//
archives

ΜΝΗΜΗ

This category contains 209 posts

Συμπλήρωμα για τις φοιτητικές εξεγέρσεις – Alvin W. Gouldner

Newton-WilliamBlake

William Blake – Newton (1795)

Μετάφραση – Εισαγωγικό σχόλιο: Θεόδωρος Ντρίνιας

Ο Alvin W. Gouldner (1920-1980) υπήρξε το «τρομερό παιδί» της Αμερικάνικης μεταπολεμικής κοινωνιολογίας (κατά τον James Chriss, ο «τραγικός ήρωάς» της). Ξεκινώντας την διανοητική και επιστημονική του πορεία στο θεωρητικό πεδίο του λειτουργισμού, στη συνέχεια υιοθετεί στοιχεία της μαρξιστικής κριτικής και αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος της διανοητικής του προσπάθειας σε μια σκληρή πολεμική σε βάρος της τότε κυρίαρχης θεωρίας του δομο-λειτουργισμού, του «ημίθεου» της αμερικάνικης κοινωνιολογίας Talcott Parsons. Αφού ολοκληρώσει την αποδόμηση του Parsons και της θεωρίας του, στρέφεται πλέον εναντίον του Μαρξισμού, κατηγορώντας τον για έλλειψη στοχασμού πάνω στην ίδια του την κατάσταση και την προέλευσή του ως θεωρίας προερχόμενης έξω από την εργατική τάξη, η οποία εντούτοις είναι δογματικά βέβαιη ότι κατέχει το κλειδί για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης.

Ο Gouldner, επιτιθέμενος στην κατεστημένη κοινωνιολογία αλλά και στην μαρξιστική άρνησή της, βάζει στην τελευταία φάση της διανοητικής του πορείας το φιλόδοξο στόχο για την προώθηση μιας κοινωνιολογίας που ονομάζει reflexive sociology – αναστοχαστική κοινωνιολογία («ριζοσπαστική, ιστορικά ευαισθητοποιημένη, αυτο-αναλυόμενη, κριτική, αυτόνομη, εμπειρική, κλπ.», κατά τον Νικ. Τάτση). Ασυμβίβαστος, παράτολμος θεωρητικά, απότομος και εριστικός με εχθρούς και φίλους, απέναντι σε κάθε κατεστημένο ή δυνάμει κατεστημένο (νέο και παλιό, «συντηρητικό» και «ριζοσπαστικό/κριτικό»), με απέχθεια στον ακαδημαϊκό συντεχνιασμό αλλά και στον «αντι-επιστημονισμό» των νέων ριζοσπαστικών προσεγγίσεων που εισέβαλαν με ορμή στα ακαδημαϊκά πράγματα μετά το ’70, παθολογικά προσανατολισμένος στην «αλήθεια», βίωσε την αποξένωση στην τελευταία περίοδο της ζωής του και τη σταδιακή αποσιώπηση μετά το θάνατό του. Στην Ελλάδα, όπως είναι φυσικό, το έργο του παραμένει σχεδόν ολοκληρωτικά άγνωστο στους νεώτερους.

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το έργο του «The Future of Intellectuals and the Rise of the New Class» (1979) («Το μέλλον των διανοούμενων και η άνοδος της νέας τάξης»), το οποίο αναμένεται να εκδοθεί στα ελληνικά από τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις» μέχρι το τέλος του έτους. Στο βιβλίο αυτό, από τα τελευταία της ζωής του, ο Gouldner διαπραγματεύεται διεξοδικά την άποψη που είχε διατυπώσει ήδη αρκετά χρόνια νωρίτερα ότι μια νέα τάξη αποτελούμενη από τους διανοούμενους και την τεχνική ιντελιγκέντσια εισέρχεται στο πεδίο του ανταγωνισμού με τις ομάδες που ήδη ελέγχουν την οικονομία της κοινωνίας, είτε είναι επιχειρηματίες (στη Δύση) είτε κομματικοί ηγέτες (στον τότε σοσιαλιστικό κόσμο). Ένας νέος ταξικός ανταγωνισμός και ένα καινούριο ταξικό σύστημα αναπτύσσεται σταδιακά, όπου απέναντι στο χρηματικό κεφάλαιο της παλιάς κεφαλαιοκρατικής τάξης (ή την απόλυτη πολιτική και οικονομική εξουσία της κομματικής γραφειοκρατίας στο σοβιετικό κόσμο) αντιπαρατίθεται το «πολιτισμικό κεφάλαιο» της νέας τάξης. Σε έναν ολοένα και πιο εκτεχνισμένο, εκβιομηχανισμένο και πληροφορικοποιημένο κόσμο, το «πολιτισμικό κεφάλαιο» της νέας τάξης γίνεται απαραίτητος όρος για την αναπαραγωγή και την ίδια την ύπαρξη της παλιάς κεφαλαιοκρατικής τάξης.

Το εν λόγω απόσπασμα είναι μια σημείωση στο τέλος του εκτενούς 11ου κεφαλαίου του βιβλίου («Θέση 11»), στο οποίο, όπως και αλλού στο βιβλίο, ο Gouldner αντιμετωπίζει τις φοιτητικές εξεγέρσεις στη Δύση στα τέλη του ’60 και αρχές ’70 ως στιγμιότυπο του νέου αυτού ταξικού ανταγωνισμού με πρωτοπορία τους φοιτητές, δηλαδή τα «μαθητευόμενα μέλη της νέας τάξης».

***

11.19 Συμπλήρωμα για τις φοιτητικές εξεγέρσεις: Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τη σχέση μεταξύ των φοιτητικών εξεγέρσεων του ’60 και της νέας τάξης; Ακόμα και με μια πρώτη ματιά φαίνονται σημαντικές συσχετίσεις. Πρώτον, οι εξεγερμένοι φοιτητές ήταν οι ίδιοι μαθητευόμενα μέλη της νέας τάξης. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν αναφέρεται γενικά σε μια «αστική καταγωγή» τους – γιατί τότε θα καταργούσε τη διάκριση μεταξύ παλιάς και νέας τάξης – αλλά, μάλλον, συμφωνεί ακριβώς με τον Richard Flacks στο ότι: «Ουσιαστικά όλες οι μελέτες για τους διαδηλωτές δείχνουν ότι το μέσο οικογενειακό εισόδημα των ακτιβιστών είναι υψηλότερο από το χαρακτηριστικό εισόδημα των μη-ακτιβιστών συμφοιτητών τους. Επίσης, η πηγή του εισοδήματος είναι ιδιαίτερη – προέρχεται από εργασίες διανοητικού ή επαγγελματικού χαρακτήρα. Δεν είναι μόνο τα παιδιά των χειρώνακτων και των κατώτερων υπαλλήλων που υπο-αντιπροσωπεύονται στο κίνημα, αλλά και οι γόνοι των στελεχών επιχειρήσεων και των επιχειρηματιών»[1].

Οι ακτιβιστές συχνά ήταν τα παιδιά μιας παλιότερης γενιάς της νέας τάξης, συνήθως φιλελεύθερης, επαγγελματιών των πόλεων που δούλευαν για μεγάλα γραφεία και οργανισμούς και των οποίων οι πρακτικές ανατροφής των παιδιών κατά κανόνα φανέρωναν ενδιαφέρον για την αυτονομία (του παιδιού) και σκεπτικισμό απέναντι στην παραδοσιακή αυθεντία. Οι γονείς αυτοί συνήθως δίδασκαν τα παιδιά τους ότι η αυθεντία δεν ήταν σωστή μόνο και μόνο επειδή ήταν αυθεντία, ότι οι άνθρωποι πρέπει να αιτιολογούν τους λόγους, (αλλά) και να τους εξηγούνται οι λόγοι των πράξεων και των ενεργειών και ότι αυτοί πρέπει να εδράζονται σε κάποιο σύνολο «αρχών». Με άλλα λόγια: οι εξεγερμένοι φοιτητές στις ΗΠΑ και τις υπόλοιπες δυτικές χώρες είχαν συχνά μάθει τις βασικές αρχές της κουλτούρας του κριτικού λόγου από τους γονείς τους πολύ πριν εισαχθούν στο πανεπιστήμιο. Όντως, αν κάποιος ρίξει μια ματιά στους πρώτους εξεγερμένους φοιτητές του ’60, θα διαπιστώσει μια σαφή συνέχεια ανάμεσα στις φιλελεύθερες αξίες των γονιών τους και τη δική τους πάλη για αυτονομία˙ στην πραγματικότητα, περίπου το 1/6 των πρώτων εξεγερμένων φοιτητών, η «μαγιά» του κινήματος, προέρχονταν από αριστερών τάσεων οικογένειες και είχαν συμμετάσχει σε μια συνεχιζόμενη οικογενειακή παράδοση πολιτικής διαφωνίας[2].

Η σπουδαιότητα της κουλτούρας του κριτικού λόγου – δοσμένης από την οικογένεια ή απ’ όπου αλλού –  για την πολιτική αποξένωση των εξεγερμένων φοιτητών υποδηλώνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η εξέγερση ήταν μεγαλύτερη μεταξύ των φοιτητών των ανθρωπιστικών σπουδών, των καλών τεχνών ή των θεωρητικών επιστημών, οι οποίες παραμένουν τα προπύργια της κουλτούρας του κριτικού λόγου στις πανεπιστημιουπόλεις. Αντίστοιχα, η εξέγερση ήταν ισχυρότερη στα ελίτ πανεπιστήμια, όπου η μόρφωση δεν μετατρέπεται εύκολα σε στενή επαγγελματική εκπαίδευση και οι ανθρωπιστικές και θεωρητικές επιστήμες παραμένουν σημαντικές.

Δεν υπήρχε, λοιπόν, καμιά σύνδεση μεταξύ των οικονομικών εξελίξεων και της φοιτητικής εξέγερσης; Πιστεύω ότι υπήρξε αλλά όχι, όπως συνήθως υπονοείται, επειδή οι φοιτητές αντέδρασαν με φόβο απέναντι στην επικείμενη ανεργία ή τις μη-ικανοποιητικές δουλειές. Αντίθετα, θα εστιάσω στη χρηματοδότηση των πανεπιστημιακών τμημάτων εκείνη την περίοδο, είτε τη χρηματοδότηση της έρευνας είτε των ίδιων των μισθών που έγινε (και ακόμα είναι) στενά συνδεδεμένη με την ικανότητά τους να αντλούν χρήματα από εξωτερικές πηγές. Μια συνέπεια της αυξημένης χρηματοδότησης από εξωτερικές πηγές ήταν τα μέλη των τμημάτων να γίνουν πιο ανεξάρτητα και να ανταποκρίνονται λιγότερο στους εσωτερικούς ελέγχους της πανεπιστημιακής διοίκησης. Μια δεύτερη ήταν τα τμήματα που η ερευνητική χρηματοδότηση αυξήθηκε πολύ (για παράδειγμα, στις κοινωνικές επιστήμες) και συνεπώς αυξήθηκαν και οι μισθοί περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλα τμήματα, αφιέρωναν περισσότερο χρόνο στην έρευνα και είχαν λιγότερες «ώρες επαφής» με τους φοιτητές. Η διδασκαλία συχνά μεταβιβαζόταν στους ώμους των σκληρά εργαζόμενων βοηθών διδασκαλίας, οι οποίοι μαζί με τους αυξανόμενους αριθμούς βοηθών ερευνητών, μετατράπηκαν σε ένα είδος κατώτερου προλεταριάτου που σπρώχνονταν στην αγορά με χαμηλό επίπεδο δεξιοτήτων και βαρύ φόρτο εργασίας. Υπό αυτόν τον όρο, το αυξημένο πλήθος μεταπτυχιακών φοιτητών, το οποίο κατέστη δυνατό από τις αυξημένες ερευνητικές χρηματοδοτήσεις, δεν διέφερε και τόσο πολύ από το ίδιο το κατώτερο ακαδημαϊκό προσωπικό. Κοντολογίς, το ακαδημαϊκό «προλεταριάτο» αυξανόταν. Τα λιγότερο τυχερά τμήματα των ανθρωπιστικών σπουδών στάθηκαν ανίκανα να συμβαδίσουν με την έκρηξη των ακαδημαϊκών ερευνητικών χρηματοδοτήσεων στις κοινωνικές επιστήμες και συνεπώς δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν τους μισθούς των μελών τους στο ίδιο επίπεδο˙ βίωναν μια σχετική στέρηση και μια εντεινόμενη αποξένωση που μπορούσε να μεταδοθεί στους φοιτητές τους. Για αυτούς τους λόγους, η πρωτοπορία των φοιτητικών διαμαρτυριών του ’60 βρισκόταν στις ενωμένες δυνάμεις των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών.

Πολλά έχουν ειπωθεί για την ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της φοιτητικής διαμαρτυρίας και του μεγέθους του πανεπιστημίου, με τη διαμαρτυρία προφανώς να αυξάνεται με το μέγεθος. Εν μέρει, το μεγάλο μέγεθος των πανεπιστημίων διευκόλυνε τη διαμαρτυρία ευνοώντας μια γραφειοκρατικοποιημένη, ρουτινιάρικη ακαδημαϊκή ατμόσφαιρα με λιγοστούς προσωπικούς δεσμούς που η ύπαρξή τους θα μπορούσε να περιορίσει τη σύγκρουση. Το μεγάλο μέγεθος των πανεπιστημίων επίσης θα γινόταν ιδιαίτερα ένα στοιχείο απέχθειας εκ μέρους των φοιτητών που προέρχονταν από τη νέα τάξη και ήταν προσανατολισμένοι στην κουλτούρα του κριτικού λόγου. Διότι στην κουλτούρα του κριτικού λόγου είναι εγγενές ένα μοντέλο εκπαίδευσης που περιλαμβάνει αποκριτική κοινωνική επικοινωνία, την προσδοκία ότι δικαιούνται να εκφράζουν την κριτική τους, ότι η «χαμηλή» τους θέση δεν ακυρώνει τις απόψεις τους και δεν δίνει το δικαίωμα στην εξουσία να τις αφήνει απαρατήρητες και αναπάντητες. Με το αυξανόμενο μέγεθος των τάξεων και την αυξανόμενη απομόνωση των ελίτ καθηγητών που ήταν απορροφημένοι στην πλουσιοπάροχα χρηματοδοτούμενη έρευνα, το εκπαιδευτικό πρότυπο που είναι συναφές με την κουλτούρα του κριτικού λόγου ολοένα και παραβιαζόταν. Όσο τα εγώ των χαμηλόβαθμων  γίνονται αποδεκτά στην κουλτούρα του κριτικού λόγου, αφού ακόμα και οι δικές τους πεποιθήσεις έχουν από άποψη αρχής το ίδιο δικαίωμα να ακουστούν όπως εκείνες των υψηλόβαθμων και των μεγαλύτερων σε ηλικία, οι νέοι και οι χαμηλόβαθμοι έχουν κεκτημένο συμφέρον στην κουλτούρα αυτή. Με την παραβίασή της, εξαιτίας των μεγαλύτερων και πιο πειθαρχημένων σχολών, οι φοιτητές βιώνουν ταπείνωση του εγώ τους, ιδιαίτερα εκείνοι οι οποίοι είναι από πριν εξοικειωμένοι με την κουλτούρα του κριτικού λόγου. Το τραυματισμένο εγώ συνδέθηκε με την απόρριψη ολόκληρης της ενήλικης ζωής, σύνηθες βίωμα όσων βρίσκονται σε μορατόριουμ (αναστολή) κοινωνικού ρόλου λόγω της φοιτητικής τους ιδιότητας. Η εξασθένιση του διαλόγου βιώθηκε, συνεπώς, ως κομμάτι της διάψευσης της συμμετοχής στην πλήρη ενήλικη ζωή και σαν επιπρόσθετο εμπόδιο στην ανοδική πορεία των φοιτητών προς την ενηλικίωση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μεγάλες πανεπιστημιουπόλεις δεν είχαν καμία άλλη επίδραση στις φοιτητικές διαμαρτυρίες. Μεγαλύτερες τάξεις σήμαιναν μεγαλύτερο «εύρος ελέγχου», το μέσο μέλος του τμήματος έπρεπε να ελέγχει περισσότερους φοιτητές˙ οι μειούμενες ώρες συνεργασίας φοιτητών-καθηγητών και η αυξημένη χρησιμοποίηση βοηθών αντί καθηγητών στη διδασκαλία, σήμαιναν τη φθίνουσα αποτελεσματικότητα της πανεπιστημιακής εξουσίας. Αυτό δεν συνέβη μόνο στις εγκαταστάσεις του πανεπιστημίου και τις τάξεις αλλά και στις φοιτητικές εστίες και τα φοιτητικά διαμερίσματα, όπου η πανεπιστημιακή εξουσία σχεδόν κατέρρευσε ολοκληρωτικά εξαιτίας των αυξανόμενων εγγραφών. Επιπρόσθετα, καθώς η πανεπιστημιακή στέγαση δεν μπορούσε να παρακολουθήσει την αύξηση του αριθμού των φοιτητών, οι φοιτητές ολοένα και περισσότερο έβρισκαν στέγη εκτός πανεπιστημιούπολης σε φοιτητικά γκέτο, απρόσιτα στον πανεπιστημιακό έλεγχο. Έτσι, η μεγέθυνση σήμαινε την αυξημένη αποξένωση των φοιτητών και τη χαλάρωση ή ακόμα και την κατάρρευση του πανεπιστημιακού ελέγχου πάνω τους. Ο ίδιος παράγοντας που ενέτεινε την αποξένωση των φοιτητών, συνεπώς έβλαψε την ικανότητα των πανεπιστημιακών αρχών να την περιορίσουν.

Γενικά, όμως, έχει δοθεί υπερβολική σημασία στη μεγέθυνση των πανεπιστημιακών σχολών στις ερμηνείες των φοιτητικών εξεγέρσεων του ’60, σε μεγάλο βαθμό επειδή στις τρέχουσες αναλύσεις λείπει, κατά κανόνα, η ιστορική προοπτική και τα διεθνή δεδομένα. Τα φοιτητικά κινήματα και «εξεγέρσεις» σίγουρα δεν είναι καινούριο φαινόμενο: έχουν υπάρξει τα επαναστατικά κινήματα των Ρώσων φοιτητών και των Ναροντνίκων τις δεκαετίες του 1860 και 1870, το Γερμανικό φοιτητικό κίνημα το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα συνδεδεμένο με τον ανερχόμενο Γερμανικό εθνικισμό, το Κινέζικο φοιτητικό κίνημα αμέσως μετά τη Ρωσική Επανάσταση, το Παρισινό φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του 1830 και πολλά ακόμη. Σε καμιά από αυτές τις εξεγέρσεις δεν υπήρχε μαζική εκπαίδευση και τα πανεπιστήμια απείχαν πολύ από το να θεωρούνται «βιομηχανοποιημένα». Το μέγεθος, λοιπόν, αν ιδωθεί σε μια ιστορική και συγκριτική διάσταση, δεν αποτελεί απαραίτητη συνθήκη για την αποξένωση των φοιτητών.


[1] Στο J. Foster and D. Long, eds., Protest: Student Activism in America (New York, 1970), σελ. 137.

[2] Βλέπε Kenneth Keniston, Young Radicals (New York, 1968): «… πολλοί ακτιβιστές έχουν την έγνοια να εκπληρώσουν τις εκφρασμένες αλλά μη-εφαρμοσμένες γονεϊκές αξίες… πολλοί διαδηλωτές «αναπαριστούν στην πράξη» στις κινητοποιήσεις τους τις αξίες στις οποίες απερίφραστα πίστευαν οι γονείς τους…» (σελ. 309). Σχετική, όμως, με την κεντρική μου θέση  είναι η βασική διαπίστωση του Keniston ότι «οι ακτιβιστές δεν προέρχονται από μειονεκτούσες, κοινωνικά προβληματικές, μη-προνομιούχες ή αμόρφωτες ομάδες˙ αντίθετα, στρατολογούνται επιλεκτικά ανάμεσα σε εκείνους τους νεαρούς Αμερικάνους που έτυχαν της πιο ευνοϊκής κοινωνικά ανατροφής» (σελ. 307). Και σχετικά με την παρατήρηση που γίνεται παρακάτω στο κείμενο για τον ιδιαίτερο  ρόλο των βοηθών: «Οι πιο ικανοί ηγέτες της διαμαρτυρίας δεν ήταν οι προπτυχιακοί φοιτητές, αλλά οι βοηθοί διδασκαλίας. Η παρουσία ενός μεγάλου αριθμού εκμεταλλευομένων, κακοπληρωμένων, δυσαρεστημένων και απογοητευμένων βοηθών διδασκαλίας (ή αντίστοιχων μεταπτυχιακών φοιτητών και νεαρών μελών των τμημάτων) είναι ζωτικής σημασίας για την οργανωμένη και συνεχή διαμαρτυρία»  (σελ. 312).

Μάνος Χατζιδάκις (Συνέντευξη)-1989

Στις λαϊκές επαρχίες του ποδοσφαίρου!

Ως λοξίας ποδοσφαιρόφιλος, θεωρώ ανυπέρβλητης αξίας την παραπάνω φωτογραφία, από τη στιγμή που το παγκοσμιοποιημένο ποδόσφαιρο έχει πια τη λάμψη φανταχτερού φαστ φουντ. Με τα τατουάζ σε όλο το «ποδοσφαιρικό» σώμα και μια χαζοχαρούμενη διάθεση καταναλωτικής Ντίσνευλαντ και «πετυχημένων» επενδυτών!!!

Τιμή και δόξα σε ανθρώπους με ασίγαστο ποδοσφαιρικό πάθος αλλοτινών εποχών, όπως οι παραπάνω. Η ζώνη, με την αγκράφα, των διαιτητών, να ξορκίζει το υποποδόσφαιρο των κάθε είδους τεχνολάγνων VAR(βάρων).

Για την ιστορία : Αναγέννηση Καρδίτσας-Γ.Α.Σ. Βέροιας, κάπου στη επαρχιακή δεκαετία του ΄70!!! Από τη Βέροια, αρχηγός ο Τάκης Παπατζίκος και από την Αναγέννηση Καρδίτσας, ο Λάκης Πέτσας, αυτή η φυσιογνωμία του λαϊκού ποδοσφαίρου και αργότερα πρωταγωνιστής στον Α.Ο ΚΑΒΑΛΑΣ. Διαιτητής με αγκράφα ο Γιαννακουδάκης (;;;) – και κατά άλλους ο Σπυρόπουλος ( Θεσσαλονίκης) – και ο επόπτης με αγκράφα και μουστάκι ο Τεκτονίδης!!!!!

Δημήτρης Γ

Διερευνώντας τις δομές του λαϊκού πολιτισμού – Σύστημα και αντισύστημα.

Επιμέλεια: Γιώργος Κουτσαντώνης

Ακολουθεί απόσπασμα από το εξαιρετικό, κατά τη γνώμη μας, βιβλίο, Ελληνικός Παραδοσιακός Πολιτισμός – Λαογραφία και Ιστορία – Συνέδριο στη μνήμη της Άλκης Κυριακίδου Νέστορος, εκδ. Παρατηρητής.

Αλέξης Πολίτης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

«Οι Έλληνες πιστεύουν πως αν ανεβούν στην κορυφή τον Ταΰγετου την 1η Ιουλίου, μπορούν να διακρίνουν την Κωνσταντινούπολη στον ορίζοντα. Βλέπουν παντού την Κωνσταντινούπολη». Με τα λόγια αυτά ειρωνευόταν, στα 1854, ο Εδμόνδος Αμπού τις υπέρμετρες βλέψεις της Μεγάλης Ιδέας[1] είμαστε στα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου, άλλωστε. Και βέβαια, όσο καθαρή κι αν είναι η ατμόσφαιρα, όσο γερακίσιο κι αν είναι το μάτι, η Κωνσταντινούπολη δεν φαίνεται από τον Μοριά: εδώ εκφράζονται εμφανώς περισσότερο ιδεολογικοί πόθοι παρά κάποια πραγματικότητα, κι έτσι το πεδίο της ειρωνείας αφήνεται διάπλατο.

Ωστόσο την πίστη ετούτη τη χρειάζομαι για διαφορετικό σκοπό, για την εσωτερική της δομή: οργανώνεται σε δύο σκέλη· από τη μια η πεποίθηση πως η Πόλη δεν είναι και τόσο μακριά από τη νότια άκρη της Ελλάδας, κι από την άλλη μια περιοριστική ρήτρα: «φαίνεται, μονάχα όμως μία μέρα τον χρόνου». Θα προσπαθήσω λοιπόν να δείξω ότι παρόμοιου τύπου περιοριστικές ρήτρες συνιστούν κοινόν τόπο στο σύνολο σχεδόν των πίστεων που συγκροτούν το οικοδόμημα του προφορικού πολιτισμού. Λόγου χάρη, μισόν αιώνα περίπου νωρίτερα καταγραφόταν μια άλλου είδους πίστη, σχετικά με την πανούκλα. Πλάι στην αναφορά για την καταστροφική της ισχύ προσκολλάται μία επιπλέον ιδιότητα: «τιμές μάλιστα λέγουν ότι είναι τυφλή και περιπατεί τοίχον-τοίχον και δια τούτο στρώνουσιν εις την μέσην της κάμαρας δια να μην τους πατήσει»[2]. Ίδια δομή και εδώ· την επίφοβη δύναμη της προσωποποιημένης πανούκλας την αναιρεί η τυφλότητά της.

Το φαινόμενο αυτό, που το ονομάζω «σύστημα και αντισύστημα», καταφαίνεται σαφέστατα στις παροιμίες, δηλαδή στο είδος όπου κωδικοποιείται η βιωματική εμπειρία των αγροτικών πολιτισμών. Ένα μεγάλο μέρος τους θα μπορούσαμε να το ταξινομήσουμε σε αντιθετικά ζεύγη, όπως, λόγου χάρη: Αγάλια αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι αλλά και, Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος, ή πάλι: η νύχτα κάνει ‘πίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη. —Βασιλικός κι αν μαραθεί, τη μυρουδιά την έχει, αλλά και, — Πέσανε τ’ άστρα και τα πατούν κι οι κότες. — Δεν μ’ ευφραίνουνε τα γρόσα, μόνον η yλυκειά σου γλώσσα, αλλά και, Όποιος έχει γρόσα, έχει γλώσσα Η παλιά κότα έχει το ζουμί, αλλά και, Ξανόστηνες κυρά μου σαν τ’ αγγούρι τον Αύγουστο. — Ο Θεός φτωχό, νά ‘ν’ άμοιρος, δεν κάνει, αλλά και, Του φτωχού το εύρημα ή καρφί ή πέταλο. – Λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά και θέλει, αλλά και, Το πολύ το κυριελέησον το βαρυέται κι ο παπάς.

Τέτοια ζευγάρια, πολλά μπορούμε να βρούμε· σταχυολόγησα ορισμένα, όλα από έναν μόνον τόπο, τη Σκιάθο[3]. Και προς τιμήν της Άλκης Κυριακίδου Νέστορος, που είχε επιμεληθεί την έκδοσή τους, και επειδή όταν ανιχνεύουμε τις δομές, είναι σκόπιμο να επιλέγεται ένας συγκεκριμένος τόπος, ώστε τα τεκμήρια που χρησιμοποιούμε να προέρχονται από οργανικό σύνολο· αλλιώς ελλοχεύει ο κίνδυνος να έχουμε συγκροτήσει εμείς το όλον του οποίου τη δομή αναζητούμε.

Το αναλυτικό μου παράδειγμα θα είναι πάλι από τη Σκιάθο, λοιπόν. Επέλεξα τις μαγικές πράξεις που οδηγούν στην αρρενογονία: καθώς η αγροτική κοινωνία, σε συνδυασμό με τον θεσμό της προίκας και τις γενικότερες πατριαρχικές αντιλήψεις, προβάλλει έντονα την προτίμηση για αρσενικά παιδιά, οι σχετικές πρακτικές είναι αρκετές. Ας αρχίσουμε από το λεγόμενο «παλικαροβότανο». Στη συλλογή τον Γεώργιου Α. Ρήγα, Σκιάθου λαϊκός πολιτισμός, καταγράφονται πέντε ειδών παλικαροβότανα. Το πρώτο είναι να καταπιεί η γυναίκα ωμούς όρχεις πετεινού σε μια «αντρίκεια ημέρα», ημέρα δηλαδή που τιμάται η μνήμη αρσενικού αγίου. Ένα άλλο είναι να καταπιεί πάλι η γυναίκα έναν αφαλό από αρσενικό ζώο (κατσίκι ή πρόβατο) που έχει μείνει ένα ολόκληρο βράδυ έξω στην ύπαιθρο να το δουν τ’ αστέρια· η πράξη αυτή πρέπει να γίνει «τ αϊ-Γιαννιού τ’ Λιτρουπιού», δηλαδή την ημέρα του Γενεθλίου του Προδρόμου. Πρέπει όμως η γυναίκα όταν το πίνει να κοιτάζει προς την ανατολή. Το τρίτο παλικαροβότανο είναι ένα βοτάνι «απού μοιάζει σαν ψιλούτσικο χορταράκι» – έτσι, αόριστα δίνεται η περιγραφή του. Άμα το βρουν, το ξεριζώνουν και το δίνουν στη γυναίκα να το φάει. Το τέταρτο είναι ο ομφάλιος λώρος ενός αγοριού γεννημένου από «παλικαρομάνα», από μητέρα δηλαδή που γεννάει στη σειρά αγόρια: αυτόν τον ομφάλιο λώρο ή τον κάνουν χαϊμαλί, ή τον ξεραίνουν, τον τρίβουν και τον δίνουν σαν καταπότι. Και το τελευταίο είναι μια παραλλαγή του προηγούμενου, ο ομφάλιος λώρος ζώου που επίσης γεννά στη σειρά αρσενικά[4].

Αυτά, ως προς τη μάνα. Κρίσιμη για την αρρενογονία ωστόσο είναι και η στιγμή των ιερών αρραβώνων στην αρχή της γαμήλιας τελετής. Στη διάρκειά της οι εχθροί της νύφης μπορεί να της «ρίξουν τα κορίτσια», όπως κι οι φίλοι «να της ρίξουνε τα παλικάρια». Για να αποφευχθεί το πρώτο πρέπει να κλείσουν τα παράθυρα, αν ο γάμος γίνεται σε σπίτι, ή να προφέρει τα λόγια του αρραβώνα μυστικά ο παπάς, ή ακόμα και να τελέσουν την ιερή τελετουργία λίγο νωρίτερα (ώστε να μην πετύχει ο εχθρός την κατάλληλη στιγμή). Αποτρεπτικά λειτουργεί επίσης το να κρατούν η νύφη κι ο γαμπρός ένα τετραβάγγελο, ένα κομμάτι δίχτυ κι ένα ψαλίδι, ή να φορούν από ένα ασημένιο τάλιρο στα παπούτσια τους, ή, τέλος, να έχει ο γαμπρός στην τσέπη του πολύ σουσάμι. Καλό είναι ακόμα να πουν από μέσα τους την κατάλληλη στιγμή: «Ξέρω πως μου ρίχνουνε τα κορίτσια». Και, φυσικά, για να επιτευχθεί το θετικό αποτέλεσμα, χρειάζεται, την ώρα που ο παπάς προφέρει το «αρραβωνιάζεται», κλπ., να πουν μυστικά οι φίλοι: «αρραβωνιάζω κι εγώ τα παλικάρια».

Κοντά σ’ αυτά, κι ενώ γίνονται στο σπίτι οι προετοιμασίες, οφείλουν, όταν στολίζουν το νυφικό κρεβάτι, να κυλίσουν ένα αρσενικό παιδί πάνω στο στρώμα πριν ακόμα στρώσουν τα σεντόνια, ενώ, πάλι, θα πρέπει τα ψωμιά του γάμου να μένουν «ακέντηστα», δίχως εγχάρακτα ξόμπλια δηλαδή, για να μην κάνουν κορίτσια οι μελλόνυμφοι. Κι από το ίδιο ζυμάρι πρέπει να κάνουν δυο κουλούρια που θα τα δώσουν σε αγόρια. Και αφού τελειώσει ο γάμος, μετά τα καλορίζικα, ο παπάς εύχεται στο ζευγάρι «όλο κεφαλάδες», αρσενικά παιδιά[5].

Είναι πολλές οι λεπτομέρειες, ενδέχεται μάλιστα να μην τις έχω εντοπίσει όλες -όπως ενδέχεται, φυσικά, να έχει παραλείψει κάποιες και ο Γ. Α. Ρήγας[6]. Επιχειρώντας όμως να συλλάβουμε προς τι όλο ετούτο το πολυποίκιλο αθροιστικό συνονθύλευμα, διαπιστώνουμε ότι η πανσπερμία ακριβώς είναι που εμπεριέχει την ουσία τον ζητήματος, επειδή, βέβαια, είναι πρακτικά αδύνατο το καινούριο ζευγάρι να τηρήσει με ακρίβεια όλους τους κανόνες αρρενογονίας. Δεν θα δοκιμάσει η γυναίκα όλα τα παλικαροβότανα, παρά ένα ή δύο, αλλά όποιο και να δοκιμάσει μπορεί να της διαφύγει κάποια από τις πολλές μικρές λεπτομέρειες. Έπειτα, πόσες ημέρες αρσενικών αγίων, λόγου χάρη, δεν είναι ταυτόχρονα και ημέρες μνήμης θηλυκών; Και ποιος καθορίζει πόσα αρσενικά παιδιά στη σειρά πρέπει να έχει γεννήσει μια γυναίκα για να ονομαστεί επάξια «παλικαρoμάνα»; (Αφήνω που, και πάλι, στην καλύτερη των περιπτώσεων προκύπτει ένα μόλις χαϊμαλί για ολόκληρη την κοινότητα). Ή, πάλι, πόσοι μπορούν να βεβαιώσουν ότι ετούτο κι όχι το άλλο βοτάνι είναι το γνήσιο παλικαροβότανο; Να προσέξουμε ότι ο ίδιος ο Γ. Α Ρήγας δεν φαίνεται να ήξερε να το αναγνωρίσει. Και να προσθέσουμε ότι όλα όσα αναφέρθηκαν δεν είναι παρά πρακτικές και έθιμα που συμπληρώνουν τις θρησκευτικές πίστεις· γιατί είναι ευνόητο πως κοντά στα άλλα υπάρχει πάντα κι η δυνατότητα ν’ ανάψεις ένα κερί ή να προσφύγεις σε όποια μαγική παρέμβαση του θείου κρίνεις καταλληλότερη.

Λοιπόν, οι δυσκολίες, οι ασάφειες και κυρίως η πολλαπλότητα των μαγικών μέσων συνιστούν ακριβώς το αντισύστημα στο συνολικό σύστημα «μέθοδοι προς αρρενογονίαν». Αν τελικά το ζευγάρι αποκτήσει αγόρι, το γεγονός δεν θα αποδοθεί στην εύνοια της τύχης παρά σε κάποιαν από τις μαγικές ενέργειες, αν πάλι όχι, τότε, ήταν το μαγικό των εχθρών που επέδρασε δραστικότερα, ή έτυχε μια λεπτομέρεια να μην προσεχτεί επαρκώς: ανάλογα με το αποτέλεσμα, Θεωρείται ότι λειτούργησε το σύστημα είτε το αντισύστημα, ώστε το συνολικό οικοδόμημα να μην τεθεί σε αμφισβήτηση. Οι ασφαλιστικές δικλείδες εντοπίζονται είτε στη διπλή οργάνωση των μαγικών – επιρροές των φίλων, επιρροές των εχθρών- είτε στην εσωτερική διπολική οργάνωση που προσφέρουν οι απαραίτητες «ρήτρες δυσκολιών»: η ειδική, ενίοτε και η μοναδική κατάλληλη μέρα του χρόνου, τα σύνθετα τεχνικά ζητήματα, ή ό,τι άλλο. Η θεά τύχη, ο μόνος καθοριστικός παράγοντας της αρρενογονίας -ή αν θέλετε ο συνδυασμός κάποιων επιλογών, όπου οι ανθρώπινες γνώσεις δεν διαθέτουν πρόσβαση – παραμερίστηκε ολότελα. Οι άνθρωποι μπορούν να νομίζουν ότι ξέρουν και μπορούν· ο φόβος του άγνωστου, ο φόβος του κενού παραμερίζεται. Αλλά και στο ιδεολογικό επίπεδο αν προβάλουμε το θέμα, ο προφορικός πολιτισμός πάλι διττά είναι οργανωμένος. Στη γενικευμένη, δηλαδή, και κατάφωρη βούληση για αρρενογονία αντιτίθεται αμυντικά η λαϊκή σοφία όταν δηλώνει «Της καλομάνας το παιδί το πρώτο είναι κορίτσι»[7].

Παίρνω τώρα μία πολύ τυπική φράση ενός παραμυθιού: «Εγώ ήμουν ένα βασιλόπουλο, και μια κακιά μάγισσα μ’ έκανε φίδι. Μ’ είπε όμως ότι, αν παντρευόμαν βασιλοπούλα, κι αυτή μάθαινε το μυστικό και τα τρία πρώτα βράδια δεν το φανέρωνε σε κανέναν, θα γινόμαν πάλι βασιλόπουλο σαν πρώτα. Αν όμως το φανερώσει, θα γίνω πουλάκι και θα φύγω, και θα βάλει σιδερένια παπούτσια να με βρει». Η βασιλοπούλα βάσταξε δυο μέρες να μην πει το μυστικό, την τρίτη δεν βάσταξε. Έτσι το φίδι έγινε πουλί και πέταξε, κι η βασιλοπούλα άρχισε να το ψάχνει: «Γυρνούσε μέρες και νύχτες, νύχτες και μέρες, καταπεινασμένη, καταδαμασμένη, χωρίς να έχει κλείσει μάτι». Τέλος, πέφτει να κοιμηθεί, ονειρεύεται το παλάτι της, «ξυπνάει, και βλέπει μπροστά της ένα πλαστό ψωμί. Σ’κώθηκε με λαχτάρα, πάει να το πάρει». Το ψωμί έφευγε κι αυτή το κυνηγούσε, «έφτασαν μπροστά σ’ ένα παλάτι. Αφήνει το ψωμί κι ανεβαίνει το πρώτο σκαλί να μπει μέσα. Αλλά γυρνάει η σκάλα και τη χτυπάει μια στο κεφάλι. Παραπονιέται η βασιλοπούλα, κι η σκάλα τη λέει ότι έπρεπε να ρωτήσει πρώτα, κι ύστερα να περάσει. Λέει τότε η βασιλοπούλα, «Σκάλα, καλή μ’ σκάλα, μ’ αφήνεις ν’ ανέβω;»». Και πάει λέγοντας[8].

Έτσι λοιπόν η κακιά μάγισσα μεταμορφώνει το βασιλόπουλο σε φίδι, μα του υποδεικνύει ταυτόχρονα και τον τρόπο να λυθούν τα μάγια. Το ίδιο κάνει κι η σκάλα με τη βασιλοπούλα – ας μην επιμένουμε στα προφανή. Λίγο να φέρουμε στον νου μας τα παραμύθια, θα θυμηθούμε ατελείωτες παρόμοιες καταστάσεις, όπου το κάθε εμπόδιο εμπεριέχει και το αντίδοτό του. Πρόκειται βέβαια για έναν απλοϊκό τρόπο να επιμηκύνεται κατά βούλησιν η αφήγηση· ωστόσο, ας προσέξουμε ότι όλα τα υπερφυσικά επιτεύγματα των παραμυθιακών ηρώων δεν οφείλονται στην εξαιρετική δύναμη ή στην ευφυία τους, παρά σε κάποιο εσωτερικό κλειδί, ένα κλειστό σύστημα που περικλείνει ταυτόχρονα ένα σύστημα δυσκολιών κι ένα αντισύστημα λύσεων.

Μπορούμε νομίζω κάπως να γενικεύσουμε, τώρα. Η διπολική οργάνωση των πίστεων που συγκροτούν τον νοητό κόσμο τον λαϊκού πολιτισμού παρατηρείται άλλωστε ακόμα και στις πιο γενικευτικές αντιλήψεις, όπως στην οργάνωση τον χρόνου. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να τον οργανώσουν και ως προς τις πιθανότητες του καλού ή του κακού. Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες· μου αρκεί ότι στο γενικευτικό επίπεδο η Τρίτη είναι η ημέρα τον κακού, της ατυχίας -υπάρχουν φυσικά κι ένα σωρό υποπεριπτώσεις, όπως ότι η Τετάρτη είναι κακή για τους γάμους κι η Πέμπτη επικίνδυνη για τα γυαλικά- αλλά καθώς το κακό έρχεται αναπάντεχα, δίχως να προσαρμόζεται στις προσδοκίες μας, ο λαϊκός πολιτισμός οργανώνει και το αντισύστημα, την «κακιά ώρα». Με έναν ανάλογα αντιθετικό τρόπο οργανώνεται και ο χρόνος των πράξεων. Την πρώτη μέρα της μεγάλης Σαρακοστής, όπου επιβάλλεται επίσης η σωματική εγκράτεια, έχουμε τα φαλλικά έθιμα της Καθαρής Δευτέρας, την πρώτη μέρα της σποράς, που εθιμικά πρέπει να είναι στις 14 του Σεπτέμβρη, ημέρα τον Σταυρού, επιτρέπεται στα ζώα να μπαίνουν στα χωράφια και να βοσκούν, μίαν άλλην αρχιχρονιά, την Πρωταπριλιά επιβάλλεται να λέμε ψέματα (για άγνωστούς σ’ εμένα λόγους), την Πρωτοχρονιά επιβάλλεται να προκαλούμε την τύχη παίζοντας χαρτιά, ενώ την πρώτη τον Μάη, του πιο σκληρού μήνα για τους μεροδουλευτάδες λόγω τον μεγέθους της ημέρας, δεν δουλεύουμε παρά πηγαίνουμε να κόψουμε τον «Μάη». Έτσι η πρώτη μέρα κάθε περιόδου αντιβαίνει τις πρακτικές που θα πρέπει να τηρούνται· μια ψυχολογικού τύπου ρήτρα ασφαλείας.

Προεκτείνοντας, κάπως τολμηρά ενδεχομένως, τις σκέψεις μας, θα μπορούσαμε να απλωθούμε και σε άλλου τύπου δραστηριότητες: σκέφτομαι τον χορό, όπου από τη μια έχουμε τις συγκρατημένες και ομοιόμορφες κινήσεις του συνόλου, όπου όλα πρέπει να προβάλουν την τάξη και το μέτρο, όπου το άτομο χάνεται στο σύνολο, κι από την άλλη τα υπέρμετρα πηδήματα και τα τσαλίμια του κορυφαίου, που για έναν ή δύο γύρους, ο καθένας με τη σειρά, έχει το δικαίωμα να αντιταχθεί στο σύνολο, να αναδείξει το πάθος εκεί που οι άλλοι αναδεικνύουν την ηρεμία – μια συμβολική και προσωρινή απελευθέρωση του ατομικού από το κοινωνικό.

Αυτό που πρέπει συνολικά να προσέξουμε είναι ότι οι αντιθέσεις, όπου κι αν τις παρατηρούμε, δεν τείνουν ποτέ προς τη σύνθεση· αυτοπεριορίζονται στο άθροισμα, διατηρούν δηλαδή πάντα την αυτοτέλειά τους. Οργανώνονται μεταξύ τους αλυσιδωτά, σαν κρίκοι, έτσι ώστε το σύνολο του λαϊκού πολιτισμού μπορούμε να το προσομοιάσουμε με κάτι σαν δίχτυ: μπορούμε να αναφερθούμε στο νήμα που εμποδίζει ή στη ηγκιά που επιτρέπει τη διέλευση. Στο διπολικό αυτό σχήμα ο ένας πόλος επιτρέπει την αναίρεση του άλλου, κι έτσι οι πραγματικότητες κι η εμπειρία τους βρίσκουν πάντοτε διέξοδο μέσα από τα αντιθετικά οργανωμένα συστήματα και οι ενυπάρχουσες αντιφάσεις απορροφώνται, αποκρύπτονται καλύτερα. Το τυχαίο εξορίζεται, οι απροσδιόριστες πιθανότητες εμφανίζονται σε κάποιο θεωρητικό επίπεδο υποταγμένες στις ανθρώπινες δυνάμεις.

Ετούτος ο τρόπος οργάνωσης της γνώσης καλύπτει μια βαθύτατα υπαρξιακή ανάγκη, τον φόβο του αγνώστου ή του κενού. Γιατί το τυχαίο δηλώνει άγνοια, αδυναμία παρέμβασης, ή, περισσότερο, αποδοχή δυνάμεων ισχυρότερων του ανθρώπου -και κάθε θεωρία της γνώσης αποτελεί μια προσπάθεια εκλογίκευσης των ανθρώπινων εμπειριών.

Και κάτι τελευταίο. Το στήριγμα τον οικοδομήματος «σύστημα και αντισύστημα», πρέπει να το αναζητήσουμε, νομίζω, στην προφορικότητα τον λαϊκού πολιτισμού. Η γραφή, το γραμμένο κείμενο, δεν επιτρέπει αντιφάσεις, επειδή κείται κάπου έξω από το ανθρώπινο μυαλό, έξω από τη μνήμη, η οποία μπορεί να είναι -το ξέρουμε πόσο- επιλεκτική. Με το γραμμένο κείμενο οι αντιφάσεις αναδεικνύονται ευκολότερα, και το ανθρώπινο μυαλό υποχρεώνεται να τις αντιμετωπίσει. Ο προφορικός πολιτισμός εμπεριέχει τη δυνατότητα της ελαστικότητας, καθώς παραμένει διαρκώς υποκειμενικός, καθώς φέρεται από μνήμη σε μνήμη. Γιατί ό,τι επιτρέπει τη λειτουργία των αντιφάσεων, το δίπορτο του συστήματος και του αντισυστήματος, είναι ακριβώς ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα στη μια ρήση και στην άλλη, στη μια και την άλλη πίστη: η συνύπαρξή τους δεν γίνεται ορατή, παρά όταν περάσουμε από το υποκείμενο στο αντικείμενο. Μην μπορώντας να εκφράσει με συνθετικό τρόπο την έννοια των πιθανοτήτων, ο προφορικός πολιτισμός αρκείται σε μια διπολική παράθεσή τους· το «ίσως», το «πιθανόν», το «ενδέχεται» δυναμιτίζουν την απλοϊκότητα της σκέψης.

Η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος επαναλάμβανε συχνά μια φράση τον αγαπημένου της Λεβί-Στρος «ο άνθρωπος σκεφτόταν πάντα εξίσου καλά». Μπορεί· οι άνθρωποι πιθανόν να σκέφτονταν πάντα εξίσου δημιουργικά, αλλά το αποτέλεσμα στάθηκε διαφορετικό, και πολύ. Αν το τελευταίο ετούτο δεν το υπολογίζουμε, χάνουμε τον σημαντικότερο παράγοντα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Εμείς, οι τυχεροί, που ευτυχήσαμε να τη γνωρίσουμε την Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, σίγουρα δεν θα την ξεχάσουμε· η παρουσία της μας σφράγισε για πάντα. Μας σφράγισε το κέφι της για τη ζωή το απροσμέτρητο, μας σφράγισε το ανάλαφρο χαμόγελο όσο και το αστραφτερό θυμωμένο της βλέμμα, η βούληση για κατανόηση του κόσμου που την περιτριγύριζε —να το ‘ξερε πως έπρεπε να βιάζεται; Και ναι, και όχι. Οι νεότεροι, οι άλλοι, όσοι δεν έτυχε να τη συναντήσουν γιατί μια φορά έφτανε, ποτέ όμως δεν περίσσευαν οι πολλές— μπορεί και να μη μας πιστεύουν· το υποκειμενικό δύσκολα μετατρέπεται σε αντικειμενικό. Ας μείνει όμως κοντά στα γραπτά της κι η μαρτυρία μας, όσο αχνά κι αν αποτυπώνει το πρόσωπό της.


[1] Εdmond About, La Grece contemporaine, Παρίσι 1854, 31, υποσ.

[2] Δημ. Πετρόπουλος, «Ανέκδοτα κείμενα από τα κατάλοιπα τον C. Fauriel εκδιδόμενα», Λαογραφία 16 (1956), 207. Πρβ. Claude Fauriel, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια Α’. Η έκδοση του 1824-1825, επιμ. Αλέξης Πολίτης, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1999, 54.

[3] Γεώργιος Α. Ρήγας, Σκιάθου λαϊκός πολιτισμός Γ , πρόλογος Άλκης Κυριακίδου Νέστορος, Θεσσαλονίκη 1968. Έχω μεταγράψει την εκφορά στο κοινό ιδίωμα· οι παροιμίες είναι ταξινομημένες κατά την κύρια λέξη. Για το συνολικό έργο του καταγραφέα πρβ. επίσης, Χρήστος Β. Χειμώνας, «Τρία ανέκδοτα χειρόγραφα βιβλία τον Γ. Α. Ρήγα και κάποιες σκέψεις για τα κατάλοιπά του», Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών 23 (1983), 346-349, όπου και βιβλιογραφία.

[4] Ό.π., Δ. Θεσσαλονίκη 1970, 49-51. Μεταφέρω πάντα το φραστικό προς το κοινό ιδίωμα.

[5] Ό.π., 236-244 και 449.

[6] Θα ήταν πολύ εποικοδομητικό για την κατανόηση των λαογραφικών φαινομένων να προχωρούσαμε κάποτε σε συγκριτικές μελέτες ανάμεσα στις ποικίλες συλλογές ή και σε άλλου τύπου πηγές· στην περίπτωση της Σκιάθου ο Παπαδιαμάντης θα προσέφερε έναν καλό δεύτερο πόλο. Συνηθίζουμε να γενικεύουμε την κάθε αναφορά σε έθιμο ή ό,τι άλλο: «έτσι κάνουν στη Σκιάθο», για παράδειγμα. Το κάνουν όμως όλοι; Είναι άραγε τόσο ενιαίος ο λαϊκός πολιτισμός όσο παρουσιάζεται στις καταγραφές του; Και τι μπορεί να σημαίνει ότι μια πρακτική, ή πίστη, ή ό,τι άλλο τηρείται, από ένα μέρος μόνο του πληθυσμού; Κάποια στιγμή πρέπει να προβούμε σε λεπτότερους διαχωρισμούς ώστε να εισχωρήσουμε αποτελεσματικότερα στην κατανόηση των φαινομένων.

[7] Ό.π., Γ’, 105

[8] «Το φίδι που έγινε άνθρωπος, Μαγικά παραμύθια τον ελληνικού λαού, επιμ. Γιώργος Ιωάννου, Αθήνα 1966, 65-67. Πρβ. Παραμύθια τον λαού μας, επιμ. Γιώργος Ιωάννου, Αθήνα 1973, 297-300.

Μια απογείωση από τη λάσπη της καθημερινότητας

συνέντευξη της Όλιας Λαζαρίδου, στους Μαρία Δέδε και τον Βασίλη Κ. Καλαμαρά

Βιολέτα. Βαθύ, ζαλιστικό το άρωμά της. Σαν τη μυρωδιά του Πάσχα. Αυτό των παιδικών μας χρόνων αλλά και των κατοπινών, όταν αναζητάμε κάπου να ακουμπήσουμε. Η θυσία. Ο θάνατος. Η ανάσταση. Στοιχεία του θείου δράματος. Το καθεμέρα της ανθρώπινης ζωής.

«Στου ιερού Λυκαβηττού το σκούφο» συναντήσαμε την Όλια Λαζαρίδου. Κυριακή των Βαΐων. Μεσημέρι. Κοπιαστική η βδομάδα που πέρασε. Των Παθών, αυτή που μόλις ξεκινούσε. Ανάμεσα στις μυρωδιές της άνοιξης, τις μαργαρίτες και τα χαμομήλια που ξεφύτρωσαν σε μια πλαγιά, μέσα στο κέντρο της πόλης, στα Βήματα των νέων ανθρώπων που έστησαν τις δικές τους παρέες και πορεύονταν. Κάτω από τον ήλιο, μπροστά από τις σκιές μας. Η ηθοποιός βιώνει την ιεροτελεστία του Πάσχα όπως τη βίαιη έκρηξη της άνοιξης. Αφουγκράζεται μέσα στην ίδια την ανθρώπινη ζωή το θαύμα της Ανάστασης: «Νομίζω κάθε αλλαγή προϋποθέτει έναν θάνατο, μια παραίτηση από κάτι». Αναπλάθει εικόνες «όταν ο παπάς κλοτσώντας την πόρτα και φωνάζοντας “Αρατε πύλας” ξαναμπαίνει στην εκκλησία μετά την Ανάσταση το βράδυ του Σαββάτου», μα πάνω απ’ όλα είναι αυτό το άρωμα βιολέτας που αναδύεται…

ΕΡ.: Πώς λειτουργεί το Πάσχα για σας;

«Είναι μια συμβολική απογείωση, όπου τα πράγματα που ζει κανείς μέσα σε μια λάσπη καθημερινότητας δικαιώνονται με έναν τρόπο μεταφορικό και συμβολικό…»

ΕΡ.: Εχει αλλάξει το αίσθημά σας απέναντι στο Πάσχα ή είναι όπως τότε που ήσασταν παιδί;

«Έχει ισχυροποιηθεί. Η ζωή μου ήταν ένας χαοτικός αυτοσχεδιασμός. Δεν έχω μνήμες από αυτά τα χρόνια, οπότε μεγαλώνοντας, ως αντίβαρο, ψάχνω να βρω ορισμένες ιεροτελεστίες, κάποιες σταθερές που να σου δίνουν την αίσθηση ότι μπορείς κάπου να ακουμπήσεις. Δυστυχώς, είναι λίγες οι ιεροτελεστίες που μπορούν να με πείσουν. Το Πάσχα και όλη η διαδικασία είναι ένας πολύ βαθύς, γνήσιος και ολοκληρωμένος ποιητικός συμβολισμός. Είναι κάτι που με πείθει. Λειτουργεί επάνω μου και κάθε χρόνο καταφέρνει και με συγκινεί βαθιά.»

ΕΡ.: Λόγω πίστης, θρησκευτικού αισθήματος, τελετουργίας; Ποιο απ’ όλα αυτά;

«Ακολουθώ τα πράγματα που καταφέρνουν να με πείσουν. Επειτα, υπάρχει μια αντιστοιχία στη συγκεκριμένη ιεροτελεστία, στο τυπικό της εκκλησίας και σ’ αυτό που συμβαίνει γύρω μας, ιδίως την άνοιξη, στη φύση. Θυμάμαι κάτι που μ’ έχει συγκινήσει: Σε μια εκκλησία της Σίφνου έμεινα στην αναστάσιμη λειτουργία, που είναι ό,τι πιο σημαντικό υπάρχει στην Ορθοδοξία. Είναι αυτό το “Αρατε πύλας” που λέει ο παπάς. Ήταν ένας πολύ γειωμένος άνθρωπος, ο οποίος ξαναμπήκε στην εκκλησία κλοτσώντας την πόρτα και φωνάζοντας “Αρατε πύλας”. Ηταν τρομακτικά βίαιο. Ετσι σκληρή και βίαιη εποχή είναι και η άνοιξη.»

ΕΡ.: Για τι είδους σκληρότητα μιλάτε;

«Για να γίνει μια ανάσταση, πρέπει να επέλθει πρώτα ένας θάνατος. Πρέπει να νεκρωθεί το παλιό για να φυτρώσει το καινούργιο. Νομίζω κάθε αλλαγή προϋποθέτει έναν θάνατο, μια παραίτηση από κάτι. Αυτό το βιώνει κανείς πάρα πολύ μέσα στην πορεία της ζωής του. Το ξέρει και το αναγνωρίζει σ’ ένα τυπικό μιας τελετής μέσα στην εκκλησία…»

ΕΡ.: Και η έννοια της θυσίας όπως λειτουργεί στο θείο δράμα;

«Και αυτό ισχύει στη ζωή. Όταν λέω παραίτηση, αυτό εννοώ. Για να κερδίσεις κάτι καινούργιο, πρέπει κάτι παλιό να θυσιάσεις.»

ΕΡ.: Εσείς τι θυσιάζετε ή τι θα θυσιάζατε δυνητικά;

«Κάθε άνθρωπος θυσιάζει πάρα πολλά πράγματα για να προχωρήσει. Εγώ φέτος κατάλαβα πως για να κερδίσει κάποιος την ελευθερία τού πνεύματος και της ψυχής του, πρέπει να υπερασπίζεται θυσιάζοντας κάτι, την προσωπικότητά του. Οταν είσαι “δημόσιο πρόσωπο” μπλέκεσαι σ’ ένα παιχνίδι. Την εικόνα που είχαν ή έχουν οι άλλοι για σένα την υιοθετείς και την προφυλάσσεις, ενώ μπορεί να μην είσαι αυτό. Προσπαθώντας να υπερασπιστείς αυτή την εικόνα, καμιά φορά χάνεις την ελευθερία σου…»

ΕΡ.: Η οποία θυσία, τελικά, μήπως κρύβει πίσω της ένα υπερτροφικό, «εγώ», όσο κι αν ακούγεται παράδοξο αυτό;

«Εξαρτάται με ποια μορφή γίνεται. Προσωπικά μ’ αυτές τις έννοιες νιώθω τρομακτικό δέος, γιατί αισθάνομαι ότι οι δικές μου πιθανές θυσίες, που μπορώ να έχω κάνει, είναι σ’ ένα ποιητικό επίπεδο και πολύ μεταφορικό. Σε αντίθεση με τις θυσίες που έχουν κάνει άλλοι άνθρωποι και ίσως δεν θα τις μάθουμε ποτέ. Γι’ αυτό έχω μια επιφύλαξη, γιατί πραγματικά νιώθω ότι, θέλοντας και μη, ένας καλλιτέχνης βρίσκεται μάλλον στον προθάλαμο αυτών των εννοιών. Οι πραγματικά βαθιές θυσίες γίνονται σ’ ένα άλλο επίπεδο. Δεν έχουν σχέση ούτε με τα μίντια ούτε με ποιητικές μεταφορές. Εχουν το ακριβές αντίτιμο της ζωής – μια σταγόνα αίμα, οπότε…»

ΕΡ.: Οπότε δεν έχει νόημα να μιλάμε με ποιητικές μεταφορές ή να δημιουργούμε ποιητικούς συσχετισμούς;

«Αυτό που μπορεί να κάνει ένας καλλιτέχνης είναι να μεταδίδει το αίσθημα και το άρωμα αυτών τών πραγμάτων μ’ όσο πιο ειλικρινή και έντιμο τρόπο.»

ΕΡ.: Μια και μιλήσατε για αρώματα. Το Πάσχα μυρίζει ακόμη στην Ελλάδα; Σας πιάνει μια μυρωδιά στη μύτη;

«Όχι απλώς με πιάνει, με τρελαίνει.»

ΕΡ.: Αρωμα βαρύ, στυφό, γλυκό;

«Για μένα το Πάσχα θα μπορούσε να είναι αυτή η μεθυστική, βαθιά ζαλιστική μυρωδιά της βιολέτας.»

ΕΡ.: Πηγαίνετε στην εκκλησία αυτή την εποχή;

«Ναι, πάω πάντα και κυρίως τα τελευταία χρόνια έχω ανακαλύψει το συγκλονιστικό κομμάτι, μετά την Ανάσταση, στο οποίο μένω. Αυτό το χωρίς περιορισμούς κείμενο του ορθόδοξου τυπικού, που σπάνια κάθεται ο κόσμος να το ακούσει και που με δυο λόγια λέει ότι κι αυτός που έρχεται την τελευταία στιγμή είναι καλοδεχούμενος, γιατί το τραπέζι είναι γεμάτο και τους χωράει όλους.»

ΕΡ.: Είστε εντός του χριστιανικού πνεύματος, το βιώνετε…

«Αυτή η έννοια της απόλυτης δεκτικότητας των πάντων, ότι χωρούν τα πάντα και όλοι εδώ, εμένα μου ταιριάζει πάρα πολύ. Είναι ένα στοίχημα της ζωής το να καταλάβουμε ότι τελικά όλοι στον πυρήνα μας, στο σκληρό κουκούτσι, πέρα από εικόνες, στεγανά και κοινωνικές συνθήκες, είμαστε ίδιοι. Ακόμη και με τον Αλβανό που φοβόμαστε. Ακόμη και με αυτούς τους ανθρώπους, που έχουν καταντήσει ο σκουπιδοτενεκές τού πλανήτη και κάνουν τη βρώμικη οουλεια για λογαριασμό όλων, τα σκιάχτρα και οι μπαμπούλες των φόβων όλων μας, δικαίων ή αδίκων…»

ΕΡ.: Απόλυτη δεκτικότητα;

«Υπάρχει ένας τόπος και μια στιγμή όπου χωράνε όλοι, γιατί είναι ίδιοι.»

ΕΡ.: Ποιο πρόσωπο του θείου δράματος πιστεύετε ότι βρίσκεται πιο κοντά σε εσάς;

«Η Παναγία.»

ΕΡ.: Η Παναγία κάτω από το σταυρό; Αυτή η εικόνα;

«Επειδή είναι ο φορέας του τέλεια στρογγυλού και ακέραιου αισθήματος που για μένα είναι μια απόλυτη εικόνα τού τι είναι θηλυκότητα. Είναι μια πλήρης αγκαλιά.»

ΕΡ.: Πιστεύετε ότι αυτά τα πρόσωπα που μετέχουν στο Θείο Δράμα συναντώνται και στην καθημερινότητα; Είναι ρόλοι που μοιράζονται μια κι έξω ή πού εναλλάσσονται;

«Είναι πτυχές της δικής μας ψυχής και της αντιφατικότητας και της πολυπλοκότητας που έχει η ψυχή ενός ανθρώπου. Οι μαθητές κι όλα τ’ άλλα πρόσωπα του Θείου Δράματος είναι σαν την ψυχή μας – ένα πρίσμα με πολλές πλευρές. Καθένα απ’ αυτά τα πρόσωπα είναι ένα κομμάτι που περιέχει η ψυχή μας.»

ΕΡ.: Η Παναγία σπάει τον καθρέφτη;

«Η Παναγία τα περιέχει όλα. Είναι η πλήρης αγκαλιά, όπου όλα αυτά τα κομμάτια γίνονται ένα μέσα από την απόλυτη αποδοχή… Μόνο μέσα από την απόλυτη αποδοχή και παραδοχή μπορεί ο κάθε άνθρωπος να αισθανθεί ότι όλα αυτά τα κομματάκια μπορούν να ενωθούν. Αυτό είναι το θαύμα της αγάπης, ότι κάνει τα πράγματα που καθρεφτίζονται μέσα σ’ αυτήν, ολόκληρα, τα ενοποιεί και τα δοξάζει…»

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Μεγάλη Τετάρτη, 15 Απριλίου 1998

Πηγή: https://antifono.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7-%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%80%CE%B7/?fbclid=IwAR3e_fSxJ8OmuJLERfJZ-WkgHpCYCY1J05rxH0bc9TcCSEU4YR0aZ2Bes0Q

Η ζωγραφική παράσταση που πλαισιώνει τη σελίδα (“Το προσκύνημα της δεσποινίδος”, 1932) είναι έργο του Θεόφιλου.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας…!

Όταν ο καταστασιακός Γκύ Ντεμπόρ συναντά τον συνδυασμό «Αθήνα για την Ελλάδα: Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων»

Αν κουράζεστε να με διαβάσετε, μείνετε στη γλυκιά προτροπή μου: Ψηφίστε Γιώργο Καραμπελιά: «Αθήνα για την Ελλάδα». Παρόλα αυτά…:

Γεννήθηκα το 1968 και μεγάλωσα στο κέντρο της Αθήνας, στην ιστορική γειτονιά του Αγίου Παύλου, πολύ κοντά στο Σταθμό Λαρίσης και την πλατεία Βάθη.

Σε αυτή τη μικρή γωνιά, γνώρισα την κοινότητα, η οποία αποτέλεσε – ανά τους αιώνες και κάτω από διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά συστήματα – συστατικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού. Την αποκαλούσα- και την αποκαλώ- συχνά συνοικία, το…συν του οίκου μας. Η πραγματική και πνευματική διεύρυνση της ιδιωτικής μας ζωής, που μεταμορφωνόταν σε δημόσιο βίο.

Ήταν ο δημόσιος χώρος, που αγκάλιαζε το παιχνίδι, τη δημιουργία, τις μικροχαρές και τις μικρολύπες, την ευθύνη μας ως πρόσωπα, απέναντι στη μικρή κοινότητα, «τη λαχτάρα για τον έπαινο του Δήμου και των σοφιστών, για τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε», όπως μας λέει ο Χρήστος Γιανναράς.

Η συνοικία μας, συνδεόταν, παράδοξα και ομόδοξα με όλες εκείνες τις συνοικίες μιας μαγικής πολύβουης πόλης, που απλωνόταν, λίγο πιο πέρα. Η Αθήνα, παρά τις διαφορές της, έμοιαζε μια συνεκτική κοινότητα των συνοικιών και των Προσώπων και όχι η «μοντέρνα» απρόσωπη μεγάπολη, η «α-πολίτιστη» μητρόπολη, όπως κακοποιείται και διαμορφώνεται εδώ και χρόνια, τόσο από το σφυρί ενός κεφαλαιοκρατικού «εκσυγχρονιστικού» παρασιτισμού, όσο και από το αμόνι, ενός αριστερού μηδενιστικού κοσμοπολιτισμού, χωρίς πνευματικό κέντρο.

Επειδή ακόμα και τότε που οι άσχημες πολυκατοικίες της εργολαβίας του Καραμανλή και της χούντας, μας είχαν περικυκλώσει, το καντηλάκι ενός υπαρξιακού πνευματικού «κέντρου», άναβε με ισχυρή φλόγα. Η εκκλησία του Αγίου Παύλου, όριζε και την ομώνυμη Ενορία μας. Εντέλει, «Εν-ορία», δεν ήταν μόνο η πολεοδομική διαίρεση μέσα από τις τοπικές εκκλησίες. Ήταν κάτι περισσότερο και πολύ πιο συμβολικό, σχεδόν «μεταφυσικό».

Όμως, με φυσιολογικό τρόπο, δημιουργούσε τα όρια εντός μας. Τα προσωπικά και δημόσια όριά μας, που δημιουργούσαν την ταυτότητά μας, ως σύν-οικοι. Δηλαδή, ως πρόσωπα που είχαμε αμοιβαίες –ακόμα και στις συγκρούσεις ή στις μικροπρέπειες – κοινοτικές σχέσεις. Στην πλατεία, στα σχολεία, στα καφενεία και τα μικρομάγαζα της γειτονιάς. Η υπαρξιακή αυτή «ενορία» μας, ήταν, καθόλου παραδόξως, ανοικτή και όχι κλειστοφοβική. Όταν περνούσες την οδό Λιοσίων, για να ανοιχτείς στην υπόλοιπη Αθήνα, ήξερες από πού έρχεσαι. Ήσουν αγιοπαυλίτης. Αυτό σου έδινε τόσο ασφάλεια, όσο και την ευδαιμονία της αναζήτησης και της γνωριμίας με άλλες ανάλογες συνοικίες και πρόσωπα.

Καραμπελιάς και Ντεμπόρ

Όταν ο συνδυασμός «Αθήνα για την Ελλάδα: Γιώργος Καραμπελιάς, υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων, μιλά για την ανασύσταση των Ενοριών και των γειτονιών, ως κοινωνικών ενοποιητικών θεσμών αλληλεγγύης, μιλά – πέρα από την αντίσταση στον μητροπολιτικό εκχυδαϊσμό των μοντέρνων «πόλεων» – για τον εκσυγχρονισμό εκείνης της συν-οικίας, του «παραδοσιακού» αθηναϊκού κέντρου. Βαθιά επαναστατική ευθύνη μας και υποχρέωση, στους δύσκολους καιρούς μας. Ο Δήμος Αθηναίων, είναι πια μια μαύρη τρύπα της Αττικής, μια πόλη απόγνωση. Αλλοτριωμένη και καθόλου οικουμενική, επειδή οι οικονομικοί και οι πολιτιστικοί τεχνοκράτες θέλουν να είναι «διεθνιστική», παράσιτο της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή. Παρασιτική απόφυση της Δύσης, σε επίπεδο πόλης, όπως έλεγε κάποτε ο Γιώργος Καραμπελιάς για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο. Μια πόλη, όπου οι άνθρωποι δεν ζουν μέσα της παρά μόνο ως άτομα. Και όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, «όποιος δε ζει μέσα στην Πόλη, είναι ή θηρίο ή Θεός». Μα αυτή δεν είναι η εικόνα του αθηναϊκού κέντρου; Μικροί «θεοί» της ψευδοαυτοδιοίκησης που θέλουν να προσαρμόσουν την Αθήνα στις εντολές του πολυεθνικού κεφαλαίου, της διαχείρισης των ανθρώπων ως πράγματα, ή άτομα-θηρία, σε μια κατακερματισμένη μεγάπολη χωρίς το κοινό Αγαθό της συνοχής, του πολιτισμού και της εκκλησίας του Δήμου.

Η πολυπολιτισμικότητα που προτάσσεται στις πόλεις της Δύσης, δεν έχει καμία σχέση με την ετερότητα και τον πλουραλισμό. Είναι ακραία καπιταλιστική εντολή και σε καμία περίπτωση δεν εμπεριέχει ανθρωπιά, Δημοκρατία και ελευθερία. Η παγκοσμιοποίηση της Αθήνας είναι μια μισάνθρωπη οδηγία των δεξιών και των αριστερών εξουσιαστών.  Είναι η κατασκευή κλειστών ψευδοκοινοτήτων. Πολιτισμικά κουτάκια σε πόλεμο μεταξύ τους, εφόσον δεν υπάρχει κανένα ενιαίο πνευματικό και κοινωνικό κέντρο ενός δημοκρατικού πολιτισμού που γέννησε η φωτεινή γεωγραφία τούτης της γης.

Το ψευτομοντέρνο και ψευδοανθρωπιστικό πρότυπο των παγκοσμιοποιημένων Μητροπόλεων (Βερολίνο, Βαρκελώνη, Μανχάταν, Άμστερνταμ, Λονδίνο, κ.α), αποτελούν περισσότερο την υλοποίηση της εφιαλτικής «Μητρόπολης» του Φρίτς Λάνγκ, παρά το «προοδευτικό» όραμα ενός νέου τύπου «πολίτη». Οι απρόσωπες μητροπόλεις είναι οι εγωιστικές πόλεις της νέας «τουριστικής» ατομικής ψευδοελευθερίας. Οι πόλεις Ντίσνευλαντς και σούπερ μάρκετς πολεοδομικών εμπορευμάτων, με τα θεματικά πάρκα, τους αυτοματισμούς και τον τουρισμό ως παρασιτική κυκλοφορία των ανθρώπων-εμπορευμάτων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πρόταση αλλοτριωμένης ελευθερίας των ατόμων και όχι των προσώπων και των συνοικιών. Και όπως, έγραφε ο καταστασιακός φιλόσοφος Γκύ Ντεμπόρ, οι ενσωματωμένες πόλεις του θεάματος, είναι κοινότοπες. Στην ουσία γίνονται ίδιες, «ενοποιούνται», φτάνοντας, όπως τόνιζε, στον απόλυτο εκχυδαϊσμό και μοιάζει να «καταργούνται» εντέλει οι διαφορετικοί τόποι και το έδαφος. Και συνέχιζε, λέγοντας ότι οι πόλεις αυτές «ενώνουν τους ανθρώπους, αλλά τους ενώνουν ως διαχωρισμένους» (…) «Είναι η ακοινώνητη κοινωνικοποίηση του εμπορεύματος και του Θεάματος», ενάντια σε κάθε ιστορική συνέχεια και παράδοση.

Την ίδια στιγμή, οι σύγχρονες μαζικές πρωτεύουσες -μέσα από την «εκσυγχρονιστική» πολεοδομία –   διαχωρίζουν τα άτομα σε ομάδες ατόμων. Κοινωνικές και πολιτιστικές «φυλές» της πόλης, τις ονομάζουν τα περιοδικά τύπου Κοσμοπόλιταν. Οι μεγαπόλεις, ενοποιούν και μαζικοποιούν μέσω της αστικής αρχιτεκτονικής και την ίδια στιγμή, διαχωρίζουν και αποξενώνουν τους κατοίκους. Επειδή, το ενοποιημένο έδαφος (η συνοικία, το χωριό, η κοινότητα, ο Δήμος, κλπ), αποτελεί απειλή για την εξουσία. Ο μονόδρομος, της ευρωπαϊκής  κοσμοπολίτικης πρωτεύουσας, των Ηλιόπουλου, Γερουλάνου, Μπακογιάννη, είναι μια εξουσιαστική απόφαση πολεοδομικής κυριαρχίας η οποία γιγαντώνει την αποξενωμένη από τους κατοίκους της, πόλη. Ο άλλος πόλος, ο ναζιστικός, του Κασιδιάρη, οδηγεί σε έναν κλειστό φυλετικό απομονωτισμό που οδηγεί και αυτός σε μια υποταγή των πολιτών, αφενός σε έναν πρωτόγονο ατομικιστικό πόλεμο ιδεολογιών και την υποταγή του πολίτη σε μια δεσποτική εξουσία. Το δίπολο αυτό, συνειδητά προβάλλεται ως μοναδική προοπτική, ενάντια σε κάθε δημοκρατικά πατριωτική εναλλακτική, ενάντια στον Επιτάφιο του Περικλή, την Αντιγόνη και τη λαϊκή ευχαριστιακή κοινότητα της Ορθοδοξίας που μπορεί να σέβεται και να εμπεριέχει τον Άλλον, ως βιωματική σχέση γειτονιάς.

Και συνεχίζει ο Ντεμπόρ…

Η κοινωνία του Θεάματος, των μητροπόλεων, δεν δημιουργεί πολίτες, αλλά αναπαραστάσεις του ζωντανού άνθρωπου, «αντιπροσώπους του θεάματος». Τα διαφορετικά άτομα ή κοινότητες ατόμων, οι κοινωνικές ή πολιτιστικές φιγούρες της Αθήνας, «μειονότητες» ή «πλειονότητες», παίρνουν «τη θέση στη σκηνή ως «βεντέτες», είναι το αντίθετο του ανθρώπου, ο εχθρός του ατόμου, τόσο μέσα του όσο, προφανώς, και μέσα στους άλλους». (…) «εκείνο που κρύβεται πίσω από τις αντιθέσεις είναι η ενότητα της αθλιότητας», ως κατανάλωση.

Γι’αυτό και η γενική τάση των πόλεων αυτών, οδηγεί στο μονόδρομο της απομόνωσης, επειδή η μεγάλη πρόκληση και προσφορά των αετονύχηδων, είναι να γίνει η Αθήνα, «παρατουριστικό θέρετρο» (AirBnb, κ.α), με συγκροτήματα «πολιτιστικών» κέντρων χωρίς παράδοση και θεματικά «χωριά» μαζικής κατανάλωσης, κ.α. Η πόλη, διαμελίζεται, κοινωνικά, πολιτισμικά και θεσμικά. Όπου προτείνεται, αυτός ο «εκσυγχρονισμός» και η αστική «εκβιομηχάνιση» των γιάπηδων πολυεθνικών Δημάρχων, είναι κατά το σκεπτικό του Ντεμπόρ, μια «εξουσιαστική απόφαση που διαμορφώνει αφηρημένα το έδαφος σε έδαφος αφαίρεσης», φθάνοντας τελικά «στη δυνατότητα επέμβασης στην κληρονομικότητα», κατ’άναλογία της μισάνθρωπης πρότασης των τεχνοκρατών της γενετικής, να παρέμβουν, μεταλλάσσοντας, την ίδια την ουσία του ανθρώπου.

Οι ψευδομοντέρνες πρωτεύουσες της παγκοσμιοποίησης, μισούν την πολιτισμική συνέχεια, έστω κι αν την επικαλούνται, επειδή όπως τονίζει ο Ντεμπόρ, « “οι νέες πόλεις” της τεχνολογικής (διαιρεμένης) ψευδο-αγροτιάς (σ.σ, με την έννοια των ανθρώπων που δυσκολεύονται να αναλάβουν κοινές δράσεις, όπως οι απομονωμένοι αγρότες), αποτυπώνουν καθαρά πάνω στο έδαφος, τη ρήξη με τον ιστορικό χρόνο (σ.σ. την ιστορική συνέχεια, την παράδοση ως κληρονομιά, δηλαδή) πάνω στον οποίον οικοδομήθηκαν. Το έμβλημά τους μπορεί να είναι: “εδώ, δε θα συμβεί ποτέ τίποτα και τίποτα δε συνέβηκε ποτέ”».  Και το μόνο που μπορεί να τους ενώσει είναι ένας συγκεντρωτικός δεσποτισμός και η πλάνη της κατανάλωσης και του Θεάματος. Κάτι που οδηγεί στη «γενική διάλυση που οδήγησε, έτσι, την πόλη στην κατανάλωση του εαυτού της»

Και τότε, ο μόνο εναλλακτικός δρόμος, όπως προτείνει ο Καραμπελιάς και ο Ντεμπόρ, είναι η επανα-οικειοποίηση, όχι μόνο της γειτονιάς και των τόπων, αλλά και της «συνολικής τους ιστορίας».

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

Η κληρονομιά του ΜΑΗ ΤΟΥ ’68 και η μεταμοντέρνα λήθη

People walk by a poster reading » This year May 68 begins in April» in reference to the civil unrest in France during May 1968, in Paris on April 11, 2018. / AFP PHOTO / JOEL SAGET (Photo credit should read JOEL SAGET/AFP/Getty Images)

του Λεωνίδα Χ. Αποσκίτη, υποψήφιου Δημοτικού Συμβούλου με τον συνδυασμό Αθήνα για την Ελλάδα

Ο μεταμοντέρνος μεγάλος μετασχηματισμός των ημερών μας κατέστη δυνατός γιατί είχε ως όχημα μια σειρά φιλοσοφικών εξελίξεων, όπως ισχυρίζεται ο μελετητής του, Ντάνιελ Μπελ, στο έργο του «Ο πολιτισμός της μεταβιομηχανικής Δύσης» (εκδ. Νεφέλη, 1999).
Διέθετε μια μεγάλη δεξαμενή να αντλήσει «από τις σφοδρές επιθέσεις του Νίτσε και του Χάϊντεγκερ στην παραδοσιακή μεταφυσική» (ο.π. σ.334) μέχρι τα «γλωσσικά παιχνίδια» του Βίτγκενστάϊν και την κουλτούρα των σίξτις, η οποία αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ο μεγάλος πνευματικός σπασμός που φάνηκε στην αρχή, αλλά μια κοινωνική μετάλλαξη με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα.

Το «1968», η στιγμή που ενώθηκαν όλα τα νήματα των 60’ς –πολιτικά, ηθικά, σεξουαλικά και καλλιτεχνικά- υπήρξε μια εικονοκλαστική πολιτιστική επανάσταση, εν πολλοίς όπως η Μεταρρύθμιση, η οποία δεν ενείχε την απελευθέρωση. Γκρέμισε κατεστημένους θεσμούς αλλά επέβαλε και στείρες αντιλήψεις στην τέχνη, την εκπαίδευση και την ανατροφή των παιδιών με αρνητικά αποτελέσματα για τις επόμενες γενιές.
Τηλεόραση και κινηματογράφος γέμισαν από μουσικά και καλλιτεχνικά σκουπίδια και στα περισσότερα μουσεία φιλοξενούνται αφηρημένα έργα μοντέρνας τέχνης, ενός καλλιτεχνικού ρεύματος που, αποδεδειγμένα πλέον, η ίδια η CIA χρησιμοποίησε σαν ψυχροπολεμικό «όπλο» σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η νεοσύσταση τότε αμερικανική υπηρεσία αντικατασκοπείας, που είχε στελεχωθεί με αποφοίτους του Χάρβαρντ και του Γέηλ, έφθασε να διευθύνει σε 36 διαφορετικές χώρες γραφεία της σχετικής υπηρεσίας Propaganda Assets Inventory, επηρεάζοντας πάνω από 800 εφημερίδες, περιοδικά και εκδοτικούς οργανισμούς παγκοσμίως για την εκ του ασφαλούς υποστήριξη του αφηρημένου εξπρεσσιονισμού. Οι επιφανέστεροι εκ των ευεργετών του ήταν οι Ροκφέλλερ, συνιδρυτές του μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.
Ο Μπιλ Κλίντον στις ΗΠΑ και ο Βάτσλαβ Χάβελ στην Πράγα, δύο χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της γενιάς του ’60, όπως και πολλοί άλλοι, αποτέλεσαν τον τέλειο συνδυασμό του ναρκισσισμού των baby-boomers, της πολιτικής ορθότητας και της κυνικής επιθετικότητας της νέας τάξης στα Βαλκάνια και την Μέση Ανατολή.
Ο Ανρί Βεμπέρ (Henri Weber), καθηγητής των πολιτικών επιστημών σήμερα και ηγετικό στέλεχος των φοιτητών του Μάη, στην πρόσφατη έκδοση της σχετικής μελέτης του, χωρίς να αρνείται την σπουδαιότητα αυτού του μοναδικού γεγονότος, διατείνεται ότι πρέπει να την υπερβούμε διαφυλάσσοντας όμως το συγκρουσιακό, αντι-ιεραρχικό, μήνυμά της. (Ανρί Βεμπέρ, «Πρέπει να απαλλαγούμε από την κληρονομιά του Μάη του ’68;», εκδ. Ηλίβατον, 2008)

Αν από τον αντικρατισμό της κουλτούρας των 60’ς δημιουργήθηκε ένας εκτρωματικός δίαυλος προς την νεοφιλελεύθερη κοινωνική αντίληψη και την οικονομία του «laissez-faire», χρειάζεται να κάνουμε την αντίθετη, προστατευτική, κίνηση για να βρούμε την ισορροπία και να εμποδίσουμε την καταστροφή.
Να αναζητήσουμε την ρεαλιστική ουτοπία της συμμετοχής στην διαμόρφωση του συλλογικού μας μέλλοντος, της ολοκληρωμένης δημοκρατίας.

 

Ο σπαρακτικός, γλυκός, «αναρχικός» Δημήτρης Ποταμίτης…και ο ‘Ελληνας βάτραχος!

Θυμήθηκα τον Δημήτρη Ποταμίτη από μια συνέντευξη που βρήκα τυχαία στο διαδίκτυο. Ασκητική, αιρετική μορφή, των εφηβικών και ενήλικων χρόνων μου. Ένας αιώνιος, περίεργος και καλλιτεχνικά ευαίσθητος έφηβος. Παιδί ακόμα βλέποντας παιδικές παραστάσεις του, ανίδεος από θέατρο, τον προσέγγιζα με την καρδιά ενός πιτσιρικά που μπορεί να διακρίνει την ειλικρίνεια μέσα στο πάθος για την τέχνη.

Μέσα από την τέχνη του, διαισθανόμουν αυτή την παράξενη επαναστατική και παθιασμένη ερωτική σχέση που είχε με την Ελλάδα, αυτός ο μικρός λαός, ο μέγας, και οι μεγάλοι διανοούμενοι που εμπνευστήκαν από αυτόν για μεταδώσουν το ελληνικό μέσα στο  οικουμενικό και να ανακαλύψουν στο παγκόσμιο μέσα στη μικρή εθνική γωνίτσα μας! Κατανοούσα την απελπισία του για μια Ελλάδα που χανόταν μέσα στην καταναλωτική ευτέλεια και στη σαχλαμάρα του θεάματος. Πονεμένος θυμός και θυμωμένος πόνος. Πατριώτης και καθόλου σωβινιστής! πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι σωβινιστής ένα άνθρωπος που παιδί ακόμα, «έντυνε» τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου με την Τέχνη και την αθωότητα της αντίστασης, από παιδιά του Δημοτικού και του Γυμνασίου!!!

Πρωτοποριακός και ο οξυδερκής, μέσα από το σπίτι του, το Θέατρο Έρευνας στα Ιλίσια, μας ταξίδευε στον κόσμο του ονείρου και της κριτικής!

Σε μια συνέντευξή του είχε πει: «Σαν Kύπριος που μεγάλωσε με μονομανίες και ιδεολογίες σε μια χώρα που εξακολουθεί να έχει εθνικά ιδεώδη, δεν μπορούσα να μη γίνω ιδεολόγος. Είναι στάση ζωής αυτό. Ως ιδεολόγος και κυπριακό μουλάρι, είχα βάλει στόχο να μην κάνω κάτι αν δεν μου αρέσει. Δεν με ενδιέφερε αν θα πεινάσω. Είχα μια ακαταδεξία στα εύκολα, που στην Eλλάδα ήταν και τα εμπορικά»….

Σπαρακτικά διορατικός για την κατρακύλα και την παρακμή της Ελλάδας που την έβλεπε να έρχεται, ο Ποταμίτης στο θεατρικό έργο του, «ο Έλληνας βάτραχος», περιγράφει και εντοπίζει με τον λυρικό και συμβολικό λόγο του τις αιτίες μέσα από τις οποίες η «Πόλις Εάλω»!  Και γράφει: «Τέλος θα ήθελα να δηλώσω ότι δεν έχω άλλο στο νου μου «πάρεξ ελευθερία και γλώσσα», δηλαδή Ελλάδα. Κι αν είμαι κάποτε πικρός, είμαι από αγάπη. Η αυτοκριτική, μόνο αν είναι βασανιστική μπορεί να είναι ωφέλιμη. Άλλωστε ο χειρότερος εχθρός του πατριωτισμού είναι ο σοβινισμός».

Στον «Έλληνα βάτραχο», μετά από μια βιβλική καταστροφή, ο μόνος επιζήσας νεοέλληνας ο Χ, μισολιπόθυμος, βρίσκεται πάνω στα μάρμαρα της στέγης του Παρθενώνα. Δίπλα του ένα μπαούλο. Βρίσκει έναν βάτραχο που τον ονομάζει Διογένη και αρχίζει να του εξιστορεί την ιστορία μας, με τον δικό τους τρόπο:

Απόσπασμα από τον «Έλληνα βάτραχο»:

«Ο μύθος των αγαλμάτων»

«-Δεν μπορώ να το πιστέψω, Διογένη, δεν μπορώ να το πιστέψω! Εσύ το πιστεύεις; Πιστεύεις ότι είμαστε ζωντανοί, ότι βρισκόμαστε εδώ, ότι βιώνουμε αυτό το παράλογο; Βρε συ, μπας κι είμαστε πεθαμένοι; Μπας κι ότι βλέπουμε, ό,τι ακούμε, ό,τι ζούμε, όλη αυτή η αναρχία γύρω μας, η φυσική αναρχία, δεν είναι παρά ο εφιάλτης των νεκρών; Μπας κι όλα αυτά τα τελεσίδικα που τα μισώ ακριβώς γιατί είναι τελεσίδικα, δεν υπάρχουν στ’αλήθεια; Μπας κι ο κόσμος είναι όμορφος και λογικός, η πατρίδα όμορφη και αιώνια; Μπας κι ο εφιάλτης είναι εδώ, τώρα, το σήμερα, όχι το χτές; 

Τσίμπα με, τσίμπα με να δω αν είμαι ζωντανός! Αλλά όχι, γιατί πάλι μπορεί να΄ναι κι αυτό ένα μέρος του εφιάλτη…Δεν υπάρχει τρόπος να ανακαλύψω τι συμβαίνει…Το σήμερα είναι αβάσταχτο λόγω του χτες ή λόγω του εαυτού του; Θε μου, ας γίνει να γυρίσει η Πατρίδα πάλι πίσω. Να γυρίσει πάλι πίσω η πρώτη μου νιότη. Τότε που αγάπησα την Άννα… Τότε που ο Σπύρος μ’έμαθε πόσο δύσκολο πράμα είναι να είσαι άντρας…

Τότε που ο δάσκαλός μου, ο κυρ Παναγιώτης, μ’έμαθε πως πατριδογνωσία σημαίνει να αγαπώ τη γλώσσα μου. Τότε που ο Μάνος μ’έμαθε να είμαι ερωτικός, γι’αυτό και αβάσταχτα ασκητικός…Τότε που ο Γιάννης μ’έμαθε με δυο πινελιές σε μια σπασμένη στάμνα, να αφουγκράζομαι τη φωνή των πραγμάτων…Η κυρα-Μαρία να είμαι σεμνός αλλά περήφανος, παγκόσμιος αλλά Έλληνας…Τότε που…Τότε που…Πότε; Χτες ή αύριο;

Συνέβησαν; Θα συμβούν; Που είστε αγάπες μου; Που πήγατε; Έι…Έι…Γιατί δεν απαντάτε; «Ό,τι αγάπησες είναι καλά κλεισμένο μες την πέτρα. Περιμένει να το λευτερώσεις!» Στην πέτρα…Εκεί όλοι οι φίλοι μου…Εκεί ο Σοφοκλής, εκεί ο Όμηρος, ο Πλάτωνας και Μακρυγιάννης, ο Καραϊσκάκης, ο Θεόφιλος, ο Διόνυσος, ο Καραολής εκεί και ο Δημητρίου! Εκεί…Στην πέτρα!

Εκεί και οι ακρογιαλιές της Αμμοχώστου! Ξέρεις Διογένη, τα αγάλματα δεν τα σμιλεύει ο καλλιτέχνης, αυτό είναι ψέμα! Τα αγάλματα υπάρχουνε μέσα στην πέτρα! Ο καλλιτέχνης πρέπει να τα απελευθερώσει από την πέτρα! Έχουμε πολλή δουλειά το ξέρεις;

Δημήτρης Ναπ.Γ

 

 

 

 

 

Chomsky vs Foucault: Ανθρώπινη φύση, δικαιοσύνη εναντίον εξουσίας

Η συζήτηση μεταξύ του Τσόμσκι και του Φουκώ “Ανθρώπινη φύση: δικαιοσύνη εναντίον εξουσίας” έγινε το 1971 για λογαριασμό της ολλανδικής ραδιοφωνίας-τηλεόρασης με συντονιστή τον Fons Elders. Η συζήτηση συμπεριλήφθηκε στον τόμο “Reflexive Water, The Basic Concerns of Mankind” (Souvenir Press, Λονδίνο, 1974), ο οποίος εκδόθηκε σε επιμέλεια του συντονιστή.

Η συζήτηση που ακολουθεί (με αγγλικούς υπότιτλους το βίντεο, στα ελληνικά το κείμενο της συζήτησης) αναδεικνύει τις διαφορετικές προσεγγίσεις των δύο φιλοσόφων πάνω στα ζήτημα της ανθρώπινης φύσης, της δικαιοσύνης και της εξουσίας.

Πηγή: http://ipressa.gr/chomsky-vs-foucault-anthropini-fysi-dikaiosyni-enantion-eksousias/

Γκούσταβ Λαντάουερ – Αναρχία και μη βία

[…] τὶ σχέση μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ δολοφονία προσώπων μὲ τὸν ἀναρχισμό, μὲ τὴ διδασκαλία μιᾶς μὲ πάθος ἐπιδιωκώμενης κοινωνίας χωρὶς κράτος καὶ χωρὶς αὐταρχικὸ καταναγκασμό, μὲ τὸ κίνημα ἐνάντια στὸ κράτος καὶ τὴ νομιμοποιημένη βία; Ἀπολύτως καμία. Ὅμως οἱ ἀναρχικοὶ θεωροῦν ὅτι οἱ διδασκαλίες καὶ οἱ ἐξαγγελίες δὲν ἐπαρκοῦν· τὸ καινούριο κοινωνικὸ οἰκοδόμημα δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ, διότι τὸ ἐμποδίζει ἡ βία τῶν ἐξουσιαστῶν· ἔτσι βγάζουν τὸ συμπέρασμα ὅτι μαζὶ μὲ τὴν προφορικὴ καὶ γραπτὴ προπαγάνδα, καθὼς καὶ μὲ τὸν σχεδιασμό, συμβαδίζει καὶ ἡ καταστροφή. Αὐτοὶ ἀδυνατοῦν πάρα πολὺ στὸ νὰ θέτουν ὅρια· ἔτσι τουλάχιστον προπαγανδίζουν τὴν πράξη καὶ κάνουν προπαγάνδα μέσῳ τῆς πράξης. […]

Ἡ πολιτικὴ τῶν δολοφονικῶν ἐπιθέσεων τῶν ἀναρχικῶν, ἐξαιτίας τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο ἀγωνίζεται μιὰ μικρὴ ὀμάδα, καταλήγει ἐν μέρει νὰ ἐξομοιωθεῖ μὲ αὐτὴ τῶν μεγάλων κομμάτων. Αὐτὴ ὑποκρύπτει μιὰ ἀλαζονεία. […]

Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ βασικὸ σφάλμα τῶν ἐπαναστατῶν ἀναρχικῶν, τὸ ὁποῖο συμμεριζόμουν κι ἐγὼ γιὰ ἀρκετὸ μαζί τους, τὸ ὅτι πιστεύουν δηλ. ὅτι μποροῦν νὰ πετύχουν τὸ ἰδανικὸ τῆς μὴ βίας μέσῳ τῆς βίας. […] Καὶ ἡ ἀναρχικὴ βία εἶναι μιὰ αὐταρχικὴ βία. Συνεπῶς κάθε βία εἶναι ἢ δεσποτισμὸς ἢ αὐταρχισμός.

Οἱ ἀναρχικοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιληφθοῦν τὸ ἑξῆς: ἕνας σκοπὸς ἐπιτυγχάνεται μονάχα ὅταν τὸ μέσο ἔχει ἤδη βαφτεῖ μὲ τὸ χρῶμα αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Ποτὲ δὲν φτάνει κάποιος στὴ μὴ βία μέσῳ τῆς βίας. Ἡ ἀναρχία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν ἀναρχικοί, πραγματικοὶ ἀναρχικοί, ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἀσκοῦν πλέον καμιὰ βία. […]

Ἡ ἀναρχία ποτὲ δὲν θὰ εἶναι μιὰ ὑπόθεση τῶν μαζῶν, ποτὲ δὲν θὰ ἔρθεῖ στὸν κόσμο μέσῳ τῆς ἐπιδρομῆς ἢ τῆς ὁπλισμένης ἐξέγερσης. Καὶ ἀκόμη περισσότερο, τὸ ἰδανικὸ τοῦ ὁμοσπονδιακοῦ σοσιαλισμοῦ δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ μὲ τὸ νὰ περιμένουμε μέχρις ὅτου τὸ ἤδη συσσωρευμένο κεφάλαιο καὶ ἡ κυριότητα τῆς γῆς νὰ περιέλθουν στὰ χέρια τοῦ λαοῦ. Ἡ ἀναρχία δὲν εἶναι μιὰ ὑπόθεση τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ τοῦ παρόντος· εἶναι μιὰ ὑπόθεση τῆς ζωῆς κι ὄχι τῶν ἀπαιτήσεων. […]

Ὅποιος δολοφονεῖ, βαδίζει πρὸς τὸν θάνατο. Αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ δημιουργήσουν τὴ ζωὴ πρέπει νὰ εἶναι ἐκ νέου ζωντανοὶ καὶ ἀπὸ μέσα τους ἀναγεννημένοι. […]

Ἡ κατάσταση τῆς ἀναρχίας μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ μονάχα σ’ ἕνα καινούριο κόσμο, σὲ μιὰ χώρα ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμη ἀνακαλυφθεῖ. Αὐτὴ τὴ χώρα κι αὐτὸν τὸν πλούσιο κόσμο θὰ τὰ βροῦμε ὅταν θ’ ἀνακαλύψουμε, ὁ καθένας μέσα στὸν ἑαυτό του, μέσῳ τοῦ χάους καὶ τῆς ἀναρχίας, μέσῳ τῆς πρωτόφαντης, σιωπηρῆς καὶ βαθιᾶς ζωῆς, ἕναν καινούργιο ἄνθρωπο. Μόνο τότε θὰ ὑπάρξει ἀναρχία, μόνο τότε θὰ ὑπάρξουν ἀναρχικοί, ἐδῶ κι ἐκεῖ, μεμονωμένοι, διασκορπισμένοι· αὐτοὶ τότε θὰ συναντοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ δὲν θὰ σκοτώνουν τίποτε ἄλλο παρὰ μονάχα τὸν ἑαυτό τους, ἕνας μυστικὸς θάνατος, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ μέσῳ τῆς πιὸ βαθιᾶς ἐνδοσκόπησης στὴν ἀναγέννηση· […]

Ἡ μεγάλη ἐποχὴ θὰ ἔρθει γιὰ ’κείνους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἀνέχονται πιὰ ὄχι μόνο καταστάσεις καὶ θεσμούς, ἀλλὰ οὔτε τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό: γι’ αὐτοὺς ὁι ὁποῖοι δὲν θὰ σκοτώνουν ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό. […]

Μόνο ὅποιος λογαριάζει τὸ ἄγνωστο, λογαριάζει σωστά. Διότι ἡ ζωὴ καὶ ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται μέσα μας εἶναι ἀκόμη ἄγνωστα κι ἀκατονόμαστα γιὰ μᾶς. […]

Καὶ θέλω νὰ πῶ μονάχα τὸ ἑξῆς: αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ποὺ ἐγὼ προτάσσω, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐμφανιστεῖ ὡς μιὰ ἐξωτερικὴ πραγματικότητα, πρέπει ἀρχικὰ νὰ γεννηθεῖ καὶ νὰ καλλιεργηθεῖ στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου. Σήμερα ὁ σοσιαλισμὸς κατέληξε μὲ ἀνεπαίσθητο τρόπο νὰ γίνει μιὰ κακομεταχειρισμένη λέξη· συμπεριέλαβε ἕνα σωρὸ πράγματα, τὰ ὁποῖα τώρα εἶναι ἄσχετα μεταξύ τους. Ὁ δογματισμὸς καὶ ὁ ἀγώνας τῶν συνθημάτων, τὰ ὁποῖα κάποιος εἶχε θέσει ὡς οὐτοπικὰ ὁρόσημα γιὰ τὴν ἀρχὴ μιᾶς νέας περιόδου, βαίνουν παντοῦ πρὸς τὸ τέλος τους· ἡ πραγματικότητα ἐξω ἀπὸ τὶς λέξεις ἔγινε παντοῦ ρευστή, ἀνυπολόγιστη καὶ ἀσταθής. Καθαρότητα ὑπάρχει μονάχα στὴ σφαίρα τῆς ἀπόδειξης καὶ τῶν λέξεων. Ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει ἡ ζωὴ σταματάει ἡ συστηματική.

Καὶ οἱ ἀναρχικοὶ μέχρι τώρα ὑπῆρξαν πάρα πολὺ συστηματικοὶ καὶ περιορισμένοι σὲ σταθερὲς καὶ στενὲς ἔννοιες· καὶ αὐτὴ εἶναι τελικὰ ἡ ὁριστικὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα, γιατὶ οἱ ἀναρχικοὶ θεωροῦν πολύτιμη τὴν ἀνθρωποκτονία. Ἔχουν συνηθίσει νὰ μὴν ἔχουν πλέον σχέση μὲ ἀνθρώπους ἀλλὰ μὲ ἔννοιες.

Γκούσταβ Λαντάουερ, Ἀναρχικὲς σκέψεις πάνω στὸν ἀναρχισμό, μτφρ. Γιάννης Καραπαπᾶς, πρωτοδημοσιεύθηκε τὸ 1901 στὴν ἐφημερίδα «Τὸ Μέλλον»

Στατιστικά

  • 64.866 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Δεκέμβριος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

…που χει λεβέντες νέους, αναρχικούς κι ωραίους!!!

Πατήστε την εικόνα για περισσότερα...

Περισσότερα...

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…