, στους φιλελέ νεολογισμούς του ποδοσφαίρου!

Από το εναρκτήριο λάκτισμα στην μπαρούφα του «παίζει στον άξονα» στα «βαριά κορμιά» και στο «over lap». 

Συχνά, αναπολώ, μου λείπουν για την ακρίβεια, λέξεις, φράσεις και συναίσθημα από την λαϊκή γιορτή του ποδοσφαίρου. Ως απόηχος από τις μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες -όπου στο βάθος περιέγραφε αγώνα ο Βασίλης Γεωργίου, ο Στάθης Γαβάκης (περιγραφή και Ιπποδρόμου, αυτός),  ο θρυλικός Αντώνης Πυλιαρός (αξέχαστος και στις παρελάσεις), ο παροιμιώδης Βασίλης Κοντοβαζαινίτης και ο αξεπέραστος Διακογιάννης-  ακούγονται στ’αυτιά μου το εναρκήριο λάκτισμα, το γωνιαίο λάκτισμα (κόρνερ), η πλάγια επαναφορά (πλάγιο άουτ), το ημιχρόνιο, το ελεύθερο, ο παίκτης που έπαιζε στα …ντεμί (μεσοεπιθετικός), το μελέ(φάση διαρκείας με κάθε τρόπο για την επίτευξη γκολ), ο μικρός το δέμας επιθετικός, ή  το εκτός παιδιάς (offside). Οι οποίες συνυπήρχαν με τους αγγλικούς όρους, ζυμωμένους σε μια λαϊκή ατμόσφαιρα που δεν ξένιζε ως αγγλικούρα, καθώς ο δημοσιογράφος, η γειτονιά, η παρέα, τις ενσωμάτωνε σε μια «μικτή και πολιτισμικά …νόμιμη» διάλεκτο. Εκεί που το γκολ, λεγόταν και τέρμα!

Έτσι, οι φράσεις και όροι αυτοί, που γεννήθηκαν το ΄50 και το ΄60, αλλά χρωμάτισαν τα ποδοσφαιρικά χρόνια μας, το ΄70 και το ΄80, συνδύαζαν και αγγλικούς όρους, αυτούσια μεταφερόμενους ή λυρικά…παραποιημένους. Έτσι, και το σέντερ φόρ υπήρχε και το σέντερ χάφ, αλλά εκστασιάζομαι όταν τα ξανακούσω, ως …σέντρεφορ και σεντρεχαφ. Μελωδία το πλονζόν (η βουτιά του τερματοφύλακα), όπερα ο μέσα δεξιά και ο μέσα αριστερά, αλλά και ροκ ηχητικός νεωτερισμός το εξτρέμ (που εναλλασσόταν με το ελληνικό ακραίος επιθετικός) και τα …καρέ ( η μικρή και μεγάλη περιοχή).

Στο γήπεδο, στο ποδοσφαιρικό δίτερμα ή μονότερμα της γειτονιάς, στην ποδοσφαιροκουβέντα, θριάμβευσαν οι λέξεις και τα νοήματα αυτά, ώσπου στο όνομα ενός ψευδεπίγραφου διανοουμενισμού των αθλητικών αναμεταδόσεων και στην ρωγμή ενός στρεβλού μεταμοντερνισμού και αθλητικής «επιστημοσύνης», πήξαμε από τα μέσα της δεκαετίας του 90, στις δήθεν ψαγμένες  περιγραφές του Σκουντή (πρώτος στο είδος, που ξεκίνησε από το έτσι κι αλλιώς ευεπίφορο στους γλωσσικούς μιμητισμούς basket ball-καλαθόσφαιριση. Πάουερ φόργουορντ, Σμολ φόργουορντ, Σούτινγκ γκαρντ  και δε συμμαζεύεται.) και του Αλέξη Σπυρόπουλου.

Νέα Ελλάδα, νέοι όροι, νέες λέξεις, για να ξορκιστεί το βέβηλο λαϊκό ποδόσφαιρο ή η παρωχημένη επαρχιώτικη λαϊκή καθαρεύουσα των προηγούμενων χρόνων. Ταυτόχρονα, με τον κοινωικοοικονομικό παρασιτισμό για να προλάβουμε να γίνουμε «εφάμιλλοι των καλύτερων ευρωπαϊκών» παραδειγμάτων. Έτσι, πήξαμε στις Ακαδημίες για να ξεχαστούν τα …τσικό, στους ποδοσφαιριστές που παίζουν άμυνα σε ζώνη, σε αμυντικούς που παίζουν με over lap, σε σταρς που παίζουν στον ….άξονα και παίρνουν τη φάση πάνω τους και οδηγούν την μπάλα και σε ομάδες που έχουν τα σφυρίγματα. Ένας σωρός περιγραφές αγώνων που διεκδικούν θέση στην Lifo και την Athens Voice, αλλά ποτέ στον πυρήνα της ψυχής όλων των μπαλαδόρων, των μπαλαδόφατσων, που από τις νέες μεταγραφές που είναι «βαριά κορμιά», προτιμούν ακόμα το λαϊκά ακαδημαϊκό, μεγάλος ή μικρός το δέμας (ανάλογα τη σωματική διάπλαση του παίκτη)  ή ακόμα καλύτερα το χαμηλοκώλης ή το αξεπέραστα γλαφυρό …κοντοπούτανος!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Δείτε:

Διαβάστε επίσης: http://ourout.blogspot.gr/search?updated-max=2011-06-27T20:40:00%2B03:00&max-results=300&start=18&by-date=false

 

 

Στο Σταθμό Λαρίσης…!

του Νίκου Γ. Λεμονή

Ο Σταθμός Λαρίσης δεν λέγεται (επισήμως) Σταθμός Λαρίσης. Λέγεται Σιδηροδρομικός Σταθμός Αθηνών αν και στην πραγματικότητα μέχρι το 2005 αποτελούσε μόνο το 50% του Σιδηροδρομικού Σταθμού Αθηνών. Το υπόλοιπο 50% ήταν ο Σταθμός Πελοποννήσου που επίσης δεν λεγόταν επισήμως Σταθμός Πελοποννήσου, αλλά (τι πρωτοτυπία!) Σιδηροδρομικός Σταθμός Αθηνών κι αυτός.

Ας μην σταθούμε όμως σε τυπικότητες. Αυτός που όλο το έως σήμερα γνωστό σύμπαν γνωρίζει ως Σταθμό Λαρίσης, κατασκευάστηκε το 1904 αρκετά χρόνια μετά τον παρακείμενο Σταθμό Πελοποννήσου. Ο τελευταίος ανήκε στον ΣΠΑΠ (που θα πει: Σιδηρόδρομος Πειραιώς, Αθηνών, Πελοποννήσου) ενώ ο Σταθμός Λαρίσης στον ΣΕΚ, δηλαδή στους Σιδηροδρόμους Ελληνικού Κράτους. ΣΠΑΠ και ΣΕΚ, δύο δημόσιες εταιρείες που αργότερα συγχωνεύθηκαν και δημιουργήθηκε ο γνωστός μας σημερινός ΟΣΕ (Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος).

Το κτήριο είναι διώροφο και αποτελεί τυπικό δείγμα νεοκλασικισμού με ορισμένα εκλεκτικιστικά στοιχεία. Και τα δύο είναι σχεδόν αδύνατο να τα παρατηρήσουμε σήμερα, καθώς μια σειρά από μεταγενέστερες παρεμβάσεις έχουν μεταλλάξει προς το πολύ χειρότερο την αισθητική του.

«Λαρίσης» ονομάστηκε στην κοινή αθηναϊκή συνείδηση ο συγκεκριμένος σταθμός, διότι από εδώ έφευγαν τα σιδηροδρομικά δρομολόγια για τη Λάρισα, τελευταία τότε πόλη προς βορρά της επικράτειας του ελληνικού κράτους, που δεν συμπεριλάμβανε ακόμη τη Μακεδονία και τη Θράκη. Η αλήθεια είναι πως ο τελευταίος σταθμός των τρένων που ξεκινούσαν από την Αθήνα προς τα πάνω δεν ήταν η Λάρισα, αλλά ένα χωριό ονόματι Παπαπούλι. Πάντως δεν ονομάστηκε ποτέ «Σταθμός Παπαπουλίου».
Τα σύνορα άλλαξαν, το ελληνικό κράτος μεγάλωσε, ήρθαν εποχές που τα ελληνικά τρένα έφταναν πολύ πιο πέρα από τη Λάρισα, ως τη Σόφια, το Βελιγράδι, τη Βενετία και το Μόναχο, αλλά ο Σταθμός Λαρίσης πεισματικά δεν άλλαξε όνομα. Μάλιστα πρόσφερε την ονομασία του σε όλη την γύρω περιοχή.

Ο Σταθμός Λαρίσης για ‘μένα ήταν κάτι σαν την παιδική Γη της Επαγγελίας. Στην προσχολική και στην πρώτη σχολική μου ηλικία στα μισά της δεκαετίας του ’70, κάθε απογευματινή βόλτα με τον παππού μου κατέληγε στις αποβάθρες του Σταθμού. Εκεί συνήθιζε να μου αφηγείται πως σαν αμαξάς με έδρα την Πλατεία Ιπποδαμείας στον Πειραιά, μετέφερε συχνά ανθρώπους και εμπορεύματα από το Λιμάνι στον Σταθμό Λαρίσης. Σήμερα μου φαίνεται περίεργο αυτό, καθώς ξέρω πως ο Πειραιάς είχε κι αυτός τους δικούς του Σταθμούς Πελοποννήσου και Λαρίσης. Ποιος ξέρει γιατί κάποιοι προτιμούσαν να επιβιβαστούν στο τρένο από την Αθήνα;

Τέλος πάντων στις αποβάθρες του Σταθμού χάζευα με τις ώρες τον κόσμο. Θυμάμαι τον σταθμάρχη με ένα κόκκινο καπέλο, μια σφυρίχτρα και ένα παράξενο στρογγυλό σημαιάκι δύο όψεων που έδινε την εντολή για αναχώρηση στην «ταχεία αμαξοστοιχία». Επίσης θυμάμαι να μου μιλούν οι πάντες για κάποιο ή κάποια περίφημο ή περίφημη «οτομοτρίς». Το μόνο που κατάλαβα μεγαλώνοντας είναι πως η λέξη είναι γαλλική και δηλώνει κάποιο είδος μηχανής. Τα υπόλοιπα – και γιατί στην εποχή της ήταν τόσο σημαντική – τα αγνοώ ακόμη. Τέλος θυμάμαι πολλούς, πάρα πολλούς, άπειρους φαντάρους να ανεβοκατεβαίνουν στα τρένα. Είμαι βέβαιος πως ήταν οι καλύτεροι πελάτες του σιδηροδρόμου.

Στην πραγματικότητα μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’70 ο Σταθμός Λαρίσης ήταν το βασικό σημείο αναφοράς της γειτονιάς μας. Αυτός καθόριζε τη φυσιογνωμία της περιοχής μας, άλλωστε ακούγαμε ακόμη καθαρά, σε πολλά οικοδομικά τετράγωνα απόσταση, το σφύριγμα των τρένων που έμπαιναν στον Σταθμό.
Λόγω της γειτνίασης με τον Σταθμό (και βεβαίως με την Ομόνοια και το κέντρο της πόλης) στην συνοικία λειτουργούσαν πολλά ξενοδοχεία. Συγκέντρωναν επαρχιώτες, τουρίστες και τουρίστες. Για χάρη των τελευταίων άνθισε στη γειτονιά μας το κλασικό πρότυπο του greek kamaki και «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’αγόρι μου» με σπουδαίες επιτυχίες στο ενεργητικό του.

Επιπλέον το «Βουναλάκι», δηλαδή η πλατεία ακριβώς απέναντι από την κεντρική είσοδο του Σταθμού Λαρίσης, γέμιζε κάθε βράδυ με υπνόσακους νεαρών και χίπηδων στο πνεύμα της εποχής, αγοριών και κοριτσιών, που θα έπαιρναν το επόμενο τρένο ή απλώς περίμεναν να απολαύσουν το αττικό φως το ξημέρωμα . Εκεί στο «Βουναλάκι» υπήρχε ένας φύλακας του Δήμου που ήταν επιφορτισμένος με το μοναδικό καθήκον να μας κυνηγάει όταν παίζαμε μπάλα μέσα στα παρτέρια, που στην παιδική μας φαντασία ήταν κάτι σαν τον χλοοτάπητα του Μαρακανά. Έτσι βρισκόμασταν αλληλέγγυοι στην παρανομία εμείς κι οι χίπηδες που κοιμόντουσαν την νύχτα στα ίδια παρτέρια. Ευτυχώς το βράδυ ο φύλακας την έκανε για το σπίτι και τουλάχιστον ο ήσυχος ύπνος εξασφαλιζόταν.

Παρά την τόση μου συνάφεια με τον Σταθμό Λαρίσης και τον σιδηρόδρομο, μπορώ να πω ότι αν έπρεπε να βάλω έναν τίτλο στην παιδική μου ηλικία αυτός θα ήταν: «ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν». Πράγματι με τρένο ταξίδεψα για πρώτη φορά στη ζωή μου στα 16 μου. Και μάλιστα όχι σε ελληνικό τρένο, αλλά στην Ιταλία. Για κάποιον που από τα πέντε του χρόνια ζει στα 150 μέτρα απόσταση από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της χώρας, το λες και γελοίο. Αλλά δυστυχώς είναι τραγικό. Γιατί ενώ σε όλον τον υπόλοιπο πλανήτη το τρένο, και οι κρατικές σιδηροδρομικές εταιρείες προσφέρουν αξιόπιστες υπηρεσίες και προάγουν τον πολιτισμό και την επικοινωνία των ανθρώπων, στην Ελλάδα ο σιδηρόδρομος απαξιώθηκε σταθερά για να εξυπηρετηθούν ιδιωτικά συμφέροντα ανταγωνιστικών μέσων μεταφοράς (με πρώτα από όλα τα χουντικά ΚΤΕΛ).

Η τελευταία, αλλά όχι λιγότερο σημαντική, συνεισφορά του Σταθμού Λαρίσης στη γειτονιά μας είναι κι αυτή: Στα 1927 οι εργάτες του «Λαρισαϊκού Σιδηροδρόμου» που εργάζονταν στον Σταθμό μας αποφάσισαν να φτιάξουν μια ποδοσφαιρική ομάδα. Έτσι γεννήθηκε ο Αθλητικός και Ποδοσφαιρικός Σύλλογος Λαρισαϊκός. Σήμερα, 90 χρόνια μετά ο «Lary» μας είναι το πιο ζωντανό κοινωνικό και αθλητικό κύτταρο στη γειτονιά και στο κέντρο της Αθήνας.

Στατιστικά

  • 33,294 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Αύγουστος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!