//
archives

ΙΣΤΟΡΙΑ

This category contains 107 posts

Όταν η «αιώνια λιακάδα» του γερμανικού κατεστημένου σκοτεινιάζει…

του Γιώργου Ρακκά 

δημοσιεύθηκε στην σελίδα anixneuseis.gr

Οι κλαυθμοί, λυγμοί και οδυρμοί για την άνοδο μιας σκληρής ακροδεξιάς στις γερμανικές εκλογές, που πραγματοποιήθηκε από μια μάλλον πληβειακή εκλογική κινητοποίηση όπως αποτυπώνεται στην γεωγραφία των εκλογικών αποτελεσμάτων, δεν ωφελούν, ούτε χρησιμεύουν σε τίποτα –πέραν μιας ναρκισσιστικής αυτοαναφορικότητας που θέτει ως μέτρο του πολιτικά ορθού την δημόσια έκφραση αναθεμάτων σε κάθε δυνατό τόνο και έκφραση.

Αν δεν βγει κανείς από την ριζοσπαστικά φιλελεύθερή του σαπουνόφουσκα και κοιτάξει πως μετατρέπει η παγκοσμιοποίηση τις κοινωνίες σε ‘κοιλάδες των δακρύων’, οπισθοδρομώντας σε καθεστώτα εντατικής εκμετάλλευσης και κερδοφορίας, τσακίζοντας τους μηχανισμούς της λαϊκής κυριαρχίας, και διαλύοντας κάθε έννοια πολιτιστικής συνοχής, τότε δεν θα κατανοήσει ποτέ το γιατί αυτή η άνοδος φάνταζε εδώ και πολύ καιρό αναπόφευκτη, μιας και το αντιδραστικό ρεύμα είχε προ πολλού εξασφαλίσει ρόλο προνομιακού συνομιλητή με εκείνους που αυτό ακριβώς το καθεστώς έχει ρημάξει, και βρίσκονται στις χαμηλότερες κλίμακες, στα ‘υπόγεια’ της γερμανικής κοινωνίας.

Πράγμα που συνέβη, μπροστά στα μάτια μας τα τελευταία χρόνια, ενόσω η αριστερά «πετούσε αετό» στην αιώνια λιακάδα του δικαιωματισμού, κλείνοντας το μάτι σε αυτό ακριβώς το καθεστώς άγριας λεηλασίας, και μεμονωμένες φωνές από αυτήν, όπως της Σάρα Βάνεγκεχτ, υπήρξαν εν τέλει πολύ ‘λίγες’ όσο συγκροτημένες κι αν είναι, για να αποτρέψουν την ολοκληρωτική ενσωμάτωση μέσα στο σύστημα.

Το AfD, λοιπόν, βγήκε δεύτερο στην Ανατολική Γερμανία, που αποτελεί την ‘σκοτεινή πλευρά’ του γερμανικού θαύματος –και πρώτο στην Σαξονία. Η ιστορική προοπτική των τελευταίων 20 ετών φωτίζει τα αίτια του αποτελέσματος: Το κυβερνών CDU, και συγκεκριμένα ο Σόιμπλε ήταν εκείνος που διαπραγματεύτηκε τους επαχθείς όρους της επανένωσης, τσακίζοντας τις κοινωνικές υποδομές της Πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας με την διαβόητη Τρόιχαουντ –τον προπάτορα του δικού μας υπερταμείου. Η κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων ήταν εκείνη που προκάλεσε την πλήρη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, με τις περίφημες μεταρρυθμίσεις Hertz στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Οι πολιτικές αυτές μετέβαλαν την Ανατολική Γερμανία σε «έρημη χώρα», οι περισσότεροί της νέοι την εγκατέλειψαν αφήνοντας πίσω, μόνον τους no-future της γενιάς τους, οι μεγαλύτεροι λύγισαν μέσα στην κατάθλιψη της ανεργίας, και την δυσπραγία μιας πρόνοιας που διαρκώς συρρικνώνεται.

Άμεση συνέπεια αυτών των πολιτικών, οι οποίες οδήγησαν το γερμανικό κράτος και το κεφάλαιο στο να ηγεμονεύσει εντός της Ευρώπης, και δημιούργησαν το πλαίσιο ευημερίας για τα δυτικο γερμανικά μεσοστρώματα, ήταν να περιθωριοποιήσουν ολάκερες περιοχές της ‘γερμανικής ενδοχώρας’ που κείται στα Ανατολικά. Αφού πρώτα την ξεζούμισαν, βεβαίως, στο πλαίσιο της πρώτης φάσης ‘άγριας συσσώρευσης’ της γερμανικής επέκτασης, για να ακολουθήσουν τα κράτη της ανατολικής Ευρώπης και εκείνα της βόρειας Βαλκανικής.

Η τελευταία πράξη αυτού του κοινωνικού δράματος, και η θρυαλλίδα ανόδου της ακροδεξιάς παίχτηκε με την μερκελική Willkommenskultur, την πολιτική που επικροτεί και εκθειάζει το παγκοσμιοποιητικό μπλοκ σε όλες του τις εκφράσεις, από τον Σόρος μέχρι την… Βανέσα Ρέντγκρεηβ. Χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη τα εκατομμύρια των προσφύγων που συνωστίζονται από την Συρία και την λοιπή Μέση Ανατολή, την Βόρεια Αφρική και την Κεντρική Ασία στον προθάλαμο της Ευρώπης, το γερμανικό κράτος και το κεφάλαιο θα αποπειραθούν να «αλλάξουν λαό»: Να αποσύρουν τους ‘ρημαγμένους’ στα αζήτητα της γερμανικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής, εισάγοντας ένα δυναμικό πολυπολιτισμικό πλήθος που «θα λύσει το δημογραφικό», θα αποσυμπιέσει προσωρινά τα ταμεία, και, το κυριότερο θα αποτελέσει την μελλοντική κάστα εργαζόμενων μηδαμινών διεκδικήσεων και προοπτικών, καθώς θα παραμείνουν εγκλωβισμένοι στα δικά τους πολιτισμικά γκέτο:

Ο ολοκληρωτικός κοινωνικός διαχωρισμός που επιτυγχάνεται μέσω του πολυπολιτισμικού μετασχηματισμού[1], επιδιώκεται πλέον ανοιχτά καθώς θρυμματίζει την ενότητα της λαϊκής κυριαρχίας, απελευθερώνοντας τις ελίτ από την δέσμευση να υπηρετούν έστω και προσχηματικά την εντολή που τους παραδίδει η κοινωνία, η οποία πλέον κομματιάζεται: Είναι το σημείο όπου η προοπτική της ομοσπονδιακής Ευρώπης των περιφερειών που προωθούν οι άρχουσες τάξεις, συμπίπτει έστω αυθόρμητα και συγκυριακά με εκείνην του ευρωπαϊκού Ισλάμ, το οποίο συγκροτείται εξ ίσου περιφερειακά, σε αναφορά με την υπερεθνική θρησκευτική κοινότητα της ούμμα, για την οποία είχαν την οικονομίστικη αυταπάτη ότι θα μπορούσαν να ενσωματώσουν σχετικά εύκολα στην νέα παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει, όπως γνωρίζουμε επίσης και ότι αυτή η πολιτική της Μέρκελ αποτέλεσε το ‘σημείο τελικής ρήξης’ πλατιών κοινωνικών στρωμάτων με το πολιτικό κατεστημένο, ρήξη που τροφοδότησε και την άνοδο του AfD το οποίο δεν είναι απλώς ‘ακροδεξιό’, αλλά γυρεύει ακόμα και να εξωραΐσει ορισμένες πλευρές του ναζιστικού καθεστώτος.

Η ιστορική σημασία ένταξης ενός τέτοιου σχηματισμού στο γερμανικό κοινοβούλιο δεν έχει συζητηθεί όσο της πρέπει, σε μια δημόσια σφαίρα όπου όπως είπαμε κυριαρχούν θεαματικές, και γι’ αυτό κροκοδείλιες εκφράσεις αναθεμάτων. Όμως, αυτό που καταδεικνύεται από την επιτυχία του ΑfD δεν είναι τίποτε λιγότερο από την οριστική διάρρηξη της γερμανικής μεταπολεμικής συναίνεσης, το τέλος ενός καθεστώτος που αναζητούσε σημείο ισορροπίας δια της ενσωμάτωσης των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, και όχι δια του αποκλεισμού και της υποκατάστασης των αναλώσιμων όπως κάνει σήμερα ο κοινωνικός δαρβινισμός του γερμανικού οικονομικού φιλελευθερισμού: Τα φαντάσματα, λοιπόν, εισβάλουν στο παρόν ακριβώς γιατί διερράγησαν οι δικλείδες ασφαλείας που τα εξανάγκαζαν να μείνουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας από μια πολιτική διαχείριση που δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα κοινωνικών και πολιτιστικών αντιθέσεων, το οποίο σχίζει την κοινωνία στα δύο, για να ξεπηδήσει όλη εκείνη η δυναμική του αρνητικού που φωλιάζει στο ιστορικό της υπόστρωμα.

Αυτό που συνέβη στις χτεσινές εκλογές, είναι ότι επισημάνθηκε και εκλογικά η ύπαρξη δύο παράλληλων κόσμων που διατηρούν αντίστροφες προοπτικές: Επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης, ή επιβράδυνσή της και ενδυνάμωση του εθνικού κράτους; Η ‘γερμανική Ευρώπη’ της ευρωπαϊκής Γερμανίας εναντίον της παρατημένη ενδοχώρας της Ανατολής. Το ότι  μάλιστα η αντίθεση εκφράζεται δια του AfD, με τα χαρακτηριστικά που προείπαμε, και καταγράφεται επιπλέον ως ανερχόμενη, την ίδια στιγμή που όλες οι εκφράσεις του κατεστημένου μετρούν απώλειες, έχει θέσει σε συναγερμό τις ιθύνουσες τάξεις του γερμανικού θαύματος.

Προφανώς και μιλάμε για την Γερμανία, το πολιτικό της σύστημα, το πολύπλοκο οικοδόμημα της εξουσίας, σχεδιασμένο έτσι ώστε να εξασφαλίζει πάντοτε ένα σημείο ισορροπίας. Το AfD δεν ανέρχεται ως διεκδικητής της εξουσίας, αλλά ως κόμμα διαμαρτυρίας που επιθυμεί να παίξει τον ρόλο καταλύτη και να αντιστρέψει την ατζέντα των γερμανικών ελίτ, αφού τους πιέζει να εγκαταλείψουν τον μέχρι χθες ηγεμονικό κοσμοπολίτικο φιλελευθερισμό των αγορών. Έπειτα από την παγκοσμιοποιητική Belle Époque των δεκαετιών 1990 και 2000, η ευρωπαϊκή πολιτική τάξη σκοτεινιάζει, γιατί πλέον η άνοδος του γενικού κοινωνικού και πολιτικού κόστους της ίδιας της παγκοσμιοποίησης, απειλεί να θρυμματίσει τις ίδιες τις συναινέσεις πάνω στις οποίες είναι εγκαθιδρυμένο το παρόν σχέδιο διακυβέρνησης. Άρα τι θα κάνει;

Η αναδίπλωση που απαιτείται, προς μορφές οικονομικού και κοινωνικού προστατευτισμού, οι οποίες θα επουλώσουν κάποια από τα ρήγματα της παγκοσμιοποίησης, και θα στείλουν ξανά την άκρα δεξιά στο πολιτικό περιθώριο,  δεν είναι εύκολη: Είναι το ίδιο το γερμανικό κεφάλαιο που έχει ανάγκη την εισαγωγή ξένων εργατικών χεριών, ή την «ήπια μεταχείριση» (sic!) απέναντι στην Ελλάδα ώστε να ξεζουμίσει τις υποδομές της. Εκείνο που εν τέλει ποντάρει σε μια ομοσπονδιακή Ευρώπη, καθώς γνωρίζει καλά πως αυτή θα είναι πολύ περισσότερο ‘γερμανική’ από την σημερινή. Υπάρχει, δηλαδή, ένα πραγματικό πρόβλημα μετάβασης, που εδράζεται στην αντιφατικότητα των οικονομικών και των πολιτικών συμφερόντων που διαποτίζει τον ‘οικονομικό γίγαντα’ της Ευρώπης. Και αυτό ακριβώς αποτυπώνει ο χάρτης των χτεσινών εκλογικών αποτελεσμάτων: Την ταυτόχρονη ύπαρξη ενός κοινωνικού μπλοκ που απαιτεί την επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης για την υπέρβαση της κρίσης, και ενός άλλου που απαιτεί την εγκατάλειψή της για την αποκατάστασή του από αυτήν.

Μια αντίφαση προοπτικών που ενδέχεται να καταγραφεί ακόμα και στην σύνθεση του ίδιου του κυβερνητικού σχηματισμού, στην περίπτωση που επιβεβαιωθεί το σενάριο ‘τζαμάικα’– Χριστιανοδημοκράτες / χριστιανοκοινωνιστές, Φιλελεύθεροι, Πράσινοι. Οι τελευταίοι, ως το κόμμα των οργανικών διανοούμενων και των διευθυντών της παγκοσμιοποίησης, αξιώνουν αυτήν την επιτάχυνση για την οποία μιλήσαμε· οι φιλελεύθερο, αλληθωρίζουν προς την ατζέντα του AfD, και καθ όλη την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου γύρεψαν να την αποσπάσουν, για να του πάρουν από τα χέρια του την τρίτη θέση· το μεγάλο κόμμα του Συνασπισμού, ισορροπεί πάνω σε τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στην ‘σκληρή ατζέντα’ του Σόιμπλε, και την παγκοσμιοποιητική της Μέρκελ.

Η κρίση στο εσωτερικό των ελίτ βαθαίνει. Πολλαπλασιάζονται οι τάσεις αστάθειας και αβεβαιότητας, πίσω από την φαινομενική επιβεβαίωση της μερκελικής παντοδυναμίας. Πρόκειται για συνθήκες μέσα στις οποίες αρέσκεται να καταφεύγει σε αποδιοπομπαίους τράγους, μετακυλώντας την έντασή της πάνω τους. Και ένας από αυτούς είμαστε εμείς, που τελούμε σήμερα υπό γερμανικό diktat, και άρα επηρεαζόμαστε έμμεσα από τις χτεσινές εκλογικές εξελίξεις.  Το αποτέλεσμά τους, έτσι, σαφέστατα συνηγορεί υπέρ της εφαρμογής ακόμα σκληρότερων όρων κυριαρχίας επάνω μας.

[1] Μπορούμε να λύσουμε το μυστήριο της ταύτισης πολυπολιτισμικής και ανοιχτής κοινωνίας στον σημερινά κυρίαρχο λόγο, μόνον αν αναλογιστούμε την δραματική έλλειψη ιστορικής και κοινωνικής συνείδησης που χαρακτηρίζει την εποχή μας: Στο 99% των περιπτώσεων ανάδυσης πολυπολιτισμικών κοινωνιών μέσα στην ιστορία, αυτές συγκροτούνται από την κατάκτηση ενός πολιτισμού από έναν άλλον: Η συνύπαρξη είναι εκείνην που σφυρηλατείται μεταξύ του Κυρίου και του Δούλου. Η δε Αμερική των αρχών του 20ου αιώνα, παρουσιάζεται στο πλαίσιο της κυρίαρχης άποχης μ’ έναν πολυπολιτιστικό ρομαντισμό, που αφηγείται ότι οι μετανάστες θα πραγματοποιήσουν την εποποιία της ταχείας εκβιομηχάνισης και του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού. Στην πραγματικότητα βέβαια, η αμερικάνικη κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα, τελούσε υπό κάθεστώς άγριας και εντατικής εργασιακής εκμετάλλευσης, το οποίο συνοδευόταν από έντονο πολιτιστικό κατακερματισμό, ιδίως του πολυεθνικού προλεταριάτου, σκληρές διαπολιτισμικές συγκρούσεις μεταξύ των φατριών του, αλλά και την ανάδυση ισχυρών ρατσιστικών αντανακλαστικών. Ο βαθμός «ανοιχτότητας» που επιδεικνύει ο εκάστοτε πολιτισμός στον ‘πολιτισμικά άλλο’ εξαρτάται από το ίδιο το περιεχόμενο των αξιών του, το τι δηλαδή πρεσβεύει, και όχι από το εάν είναι έτοιμος να σχετικοποιήσει ή ακόμα και να αμφισβητήσει τις αξίες του για να ενσαρκώσει κάποιον ιδανικό ‘τροχονόμο’ της διαφορετικότητας…

Advertisements

Ολοκληρωτικός «μαρξισμός» ως αποθέωση της μεθόδου ενάντια στη φύση και την ελευθερία

Κι αν ο Τρότσκι λεγόταν Ιωσήφ;

Το ότι δεν ασπαζόμαστε τον συμψηφισμό κοινωνικών συστημάτων και θεωριών, που οδηγεί ενίοτε σε μηδενισμό της ανθρώπινης εμπειρίας και ιστορίας, δεν σημαίνει ότι θάβουμε τους εφιαλτικούς παράδρομους της «επιστημονικής σοσιαλιστικής» ιδέας, επειδή πρέπει να αναγνωρίζουμε αγνές προθέσεις στους δημιουργούς της. Είναι γνωστή η ρεαλιστική αμφισβήτηση και η αναθεώρηση της μαρξιστικής οντολογίας, από ένα πλήθος διανοητών και κινημάτων.

Ξεκινώντας από τους αναρχικούς, που πρώτοι ένιωσαν στο κορμί τους την «προσαρμογή» της σοβιετικής επανάστασης στην αποθέωση των αντικειμενικών συνθηκών, προχωράμε στον Καστοριάδη, τον Κώστα Παπαϊωάννου, την Χάννα Άρεντ, και άλλους αιρετικούς διανοητές ή απόκληρα παιδιά του Μαρξ, που μπροστά στην αλήθεια, δεν προτίμησαν την σιωπή και τη μεταφυσική σκέψη.

Ο Όττο Ρύλε, ο Άρης Αλεξάνδρου, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Αλμπέρ Καμύ, ο Λούις Μάμφορντ, ο Ζάκ Ελλύλ, η Σχολή της Φραγκφούρτης, ο  Σαρλ Φουριέ, ο Άλντους Χάξλευ, ο Τζώρτζ Όργουελ, 0 Εντγκάρ Μορέν, ο Ιβάν Ίλιτς, οι Καταστασιακοί με τον Ντεμπόρ, ο Ζακ Κλώντ Μισεά και ένα πλήθος ετερόκλητων προσώπων, μας φωτίζουν και μας ανοίγουν το μυαλό με το έργο τους. Κι αν είναι αναγκαίος, ο απολογητικός αυτός πρόλογος, είναι επειδή τα αριστερά, τα ακροαριστερά και ψευδοαντιεξουσιαστικά ιερατεία, με το μένος παρεκκλησιαστικών οργανώσεων, εγκαλούν ως «πράκτορες του ιμπεριαλισμού» στην καλύτερη και φασίστες στην χειρότερη, όσους συνεχίζουν να σκέφτονται εναλλακτικά. Εγκαθιστώντας την μεταφυσική της απαράβατης αναγκαιότητας ενός ολοκληρωτικού «επαναστατικού» πεπρωμένου, ακρωτηριάζουν εντέλει, τη συνολική απελευθέρωση του ανθρώπου ως συνολικό πρόσωπο μέσα στην συλλογική πάντα εξέλιξη του κόσμου. Παραμένοντας ανήλικα πληγωμένα παιδιά, που πασχίζουν να μην τους λιώσουν την ψευδοεπαναστατική καραμέλα και βγουν από τον αμνιακό κόσμο τους.

Οι πηγές του ολοκληρωτισμού στην σκέψη και την «υλοποίηση» του μαρξισμού, είναι παράγωγο της ακραίας νεωτερικότητας που οδήγησε τον άνθρωπο, στις κοινωνίες του «χαμένου κέντρου» (για να θυμηθούμε τον Ζήσιμο Λορεντζάτο). Οι αδυσώπητοι νόμοι της Ιστορίας και της Παραγωγής, από τον Κάντ και τον Ντεκάρτ μέχρι τον Ντε Σάντ, τον Χίτλερ και τον …Στάλιν, κυριαρχούν ολοκληρωτικά για να θάψουν την ολιστική αρχαιοελληνική σκέψη (ή την πολύπλευρη οργανική πραγματικότητα των «πρωτόγονων» λαών, όπως μας έμαθε ο Μάμφορντ) και να αγκαλιαστούν με τον αστικό τεχνοκρατισμό. Όλοι τους παιδιά του βιομηχανισμού και της αποθέωσης του μονοδιάστατης σκέψης του εκτροχιασμένου Διαφωτισμού, που πάλεψε να απο-ιεροποιήσει τα πάντα, για να πανηγυρίζει πάνω από πτώματα, την νίκη των αδήριτων ιστορικών νόμων ενάντια την φύση. Την απόλυτη νίκη του ατόμου, ως άνθρωπος εργαλείο, που χαλιναγωγεί την ολότητα της φύσης, φτάνοντας στον τεχνοφασισμό και, αλίμονο, στον μετα-άνθρωπο.

Κι αν σωστά κατηγορείται ο Στάλιν, όταν στο κείμενό του «Διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός», βαπτίζει κυρίαρχη την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ως φυσιολογική εξέλιξη των κοινωνιών, πάντα με την «φωτισμένη» επιστήμη των κυρίαρχων σχεδιαστών τους (βλέπε γραφειοκρατεία και τεχνοκρατισμός), σχεδόν πάντα ξεχνιούνται κάποιες «λεπτομέρειες». Πρώτον, ότι το «πνεύμα» που τον διαπότιζε ήταν απολύτως συμβατό με την ολοκληρωτική κυριαρχία με κάθε τρόπο της  «θρησκείας της προόδου», κοινής με το αποικιοκρατική και δουλοκτητική ειδωλολατρεία  του δυτικού ορθολογισμού και δεύτερον, ότι αυτά δεν τα έλεγε μόνον αυτός, μέσα στην περιπέτεια του μαρξισμού.

«Όταν ένας τρόπο παραγωγής βρίσκεται στην ανοδική φάση της εξέλιξής του, επευφημείται ακόμη κι από αυτούς που θίγονται από τον αντίστοιχο τρόπο διανομής», έλεγε ο Ένκελς (καμιά αμφιβολία πια για το γεγονός ότι οι Συριζαίοι, είναι γνήσιοι μαρξιστές!).

 

«Είναι αλήθεια ότι η αναγκαστική εργασία είναι πάντα αντιπαραγωγική; (…) είναι αλήθεια όσον αφορά το πέρασμα από την φεουδαρχική στην αστική κοινωνία. Αλλά πρέπει να είναι κανείς φιλελεύθερος ή στην εποχή μας καουτσκιστής για να δίνει αιώνιο χαρακτήρα σ’αυτή την αλήθεια και να την επεκτείνει στην εποχή μας, εποχή μετάβασης από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό» (3ο Πανρώσικο Συνέδριο των Συνδικάτων-1920). Κι αν η παράγραφος αυτή θα μπορούσε να δικαιολογηθεί σύμφωνα με την «ανάγκη της τακτικής για έναν ιδανικό σκοπό» (συνηθισμένα λόγια στα τροτσκιστικά και άλλα γκρουπούσκουλα), είναι εντέλει η ίδια η ουσία της μεσσιανικής σκέψης ερήμην του ίδιου του ανθρώπου, που οδηγεί στο «δικαίωμα του κράτους να αναγκάζει οποιονδήποτε πολίτη να κάνει οποιαδήποτε εργασία σε οποιοδήποτε μέρος επιλέξει το κράτος» (…) «την εργατική τάξη δεν μπορούμε να την αφήσουμε να περιφέρεται σε όλη τη Ρωσία. Πρέπει να πάμε τους εργάτες σε συγκεκριμένα μέρη, να τους διορίσουμε, να τους διατάξουμε, ακριβώς όπως τους στρατιώτες» (…)  «Στην εκτέλεση των οικονομικών καθηκόντων, η καταπίεση είναι ένα αναγκαίο όπλο της σοσιαλιστικής δικτατορίας».(Τρότσκυ). 

Και από κει και πέρα, η ελευθερία θα υποτασσόταν στην αναγκαιότητα και μάλιστα χωρίς την αυτόνομη, σύμφωνη και αυτεξούσια θέληση των ίδιων των ανθρώπων και θα οδηγούσε στον σοσιαλιστικό «τοίχο των δακρύων» για τα πλήθη των εργατών που θα διαφωνούσαν: «κανείς σοβαρός σοσιαλιστής δεν θα αρνηθεί στην εργατική κυβέρνηση το δικαίωμα να συλλάβει τον εργάτη εκείνο που θα αρνηθεί να εκτελέσει το έργο που του έχει ανατεθεί», ενώ «όσοι λιποτακτούν από την εργασία πρέπει να σχηματίσουν σωφρωνιστικά τάγματα ή να μπουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης»(Τρότσκυ).

Ισοπέδωση, λοιπόν; όχι βέβαια. Απλά, διαλεκτική κριτική σκέψη… Ο αιώνιος αγώνας του συλλογικού ανθρώπου, να γνωρίσει τον εαυτό του ως μέρος της φύσης, προσπαθώντας και ρισκάροντας να συνθέσει συμφιλιώνοντας τις αντιθέσεις και αντιφάσεις που μας ορίζουν, αναζητώντας κάτι πραγματικά απελευθερωτικό, αναπόφευκτα συνεχίζεται…!

Δημήτρης Ναπ.Γ

Αν θέλετε (και συναισθηματικά αντέχετε)…μελετήστε: 
«Η αποθέωση της ιστορίας» – Κώστας Παπαϊωάννου (Εναλλακτικές Εκδόσεις – 1992).
«Πέρα από τον σοσιαλισμό: μια νέα ουτοπία»- Γιώργος Καραμπελιάς (εκδόσεις Κομμούνα – 1984)
«Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς: Η Υπέρβαση»- Γιώργος Καραμπελιάς (Εναλλακτικές εκδόσεις – 2016)
« Η μοριακή επανάσταση»-,Φ. Γκουαταρί, (εκδ. Κομμούνα, 1984
«Το ολοκληρωτικό σύστημα» – Χάνα Άρεντ ( Ευρύαλος – 1988)
«Τρομοκρατία και Κομμουνισμός»- Λ. Τρότσκυ, (εκδ. Αλλαγή, 1979,
«Το αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ: Οι εκλεκτικές συγγένειες Αριστεράς και Φιλελευθερισμού» – Ζαν Κλώντ Μισεά (Εναλλακτικές Εκδόσεις – 2008)
«Τα μυστήρια της αριστεράς: από το ιδεώδες του Διαφωτισμού, στον θρίαμβο του απόλυτου καπιταλισμού» – Ζαν Κλώντ Μισεά (Εναλλακτικές Εκδόσεις – 2014)
«Ολοκληρωτισμός, φασισμός, δημοκρατία, κομμουνισμός: οι αιχμάλωτες λέξεις» – Τα παιδιά της γαλαρίας (μπροσούρα).
«Ο Αγώνας ενάντια στο Φασισμό» – Κλάρα Τσέτκιν, Μαρξιστική Σκέψη, τεύχος 5, 2012

 

 

 

 

Ο Σαββόπουλος για την ελληνική γλώσσα!

Ένα ταξείδι στην Αλεξάνδρεια και στο βίωμα της ελληνικής γλώσσας

Ακόμα με παιδεύει ο Μπαγάσας! Έχω θυμώσει μαζί του, έχω απογοητευτεί, τον έχω γκρεμίσει από το βάθρο που τον είχα κάποτε αλλά…, αλλά ο Νιόνιος είχε ένα μαγικό χάρισμα να μιλά τόσο βαθιά για κάποια ζητήματα που δεν χωράνε στις ιδιοτέλειες που τον παρέσυραν στην προσωπική του διαδρομή. Κι όταν ένα τέτοιο ζήτημα είναι η βαθιά ιστορική, φιλοσοφική και πολιτισμική συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, μας δίνει τόσο οικουμενικά διδάγματα, αφηγήσεις και αλήθειες που έχουμε ανάγκη εκείνο τον απολογητικό και προφητικό του λόγο, ιδιαίτερα στις μέρες μας που η αλλοτρίωση κατακυριεύει την ύπαρξή μας ως συλλογικό υποκείμενο!

Το απόσπασμα στο βίντεο είναι από την επίσκεψη του Σαββόπουλου στην Αλεξάνδρεια του Καβάφη, του οικουμενικού ελληνισμού και της σύνθεσης που διαμόρφωσε την ελληνική γλώσσα στο πέρασμα των αιώνων. Το «ταξείδι»αυτό πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της εκπομπής  «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι, που δημιούργησε ο Νιόνιος στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Απολαυστικός!

Δημήτρης Ναπ.Γ.

 

«Δύο άκρα» ή μια, δυστυχώς κυρίαρχη, ολοκληρωτική παράδοση;

του Γιώργου Ρακκά

Αναζωπυρώθηκε μετά την απόφαση Κοντονή για την αποχή της Ελλάδας από το διαβόητο συνέδριο των Εσθονών για την ταύτιση του ναζισμού με τον σοβιετισμό, η συζήτηση για τα «δύο άκρα». Ταυτόχρονα, η παγκόσμια σκηνή έμεινε αποσβολωμένη παρακολουθώντας μια φονική σύγκρουση αντιφά και φασιστών, στο Σάρλοτσβιλ των ΗΠΑ, όπου η εκλογή Τραμπ έχει πυροδοτήσει αυτήν την αντιπαράθεση σε ένταση μάλλον άγνωστη για την πρόσφατη ιστορία της αμερικάνικης κοινωνίας.

Κάτι συμβαίνει· δεν είναι μόνο οι έωλες διαιρετικές τομές του παρελθόντος που ανακαινίζονται σήμερα ώστε να καλύψουν το έλλειμμα οράματος και διεξόδων που χαρακτηρίζει την τρέχουσα πολιτική. Καθώς η παγκοσμιοποίηση βυθίζεται σε κρίση, οι αντιθέσεις της παροξύνονται, τροφοδοτούν συγκρούσεις, που εκφράζονται με την γλώσσα του «παλιού», δηλαδή του πολιτικο-ιδεολογικού σύμπαντος που θα κυριαρχήσει μέσα στον 20ό αιώνα. Παρατηρώντας, όμως, τις περιπέτειές του από τον εξώστη του χαοτικού 21ου τον οποίον μας κληροδότησε, αντιλαμβανόμαστε πολύ καλά ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες πλέον δεν διαθέτουν την πολυτέλεια να επιδίδεται σε τέτοιες νεκραναστάσεις. Το τίμημα θα είναι βαρύ. Ιδίως, για την δικιά μας την χώρα, η οποία ακόμα αρνείται να μετρήσει τις πληγές που της άφησαν οι συγκρούσεις των «μεγάλων αφηγήσεων» του χτες, αδυνατώντας να αντιληφθεί ότι τραγωδία, για αυτήν, υπήρξε ο ίδιος ο εμφύλιος, ότι το πρόβλημα δεν αφορούσε στο ποιός θα επικρατήσει αλλά στο ότι έγινε, πράγμα που εξ αρχής απέτρεψε οποιαδήποτε σοβαρή προοπτική χειραφέτησης του Ελληνικού λαού, και τον καταδίκσε σε μια νέα δουλεία, την ίδια στιγμή που είχε βγει ως ο μεγάλος ηθικός νικητής του πολέμου που μόλις τότε είχε λήξει.

Γι’ αυτό, έστω και με αφορμή την συμπλήρωση 100 χρόνων από την Οκτωβριανή Επανάσταση, θα πρέπει να κάνουμε μια σοβαρή συζήτηση για το πολιτικό αποτύπωμα του αιώνα τον οποίον αφήνουμε πίσω μας. Και, ως προς αυτό, η θεωρία των «δύο άκρων» αποτελεί την χειρότερη δυνατή αρχή, γιατί ακριβώς φτιάχτηκε για να αποτελεί προπαγανδιστικό κατασκεύασμα και όχι μια σοβαρή τοποθέτηση αποτίμησης. Καλούμαστε, εδώ, να αξιολογήσουμε ιστορικές πραγματικότητες, και όχι να προβάλουμε επάνω τους τις θεωρητικοποιήσεις μας: Και ως προς αυτό, η συσχέτιση καπιταλισμού, σοσιαλισμού, και φασισμού δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα θεωρητικό σχήμα του κέντρου με τα άκρα.

Τόσο ο κομμουνισμός, όσο και ο φασισμός/ναζισμός, προέκυψαν ως «απόπειρες απάντησης» στην ασύδοτη επέκταση του καπιταλισμού και της αποικιοκρατίας κατά την περίοδο 1871-1914/17: Την «λεγόμενη Πρώτη παγκοσμιοποίηση», που κατά την ανάλυση του Καρλ Πολάνυι εγκαθίδρυσε τον ολοκληρωτισμό της αγοράς, καθυποτάσσοντας τις κοινωνίες στον μύλο της οικονομικής αναγκαιότητας, και που ταυτόχρονα, κατά την εμβριθή ανάλυση της Χάνα Άρεντ, είδε τους μηχανισμούς του ιμπεριαλισμού και του χρήματος να διασυνδέονται στενότερα όσο ποτέ – σ’ ένα αξεδιάλυτο κουβάρι κανονιοφόρων και τραπεζών. «Θα προσαρτούσα και τ’ αστέρια αν μπορούσα», έγραφε ο Σεσίλ Ρόουντς, ένας από τους πιο διαπρύσιους κήρυκες της βρετανικής αποικιοκρατίας, και ταυτόχρονα άνθρωπος-‘ιδεότυπος’ της εποχής του, επιχειρηματίας, κυβέρνητης αποικίας, διανοούμενος.

Αυτό το κρεσέντο οικονομικο-πολιτικής επέκτασης θα φέρει τα πάνω κάτω στις κοινωνίες της εποχής τους, καταστρέφοντας παγιωμένες ισορροπίες του βίου, παροξύνοντας τις κοινωνικές και εθνικές αντιθέσεις, προκαλώντας –αναλογικά– την μεγαλύτερη μέχρι στιγμής πλανητική μετακίνηση πληθυσμών στην ανθρώπινη ιστορία.

Δεν υπάρχει καμία διάσταση συμψηφισμών αν πούμε ότι τόσο το κομμουνιστικό κίνημα, όσο και το φασιστικό/ναζιστικό κίνημα αναδύθηκαν αξιώνοντας να ξανακλείσουν το κουτί της Πανδώρας· θα ανοίξουν καινούρια, όμως, με διαφορετικό τρόπο, αν και οι δύο πήραν την μορφή καθεστώτων διαρκούς έκτακτης ανάγκης, πολιτικών δικτατοριών που ήθελαν να υποκαταστήσουν την σαρωτική παντοδυναμία της αγοράς με την ασφυκτική κυριαρχία του κράτους σε κάθε πτυχή της ατομικής και της κοινωνικής ζωής: Οι μεν προτάσσοντας τον εθνικιστικό σωβινισμό του άριου, οι δε τον ταξικό σωβινισμό του προλετάριου (ως ψευδώνυμο της κυρίαρχης γραφειοκρατίας), με τις διαφορετικές συνέπειες που φέρουν μέσα τους τα χαρακτηριστικά αυτών των «κεντρισμών»:

Η ναζιστική «έφοδος στον ουρανό» θα λειτουργήσει θα πασχίσει να επιβάλει την άρια εθνοφυλετική αποκλειστικότητα σε μια ολόκληρη ήπειρο, με την γνωστή εμμονή στην αποτελεσματικότητα και την τελειότητα που χαρακτηρίζει την ‘πατρίδα της ψυχρής λογικής’, την Γερμανία, κι για αυτούς ακριβώς τους λόγους θα είναι καταστροφικότερη και φονικότερη. Ένα εγχείρημα που δεν θα προκαλέσει μόνον εκατόμβες θυμάτων, αλλά που θα κλονίσει ίσως ανεπανόρθωτα την ίδια την Ευρώπη, οι οποία από τότε θα «γεράσει αμετάκλητα», δίνοντας την σκυτάλη της ενδοδυτικής, αλλά και παγκόσμιας ηγεμονίας στις ΗΠΑ.

Η κομμουνιστική περιπέτεια, πέραν της ταύτισής της με την παράδοση του ρώσικου μεγαλοϊδεατισμού, είχε ένα διττό χαρακτήρα. Επειδή αποτελούσε τον κληρονόμο του εργατικού κινήματος συνδέθηκε στις καπιταλιστικές χώρες με κινήματα χειραφέτησης. Όμως στις χώρες που επεκράτησε, ιδιαιτέρα στη Σοβιετική ένωση εκεί θα μεταβληθεί σε συνώνυμο της τρομοκρατίας ενάντια στην εργατική τάξη και τους αγρότες.  Στην «πατρίδα του σοσιαλισμού» θα  διώξει την ταξική ετερότητα, και μάλιστα όχι τους μειοψηφικότατους αστούς της Ρωσίας, ή τους Αριστοκράτες, οι περισσότεροι από τους οποίους θα καταφύγουν πολύ γρήγορα στην Δύση, για να υποκατασταθούν από μια εξίσου αμείλικτη ταξική κυριαρχίαεκείνην της γραφειοκρατίας και των ‘διανοουμένων-διαχειριστών’: Η εργατική τάξη θα υποταγεί και οι αγρότες θα ‘ρευστοποιηθούν’, όπως προέβλεπε το σχέδιο που εμπνεύστηκε ο Τρότσκι, για να το υλοποιήσει ο ίδιος ο εσωκομματικός του αντίπαλος, ο Στάλιν, και το οποίο προέβλεπε μια βίαια, ταχεία εκβιομηχάνιση μέσω της στρατιωτικοποίησης της κοινωνίας –και την ίδια τύχη θα έχουν και οι μειονότητες που χαρακτηρίζονταν από υψηλό βαθμό οικονομικής ανεξαρτησίας όπως ο ελληνισμός των μικροϊδιοκτητών και των εμπόρων του Πόντου και της Κριμαίας.

Ωστόσο επειδή η Σοβιετική Ένωση αποτέλεσε έναν από τους βασικότερους αντιπάλους του ναζισμού στον πόλεμο, η εσωτερική τρομοκρατία του καθεστώτος, πέρασε σε δεύτερο πλάνο ενώ η ολόθερμη συμμετοχή των κομμουνιστών στον αντιφασιστικό – αντιναζιστικό αγώνα υποχρέωσε ένα μεγάλο κομμάτι των λαών και των προοδευτικών κινημάτων να συνταχθούν μαζί τους σε ένα κοινό μέτωπο. Εκεί βρίσκεται και η βάση της διαφοροποίησης ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον φασισμό. Ο πρώτος εξέφραζε στη Δύση, στρεβλά αλλά πραγματικά, το αντιφασιστικό κίνημα και η Σοβιετία αποτελούσε τον σύμμαχό του, παρά την τύχη που είχε επιφυλάξει στους εργάτες, αγρότες και μειονότητες στο εσωτερικό της. Και εν τέλει όπως λέει ο Κώστας Παππαϊωάννου στη Γένεση του Ολοκληρωτισμού, «Η μόνη διαφορά είναι ότι ο Χίτλερ βγήκε από το μηδέν και κατέληξε στο μηδέν, ενώ ο Στάλιν βγήκε από μια επανάσταση που φαινόταν να δικαιώνει και να πραγματοποιεί τα πιο ευγενή όνειρα του ανθρώπου.»

Η ομοιότητα τους, βρίσκεται στο  ότι αποτελούν και τα δύο τέκνα της Δύσης απηχώντας διαφορετικές πλευρές του ‘πολιτιστικού της παραδείγματος’.

Ο εθνικοσοσιαλισμός έλκει την καταγωγή του από την ‘αποπομπή της ετερότητας’, «την τάση αναγωγής του πολλαπλού στο ένα» για την οποία ο ανθρωπολόγος Πιερ Κλάστρ θα χαρακτηρίσει την ίδια την Δύση ως ‘εθνοκτονική’, και η οποία μεταβάλει το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής ιστορίας, μέχρι το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια ανεξάντλητη αλληλουχία ενδοευρωπαϊκών αλληλοσπαραγμών, με μακροβιότερο τον Εκατονταετή πόλεμο. Ή μήπως δεν υφίσταται μια συσχέτιση με το φαινόμενο της ‘συγκινησιακής πανούκλας’, την μιμητική αποθέωση της βίας και της αγριότητας η οποία θα καταλάβει τις μάζες που θα κινητοποιηθούν πίσω από τον Ντούτσε και τον Χίτλερ, με την κατά την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κυρίαρχη στους φτωχότερους ηθική της αρένας και των μονομαχιών; Όπου οι πληβειακές μάζες της Ρώμης θα συμμετάσχουν στον δημόσιο βίο, μόνον παθητικά, για να λατρέψουν σε αυτά τα θεάματα ακριβώς αυτήν την δύναμη που έχει ως ανώτατο σκοπό τον εαυτό της, υπαγορεύει την εξόντωση του αδύναμου καθώς και την ανάδειξη του δυνατότερου μέσα από ποταμούς αίματος;  Και την ίδια στιγμή, τόσο ο φασισμός όσο και ο ναζισμός θα είναι αθεράπευτα φουτουριστικοί, μορφές ‘αντιδραστικού μοντερνισμού’; Δεν αποπειράθηκαν να επενδύσουν με τις αρτιότερες μορφές της τεχνικής του καιρού τους, βλέπε τους φούρνους των κρεματορίων, το σχέδιο για την εθνοφυλετική επικράτηση;

Μήπως ο κομμουνισμός –που εμφανίζεται ως η άρση της αλλοτρίωσης του ανθρώπου, –ως ο επιγειος και επιτέλους πραγματωμένος παράδεισος–  δεν έλκει την καταγωγή του από την ίδια την ‘ριζοσπαστική υφή’ της νεωτερικότητας, αυτήν την «θέληση μιας διαρκούς επανάστασης, μιας διαρκούς υπερνίκησης των ορίων της ανθρώπινης κλίμακας –αυτής της ανθρώπινης κλίμακας που μόλις είχε αρχίσει να τη διαισθάνεται και που τη ζούσε, σα μια κατηγορηματική προσταγή για μια ακατάπαυστη δραστηριότητα, για μια ‘απέραντη γνώση’ και για μια ακατασίγαστη ανησυχία» που θα χαρακτηρίσει το… ίδιο το πνεύμα του καπιταλισμού. Το οποίο θα εκφράζει… αυθεντικότερα σε ό,τι αφορά σε ζητήματα οικονομικής μεγέθυνσης, καθώς, είναι η επέλαση του κολεκτιβίστικου εκσυγχρονισμού, ο «εξηλεκτρισμός» συνδυαζόμενος με την δικτατορία του Γενικού Γραμματέα, που θα ισοπεδώσει κάθε ασύμβατη με αυτόν κοινωνικά και οικονομικά πραγματικότητα;

Μήπως και οι δύο, η εθνική και ταξική αποκλειστικότητα, ο σωβινισμός τους, δεν θα εξαπολύσουν ως άλλες κοσμικές θρησκείες ιστορικά ασύμμετρα κύματα μεσσιανικής βίας, καθώς θα θελήσουν με το ιδεολογικό τους νυστέρι να προσαρμόσουν εδώ και τώρα υποσχόμενοι χρυσές εποχές χιλιόχρονης κυριαρχίας, ή την έλευση του παραδείσου επί της γης;

Τέλος, σε ό,τι αφορά στη συστηματοποίηση της κυριαρχίας που χαρακτηρίζει και τις δυο ως δικτατορικά καθεστώτα, μήπως τάχα δεν μοιράζονται αυτό το γνώρισμα με την δυτική αποικιοκρατία έτσι όπως εκδηλώνεται επί… 8 αιώνες; Και οι επιρροές της οποίας επιβιώνουν ανέλπιστα μέχρι σήμερα, όταν η Εσθονική Προεδρία της Ε.Ε. –αλλά και όλη η Δύση– αρνείται να προσθέσει τους πυρηνικούς βομβαρδισμούς της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, οι οποίοι «δικαιολογούνται» ακόμα στο θυμικό της δυτικής εξουσίας, καθώς στο κάτω κάτω της γραφής αφορούσαν «τους κίτρινους», που γι’ αυτήν παραμένουν στο περιθώριο της Ιστορίας;

Εν τέλει, τι έχει απομείνει από όλα αυτά σήμερα, στον 21ο αιώνα; Παραδόξως, το σύστημα που θα επικρατήσει από την τραγική περιπέτεια του 20ου αιώνα, θα ενσωματώσει μέσα του, όσες πτυχές τόσο της μιας όσο και της άλλης εκδοχής αποδίδουν:

Η τεχνική του μάρκετινγκ θα μάθει πολλά από την ναζιστική προπαγάνδα, καθώς οι ειδήμονές του θα ενδιαφερθούν και θα την αναλύσουν ήδη από την δεκαετία του 1950: Σήμερα ο ονειρικός κόσμος της διαφήμισης, έτσι όπως επαναλαμβάνεται ακατάπαυστα από τηλεοπτικούς δέκτες και διαδικτυακά τερματικά, δεν είναι τίποτα άλλο από έναν «τουρμπο-γκεμπελισμό της κατανάλωσης», όπου με το «πες, πες» όχι απλώς «κάτι θα μείνει», αλλά θα κατασκευάζονται επίπλαστες, παράλληλες πραγματικότητες. Όσο για την Σοβιετική εμπειρία, θα αποτελέσει προπομπό της παγκοσμιοποίησης, στο επίπεδο της συγκρότησης ενός ενιαίου συστήματος άνισων διεθνών συναλλαγών, με τον ίδιο τρόπο που ο εργαστηριακά, κρατικά κατασκευασμένος ‘σοβιετικός άνθρωπος’ θα ανοίξει τον δρόμο για τον μετάνθρωπο, με τον ίδιο τρόπο που η διεθνής των σοβιετικών γραφειοκρατών θα προετοιμάσει την διεθνής των γιάπηδων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ή της Παγκόσμιας Τράπεζας, τον πολίτη του «πουθενά και του τίποτα» της παγκοσμιοποίησης.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι μάλλον τα άκρα βρισκόταν και βρίσκονται ‘ήδη’ ως έσχατες συνέπειες θεμελιωδών ιστορικών πραγματικοτήτων και αντιλήψεων μέσα σε αυτό που σήμερα θέλει να παρουσιάζεται ως «κέντρο», δηλαδή, τον δυτικό υπερμοντέρνο πολιτισμό της αγοράς, του μετανθρώπου και του θεάματος. Και γι’ αυτό η υπέρβαση των «άκρων», προϋποθέτει την δική του υπέρβαση, όχι βέβαια προς την κατεύθυνση του… φονταμενταλισμού που αναπτύσσεται στην Ανατολή, η οποία αξιώνει να απαντήσει στην δυτική ύβρι… εξαϋλώνοντας την ανθρώπινη ελευθερία.

Αλλά προς έναν εναλλακτικό, μη-εργαλειακό ουμανισμό, στον οποίον μπορεί να συνεισφέρει ο εκσυγχρονισμός παραδόσεων, πολλών πολιτισμών από τους Ινδιάνους της Αμερικής μέχρι τους Κινέζους, αλλά και δευτερευόντων, υποσκελισμένων παραδόσεων της ίδιας της Δύσης. Και βέβαια τον μόνο εναλλακτικό και μη-εργαλειακό ουμανισμό που έχει υπάρξει ιστορικά στο δυτικό ημισφαίριο, τον ελληνικό ουμανισμό, είτε αφορά στην κλασική του περίοδο, είτε στις βυζαντινές και νεώτερες αναγεννήσεις του.

Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς : η υπέρβαση

εισήγηση στο βιβλίο του Γ.Καραμπελιά, Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς : η υπέρβαση

Πολύ συχνά, ο Γιώργος Καραμπελιάς, μιλά για την κατάθλιψη και την καθολική κρίση που έχει ακινητοποιήσει τον Έλληνα, στα χρόνια του μνημονίου. Κατάθλιψη και παθητικότητα που σχετίζεται και με τη χρόνια εξαρτημένη και ετερόνομη φύση του ελληνικού πολιτικού και κοινωνικού σχηματισμού ήδη από το 1821, με κορύφωση τα χρόνια της μεταπολίτευσης και με δραματική ολοκλήρωση στα χρόνια των μνημονίων. Η διάχυτη παρακμή, αποτελεί το εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσουμε για να επιβιώσουμε ως εθνικό συλλογικό υποκείμενο.

Βέβαια, εδώ συνειδητοποιούμε ότι ο Γ. Κ, δεν μένει μόνο στην διάγνωση, την συνειδητοποίηση και την αποδοχή του τραύματος, αλλά με τούτο εδώ το εγχείρημα προτείνει και την θεραπεία. Και νομίζω ότι το βιβλίο αυτό, αλλά και η σκέψη του ΑΡΔΗΝ, είναι μια διεργασία εθνικής, πολιτικής και κοινωνικής ψυχοθεραπείας. Ίσως, η αρχική του επιθυμία να σπουδάσει ψυχίατρος να τον έχει επηρεάσει και το πέρασμά του ως Υπεύθυνος στο Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων ατόμων (ΚΕΘΕΑ), να μην είναι τυχαία, αλλά μια από τις ταυτότητες που έχει ενσωματώσει από το παρελθόν του, ώστε να συνειδητοποιεί με έναν ακόμα τρόπο, ότι η υπέρβαση που προτείνει είναι σύμφυτη με την εθνική καθολική απεξάρτησή μας. (έτσι χάσαμε και μια ευκαιρία να είμαστε συνάδελφοι).

Μια απεξάρτηση, λοιπόν, από αγκυλώσεις, εμμονές, ολοκληρωτισμούς και συσσωρευμένους εμφυλίους που διαπερνούν κάθετα και οριζόντια την καθημερινή μας ζωή. Η υπέρβαση είναι απεξάρτηση, λοιπόν, για να καταλήξει στην σύνθεση, που δεν είναι η ιδεολογική ή η πολιτική σύνθεση των αντιθέσεων σε έναν ιδεολογικό χυλό ανάλογο της παγκοσμιοποίησης, αλλά η απομυθοποίηση κομματικών ναρκωτικών και η συμφιλίωση με μέρη του ελληνικού εαυτού μας, που θάφτηκαν κάτω από τον οικονομισμό, τον τυχοδιωκτικό πολιτικό μεσσιανισμό, την εγωιστική κατανάλωση του άλλου και το άγχος να «γίνουμε εφάμιλλοι των καλύτερων ευρωπαϊκών» παραδειγμάτων.

Έτσι, εκλαμβάνω τουλάχιστον εγώ το νόημα του βιβλίου, αλλά και το άμεσο βίωμα της ομάδας μας ΑΡΔΗΝ-ΡΗΞΗ. Η υπέρβαση, θα γίνει με πόνο και προσωπικές ανατροπές στις δεξιές και αριστερές ιδεοληψίες και βεβαιότητες, εφόσον τα χρονικά όρια της χώρα μας, στενεύουν δραματικά.

Η βαθιά εξαρτημένη Ελλάδα, θυμίζει όντως τους χρήστες ναρκωτικών, που έρχονται για θεραπεία, και θέλουν «να ξεχάσουν το παρελθόν», «να σβήσουν το παρελθόν τους». Οι φράσεις, αυτές αποκαλύπτουν το μέγεθος του πόνου και τραύματος και όχι τι είναι αυτό που θα θεραπεύσει. Η γενικευμένη κατάθλιψη, θυμίζει και τον οριακό άνθρωπο (ανάμεσα στην νεύρωση και την ψύχωση), που αδυνατεί να ενσωματώσει μνήμες και εμπειρίες στο παρόν. Έχει απωθήσει το ιθαγενικό παρελθόν του, μήπως και σωθεί, αλλά όπως τονίζεται και στο βιβλίο, τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από την απώλεια μνήμης.

Τα τελευταία 40 χρόνια, ο ελληνισμός αποπροσανατολίστηκε, καθώς έχασε το πολιτισμικό πλαίσιο αναφοράς του. Μόνο, αν μάθουμε ποιοι είμαστε απομυθοποιώντας τις δεξιές και τις αριστερές αυταπάτες, τα δεξιά και αριστερά αφεντικά της νόησής μας, μπορεί να χωνέψουμε τις παραδόσεις μας και να τις εκσυγχρονίσουμε, ως πρόταση επιβίωσης. Μόνο έτσι, το ελληνικό τραύμα, που στην ουσία σχετίζεται με τον «καημό της ρωμιοσύνης» του Σεφέρη, του Μοσκώφ και του Καραμπελιά, μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε ολόκληροι, μπας και ξαναδομήσουμε τα «κοινώς συμπεφωνημένα υπονοούμενα».

Ως καλό ψυχοθεραπευτικό βιβλίο, λοιπόν, ξεκινά με το τραγικό πρόσφατο σύμπτωμα της αρρώστιας. Την μνημονιακή εμπειρία και ειδικότερα την τυχοδιωκτική συμβίωση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που συνέχισε και ολοκλήρωσε το βάθεμα της εξάρτησης και τον νεοαποικισμό της χώρας από τα πρώτα μνημόνια.

Το σύμπτωμα, όμως δεν είναι η αρρώστια, αλλά το καμπανάκι ότι εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά, καθώς από κάτω, συνεχίζεται ο οργανικός παρασιτισμός και η σήψη, που συνάντησε την ανικανότητα πολιτικών και την προδοσία των διανοουμένων. Η Ελλάδα junkie, εξαρτημένη από το διεθνές κεφάλαιο, τον υψηλό δανεισμό και με τους εξαιρετικά αποεθνικοποιημένους οικονομικούς τομείς, τη ναυτιλία και τον τουρισμό, έψαχνε γιατρειά. Και τι θεραπεία της πρότειναν η δεξιά και η κάθε είδους αριστερά.; Η πρώτη, να παίρνει νεοφιλελεύθερα ναρκωτικά και υποκατάστατα απέξω, χωρίς να αλλάζει η παραγωγική δομή της χώρας, αλλάζοντας απλώς την εξάρτηση. Κι όπως μιας λέει ο Αριστοτέλης, οι αλλαγές εντός πλαισίου δεν είναι ουσιαστικές αλλαγές. Οι άλλες (κάθε είδους αριστερές), πρότειναν είτε μια μείωση βλάβης, η οποία θα επανέφερε την εξαρτημένη χώρα στη αλλοτριωμένη «φυσική» κατάστασή της, πριν το 2009, είτε μια μαγική λύση-φάρμακο (φυγή από Ε.Ε, «δραχμούλα», κ.α) που θα έλυνε οριστικά το πρόβλημα.

Αδιέξοδο. Το οποίο εκμεταλλεύονταν, είτε το κράτος και το παρακράτος με την διόγκωση της φασιστικής Χ.Α, είτε αλμπάνηδες τύπου Σώρρα και Λεβέντη. Τι κατάφεραν όλοι αυτοί με την συνέργια του διεθνούς κεφαλαίου, του ΔΝΤ, του ΟΟΣΑ, των γερμανικών εταιριών, των αμερικανικών πολυεθνικών ασφαλιστικών, κ.α,; μα, την πλήρη αποικιοποίηση και την αποσύνθεση της ίδιας της προσωπικότητας του εξαρτημένου, την αποσύνθεση δηλαδή της ιδιοπροσωπείας του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού ελληνικού τρόπου σχετίζεσθαι και σκέπτεσθαι, την μικροιδιοκτησιακή δομή του τόπου μας. Κι αν, κατά το παρελθόν, η δομή αυτή ευτελίστηκε στην αεριτζήδικη και εγωκεντρική νοοτροπία του μικρομάγαζου της μικρομεσαίας ψευοδημοκρατίας υπό την ηγεμονία μιας «λούμπεν μεγαλοαστικής τάξης», τώρα, μοιάζει η μόνη προοπτική. Αυτό που σε πλήγωσε στο παρελθόν, αυτό μπορεί και να σε γιατρέψει, αφού αλλάξει, βέβαια και ανανεωθεί. Το ίδιο το τραύμα, εμπεριέχει και τα υλικά της γιατρειάς μας.

Χρειάζεται, όμως, πρώτα να ειπωθεί ένα τεράστιο όχι. Όχι σαν αυτό, του αλαζονικού και τυχοδιωκτικού δημοψηφίσματος του Τσίπρα, αλλά αυτό της συνολικής άρνησης  της λογικής που γεννά πολιτικούς και συναισθηματικούς ολοκληρωτισμούς.

Η υπερεθνική και ταυτόχρονα απο-εθνικοποιημένη συμμαχία του παγκόσμιου κεφαλαίου, ενισχύει την καταπίεση έθνους από έθνος και εγκαθιστά νέες πλανητικές αποικιοκρατικές σχέσεις, κάτι που το βιώνουμε εφιαλτικά, στα μνημονιακά χρόνια, ανάμεσα στην αυταρχική Δύση και την νεοοθωμανική Ανατολή. Όμως, η πολιτική, οικονομική και κοινωνική κυριαρχία στην Ελλάδα, υλοποιήθηκε, αφότου συντελέστηκε η πολιτισμική-ιδεολογική αποικιοποίηση του φαντασιακού μας, στην επιστήμη, στην τέχνη, στην καθημερινή ζωή, στη λαϊκή μας παράδοση. Που ακρωτηριάστηκαν από τις «νέες αξίες» μιας ουδέτερης, ανθρωπιστικής προόδου, που ούτε ουδέτερη είναι, ούτε ανθρωπιστική, ούτε πρόοδος. Οι μάσκες, που έκρυβαν το ανανεωμένο πρόσωπο του νεοφιλελεύθερου οικονομικού και πολιτισμικού ιμπεριαλισμού, δημιούργησαν έναν δήθεν αισιόδοξο κόσμο, ανανέωσης και καινοτομίας που εκμηδένισε τις αντιστάσεις του ελληνισμού, ενάντια στην πηγή της εκμετάλλευσής του, καθώς κανείς συνετός άνθρωπος «δεν πάει ενάντια σ’εναν κόσμο που αλλάζει», όπως μας λένε.

Η αποδόμηση αρχών και αξιών, ένωσαν τους φιλελεύθερους καπιταλιστές και σοσιαλιστές, σε μια κοινή γλώσσα. Ιδιαίτερα, η παγκοσμιοποιητική και «αντιαυταρχική» αριστερά και ένας ψευδεπίγραφος αναρχικός χώρος (όχι αυτός του Κροπότκιν και των ουτοπιστών σοσιαλιστών αλλά του ναρκισσιστικού ατομισμού του Στίρνερ και του Νετσάγιεφ), αλλοτριωμένοι από το …φάντασμα του καπιταλισμού, προωθώντας την δήθεν πολιτισμική χειραφέτηση του ατόμου, μέσα από την λάγνα αλλοτρίωση του, «Θέλω να είμαι τα πάντα και τίποτα», επιτρέπει στην ισοπεδωτική παγκοσμιοποιημένη οικονομία, να επιχειρεί τα πιο μεγάλα άλματα προς τα μπρος. Στο πλαίσιο του καταναλωτισμού, του οικολογικού αδιεξόδου, της εμπορευματοποίησης και της κοινωνίας του Θεάματος. Γνωρίζοντας καλά,  τον μηδενιστικό σχετικισμό, η «αριστερά» αυτή, θρέφει τη … «φαντασιακή θέσμιση» του καπιταλισμού και μάλιστα θεωρώντας τον εαυτό της, εξεγερμένο και «αντι-εξουσιαστικό»! Ο ιστορικός υλισμός, είναι η πνευματική συνείδηση του καπιταλισμού, θα πει με αυτοκριτική κάποτε ο Τζώρτζ Λούκατς.

Αυτή η διεθνής κατανομή ρόλων (Αριστερά – Δεξιά), ανατέμνεται έξοχα στο βιβλίο αυτό.  Συνεχίζοντας την κριτική που ξεκίνησε, ο Καραμπελιάς και η ομάδα, ήδη από την δεκαετία του ’70, στην ίδια την φύση του μαρξισμού περισσότερο και λιγότερο του ίδιου του Μάρξ. Μια κριτική, στη μεγαλύτερη ίσως κοινωνική ουτοπία που η παραγωγίστικη μονοδιάστατη λογική της, κοινή με τον φιλελευθερισμό, συνέτριψε την ελευθερία που ευαγγελιζόταν για χάρη της ισότητας που επεδίωκε. Όμως εδώ, το βιβλίο αυτό είναι μια σύγχρονη Οδύσσεια, που ο ελληνισμός πρέπει να ξαναπεράσει και όπως ο Οδυσσέας να ξανατυφλώσει τον Πολύφημο μέσα στο σπήλαιό του που είναι εντέλει η αποικιοποιημένη σκοτεινή ψυχή μας, και το ένα μάτι του, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή η μονόφθαλμη, μονοδιάστατη οπτική εξήγησης του κόσμου. Για να γίνει αυτό, όντως χρειάζεται να μείνει κανείς μόνος από παλιούς φίλους ή συντρόφους, όντως χρειάζεται να γίνουμε Κανένας, να μηδενίσουμε και να απομυθοποιήσουμε τις εμμονές και τις παλιές μας ψευδοταυτότητες,  για να ξαναβρούμε και πάλι την ιδιοπροσωπία μας, ώστε να επαναεδαφικοποιήσουμε τον όραμα της ζωής μας. Να αποκαθηλώσουμε την παρακμή της εξάρτησης, εκκινώντας άλλη μια φορά, κυριολεκτικά απ’το μηδέν. Ένα μηδέν, που δεν είναι ο μηδενισμός, των αντιφά : «Να πεθάνει η Ελλάδα, να ζήσουμε εμείς», ή αυτή του ανθρώπου εμπορεύματος, αντάμα με τον άνθρωπο-κατασκευή χωρίς ιδιότητες, φύλο και ιστορία, αλλά είναι η αρχή μιας νέας παραγωγικής συγκρότησης του εαυτού μας, με τα υλικά που μας προσφέρει ο τόπος μας.

Και τι χρειάζεται πάντα η απεξάρτηση, η αναγέννηση; Ένα όραμα, μια νέα Μεγάλη ιδέα, που να σε οδηγήσει σε μια μεγάλη πορεία. Με την λογική αυτή, η σκέψη και η πράξη του ΑΡΔΗΝ, είναι μετανεωτερική, είναι ρομαντικά μεταμοντέρνα για να αποκαταστήσουμε κι αυτή την παρεξηγημένη έννοια. Είναι εναλλακτικά μεταμοντέρνα γιατί όντως θέλουμε να υπερβούμε με ελληνικό τρόπο, την υπερνεωτερική ύβρη του  εργαλειακού διαφωτισμού, απορρίπτοντας την μια και μόνη ερμηνεία του κόσμου και συνθέτοντας όλες τις αντιθέσεις που κινούν τη ζωή του ανθρώπου: την εθνική αντίθεση, την αντίθεση φύσης-ανθρώπου, ατομικού – συλλογικού, άνδρα-γυναίκας, των γενεών, της διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, την οικονομική αντίθεση, την αντίθεση του λόγιου και του λαϊκού, του τοπικού και του πλανητικού. «Εκσυγχρονίζοντας τις παραδόσεις μας», ότι έκαναν ή κάνουν και σήμερα ακόμα και άλλα έθνη και λαοί.

Τον πολιτισμό που ψάχνει ο σύγχρονος άνθρωπος, ο ελληνικός τρόπος τον έχει διαμορφώσει από παλιά. Από το Όμηρο και τον Σωκράτη μέχρι τον Διονύσιο Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη, από την Ιλιάδα μέχρι τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, από την διαλεκτική και την άμεσα δημοκρατία της εκκλησίας του Δήμου, μέχρι την ορθόδοξη κοινοτική μας παράδοση και την υψηλή πνευματική σύλληψη της γενιάς του ΄30 και του ΄60.  Το αντιστασιακό ήθος του ελληνισμού,( κατά Νίκο Σβορώνο) και το όραμα, λέει ο Γ.Κ είναι η ταυτότητά μας, πάνε μαζί.

Το πλαίσιο είναι οι πατρίδα μας, ο τόπος μας, με βάση : 1ον την ανάπτυξη ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, πολυκαλλιεργητικού και συνεταιριστικού στηριζόμενο στην τεχνολογία και στην μαστοριά της παράδοσης, 2ον την αναζήτηση συμμαχιών στην αναγκαστική παραμονή μας στην ΕΕ, περπατώντας στις Βαλκανικές συμμαχίες του Ρήγα, σε μια Ευρώπη από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια 3ον με την ενίσχυση της παραγωγικής μας αυτονομίας και της αμυντικής μας ικανότητας, έναντι της επεκτατικής Τουρκίας. 4ον την ενίσχυση του ρόλου των πολιτών, με τον εκσυγχρονισμό της κοινοτικής δημοκρατικής μας παράδοσης , ενάντια στην κυριαρχία του κομματοκεντρικού  πολιτειακού συστήματος 5ον την πνευματική και πολιτική ολοκλήρωση της ταυτότητάς μας.

Για να σταματήσουμε να είμαστε «παρασιτική απόφυση της Δύσης» από τη μια και υποτελείς νεοφαναριώτες, από την άλλη. Η πολιτισμική μας ανάπτυξη είναι η μόνη μεγέθυνση που αποδεχόμαστε ενάντια στον γιγαντισμό της καπιταλιστικής πολυεθνικής μεγαμηχανής που στην πιο δύσκολη χώρα του πλανήτη κινδυνεύουμε να μας εξαφανίσει ως εθνικό συλλογικό υποκείμενο.

Δημήτρης Ναπ.Γ

Μια επέτειος, ένας απολογισμός

του Γιώργου Ρακκά 

Σήμερα, 5 Ιουλίου 2017, κλείνουμε ακριβώς δυο χρόνια από το την τέλεση του περίφημου δημοψηφίσματος, της μεγαλύτερης πολιτικής μηχανορραφίας που είδε ποτέ η σύγχρονη ελληνική ιστορία, και το βασικό εργαλείο με το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ θα εξασφαλίσει ένα άκρως σημαντικό κεφάλαιο κοινωνικής ανοχής –και όχι υποστήριξης– ώστε να προχωρήσει στις τομές που θα εισαγάγει στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία δύο χρόνια.

Για να κατανοήσουμε τον ρόλο που έπαιξε το δημοψήφισμα ως αιχμή ενός σχεδίου διακυβέρνησης, καθώς και τον καθοριστικό αντίκτυπο που το τελευταίο είχε στην φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε την γραμμική πολιτική ανάλυση των ΜΜΕ, για χάρη μιας ‘κβαντικής’ ματιάς όπου τα συμβάντα έχουν ταυτόχρονα δύο υποστάσεις: Το ΟΧΙ καταναλώθηκε από το 64% που το στήριξε ως την κορυφαία έκφραση της αντιστασιακής διάθεσης που θα επιδείξει η ελληνική κοινωνία απέναντι στην πολιτική επιτροπείας που επιβλήθηκε στην χώρα από το Καστελόριζο του ΓΑΠ, κι ύστερα· ωστόσο, αυτός που έκανε πολιτικά ‘ταμείο’ με αυτό το 62%, ο Τσίπρας δηλαδή, είχε άλλες προθέσεις: Να χρησιμοποιήσει ακριβώς αυτήν την κινητοποίηση και τον διχασμό που θα προκαλέσει μεταξύ δυο μπλοκ (που στην πραγματικότητα υπήρξαν εξαιρετικά συγκεχυμένα) ως «πρώτη ύλη» για μια διακυβέρνηση υπό το αντιμνημονιακό σχήμα, που θα αποπειραθεί να επιβάλει πολύ ριζικές τομές στην ελληνική κοινωνία.

Έτσι, αυτό που θα ερμηνευθεί από τους πολλούς ως προδοσία, και κωλοτούμπαστην πραγματικότητα υπήρξε η στιγμή της αποκάλυψης του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία – της πραγματικής φυσιογνωμίας της σύγχρονης ελληνικής κυβερνώσας αριστεράς. Που δεν έχει να κάνει με την αμφισβήτηση του οικονομικού προγράμματος, ή ακόμα βαθύτερα, με την απόρριψη των χαρακτηριστικών που φέρει μέσα του το μοντέλο δικτατορίας των αγορών που ακολουθούν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες. Εδώ και καιρό, από το 1992, και αυτή η αριστερά θα αποδεχθεί ως κανονικότητα την Παγκοσμιοποίηση, και άρα τον σκληρό οικονομικό φιλελευθερισμό που αυτή φέρει μέσα της· το πρόβλημα για αυτήν, δεν είναι το πως θα τον αντιμετωπίσει, αλλά το πως θα χρησιμοποιήσει την δυσαρέσκεια εναντίον του για να αναδειχθεί σε μια εξουσία που καλείται απαρεγκλίτως να συνυπάρξει μαζί του, και να εκτελέσει τις βουλές του.

Για να συντελεστεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μια μετάθεση ευθυνών: Όσοι απορρίψαμε εξ αρχής το κόλπο γκρόσο του δημοψηφίσματος, και πασχίζαμε με νύχια και με δόντια να αποκαλύψουμε την τυχοδιωκτική του φύση, φωνάζαμε τότε ότι η επιλογή του ισοδυναμεί με μια γιγάντια παγίδευση της ελληνικής πλευράς, στο μπρα ντε φερ της με τους δανειστές. Οι εξελίξεις των γεγονότων θα αποδείξουν ότι αυτό ήταν το ζητούμενο για τον Τσίπρα. Γιατί η διαδικασία της ‘παγίδευσης’, η ιστορία της 17ωρης διαπραγμάτευσης στην οποία εγκλωβίστηκε άνευ πραγματικής εναλλακτικής λύσης, ήταν αναγκαία για να κατασκευαστεί το αφήγημα της θυματοποίησης: Ο Αλέξης ήταν «καημένος», γιατί πραγματικά αγάπησε τον λαό, πάλεψε για λογαριασμό του με τα μυθικά τέρατα της Γερμανικής Ευρώπης, και έχασε.

«Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς…», λοιπόν, με προίκα μιας εκλογικής διαδικασίας που ανέδειξε την υποστήριξη του 62%. Ένα πολιτικό και επικοινωνιακό κεφάλαιο που θα επιτρέψει στον «Αλέξη» και τους συν αυτώ, από εκεί και πέρα, να μεταθέσουν τις ευθύνες από την εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος στους… «Μένουμε Ευρώπη», τον «Κυριάκο», και το ‘παλιό πολιτικό σύστημα’. «Εγώ δεν φταίω», λέει ο Τσίπρας, «είμαι πρωθυπουργός σε ομηρία, και εφαρμόζω ένα πρόγραμμα που μου επιβάλουν οι Γερμανοί, και που στηρίζει διακαώς η αξιωματική αντιπολίτευση». Γελοίο; Θα σκεφτείτε. Όσο είναι και το μνημείο πεσόντων της ΕΡΤ που στήθηκε πριν από λίγες μέρες έξω από το Ραδιομέγαρο. Ωστόσο λειτουργεί, και θα επιτρέψει στον ΣΥΡΙΖΑ μια ‘κανονική διακυβέρνηση’ παρά το γεγονός ότι η πολιτική του έχει αντιμέτωπο το 80% της κοινωνίας.

Η πορεία, όμως, που η τελευταία έκανε μέχρι εδώ είναι έχει εξασφαλίσει στην κυβέρνηση ότι λειτουργεί υπό κλίμα ανοχής: Και έτσι να εισάγει δυο πολύ ριζικές τομές για την χώρα μας: Αφενός, να ολοκληρώσει σε συνθήκες σιωπής νεκροταφείου μια πολιτική λεηλασίας δια της καταστροφής των μεσοστρωμάτων, εκποίησης του πλούτου, εκχώρησης των σημαντικότερων οικονομικών θεσμών στο ξένο μεγάλο κεφάλαιο. Αφετέρου, μια πολιτιστική πολιτική αποδόμησης της ταυτότητας που συνέχει την ελληνική κοινωνία, ώστε να διαλυθεί η αίσθηση της εθνικής μας κοινότητας, και να πάψουμε πλέον να εγείρουμε την αξίωση της λαϊκής κυριαρχίας σε αυτόν τον τόπο. Η νέα υποδούλωση, που συντελείται μέσα από αυτές τις διαδικασίες, έρχεται υπό την μορφή ενός πολυεκδοχικού μηδενισμού: Μηδενισμός της εθνικής μνήμης, μηδενισμός της ιστορικής ταυτότητας, μηδενισμός της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, μηδενισμός των φύλων, του οικογενειακού κυττάρου κ.ο.κ. Όλων των μηχανισμών, δηλαδή, που παράγουν την ‘ανθρωπινότητα’ της κοινωνίας, την εξοικείωση των ανθρώπων μαζί της, ότι είναι η δική τους κοινωνία, και όχι κάτι ξέχωρο και ψυχρό από αυτούς, ξένο. Η παγκοσμιοποίηση, όμως, λέει πια ότι για να λειτουργήσουν οι αναγκαιότητες του συστήματος πρέπει να ζούμε σε κοινωνίες ξένων. Και η προσφορά της αριστεράς σε αυτήν την παγκοσμιοποίηση, πέραν του γεγονότος ότι εξωραΐζει με την συμμετοχή της στο κάδρο την οικονομική δικτατορία των αγορών, είναι ότι λειτουργεί ως πολιτιστικός οδοστρωτήρας, ως προπαρασκευαστής αυτής της νέας συνείδησης εκπτωχευμένου μοναχικού πλήθους, επίδοξου καταναλωτή και υπηκόου.

Μοιάζει με σενάριο επιστημονικής φαντασίας; Μόνον αν κανείς δεν έχει έλθει σε επαφή με τις αντιλήψεις αυτής της καθεστυκίας αριστεράς, την στιγμή που αυτές επωάζονται – στα «κινήματα», τις φοιτητικές συνελεύσεις, στην κάθε κινητοποίηση. Μόνο αν δεν έχει κατανοήσει κανείς το πως ο λενινιστικός απόηχος του παρελθόντος, έχει κληροδοτήσει σε όλα τα σχήματα της ελληνικής αριστεράς μια ψύχωση κεκαλυμμένου ελέγχου των πάντων, ή καλύτερα έχει ταυτίσει την εσωτερική τους λειτουργία με διαδικασίες που στοχεύουν στο να την ικανοποιήσουν: Οι ίδιοι άνθρωποι, κατά το παρελθόν, μπορούσαν να ασχολούνται ημέρες επί ημερών για το πως θα υποτάξουν μια μικροσυνέλευση συνοικίας, ένα συντονιστικό κινητοποιήσεων, μια δημοτική παράταξη, ενός συνεταιρισμού για την κοινωνική αλληλεγγύη, μια συνέλευσης βάσης. Δεν θα έκαναν έτσι για την.. διακυβέρνηση μιας ολόκληρης χώρας; Ή μήπως είναι τυχαίο ότι σε αυτό το κόλπο γκρόσο θα συμπράξει και ο Πάνος Καμμένος, τον οποίον δεν θα πρέπει ως προς αυτά που συζητάμε να τον λογίσουμε ως προερχόμενο από την λαϊκή δεξιά, αλλά από την χειρότερη φοιτητική ΔΑΠ της δεκαετίας του 1980, που θα εξοικειωθεί στις ίδιες τακτικές από τους ΚΝίτες που καλούνταν να αντιμετωπίσει;

Το πικρό συμπέρασμα από τα πολιτικά ήθη και τις πρακτικές που θα εισαγάγει αυτή η κυβέρνηση, έχει να κάνει με τον βαθύ τους αντίκτυπο στην πολιτική φυσιογνωμία της χώρας: Ο οχετός των ψεμάτων, η αποθέωση της διπροσωπίας, το κρεσέντο μιας προπαγάνδας που παρουσιάζει ως ‘πραγματικότητα’ εξωφρενικά αφηγήματα, η ταύτιση της πολιτικής με την υποκρισία, συνιστούν πολιτικό υπερόπλο στις μέρες μας, ωστόσο, την ίδια στιγμή πλήττουν θανάσιμα το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα. Το οποίο και έχουν ξεκάνει, όχι μόνο ολοκληρώνοντας την υποδούλωσή του στην τυπική, θεσμική του διάσταση, μια διαδικασία που ξεκίνησε το 2010, αλλά στην ουσιαστική του. Ζούμε την τυραννία ενόςδημοκρατισμού που προσποιείται ότι ενσαρκώνει τα ιερά και τα δικαία ενός λαού, ώστε να τα σκοτώνει εν κρυπτώ, κάθε μέρα και περισσότερο. Η ιδέα της δημοκρατίας υποβιβάζεται σε στρατήγημα, παύει να είναι πλέον σχέση μεταξύ ισότιμων πολιτών, και μεταμορφώνεται σε οργουελιανή χρήση των φαντασιακά φορτισμένων συμβόλων της, από τους κυβερνώντες που υλοποιούν ανοιχτά ένα πρόγραμμα υποδούλωσης. Το περιεχόμενο έχει εκκενωθεί, μένει στο κουκούλι, τώρα, να καταρρεύσει.

Mπορεί να φανεί υπερβολικό, αλλά το πιο πιθανό για τον ιστορικό του μέλλοντος είναι να γράψει ότι το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου θα σηματοδοτήσει την… αρχή του τέλους της δημοκρατίας, και της εθνικής ανεξαρτησίας στην ελληνική κοινωνία του καιρού μας. Κοιτάξτε αυτά τα δυο χρόνια που μεσολάβησαν, πόσο χειρότερη, πόσο πιο ασυνάρτητη έχει γίνει αυτή η χώρα. Ζούμε ήδη ένα τέλος, και το πιο τυραννικό είναι ότι μας παρουσιάζεται δανειζόμενο μορφές προσώπων σαν αυτή του… Πολάκη.

Πηγή: http://ardin-rixi.gr/archives/204802

Η Οξφόρδη γνώρισε τον ανατολίτικο Καφέ από τα χέρια του Κονόπιου Ναθαναήλ

Δημήτρης Σταθακόπουλος  Δρα Παντείου Πανεπιστημίου Δικηγόρου παρ’Αρείω Πάγω Μουσικολόγου
(Διαβάστε όλη την αρθρογραφία και τις επιστημονικές μελέτες του Δημήτρη Σταθακόπουλου στο 24grammata.com κλικ εδώ)

Η Οξφόρδη γνώρισε τον ανατολίτικο Καφέ, από τα χέρια του Έλληνα καθηγητή και ιερωμένου Κονόπιου Ναθαναήλ, στα 1620.

Το 1899, στο Λονδίνο , δημοσιεύθηκε το έργο της W.Carless Davis με τίτλο Balliol College αναφορικά με το παλαιότερο ( μάλλον ) ομώνυμο κολλέγιο της Οξφόρδης ( κτίστηκε το 1263, βλ. φωτο.) :

Η Davis, στηρίχθηκε στο Calendar of State papers, domestic ( 1603-1610 ), όπου μεταξύ άλλων σταχυολογεί την από το έτος 1607 αναφορά του sir Thomas Waller προς τον κόμητα του Northamton , στην οποία αναφορά λογοδοτεί για την «έρευνα» που έκανε σχετικά με το «ποιόν» κάποιων Ελλήνων «με ένδυμα μοναχού» που έφθασαν στο Dover και είχαν εκφράσει την επιθυμία να σπουδάσουν σε αγγλικά πανεπιστήμια !!!
Ένας εξ αυτών των Ελλήνων, ήταν ο Πελοποννήσιος Χριστόφορος Άγγελος, που εγκαταστάθηκε στο Trinity College του Cambridge όπου δίδασκε Ελληνικά, επιδεικνύοντας συνεχώς τις πληγές του σώματός του από τα βασανιστήρια που τον είχαν υποβάλει οι Οθωμανοί εξαναγκάζοντάς τον να ξενιτευτεί τόσο μακριά. Δίδαξε και στην ακαδημία του Καντέρμπορυ και στην Οξφόρδη. Το 1619 κυκλοφόρησε το : « περί της καταστάσεως των σημερινών ευρισκομένων Ελλήνων εγχειρίδιον» , στην ελληνική και λατινική γλώσσα, ενώ έγραψε και το : «Εγκώμιον της Αγγλίας και των Άγγλων».
Το 1617, ο αρχιεπίσκοπος Abbot, έστειλε στα ίδια κολλέγια και τον Έλληνα ιερέα Μητροφάνη Κριτόπουλο , άνθρωπο του περιβάλλοντος του Πατριάρχη Κων/πόλεως Κυρίλλου, που αργότερα δολοφονήθηκε.

Αλλά εν προκειμένω στην παρούσα αναφορά , μας ενδιαφέρει ιδιαιτέρως ο Κρητικός ( Ηρακλειώτης ) Κονόπιος Ναθαναήλ, πρωτοσύγγελλος χειροτονημένος από τον Λούκαρι.
Γι’ αυτόν κάνουν ιδιαίτερη αναφορά οι σύγχρονοί του άγγλοι καθηγητές της Οξφόρδης Savage και John Evelyn ( 1620-1706 ), πώς ήταν άριστος γνώστης της Ελληνικής γλώσσας, σοβαρός μουσικός με δικά του έργα και βιβλίο περί μουσικής , ενώ τελικά προσηλυτίστηκε από τους Διαμαρτυρόμενους αναλαμβάνοντας μάλιστα την μετάφραση των θεολογικών εισηγήσεων του Λούθηρου στην ελληνική γλώσσα και τη διάδοσή τους στους ορθόδοξους της ανατολής .
Ο John Evelyn όμως μας δίνει και μία λαογραφικού τύπου σημαντικότατη πληροφορία για τον Κονόπιο και τις συνήθειές του: « Κάθε πρωί καβούρδιζε καφέ και τον έψηνε σε μπρίκι στην χόβολη του τζακιού του δωματίου του, καθήμενος απολαυστικά και σιγοτραγουδώντας ελληνικές μουσικές της πατρίδας του. Η Οξφόρδη γνώρισε τον καφέ από τον Κονόπιο» !!!! ( βλ. σχετ. και σελ. 49-50 , Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, Κυριάκου Σιμόπουλου, τόμος Α’, Αθήνα 1990 ).

Πηγή: http://www.24grammata.com/?p=51025

«Μπορώ να ξεχάσω;» – Μανώλης Γλέζος!!!

Ιδιαίτερα συγκινημένος ο Μανώλης Γλέζος αναφέρθηκε στους πέντε λόγους για τους οποίους η Ελλάδα κατάφερε, παρά τα 400 χρόνια σκλαβιάς, να ξαναυπάρξει: την κοινή μας γλώσσα, την ύπαρξη λαϊκής εξουσίας, τα ήθη και τις παραδόσεις που κράτησαν τον ελληνισμό αδούλωτο, τον κλήρο και την εκκλησία που ήταν δίπλα στο λαό και την ιδεολογία της αντίστασης.

Επίσης, μίλησε για τους κινδύνους της ελληνικής γλώσσας που είναι η φτωχοποίηση των ομιλητών, η ξενοποίηση και η μονοσημαντότητα.

Αναφερόμενος στην πολυπραγμοσύνη και με δάκρυα στα μάτια είπε ότι «τις παραμονές από κάθε μάχη μαζευόμαστε και κουβεντιάζαμε και λέγαμε «εάν εσύ ζεις μην με ξεχάσεις», «εάν εσένα δεν σε βρει το βόλι όταν συναντάς ανθρώπους στο δρόμο, θα λες καλημέρα και από εμένα, και όταν πίνεις κρασί θα πίνεις κρασί και από εμένα, και όταν ακούς τον παφλασμό των κυμάτων θα τον ακούς και για μένα, και όταν ακούς τον άνεμο να περνάει μέσα από τα φύλλα, όταν ακούς το θρόισμα των φύλλων, θα το ακούς και για μένα, και όταν χορεύεις θα χορεύεις και για μένα»».

«Μπορώ να ξεχάσω;» αναρωτήθηκε και υπογράμμισε ότι «τo δυσκολότερο πράγμα για μένα είναι ότι ζω και οι άνθρωποι που πολέμησα μαζί τους, οι άνθρωποι που αντιμετωπίσαμε μαζί τον θάνατο, οι φίλοι μου, δεν ζουν σήμερα. Μπορώ να τους ξεχάσω; Είναι δυνατόν να ξεχάσω αυτό τον κόσμο; Δεν είναι δυνατό. Και γι΄αυτό έχω αυτή την πολυπραγμοσύνη, γιατί εκτελώ εντολές ή προσπαθώ να εκτελέσω τις εντολές τους».

«Και επειδή αυτή η σύναξη δεν είναι ένα απλό ακροατήριο, αλλά εσείς συμμετέχετε ως ενεργοί πολίτες στο πολιτικό γίγνεσθαι, ο καθένας στον τομέα του αναλαμβάνει να κάνει πράξη τα όνειρα αυτών των ανθρώπων. Και αν πεθάνω, θα σας κυνηγάει η ύπαρξη μου για να κάνετε αυτό που πρέπει να κάνετε. Μην νομίζετε ότι θα γλυτώσετε από εμένα ποτέ» κατέληξε καταχειροκροτούμενος ο Μανώλης Γλέζος.

Πηγή: http://www.real.gr/DefaultArthro.aspx?page=arthro&id=617042&catID=182&utm_source=dlvr.it&utm_medium=facebook&utm_campaign=real.gr

Συναδελφικές Εκκλησίες, Ξανά!

του Γιάννη Κων.Κρούσου

Πληροφορήθηκα, όντας μακριά από την Κεφαλλονιά, ότι γίνεται συζήτηση για την κατάργηση του αυτοδιοίκητου της Συναδελφικής Εκκλησίας της Ευαγγελίστριας-Αγ. Δημητρίου, στα Φαρακλάτα.  Και οι ανάστατοι συναδελφοί ενορίτες καλούν σε συνέλευση την Κυριακή. Με αφορμή την αναζωπύρωση,  αξίζει τον κόπο μία ιστορική αναδρομή.

Από τότε, που οι ρωμαιοκαθολικοί Βαυαροί κρατικοποίησαν την Εκκλησία της Ελλάδας(1833), έχουν γίνει κι άλλες απόπειρες να καταλυθεί το καθεστώς της Συναδελφικής Εκκλησίας. Πρόκειται για εκκλησίες, που ανήκουν στους ενορίτες τους και όχι στο Ν.Π.Δ.Δ. «Εκκλησία της Ελλάδας». Συναδελφικές Εκκλησίες υπάρχουν μόνο στα Επτάνησα και σε κάποια νησιά του Αιγαίου. Πρόκειται για θεσμικό απομεινάρι της Λατινοκρατίας. Το Ν.Π.Δ.Δ. «Εκκλησία της Ελλάδας» ουδέποτε αναγνώρισε τον θεσμό της Συναδελφικής Εκκλησίας, αλλά, επί 150 χρόνια, τον αποδέχθηκε σιωπηλά.

Σήμερα η διαφορά ενοριακού και συναδελφικού ναού βρίσκεται μόνο στα διοικητικά και στα οικονομικά. Στις ενοριακές εκκλησίες ο ορισμός Συμβουλίου και η περιουσία είναι αρμοδιότητες του εκπροσώπου του ΝΠΔΔ. Στις συναδελφικές, το Συμβούλιο εκλέγεται από τη συνέλευση των ενοριτών και η περιουσία διαχειρίζεται από τους εκλεγμένους. Η Εκκλησία της Ελλάδας είχε αποδεχθεί αυτή την ιδιαιτερότητα, εγκρίνοντας ό,τι αποφάσιζαν οι ενορίτες και διαθέτοντας ιερέα. Αυτό το «κενό» του Νόμου υπάρχει, για να στοιχειοθετούνται νομικά «δικαιώματα»,  από νόμους, που αντιστρατεύονται το πνεύμα και το γράμμα της παράδοσης. Το νομικό πρόσωπο Εκκλησία της Ελλάδας αναγνωρίζει μόνο ιδιόκτητους ναούς και κάποιοι ξεχνάνε ότι, ουσιαστικά, η συναδελφική εκκλησία είναι συνεταιριστική ιδιοκτησία. Λέω «ουσιαστικά», γιατί ούτε αυτό ισχύει τυπικά. Σε όλα τα χρόνια των ξενικών κατοχών, οι Αδελφότητες και οι Συντροφίες, που διαχειρίζονταν ναούς και εκκλησιαστικές περιουσίες, ήταν κάτι πολύ ανώτερο ποιοτικά και πρακτικά από τους δυτικοφερμένους συνεταιρισμούς. Ήταν όλη η ζωή και η διευθέτηση της, με τρόπο κοινοτικό, συναδελφικό και αλληλέγγυο.

Το σημερινό νομικό πρόσωπο «Εκκλησία της Ελλάδας» έχει πολιτικούς λόγους, που κάνει όλα αυτά: Αναγνωρίζει το εκκλησιαστικό καθεστώς των Βαυαρών, για το οποίο, ο Κολοκοτρώνης, όταν έστειλε επιστολή στον Ρώσο πρέσβη, παραπονούμενος για τις βαυαρικές αλλαγές,  καταδικάστηκε σε θάνατο, για εσχάτη προδοσία. Το τι σήμαιναν εκείνες οι αλλαγές προκύπτει από επιστολή του Όθωνα προς τον πατέρα του(θα τη βρείτε στα σχολικά βιβλία):

«…Η πνευματική αρχή του κλήρου της χώρας θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνη για τον κοσμικό άρχοντα, αν ο ανώτερος κλήρος συνιστούσε μια ομάδα, καθόσον ολόκληρος ο κλήρος κατόπιν θα έπαιρνε το λαό με το μέρος του εναντίον του άρχοντα. Νομίζω ότι θα μπορούσαμε να υπερβούμε όλες αυτές τις δυσκολίες αν δημιουργούσαμε μια σύνοδο υπό τη διεύθυνση κάποιου Μητροπολίτη που θα ήταν κάτι σαν τους προέδρους των δικών μας επιτροπών και ουσιαστικά δε θα είχε εξουσία. Σε ορισμένα χρονικά διαστήματα ο άρχοντας θα μπορεί να διαλέξει τα μέλη αυτής της συνόδου»(13/5/1833).

Δύο πράγματα έκαμαν οι Βαυαροί τότε: Κατέλυσαν, μέσα σε λίγους μήνες, τους από αιώνων θεσμούς της κοινότητας και της εκκλησίας των Ελλήνων. Όντας αυθεντικοί λαϊκοί θεσμοί, ήταν ιδιαίτερα απειλητικοί για το νέο καθεστώς.

Ο αείμνηστος καθηγητής  Ν.Ι. Πανταζόπουλος έγραψε:

«Ο νεοέλληνας νομοθέτης, παγιδευμένος στα πλέγματα των ξένων προτύπων, που φιλοδοξούσε κάθε φορά να επιβάλει στον τόπο, δεν στάθηκε ικανός να αντιληφθεί το γνήσιο λαϊκό δημοκρατικό μήνυμα του κοινοτισμού[…] Από άγνοια ή από ξενομανία παραγκώνισε ή παραγνώρισε το γνήσιο πολιτιστικό πρότυπο για χάρη ξένων ή νόθων σχημάτων[…] Οι κοινότητες από αυτάρκεις και αυτοδύναμες πολιτιστικές μονάδες τείνουν να εξελιχθούν σε παρασιτικούς αποδέκτες οικονομικών συστημάτων και τρόπων ζωής που, και όταν ακόμη βελτιώνουν επιφανειακά τη στάθμη ζωής των κατοίκων τους, αυτό γίνεται σε βάρος της πολιτιστικής τους ταυτότητας» (“Ο Ελληνικός Κοινοτισµός και η νεοελληνική κοινοτική παράδοση”, 1993).

Ο γεννημένος στην Κεφαλονιά, Κωνσταντίνος Καραβίδας, είχε γράψει το 1931: (οι κοινοτικοί θεσμοί)«αν και υστερούσαν, τεχνικώς και ποσοτικώς, όντες κατώτεροι και πενιχρότεροι, βιολογικώς όμως ήσαν απολύτως πληρέστεροι και ζωντανότεροι από τους εν εξελίξει ακόμα και σήμερον ευρισκόμενους σχηματισμούς του καπιταλισμού… είχαν διευθετήσει τα εγγενή εις κάθε παραγωγικόν σχηματισμόν καθαρώς οικονομικά ζητήματα –το της οργανώσεως της παραγωγής δηλαδή, το της πίστεως, το της ασφαλίσεως, το της αποσβέσεως, το της κεφαλαιοποιήσεως… παραλλήλως είχε επιτευχθή οργανική λύσις όχι μόνον δια το κοινωνικόν λεγόμενον ζήτημα(μοιραία συγκέντρωσις δηλαδή του πλούτου και σχέσεις πλουσίων προς πτωχούς) αλλά και το ηθικόν και ψυχολογικόν ευρύτερα(σχέσεις ανθρώπου προς άνθρωπον και προς την ανάγκην της εργασίας και προς την φύσιν)». Ενώ ο καπιταλισμός, όπως λέει, «στηριχθείς επί ενός άκρατου ατομικισμού», έλυσε τα στενώς οικονομικά ζητήματα, «ουδεμίαν όμως βάσιμη κατεύθυνσιν δια την λύσιν  του κοινωνικού και ηθικού ζητήματος» έδωσε(από το βιβλίο του “Αγροτικά”).

Πριν τους Βαυαρούς, οι κοινοτικοί θεσμοί στήνονταν πάντα γύρω από έναν ναό, και η αντιστοιχία με την αγορά της αρχαίας Ελλάδας ήταν απόλυτη. Παρά τις αντίθετες φιλολογίες, ο διαχρονικός και αδιαμφισβήτητος τρόπος των Ελλήνων ήταν η Εκκλησία, είτε του Δήμου είτε των Πιστών.  Αυτό κατάργησαν οι Βαυαροί και έβαλαν τα θεμέλια αυτού που αποκαλείται «νεοελληνικό κράτος».

Τα χρόνια πέρασαν, αλλά εξακολουθούμε να έχουμε κατοχή με τον τρόπο, που την επέβαλαν οι Βαυαροί. Σήμερα οι Βαυαροί λέγονται «Ευρωπαϊκή Ένωση» και κάποιοι θέλουν να ολοκληρώσουν ό,τι ξεκίνησε το 1833-34. Οι δεσποτάδες, αντί να πράξουν αυτό που φοβόταν ο Όθωνας, συνεισφέρουν;

Όπως πάντα, σε κάθε κατοχή υπάρχουν και εκείνοι οι Έλληνες, που τη στηρίζουν και κάποιοι, ανεξάρτητα από δικαιολογίες, θα πρέπει να μάθουν και να ξανασκεφτούν τι είναι αυτό που στηρίζουν.

Κάποιοι δεν θέλουν να ξαναγίνουμε εκκλησία, κοινότητα, αδελφότητα και διαγράφουν την ιστορία, τόσο από τα βιβλία, όσο και από τη ζωή. Η Συναδελφική Εκκλησία – Κοινότητα είναι ό,τι πιο επικίνδυνο, για τους εχθρούς μας, μπορούμε να δημιουργήσουμε. Και κάποιοι το ξέρουν και πράττουν, κατά τη δική τους ατομική ή/και εξουσιαστική συνείδηση.

Γιάννης Κων. Κρούσος

άνεργος, ανασφάλιστος και σε λίγο άστεγος.

Ενορίτης του Ναού Αγίου Νικολάου Φαρακλάτων, συναδελφικά, στους συγχωριανούς του άλλου ναού.

9/6/2017

ΥΓ:

1)Για να χειροτερέψω λίγο τα πράγματα, η λογική της «Συναδελφικής Εκκλησίας», δηλαδή του αυτοδιοίκητου της κοινότητας των πιστών, στην Ελλάδα αναγνωρίζεται μόνο για τους Εβραίους στο θρήσκευμα συμπατριώτες. Είδος αυτοδιοίκητου έχουν και οι Μουσουλμάνοι, Έλληνες υπήκοοι (σαρία). Οι ορθόδοξοι να πάνε να πνιγούν, με τις ευλογίες της κάθε είδους εξουσίας. Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου. Ας μη γράψω τι άλλο σκέφτομαι.

2) Η πραγματική ουσία του χριστιανισμού βρίσκεται στις συναδελφικές εκκλησίες. Οι ψευδάδελφοι, που παριστάνουν τους χριστιανούς της Κυριακής,  ας λάβουν υπόψη τους ότι, από τα χρόνια των Αποστόλων, οι πόρτες των εκκλησιών ήταν ανοιχτές και γι’ αυτούς. Αλλά «Οὐαὶ δὲ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι· διὰ τοῦτο λήψεσθε περισσότερον κρῖμα».

3)Αν επανέλθω, εξηγώντας γιατί μόνο στα Επτάνησα υπάρχουν Συναδελφικές Εκκλησίες, τα πράγματα θα είναι πολύ πιο ντροπιαστικά, για όσους υποστηρίζουν ένα καθεστώς, που λεηλατεί και σκοτώνει τους ανθρώπους αυτής της πατρίδας. –

ΠΗΓΗ: http://www.kefalonitikanea.gr/2017/06/blog-post_47.html#sthash.AWuKAeAb.dpuf

Γ. Κοντογιώργης, Το έλλογο της προόδου και το άλογο της αντίδρασης

Με αφορμή το νέο του βιβλίο Η Συριζαία Αριστερά ως Νέα Δεξιά ο Γιώργος Κοντογιώργης, διαπραγματεύεται τις έννοιες της προόδου, της συντήρησης και της αντίδρασης και ταξινομεί τις δυνάμεις της διανόησης και της πολιτικής της εποχής μας.

Με γνώμονα το μέτρο αυτό διαπιστώνει ότι η διαιρετική τομή Δεξιά –Αριστερά, Φιλελευθερισμός –Σοσιαλισμός, δεν κατάφεραν να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις που αποκρυσταλλώθηκαν στη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, με αποτέλεσμα να σύρονται πίσω τους, ως απλές θεραπαινίδες των νέων πρωταγωνιστών της ιστορίας. Συγχρόνως, οι εξελίξεις αυτές, αποκάλυψαν τη γύμνια του ιδεολογικού και του αξιακού τους οπλοστασίου, έτσι ώστε να γίνει εμφανές ότι οι διαφορές τους αφορούσαν μάλλον στο εκλογικό τους ακροατήριο.

Σήμερα είναι αδιαμφισβήτητο ότι από την Δεξιά έως την Αριστερά συμφωνούν στο ίδιο πολιτικό σύστημα, στο ίδιο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα, συναντώνται στον ίδιο σκοπό της πολιτικής που είναι το συμφέρον των αγορών, εκπέμπουν την ίδια αισθητική της εξουσίας, όπως και την ίδια απέχθεια προς την κοινωνική συλλογικότητα. Οι πολιτικές δυνάμεις, μετέωρες ανάμεσα σε ένα παρελθόν, που τους εξασφάλιζε μεν το ανέφελο μονοπώλιο του πολιτικού συστήματος, το οποίο όμως έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, και σε ένα μέλλον που σηματοδοτεί ήδη τη μετάβαση σε μια διαμετρικά άλλη εποχή, έχουν εγκιβωτισθεί στο παρελθόν του 18ου αιώνα, διατεινόμενες ότι η στασιμότητα και μάλιστα η εμμονή στις αξίες και στα συστήματα του υστερο-φεουδαλικού παρελθόντος είναι αδιαπραγμάτευτα.

Κατά τούτο, έχοντας πάρει διαζύγιο από την πρόοδο, έχουν στρέψει τα νότα τους στις κοινωνίες, αρνούμενες να συναινέσουν στη μετάβαση των κοινωνιών στο μέλλον, που αξιώνει την κοινωνικοπολιτική τους χειραφέτηση και, κυριολεκτικά, την σωρευτική ανασύνταξή τους στη βάση της ατομικής και πέραν αυτής της κοινωνικής και της πολιτικής ελευθερίας.
Αντίφωνο ( Antifono.gr)

Στατιστικά

  • 37,364 επισκέψεις

"Παραμένω αναρχικός για να μπορώ να δοξολογώ την Παράδοση. Χωρίς την Παράδοση δεν μπορείς να κάνεις ούτε βήμα. Δεν την αντιμετωπίζω, όμως σαν αγία των αγίων. Πολλά πράγματα της παράδοσής μας έχουν πεθάνει για πάντα. Άλλα πάλι επιζήσανε με διαφορετική μορφή. Οι νέοι μας για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνουν ότι το τσίπουρο είναι καλύτερο απο το ουίσκι. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι γέροι φαντάζονται ότι προπολεμικώς ζούσαμε καλύτερα. Εξετάζω την Παράδοση σημαίνει προσπαθώ να κατανοήσω το Σήμερα" - Ηλίας Πετρόπουλος.

Όλες οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης Κυρίας. Της Εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης. Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες (...). Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας. - Mάνος Χατζιδάκις

Δεκέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031
Πατήστε την εικόνα για περισσότερα...

ΑΙ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΟ ΜΟΥ…

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Μπακουνικός και Κεφαλλονίτης

O ΔΡΑΚΟΣ…

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ…

Τhe Monty Pythons

Τhe Monty Pythons

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

Τζιμάκο, τρέλλανε τους «μεταμοντέρνους»…

Τζιμάκος και μετα-νεωτερικότητα

ΓΚΥ ΝΤΕΜΠΟΡ…

"...το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης που μεταβάλλεται σε εικόνα."

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ: ΟΤΑΝ Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΕΚ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Eλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν…

Για το όνειρο των συνοικιών μας…!